Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Comme Des Fleurs

κλοουνερί των ημερών

ολυσύχναστο κεντράκι. Σούρουπο. Το θέλει η παράδοση, τη μέρα των Θεοφανείων η Κλαίρη και η Ντορ να συναντιούνται σε αυτό εδώ το καφέ. Καμιά τους δεν θυμάται πώς το διαλέξανε. Μόνο σημειώνουν στο ηλεκτρονικό τους ευρετήριο την ημερομηνία και μεταξύ άλλων πολλών ασχολιών κάνουν έναν κόπο ακόμη. Ωστόσο χαίρονται όταν συναντιούνται, νομίζουν πως κάνουν κάτι μυστικό πως κάτι διαπράττουν. Είναι και οι δυο καθώς πρέπει κυρίες, ίσως ακόμη θελκτικές, με μια διακριτική απόχρωση χρόνου εδώ και εκεί, τριγύρω από τα μάτια. Πρώτα εκεί καρφιτσώνεται ο χρόνος, μια υπόμνηση μωρό μου, πέρα από τα έργα και τα λόγια πιο πέρα από τις βροχές. Είναι και οι δυο ντυμένες σπορ, μα με μια κάποια πολυτέλεια. Τριγύρω γκαρσόνια, παρέες, φιλιά, αγκαλιές, μια ατμόσφαιρα ευτυχίας κάτω από χειμωνιάτικη λιακάδα. Κάτι σαν ζωγραφιά ελάσσονος δημιουργού).  

Η Ντορ έχει φθάσει πρώτη. Η Κλαίρη της φωνάζει από μακριά. Στο μεταξύ μια ομάδα νεαρών κολυμβητών που είχαν πέσει στο νερό για τον Σταυρό, περνούν μέσα από το πλήθος. Τους επευφημούν ενώ η Ντορ παρακολουθεί με ηδυπάθεια τα καλοσχηματισμένα σώματα. )

Κλαίρη: Ντορ, ε Ντορ!

(Η Ντορ υψώνει το ποτήρι της, σαν να χειροκροτεί παρατηρεί το συνολάκι της Κλαίρης. Γυναικεία πράγματα)

Ντορ: Επιτέλους! Αν δεν αργήσεις, δεν σου πάει!

Κλαίρη: Λίγο, μόνο λίγο.

Ντορ: (χαμογελά ευγενικά, με επιείκεια) Καλή χρονιά φιλενάδα!

Κλαίρη: Καλή χρονιά Ντορ! Αυτό για σένα!

Ντορ: Δεν χρειαζόταν. Αλλά για να δεις πως η Ντορ δεν ξεγελιέται εύκολα, (βγάζει κάτι από την τσάντα της), αυτό για σένα!

Κλαίρη: Είσαι εσύ μια! (αγκαλιάζονται, βγάζουν μια φωτογραφία με τις συσκευές τους. Αμέσως τη δημοσιεύουν. Μια φίλη της Ντορ πλησιάζει το τραπέζι.)

Ντορ: Δεν το πιστεύω! Άννα, Φαίη, Τζόρτζια, τι όμορφο απόγευμα! Καλή χρονιά (φιλιούνται στον αέρα, από απόσταση) Μα εσείς μάλλον ξεφορτωθήκατε για τα καλά το χρόνο, τι ομορφιές!

(Όλες κολακευμένες φιλιούνται και λένε κάτι μηχανικά, γελούν τρανταχτά, λίγος χαλασμός, έπειτα βιαστικά η παρέα φεύγει)

Ντορ: Η καημένη!

Κλαίρη: Είναι άρρωστη; Μην μου πεις!

Ντορ: Όχι! Καθόλου! Μα λένε, πως ο εραστής της την παράτησε. Τ’ακούς, την άφησε στα κρύα του λουτρού!

Κλαίρη: Στο λουτρό γίνανε όλα δηλαδή;

Ντορ: Σύνελθε Κλαίρη! Αυτό λίγη σημασία έχει! (εμπιστευτικά, κοιτάζοντας με τρόπο από το καθρεφτάκι της) Το σημαντικό είναι να μην εξελιχθεί το γεγονός σε επιδημία!

Κλαίρη: Α! Μην με φοβίζεις Ντορ! Για το Θεό! Τι τη θες αυτή την κουβέντα τώρα! Θα εκτεθούμε.

