
Από μια βιβλιοπαρουσίαση
Το καλό με τα σαλόνια των καθώς πρέπει ξενοδοχείων είναι η πληθώρα των κρυψώνων. Μπορείς να βρεις μια ολόκληρη παρέα πίσω από τον μαρμάρινο κίονα. Ή πάλι καμουφλαρισμένους ίσως διακρίνεις δυο που συζητούν με εμπιστευτικότητα κάποιο θέμα.
Ο κύριος Φ., το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς περιφερόταν με το ποτό του δίχως σκοπό. Χαιρετούσε κάποιους γνωστούς βεβαίως, μιλούσε για πολιτική βεβαίως, έδινε αποστομωτικές απαντήσεις. Βεβαίως.
Στην αρχή τον πέρασαν για τρελό, έτσι όπως τριγύριζε και ξετρύπωνε από τις κρυψώνες τους όλους αυτούς τους ανθρώπους. Κρατούσε το βιβλίο του και έσκυβε με έναν πολύ ευγενικό τρόπο που ωστόσο εκνεύριζε με την αδιακρισία του βλέμματος. Διότι ο κύριος Φ., το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς, παρακολουθούσε ως συγγραφέας πρώτης τάξεως κάθε τι που εξελισσόταν εμπρός του. Κανείς δεν ξέρει πού θα τον βρει η ποίηση, λένε όσοι ξέρουν και κανείς μέχρι τώρα δεν τους έχει αμφισβητήσει με στοιχεία.
Η κυρία Ντ. , που παραμένει η μεγαλύτερη θαυμάστρια και η βασική χορηγός του νεαρού λογοτέχνη, στέκει ξεχωριστά από το πλήθος. Μια μικρή εξέδρα, μια πολυθρόνα με κόκκινη τσόχα και ένα σκαμνάκι από το ίδιο ύφασμα. Η κυρία Ντ., η βασική χορηγός βρίσκει γοητευτικά όλα αυτά τα πράγματα και αισθάνεται πως υπηρετεί την τέχνη. Και πως στο μέλλον ίσως δώσουν το όνομά της σε κάποιο βραβείο υψηλών πράξεων που θα έχουν ανθρωπιστικό σκοπό, τίποτε λιγότερο, τίποτε μικρότερο.
Όταν το πλήθος είχε πια συρρεύσει ο κύριος Φ., με το ποτό του φυσικά και με την εκνευριστική του υπόκλιση, πρώτη σε μια φαρέτρα από νούμερα υποκριτικά. Ανέβηκε στο βήμα, έβγαλε τα χαρτιά του και τα τακτοποίησε. Η κυρία Ντ., ασυγκράτητη χορηγός της τέχνης εν γένει, χειροκρότησε μα ο τιμώμενος την κοίταξε βλοσυρά μα και με τρυφερότητα. Και εκείνη μαζεύτηκε στη θέση της, τιμωρώντας τον εαυτό της με τόση ενοχή. Σε όλα έδινε τέλος το βλέμμα του ή ένα φιλί που της έστελνε και εκείνη φωτιζόταν. Και ο σκοπός της ερχόταν και πάλι περήφανος, ωραίος και μεγάλος.
“Δεν έχω διαβάσει ούτε μια αράδα από όλα αυτά. Αυτό το βιβλίο μου είναι άγνωστο. Καταλαβαίνετε; Πρόκειται για παρεξήγηση, δεν είχα σκοπό να το θεωρήσετε δικό μου. Όλα υπήρξαν ένα τέχνασμα, μια φοβερή επινόηση του εκδότη. Σε αυτόν να ρίξετε το φταίξιμο. Η δική μου δουλειά είναι να τα γράψω όλα τα έργα του σελίδα τη σελίδα, λέξη τη λέξη. Καταλαβαίνετε πως δεν είναι εύκολη η υπόθεση που έχω αναλάβει. Μα το θεωρώ πρέπον, αληθινό καθήκον να διαθέσω τον εαυτό μου σε τούτο το σκοπό. Για αυτό σας αφήνω, διότι όπως σας είπα πρέπει να γράψω αυτά τα βιβλία προτού να είναι αργά. Η τιμή του ποτού είναι δέκα δολάρια, σας ευχαριστώ. Θα μου κάνατε μεγάλη εξυπηρέτηση αν το τακτοποιούσατε. Εγώ άλλωστε έβαλα την τέχνη, δεν είναι λίγο πράγμα αυτό. Κατά κάποιον τρόπο σας διασκέδασα”.
