Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης Επαναστάτης ―από την Μαρία Ιωαννίδου

Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης Επαναστάτης, εκδόσεις Ίκαρος

Προσωπική μυθιστορία
(και της γενιάς μου)

Πασχίζω από τη στιγμή που ολοκλήρωσα την ανάγνωση των άνω των χιλίων σελίδων, να εντοπίσω την κεντρική ιδέα. Και δεν το καταφέρνω. Παρά τον όγκο του βιβλίου, τίποτα δεν μου περίσσεψε από τις πληροφορίες, τις ερμηνείες, και τη συναισθηματική τους αποτύπωση. Ενώ η αναγνωστική εγρήγορση διατηρείται ενίοτε και με την “αστυνομικού” τύπου δράση.

Η ζωή του συγγραφέα, η πολιτική, τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στο στενό και ευρύτερο περιβάλλον του, περνούν αυτόματα απέναντι. Ό,τι εξιστορείται είναι πραγματικό, και ό,τι υποστηρίζεται από τα συνοδά αισθήματα ειλικρινές και ιδιαίτερα βαθύ. Το χιούμορ κι ο αυτοσαρκασμός δεν έχουν συνταγή επιτυχίας, απαιτούν σκάψιμο και ικανότητα συσχετισμών. Αλλιώς ούτε το χείλι μας θα έσκαγε, ούτε τα μάτια μας θα βούρκωναν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης Επαναστάτης ―από την Μαρία Ιωαννίδου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Θερμοπύλαι

αυγουστιάτικα φωσάκια

Νίκη

Ανταπόκριση από ένα ταξίδι στην Σαμοθράκη

Το βράδυ έφυγε το πλοίο. Κυρίως παρέες, οικοδομικά υλικά και κάτι βαριά φορτηγά της εφοδιαστικής αλυσίδας. Έτσι σκοτεινά που ‘ταν τριγύρω η θάλασσα μου φάνηκε πως ξάφνου βρεθήκαμε στο πουθενά και για λίγο, η καρδιά μου σφίχτηκε. Γρήγορα συνήλθα και αποφάσισα να τριγυρίσω στο πλοίο. Να διαβώ και εγώ μέσα από τα σαλόνια, να κατευθυνθώ στην πλώρη, στο κατάστρωμα να σταθώ, σαν του Νέου Κόσμου τους καπετάνιους.

Είχε δυναμώσει ο αέρας και ήταν καλύτερα να βρει κανείς λίγο απάγκιο. Οι περισσότεροι κατέκλυσαν το σαλόνι και μερικοί στοιβάχτηκαν κατά μήκος του διαδρόμου που διατρέχει εξωτερικά το πλοίο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Θερμοπύλαι»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Ελληνιάδα

(Έκκληση αγωνιώδης προς όλους τους Έλληνες ποιητές)

Μετά, θ’ αναπαυθώ στους θείους ασφοδελώνες
μ’ όλους τους μείζονας ποιητές· κι οι Παταγόνες
θα προσκυνούν τα ελληνικά της ποιητικής μου.
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

Αγαπητοί συνέλληνες, συνάδελφοι και φίλοι,

συνοδοιπόροι ποιητές στον δρόμο της Ανάγκης,
ήρθεν η ώρα κι ο καιρός να μας δοθούν εκείνα,
που μέχρι χθες πιστεύαμε πως χάθηκαν για πάντα.
Αρκεί να μας ακούσετε κι αρκεί το «ναι» να πείτε.

Ξέρετε πως στο παρελθόν αυτοί που γράφαν στίχους, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Ελληνιάδα»

Σοφία Στρατινάκη, Ο μονόλυκος

Το μούχρωμα έβαψε τα σαθρά δοκάρια μπλαβιά. Η σκιά μιας τεράστιας θηλιάς πρόβαλε στον απέναντι πλινθότοιχο. Η φλόγα του φανού τρεμόπαιξε, φοβισμένα, προδίδοντας ένα ετοιμόρροπο καλύβι που βαριανάσαινε την θλίψη των χαμένων του χρόνων.
Ο Αρτέμης απίθωσε το ξύλινο σκαμνί ακριβώς κάτω απ΄το σχοινί, ελέγχοντας τις αντοχές του στο βάρος του σώματός του.
Τα γρυλίσματα του αγέρα είχαν κοπάσει από ώρα και μια εκκωφαντική σιγή προμήνυε ολονύχτια χιονόπτωση.
Τα ζώα τα είχε σφαλίσει στο μαντρί, λίγο πιο κάτω, στην απάνεμη πλαγιά, μαζί με τους ποιμενικούς του. Όπως τον πρόσταξε ο κύρης του. Όλα μαζωμένα, στη θέση τους. Καμία έκπληξη να μην τους έβρει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Στρατινάκη, Ο μονόλυκος»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: από την Βαστίλη

Ισμαήλ, να μια επανάσταση
14/7/1789 

[… ο ντε Λωναί σφαγιάστηκε και η Βαστίλη σωριάστηκε πάνω στο κουφάρι της Γαλλίας…]

[…Τίποτε δεν απομένει από τις επαναστάσεις. Τις σαρώνουν άλλες, μεγαλύτερες και πιο φιλόδοξες. Τα γεγονότα και τα πρόσωπα περνούν μες στις καταγραφές της ιστορίας και έτσι σφραγίζουν τον κύκλο που άνοιξαν. Κάποιοι λένε πως πέρασε πια ο καιρός που μπορούν μαζικές και συλλογικές επαναστάσεις να αλλάξουν τον καταιγιστικό ρυθμό του παρόντος, μιας εποχής που σηματοδοτεί ήδη το μέλλον.

Σαν σήμερα, γύρω στις πέντε το απόγευμα ο μαινόμενος όχλος εισβάλλει στην Βαστίλη. Οι πολύωρες διαπραγματεύσεις, οι διάφορες εγγυήσεις, υπήρξαν κενό γράμμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: από την Βαστίλη»

Ingrid Jonker, σ’ ενός μεγάλου πλοίου τον χαιρετισμό ―μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

Η ποιητική τέχνη

Σαν μυστικό σε κάποιου
αμνών και μόσχων τρυφερό τους ύπνο
——να κρυφτώ
Να σωθώ
σ’ ενός μεγάλου πλοίου τον χαιρετισμό

Σε μιας μνήμης απλής την ένταση
μακριά να φυλάξω
μέσα στα πνιγμένα χέρια σου
τον λόγο μου για να κρυφτώ

*

Η αγκαλιά μου με αιφνιδίασε

Με σάστισε τ’ αγκάλιασμά μου
Το ένα τ’ άλλο τα στήθη μου καλούν
Δυο φίλοι που με τα κεφάλια τους ερωτοτροπούν
Και τα μυστικά τα χέρια μου περιστοιχίζουν

Σ’ ένα δωμάτιο πέρα μακριά
Πίσω από το διαχυμένο φθινόπωρο
Τα μάτια σου ξετρελαμένα ατενίζουν
Στου κορμιού σου τον καθρέφτη.

*

Έφευγα ψάχνοντας για την καρδιά μου

Έφευγα για την καρδιά μου ψάχνοντας
Και πολύ μετά αφότου χάθηκα
Στις μέρες που πέρασαν με τη φυλλωσιά τους
Σε γαλανούς ουρανούς, μακρινούς κι ακατάδεκτους
Είχα νομίσει ότι την καρδιά μου θα έβρισκα
Όπου τα μάτια σου κράτησα δυο πεταλούδες καφετιές
Και το χελιδόνι είδα πέρα να πετά
Και σκιερά ψαρόνια

*

Όταν γελάς

Ολάνοικτο ένα ρόδι είναι το γέλιο σου
Γέλα πάλι
Τότε μπορώ κι εγώ ν’ ακούσω τα ρόδια να γελούν

*

Όταν ήσουν μωρό

Μωρό όταν ήσουν
Σίγουρα ευωδίαζες
Σαν ένα μικρό αρσενικό κατσίκι
Και άνθη

*

Όταν κοιμάσαι

Όταν κοιμάσαι
Το μέτωπό σου είναι σαν ένα βουνό
Και οι κρόταφοί σου
Σαν αρνιά κόντρα στις πλαγιές

✳︎

Ingrid Jonker (19 Σεπτεμβρίου 1933 – 19 July 1965)

Η Jonker γεννήθηκε σε ένα αγρόκτημα στο Ντάγκλας, Βόρειο Ακρωτήριο. Ήταν κόρη του Αβραάμ Jonker και της Βεατρίκης Cilliers. Οι γονείς της χώρισαν πριν γεννηθεί.

Το 1943, η μητέρα Jonker πέθανε . Η Ingrid και η μεγαλύτερη αδελφή της Άννα αποστέλλονται στο Wynberg, Γυμνάσιο Θηλέων στο Κέιπ Τάουν, όπου άρχισε να γράφει ποίηση για το σχολικό περιοδικό. Αργότερα μετακόμισε με τον πατέρα τους και την τρίτη σύζυγό του και τα παιδιά τους. Εκεί οι δυο αδελφές αντιμετωπίστηκαν ως παρείσακτες, πράγμα που επέφερε οριστική ρήξη με τον πατέρα τους.

Η ενασχόληση της Jonker με την γραφή ποιημάτων ξεκίνησε όταν ήταν έξι χρονών. Στην ηλικία των δεκαέξι ετών άρχισε να αλληλογραφεί με τον DJ Opperman, συγγραφέα και ποιητή της Νότιας Αφρικής, οι απόψεις του οποίου  φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό το έργο της. Έγραψε στα Αφρικάανς και ποιήματά της έχουν ευρέως μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Η Jonker συχνά αποκαλείται η Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ, λόγω της έκτασης της δουλειάς της, τη θεματολογία και την τραγική πορεία της ζωής της

Η Jonker παντρεύτηκε τον Pieter Venter το 1956, και γέννησε την κόρη τους Simone το 1957. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Γιοχάνεσμπουργκ, αλλά τρία χρόνια αργότερα χώρισαν. Η Jonker και η κόρη της, στη συνέχεια μετακόμισαν πίσω στο Κέιπ Τάουν.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 19ης Ιουλίου 1965, η Jonker φέρεται να έχει πάει στην παραλία στο Three Anchor Bay στο Κέιπ Τάουν, όπου μπήκε στη θάλασσα και πνίγηκε

Ο πρώην Πρόεδρος της Ν Αφρικής, Νέλσον Μαντέλα, σε ομιλία του όπου ανέγνωσε το ποίημα της Γιόνκερ: The Child, είπε μεταξύ άλλων αναφερόμενος στην ίδια:

[…] με αυτό το θαυμάσιο όραμα, η Γιόνκερ μας δείχνει πως η προσπάθειά μας πρέπει να είναι προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης της γυναίκας, του ανθρώπου, του παιδιού. Η Jonker υπήρξε και ποιήτρια και νοτιοαφρικανή, λευκή Αφρικανή και Αφρικάνερ. Υπήρξε καλλιτέχνης και ανθρώπινο ον. Στη μέση της απελπισίας, εξύμνησε την ελπίδα. Αντιμέτωπη με τον θάνατο, διεκδικούσε την ομορφιά της ζωής.

Το έργο της Γιόνκερ και η ίδια αναγνωρίστηκαν και αποτελούν πλέον οδηγό για τις νέες γενιές Αφρικανών και Νοτιοαφρικανών.

Η Κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής απέδωσε στην Ingrid Jonker το βραβείο  Ikhamanga in Silver at the National Orders awards on 19 October 2004, αναγνωρίζοντας την εξαιρετική συμβολή της τόσο στη Λογοτεχνία όσο και στη μάχη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία.

Πηγές: South African History Online, allpoetry, Carlijn Cober, Kelwyn Sole, Wikioedia

Το ποίημα η αγκαλιά μου με αιφνιδίασε, στηρίχτηκε σε μετάφραση στα Αγγλικά από τα Αφρικάανς του καθηγητή Πανεπιστημίου στο Κέιπ Τάουν, Kelwyn Sole

Τα ποιήματα Έφευγα ψάχνοντας για την καρδιά μου, όταν γελάς, Όταν ήσουν μωρό,  Όταν κοιμάσαι, ανήκουν στη συλλογή: Rook en Oker (1964) και μεταφράστηκε στα αγγλικά από τα Αφρικάανς από τον William Stewart

*

Μετάφραση ©Ασημίνα Λαμπράκου

✳︎

 

Μιχάλης Κατσιγιάννης, τέσσερα ποιήματα

Κανείς μη μου κρατήσει τη ζωή
Στα πάθη της διακρίνεται η αξία
Κι όχι ανείπωτα στο πλήγμα τα αστεία
Κανείς μη μου κρατήσει τη ζωή
Που το όνειρο υπάρχει ως χαραυγή
Και παντού αναζητά την ουσία
Κανείς μη μου κρατήσει τη ζωή
Στα πάθη της διακρίνεται η αξία.

* Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Κατσιγιάννης, τέσσερα ποιήματα»