Ντορ: Σε φοβίζω, δεν σε φοβίζω μπορεί αν χαλαρώσουμε τα λουριά, να γίνουμε και εμείς σαν την Φαίη. Δηλαδή για λύπηση! Πού ακούστηκε να σε περιφρονεί το κάθε παιδαρέλι, μου λες!

Κλαίρη: Σσς! Δεν χρειάζεται να κάνεις σκηνή. Έλα, γρήγορη πόζα! (βγάζουν μια φώτο πίνοντας κοκτέηλ, κάτασπρες οδοντοστοιχίες σε αρχαίο, κιόλας φόντο)

Ντορ: Εγώ πάντως έλαβα τα μέτρα μου. Διότι είχα και ορισμένες ενδείξεις, για την ακρίβεια.

Κλαίρη: Καημένη Ντορ! Δεν με πήρες μήτε μια φορά! Οι φιλενάδες χρειάζονται σε κάτι τέτοια!

(Οι νεαροί ξαναπερνούν, πάλι ιαχές, χειροκροτήματα. Οι δυο γυναίκες κοιτάζουν συνεπαρμένες τους ωραίους εκείνους νέους. Με μια φωνή, ανασαίνουν, “αχ” αναφωνούν και για μια στιγμή ονειρεύονται. Η Ντορ συνέρχεται πρώτη. Θυμάται την τραγική της θέση.)

Ντορ: Μπορεί. Μα δεν είχα τη δύναμη. Ο κύριος μου δήλωσε “εγώ είμαι καλλιτέχνης” και αποχώρησε. Παρακάλεσα, ταπεινώθηκα, μίλησα με δικούς του ανθρώπους, του έκανα δώρα, τα πιο ακριβά δώρα Κλαίρη. Τον γύρεψα, αναγκάστηκα να υποκύψω στις απαιτήσεις ελεεινών ανθρώπων, ήταν τρομερό για μια λέξη. Με περιφρονούσε, δίχως κανένα τακτ, με περιφρονούσε Κλαίρη! Δεν είχε μπει στον κόπο να με αναζητήσει, ήμουν πάντα στην Αθήνα.

Κλαίρη: Δεν ήξερα τίποτε! (αγγίζει το μέτωπό της, χαμογελάει σε κάποιον μηχανικά από απέναντι)

Ντορ: Έφθασα μάλιστα – τι ταπείνωση! – να τον αναζητήσω στα κακόφημα στέκια. Και τον βρήκα, αγκαλιά με δυο του δρόμου. Και όταν του ζήτησα το λόγο, εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του, με έπιασε γερά από τους ώμους – ξέρεις τι γερά χέρια που έχει; – και μου ‘πε πως δεν μου χρωστά το παραμικρό. Πως καμία εξήγηση δεν μου οφείλει. Ω, Κλαίρη, δεν φαντάζεσαι πόσο ταπεινώθηκα με όλα εκείνα τα χαμίνια που γελούσαν μαζί μου. Τα πόδια μου ήσαν από μολύβι, ένιωσα να χάνω τον κόσμο, κάποιος κύριος με κράτησε να μην σωριαστώ. Ύστερα όμως βρήκα την αυτοκυριαρχία μου.

Κλαίρη: Α, τη βρήκες;

Ντορ: Και αποφάσισα να πάρω την εκδίκησή μου.

Κλαίρη: Με τρομάζεις! Τι, τι έκανες;

Ντορ: Σώπα! Φόρεσα την καμπαρντίνα μου.

Κλαίρη: Την καφέ, με την ωραία ζώνη λες; Μα τι ωραία ζώνη!

Ντορ: Ω, ναι, είναι σπουδαίο κομμάτι. Μπορείς να τη δανειστείς όποτε θέλεις. (φιλιούνται, βγάζουν μια φωτογραφία, κοιτάζουν τριγύρω αν τις προσέχουν)

Κλαίρη: Είσαι μια γλύκα!

Ντορ:Έκρυψα το όπλο στην μέσα τσέπη.

Κλαίρη: Ά, έχει και μέσα τσέπη; Θα την δανειστώ μετά βεβαιότητος.