Όλοι κοιτάξανε με απορία. Ο καθένας τον διπλανό του ρωτούσε. Και έτσι γρήγορα στήθηκαν φιλίες που επρόκειτο να αντέξουν μες στο χρόνο. Ο κύριος Φ. , έκανε νόημα στο ταξί που περνούσε βαριεστημένο, εκείνο έκανε μια περίτεχνη αναστροφή και ήρθε εμπρός του. Στο πουθενά, εδώ πιο κάτω του είπε ο οδηγός και φύγανε μαζί.
Οι καλεσμένοι σε δύσκολη θέση πέτυχαν με τον μάνατζερ του ξενοδοχείου μια καλύτερη τιμή ανά ποτό. Και έπειτα του έδωσαν να καταλάβει καταναλώνοντας μια θάλασσα τζιν.
Από μια κηδεία
Όλα ήταν καθώς πρέπει. Και τα πράγματα τα φροντίσανε οι αρμόδιοι που πάντα βρίσκονται εκείνες τις δύσκολες στιγμές. Φορούν μαύρο κοστούμι και καπνίζουν νευρικά στην είσοδο με τα φυλλάδια στα χέρια. Σου σφίγγουν το χέρι, αναγνωρίζουν πόσο μεγάλη υπόθεση είναι το πένθος για τον καθένα εκεί έξω. Και έπειτα σου κάνουν πρόχειρο λογαριασμό. Σημειώνουν “άνευ ΦΠΑ” και το υπογραμμίζουν.
Σκέφτηκε να τον κηδέψουνε και να ρίξουνε το φόρο στον εκκλειπόντα. Κάποιος ανέφερε κάτι περί φόβου Θεού, μα όλοι συμφωνήσανε πως ο Κύριος παραδέχεται την ανθρώπινη επινοητικότητα και μάλιστα ζητάει για αυτό το σκοπό όλο μας το είναι. Τελικά τα καταφέρανε και έτσι ο άνθρωπος κηδεύτηκε δύο φορές. Μία επειδή το επέβαλε η θρησκεία και μία ακόμη διότι έπρεπε να εκδοθεί το τιμολόγιο. Έπειτα τον αφήσανε σε μακάρια ησυχία.
Έκτοτε βγήκε ερμηνευτική διάταξη από τις πολλές που μοιάζουν να παρατηρούν σε στυλ Μαρσέλ Προυστ απρόσμενες λεπτομέρειες μα δίχως τίποτε να ερμηνεύουν. Το θέμα πήρε διαστάσεις όταν διαπιστώθηκε το ύψος του λογαριασμού που επί ματαίω ζητούσαν οι αρχές. Κάποιος από τους τύπους με το μαύρο κοστούμι συνελήφθη. Βρήκαν απάνω του φυλλάδια και ένα σεβαστό ποσό. Θεωρήθηκε υπαίτιος και όλα κύλησαν ομαλά.
Από έναν γάμο
Η Φιόνα της γνωστής οικογενείας νυμφεύεται στο ιερό ναό του Αγίου Φλωρεντίου του Εξοχικού τον Αλμπέρ, παιδί λαϊκό που κερδίζει μονάχο του τη ζωή. Εδώ πρέπει να πούμε πως ο νέος στάθηκε κάτι παραπάνω από τυχερός. Και οι δυο τους σας προσκαλούν στη γιορτή που θα ακολουθήσει στην πλατεία.
Το προσκλητήριο δεν έλεγε τίποτε απολύτως για όσα επρόκειτο να συμβούν. Τα ανθρώπινα παραμένουν ανεξιχνίαστα. Η Φιόνα εισήλθε με τιμές λίγο μετά την ολοκλήρωση του μυστηρίου. Δώδεκα παρθένες, ήτοι πέντε δολάρια η παρθένα συν κάτι φόρους, την έραιναν με ροδοπέταλα. Δυο παιδιά, όχι πάνω από δώδεκα χρονών, κρατούσαν την ουρά φροντίζοντας να μην χαλάσουν τη ζωντάνια του υφάσματος με την αγαρμποσύνη τους. Χαμογελούσαν και ακολουθούσαν κατά βήμα την Φιόνα.
Ο Αλμπέρ ήρθε αργότερα με την βασιλική άμαξα. Ήτοι, τριάντα δολάρια ή έξι δολάρια την ώρα που σημαίνει ότι ο αμαξάς θα μπορούσε να περιδρομιάσει για κανά δυο τρεις ώρες. Το άλογο είχε φρέσκο χορτάρι και του λόγου του όση ησυχία χρειάζεται ο άνθρωπος για να αποκάμει μια στάλα. Φορούσε μαύρο φράκο και ημίψηλο και είχε ένα μπαστούνι στο χέρι που του πρόσθετε κύρος. Δεν ήταν απλώς ο γαμβρός, μα ο πρωταγωνιστής του φιλμ. Η Φιόνα του χαμογέλασε, εκείνος ανταπέδωσε, πλησίασε τη μητέρα και την ασπάστηκε. Πλησίασε τον πατέρα και τον ασπάστηκε κλίνοντας την κεφαλή με σεβασμό και με τη μυστική ικανοποίηση εκείνου που λαμβάνει γερή προίκα. Έπειτα ασπάστηκε την γιαγιά της Φιόνας, την γλυκυτάτη Μπεά που καθώς τον αγκάλιαζε πρόλαβε να του πει “ξέρω τι κουμάσι είσαι του λόγου σου”. Ο Αλμπέρ συγκρατήθηκε, η γριά του την έδινε και επίσης υπήρξε ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί. Και τότε αντίο προίκα και αντίο Φιόνα και αντίο μεγάλη μου και ωραία ζωή.
Αφού το ζευγάρι χόρεψε ένα έκτακτο βαλσάκι και αφού όλοι ευχήθηκαν με υψωμένο το ποτήρι, ανακοινώθηκε η έναρξη του γαμήλιου γεύματος. Τι κατσαρόλες, τι πιατέλες, τι μυρωδιές ήταν εκείνες που αναστάτωναν τις αισθήσεις. Συνέρρεε το πλήθος ευτυχές και πεινασμένο όσο η Φιόνα μιλούσε πότε με τον έναν, πότε με τον άλλον, κρατώντας το βλέμμα της απάνω στον Αλμπέρ, τον καλό της σύζυγο. Της είχε περάσει από το μυαλό πως του αρέσει ο ποδόγυρος και ελάμβανε τα μέτρα της. Δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτε από όλα όσα συνέβησαν μερικές στιγμές αργότερα.
Η εκδήλωσης έκλεισε με την αποκάλυψη του απατεωνίσκου. Διότι καθώς όλοι γευμάτιζαν και φούντωνε η ευτυχία στην κατάμεστη σάλα, φάνηκε μια γυναίκα, ντυμένη με κάτι παλιόρουχα. Κρατούσε δυο παιδιά, ντυμένα και εκείνα με κουρέλια όλων των ειδών. Πλησίασε το τραπέζι των νεόνυμφων. Γονάτισε και είπε στα παιδιά δίχως να αλλάξει τον τόνο της φωνής της, “θα σας βάλει να φάτε ο μπαμπάς”. Και έπειτα απομακρύνθηκε όσο η Φιόνα λιποθυμούσε και ο πατέρας της ετοιμαζόταν να βγάλει το ξίφος του. Ορισμένοι έτρωγαν ακόμη ενώ άλλοι είχαν μείνει άναυδοι από την τροπή των γεγονότων. Τη λύση έδωσε η γριά που ενημέρωσε τη χωροφυλακή ξυπνώντας άγαρμπα τον αμαξά. “Έχεις μια ώρα ακόμη πληρωμένη, θα πας στο σταθμό” και τα λοιπά και τα λοιπά. Ο Αλμπέρ συνελήφθη, η Φιόνα κατέφυγε εις την πλησιεστέρα μονή όπου και συγχώρεσε τον Αλμπέρ και αφοσιώθηκε στον Άγιο, τον Εξοχικό ντε, παίρνοντας όρκο σιωπής και εκατό ημέρες. Ο
εγκληματίας γαμβρός φυλακίστηκε στο πιο περιβόητο συγκρότημα. Καθώς λέγεται εκεί, πεθαίνουν τα πουλιά από την υγρασία. Ο άμοιρος ο Αλμπέρ, θα ‘ναι θαύμα αν θα αντέξει αυτός ο αδέξιος απατεώνας σε τόσο αντίξοες συνθήκες. Όλοι έχουν να λένε για τα γεγονότα και για το έκτακτο αρνάκι που το συντρόφευαν σπαράγγια και που καθώς ετόνισε ο δήμαρχος, “επλούτιζε τη γεύση με μια νέα εμπειρία”. Για τα του γάμου, λέω.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.