Ντορ: Τον περίμενα που βγήκε μεθυσμένος έξω στο δρόμο. Τον άφησα να προχωρήσει. Και όταν βρέθηκε κάτω από τα σβησμένα φανάρια, τον πυροβόλησα δυο φορές. Πρέπει να σημάδεψα την καρδιά του, διότι σωριάστηκε ακαριαία. Δεν μπορούσα να αντέξω μια ντροπή σαν της Φαίης, καταλαβαίνεις;

Κλαίρη: Είσαι τρελή! Τρελή! Αυτό είσαι! (φοβάται μην τις αντιληφθούν, το μυστικό τους μπορεί να διαρρεύσει)

Ντορ: Μπορεί! Μα από αξιοπρέπεια έχασα τα λογικά μου Κλαίρη! Ωραία φιλεναδα! (ειρωνικά)

Κλαίρη: Συγχώρεσέ με , μα στα βίπερ παρόμοιες ιστορίες δεν βγαίνανε ποτέ σε καλό στους ήρωες.

Ντορ: Το ξέρω χρυσή μου, τι θαρρείς; Αυτό θέλησα να αποφύγω. Μόνο που…

Κλαίρη: …που;

Ντορ: Τις νύχτες, Κλαίρη, τις νύχτες νιώθω ενοχές. Ίσως και να τον αγαπούσα παράφορα, άλλη ερμηνεία δεν μπορώ να δώσω για αυτές.

Κλαίρη: Ενοχές, sic!

Ντορ: …ενοχές, επειδή προτού ξεψυχήσει, μου είπε, πως μ’αγαπά. Και πως το φιλί μου μοιάζει σαν να γεύεται λουλούδια. Μου φάνηκε τόσο τρυφερό και με κομμάτιασε. Και ευθύς όρμησα να τον κάνω καλά, φώναζα πως ήμουν μια φόνισσα, χτυπιόμουν, έσκισα μια λωρίδα από το πουκάμισό του και έσφιξα την πληγή. Εκείνος όμως όσο σφιχτά και αν έδενα εκείνη την τελευταία δικλείδα, είχε πάρει την απόφαση να απομακρυνθεί από τα εγκόσμια. Του είπα πως τον αγαπώ, πως έκανα λάθος, θέλησα και εγώ να σκοτωθώ. Όμως θυμήθηκα το ραντεβού μας και το ανέβαλα. Το ανέβαλα λέω, διότι δεν θα αντέξω και θα παραδοθώ στις ενοχές μου Κλαίρη μια μέρα από αυτές! Ω, Κλαίρη!

Κλαίρη: (της χαϊδεύει το χέρι) Μην ανησυχείς, τέτοια συμβαίνουν πολλά. Είναι περιπτώσεις εντόνου πάθους, μην φοβάσαι. Ποιος θα φανταστεί πως μια τόσο ωραία καμπαρντίνα θα έκρυβε ένα περίστροφο; Κανείς, στο λέω εγώ. Όσο για τον καλλιτέχνη, η μοίρα του ήταν αυτή Ντορ. Πάει και τέλειωσε!

Ντορ: Σε ευχαριστώ Κλαίρη, με γαληνεύεις. (βγάζουν μια φωτογραφία, ακουμπώντας τρυφερά τα πρόσωπά τους. Δυο τέλεια χαμόγελα) Μάλιστα, τώρα που το συλλογίζομαι θα φτιάξω ένα παρεκκλήσι εκεί έξω. Ένα καλλιτεχνικό παρεκκλήσι, με πολλά πρωτότυπα στοιχεία. Και αρκετό χώρο για να θάψω όλους μου τους εραστές. Μπορείς να βάλεις και εσύ μερικούς εκεί  αν πιέζεσαι αύριο, μεθαύριο.

Κλαίρη: Τι τυχερή που είμαι! Και ξέρεις γιατί; Μα επειδή σε έχω φίλη, για αυτό. Θα το ‘χω υπόψη μου.

(Αγκαλιάζονται. Η παρέα της Φαίης ξαναπερνά, πιάνουν την κουβέντα σαν να μην είχαν ιδωθεί πρωτύτερα, στην ίδια σκηνή.  Το φως αργά που σβήνει, εκείνη η βραδιά εξακολουθεί. Όπως και οι σκοτωμένοι εραστές. Στο βάθος ένας από τους νεαρούς γνέφει την Ντορ, εκείνη γοητεύεται.)

Ντορ: Θα χρειαστώ μεγαλύτερο χώρο, το δίχως άλλο! (υψώνει το ποτήρι της και ευθύς αρχινά μια ακόμη περιπετειούλα, από εκείνες που συνηθίζουν οι κυρίες, όπως η Ντορ και η Κλαίρη.)

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης