Η ετήσια δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων των βουλευτών

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις

Του Παντελη Μπουκαλα

Η ετήσια δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων των βουλευτών, που θεωρητικά ανταποκρίθηκε στη λαϊκή απαίτηση για διαφάνεια και σχετική έστω αντιμετώπιση της θριαμβεύουσας διαπλοκής και διαφθοράς, συγκαταλέγεται στα νεότερα έθιμά μας. Πρόλαβε ωστόσο να φθαρεί, όπως συμβαίνει με όλα τα κατά τόπους «αναβιούμενα» ή αναπαλαιούμενα έθιμα, που τα πνίγει το φολκλορικό φαίνεσθαι και τα ξεραίνει η εκμεταλλευτική πρόθεση· εφόσον δεν τα υποστηρίζει η συλλογική μνήμη ούτε ένα γνήσιο, αυθόρμητο λαϊκό αίσθημα, γρήγορα ξεφτίζουν σε εγχειρήματα τουριστικής θήρας που χρησιμοποιούν σαν δέλεαρ το κέλυφος των παλιών εορτών και πανηγύρεων· για να καταντήσει έτσι παρωδία η παράδοση, στο εξιδανικευμένο όνομα της οποίας γίνονται όλα αυτά.
Με το «πόθεν έσχες» και την εθιμική δημοσίευσή του, παρωδία κατάντησε μια θεσμοθετημένη υποχρέωση των πολιτικών. Στην περίπτωση αυτή τα πολυπόθητα θηράματα δεν είναι αφελείς τουρίστες, αλλά εύπιστοι πολίτες. Οι σολωμικοί «ευκολόπιστοι» πρέπει να απαγορεύσουν στον εαυτό τους τις αμφιβολίες που ευλόγως δικαιούται και να τον πείσουν ότι το άπαν της διαφάνειας είναι η ολιγοήμερη παραμονή του τρέχοντος «πόθεν έσχες» στο Διαδίκτυο, όπου έχουν απαλειφθεί τα προηγούμενα ώστε να δυσχεραίνεται η σύγκριση.
Κανείς, δυστυχώς –ούτε καν οι ίδιοι οι πολιτικοί– δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πως αυτή η ενιαύσια άνευρη τελετή είναι η πανήγυρις της διαφάνειας και της δημοκρατίας. Μοιάζει περισσότερο με πονηρό κλείσιμο του ματιού, με πανηγυράκι που γίνεται επειδή το καλεί η συνήθεια και το επιβάλλει η ρουτίνα. Ή με παιχνιδάκι στο οποίο δεν υπάρχει νικητής και ωφελημένος, αφού βγαίνουν όλοι χαμένοι. Ετσι όμως η πολιτική τάξη δεν έχει την παραμικρή ελπίδα ότι θα αναιρέσει την εδραία πεποίθηση που τρέφει ο λαός πως είναι όλοι μα όλοι ίδιοι και όλοι μα όλοι χαλασμένοι, και μάλιστα ανίατα· ο λαός που, λαϊκίζοντας κι αυτός, την ώρα που κατεδαφίζει τους ίδιους εκείνους που ψηφίζει και ξαναψηφίζει, προσγράφει όλο το δίκαιο και το νομοταγές στη δική του μερίδα. Και ας υπάρχουν και στους δικούς του κόλπους πολλοί, ποικίλων κατηγοριών και επαγγελμάτων, που και το πόθεν τους και το έσχες τους κάθε άλλο παρά νομότυπα θα αποδεικνύονταν ακόμα και στον επιδερμικότερο έλεγχο. Εδώ λοιπόν ο μεν λαός θα μπορούσε να στραφεί προς το πολιτικό σύστημα και να του πει: «Εικόνα σου, είμαι, πολιτεία, και σου μοιάζω», επιχειρώντας να αυτοαθωωθεί, οι δε πολιτικοί θα μπορούσαν να στραφούν προς τον λαό και να του πουν το κλασικό της Γαλάτειας Καζαντζάκη: «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω», με αυτοαπαλλακτική διάθεση και αυτοί. Και θα μαλώναμε ύστερα για το ποίος ήρξατο χειρών αδίκων και για το παροιμιώδες με την κότα και το αυγό.
Εθιμο μέσα στο έθιμο αποτελεί η δημοσιογραφική ανάδειξη του όλου θέματος σε εφημερίδες, ραδιοσταθμούς, κανάλια, Ιντερνετ, που έχει κι αυτή καλό μερίδιο στον λαϊκισμό: ευφάνταστες ή ετοιματζίδικες επικρίσεις, σαρκασμός (συχνά στα όρια της χοντρής πλάκας), στομφώδης απαρίθμηση κινητών και ακινήτων αποκτημάτων δίχως διάκριση μεταξύ τους (άλλο να απολαμβάνεις την πλήρη κυριότητα ενός τεμαχίου στη Μύκονο ή τη «Μύκονο του χειμώνα», την Αράχωβα, και άλλο να έχεις το 1/5 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού στην Πέρα Μαγούλα), «ρεπορτάζ δρόμου» με διαβάτες να λένε αυτό που θα ανέμεναν όλοι να πουν («πφφφ, δεν είναι δυνατόν, πού πάμε…»). Και άδικες και, όπως έχει ήδη φανεί, επικίνδυνες γενικεύσεις του είδους «όλοι οι βουλευτές…», «όλα τα κόμματα…», «όλοι οι πολιτικοί…». Γενικεύσεις που κατεδαφίζουν δίχως να νοιάζονται για οποιοδήποτε χτίσιμο. Ακόμα και οι ειρωνείας σημαντικοί τίτλοι μένουν απαράλλαχτοι στο πέρασμα του χρόνου, μολονότι αυτό δεν εμποδίζει τον εκάστοτε νέο χρήστη να αισθάνεται πρωτοπόρος και να καμαρώνει σαν εφευρέτης. Στο τιτλοδοτικό ντέρμπι «Εσχες δίχως πόθεν» εναντίον «Πόθεν… αίσχος», είναι δύσκολο να πούμε ποιος επικρατεί. Πολύ πιο δύσκολο, όμως, είναι να υποστηρίξουμε ότι αυτή η εξ αμηχανίας ή αμνησίας μονοτονία των τίτλων είναι το σοβαρότερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας μας.
Για να το κάνω πιο λιανά, «πόθεν έσχες» καταθέτουμε πολλά χρόνια τώρα, στον αρμόδιο αντεισαγγελέα, και εμείς οι δημοσιογράφοι (ίσως επειδή και η δική μας αξιοπιστία, το δικό μας πρόσωπο στην κοινωνία, έχει πληγεί όσο και των πολιτικών). Αν το καταθέτουμε όλοι και μάλιστα έγκαιρα (και πρωτίστως έντιμα) δεν μπορώ να το ξέρω. Ξέρω πάντως ότι την πρώτη εποχή αρκετοί αντιμετώπιζαν το όλο θέμα είτε επιπόλαια («έλα μωρέ τώρα, χαρτομάνι για το τίποτα…») είτε μ’ εκείνη την υπεροψία και την τεταρτοεξουσιαστική άνεση που διακρίνει το σινάφι μας, ή μάλλον, για να μη γλιστρήσουμε κι εδώ στις γενικεύσεις, ένα μεγάλο τμήμα του. Εμείς, οι αυστηροί τιμητές των πολιτικών και βλοσυροί καθοδηγητές των πολιτών, δεν νοιαζόμασταν για τα του οίκου μας. Δεν ενδιαφερόμασταν για την πάστρα του, που θα μας έδινε και το δικαίωμα να στηλιτεύουμε σαν ακάθαρτους τους τρίτους. Το σκουπιδάκι στο μάτι του άλλου το διακρίναμε εύκολα. Αλλά και δοκάρι ολόκληρο να υπήρχε στο δικό μας μάτι (δηλαδή ούτε πόθεν δηλωμένο ούτε έσχες), δεν μας παραενοχλούσε. Ακριβώς όπως το λένε οι Γραφές. Ανοίγαμε λοιπόν και συνεχίζουμε ν’ ανοίγουμε τα εγχειρίδια χρηστομάθειας και, αυτοεξαιρούμενοι από ό,τι επιπόλαια καταγγέλλουμε σαν γενικευμένη σήψη, παραδίδουμε μαθήματα έννομης και έντιμης συμπεριφοράς
Ισως έτσι εξηγείται μια πρόσφατη τηλεοπτική συνήθεια: η δακρύβρεχτη δημόσια εκμυστήρευση αναγνωρισιμότατων δημοσιογράφων, της κατηγορίας των λίαν επιτυχημένων, πως, αντίθετα με ό,τι έδειχνε ο μέχρι τώρα δημόσιος βίος τους, όχι μόνο δεν είναι πλούσιοι αλλά με τα Μνημόνια (φανατικοί κήρυκες των οποίων υπήρξαν οι περισσότεροι) δυσκολεύονται πολύ να τα φέρουν βόλτα· να διατηρήσουν άθικτο το επίπεδο της ζωής τους. Εχουμε δει και κυβερνητικά ή κομματικά στελέχη να κλαίγονται στην τηλεόραση υποκρινόμενα τους χειμαζόμενους. Οταν αυτήν την παράσταση τη δίνουν πολιτικοί, τους λοιδορούμε δημοσίως και αγρίως. Οταν οι αυτοσκηνοθετούμενοι σαν πενόμενοι είναι δημοσιογράφοι που κατέχουν υψηλή θέση και σε κανάλι και σε εφημερίδα και σε ραδιοσταθμό ή είναι ιδιοκτήτες Μέσου ή Μέσων, οι πολλοί τους ψιλολοιδορούμε, αλλά από μέσα μας ή ψιθυριστά. Τάχα για να μη χαλάσει η εικόνα της συντεχνίας μας. Η οποία όμως στα μάτια των υπολοίπων είναι προ πολλού κομματιασμένη. Και όχι άδικα.

 

Δίγλωσσο λεύκωμα, Το Ελληνικό Βουκουρέστι

Διαβάζουμε στον Τύπο (ΑΠΕ-ΜΠΕ):

Τη χαρτογράφηση της ελληνικής παρουσίας των Ελλήνων, για περισσότερα από 550 χρόνια, στο χώρο της σημερινής πρωτεύουσας της Ρουμανίας, επιχειρεί η πρωτότυπη έκδοση που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Ομόνοια» του Βουκουρεστίου.
«Το δίγλωσσο λεύκωμα, με τίτλο ‘Το Ελληνικό Βουκουρέστι’ (Bucureştiul grecesc), τής Georgeta Filitti, αποτελεί αναμφίβολα τίτλο αναφοράς στην αφιερωμένη στον Ελληνισμό της Ρουμανίας βιβλιογραφία, αλλά και απαραίτητος οδηγός για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν την ιστορία της πόλης που κατοικούν ή επισκέπτονται» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από το Βουκουρέστι, η ιδρύτρια της Ομόνοιας, καταξιωμένη νεοελληνίστρια Έλενα Λάζαρ.
Πρόκειται για μια εικονογραφημένη εγκυκλοπαίδεια, η οποία «ανασυνθέτει» τη μοίρα των Ελλήνων που πέρασαν από το Βουκουρέστι και έμειναν εκεί, αλλά και τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της πόλης, που είναι ομόφωνα αναγνωρισμένη. Όπως εξηγεί η κ. Λάζαρ, η ιστορία αυτών των Ελλήνων συνδέεται στενά με την ιστορία του Βουκουρεστίου, καθώς πολλοί εξ αυτών εγκαταστάθηκαν οριστικά εκεί και διακρίθηκαν ως λαμπρές προσωπικότητες στη ρουμανική κοινωνία.
Μέσα από τις 208 σελίδες, στα επτά κεφάλαια της ιστορικής σύνθεσης που υπογράφει η Georgeta Filitti, «σχολιάζονται» στιγμιότυπα από τη ζωή της ελληνικής κοινότητας του Βουκουρεστίου χθες και σήμερα, συνοδευόμενα από πλούσιο εικονογραφικό υλικό (περίπου 360 επιλεγμένες φωτογραφίες- ναοί, χειρόγραφα, ελληνικές εκδόσεις ή μεταφράσεις ελληνικών έργων, χρυσόβουλα, εφημερίδες, κ.λπ.).

Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=24053

[greek-language.gr]

Βασίλης Ζαρίφης, …για την απολογία μιας μηλόπιτας

 
Ανήμερα Χριστούγεννα, ξημερώματα, δύο κουραμπιέδες βρέθηκαν ξεροί και μισοφαγωμένοι μέσα σε μια λίμνη από ψίχουλα και ζάχαρη άχνη. Ποιος είχε διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα;
  Δύο μελομακάρονα κατέθεσαν πως την προηγούμενη άγια νύχτα τα είχαν ακούσει να καβγαδίζουν άγρια. «Άντε ρε μπακλαβά» το ένα, «Ίσα ρε κουρκουμπίνι» το άλλο. Οι υπόλοιποι κoυραμπιέδες όμως έριξαν την ευθύνη στην γλυκιά μηλόπιτα της διπλανής πιατέλας: «Αυτή η ξένη φταίει. Τι δουλειά έχει αυτή ανάμεσα στα γνήσια χριστουγεννιάτικα γλυκά; Την είχαμε πάρει χαμπάρι εμείς. Από την μια έδινε όρκους πίστης και αγάπης στο μεγάλο μελομακάρονο και από την άλλη έκανε τα γλυκά μήλα στο μικρό».
  Η γλυκιά μηλόπιτα άκουσε αμίλητη το κατηγορητήριο και απολογήθηκε: «Φαγώθηκαν ποιος θα με ξεζουμίσει. Θέλεις να φτιάξεις φαρμάκι; Ψέκασε ανθόνερο την κακία»

*
© Βασίλης Ζαρίφης
φωτογραφία: e-Συνταγόκοσμος

Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας

Εκδόσεις Πατάκη

Η ιστορία μου αρχίζει από το τέλος – το δικό της και το δικό μου. Έτσι ξεκινά το Βιβλίο της Κατερίνας, μιας γυναίκας που πάλεψε μια ζωή με την ψυχική αρρώστια, και που, αν νικήθηκε, έζησε και μεγαλούργησε ταπεινά χάρη στην αγάπη. Μια οικογενειακή σάγκα γεμάτη ζοφερά μυστικά και θανάσιμες ενοχές, ένα βιβλίο μυστηρίου γύρω από έναν αδιανόητο φόνο και τα δυο του θύματα, και μια κατάδυση σε μια ψυχή που συγκλονίζει με το φως και το σκοτάδι της.
Μας λέει η Κατερίνα:
Αυτό το βιβλίο δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός απ’ αυτούς που θα το διαβάσουν.
Αυτό το βιβλίο, θα πουν, είναι γεμάτο ψέματα. κακοήθειες, ανακρίβειες, παραχάραξη της οικογενειακής μας ιστορίας από ένα μυαλό χολωμένο κι άρρωστο, που γυρεύει εκδίκηση
για τον θάνατο που μόνο του επέλεξε. Ωστόσο εμένα αυτή είναι η αλήθεια μου, κι από κει και πέρα, ο καθείς ας διαλέξει τη λήθη που του ταιριάζει, που τον ανακουφίζει. έτσι είναι αν έτσι νομίζουνε.
Αυτό το βιβλίο με διαλύει.
Αυτό το βιβλίο έχει σκοπό να με διαλύσει, να με κάνει κομμάτια. Μέσα στα κομμάτια μου είμαι. Κι όποιος την ακούσει δεν θα την ξεχάσει ποτέ.

Κριτικές (επιλογή)
Δήμητρα Ρουμπούλα, Η οδυνηρή διαδρομή προς το οριστικό τέλος, «Έθνος», 16.11.2013

Η οδυνηρή διαδρομή προς το οριστικό τέλος
Ο Πέτρος Χατζόπουλος βρήκε τη μητέρα του νεκρή στις 27 Δεκεμβρίου 2002, βουτηγμένη σε έναν ωκεανό από χάπια για να τον απαλλάξει «απ΄ το ισόβιο καθήκον της νοσηλείας μιας μάνας που θα γίνεται ολοένα και πιο ερείπιο».

Εντεκα χρόνια μετά, στα 34 του και με 17 ακόμη βιβλία στο ενεργητικό του, ο Αύγουστος Κορτώ, όπως τον γνωρίζουμε με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, δίνει φωνή στη μάνα του και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για την οδυνηρή διαδρομή της ζωής της προς το οριστικό τέλος. Για την παθολογική αγάπη με την οποία τον περιέβαλε. Για τον πόνο και το ψυχικά τραύματα που προκάλεσε στα αγαπημένα της πρόσωπα, κυρίως στον γιο της.
«Με λένε Κατερίνα και πέθανα ακολουθώντας έναν δρόμο σκοτεινό, μοναχικό (…) Πέθανα τρομοκρατημένη κι έρημη, πνιγμένη απ’ το φαρμάκι μου. Μα δεν αξίζω τον οίκτο σας, όχι. Πέθανα απ΄ το δικό μου χέρι. Οπως πρέπει να πεθαίνουν οι φονιάδες», διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες αυτού του σπαρακτικού βιβλίου. Με το οποίο ο Χατζόπουλος / Κορτώ κλείνει ανοιχτούς λογαριασμούς. Βέβαια και σε προγενέστερα βιβλία του κάνει σαφείς νύξεις στη μάνα που τον πλήγωνε.

Περισσότερα στο Εθνος http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22809&subid=2&pubid=63919848

*

Μικέλα Χαρτουλάρη, Οι ουλές και το στοίχημα, «Εφημερίδα των Συντακτών», 1.11.2013

Ο Αύγουστος Κορτώ δεν είναι μόνος του. Είναι μεγάλη η οικογένεια των συγγραφέων που κουβαλάνε ουλές από την παιδική τους ηλικία, και κάποια στιγμή αισθάνονται την ανάγκη να αναμετρηθούν μ’ αυτές.

Ο Πέτρος Χατζόπουλος μεγάλωσε με μια μητέρα μανιοκαταθλιπτική, σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη προσπαθούσε να πολεμήσει την αρρώστια. Τελικά, νίκησε η αρρώστια. Ο Πέτρος βρήκε τη μητέρα του νεκρή από τα 400 χάπια που είχε καταπιεί για να τον απαλλάξει «από τη δυστυχία μιας μοναχικής ζωής χαμένης για να γεμίσει την έρημο μιας άλλης». Ηταν 23 χρονών και είχε ήδη γίνει ο συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ με τρία σκληρά μυθιστορήματα Σαντικής πνοής στο ενεργητικό του (Το βιβλίο των βίτσιων, Ραμπαστέν, Τετράγωνο, εκδ. Εξάντας). Τώρα είναι 34 χρονών με 19 τίτλους στο ενεργητικό του, η θεματολογία του έχει διευρυνθεί και μόλις κυκλοφόρησε το Βιβλίο της Κατερίνας (Πατάκης): ένα σπαρακτικό αυτοβιογραφικό αφήγημα, όπου ο Πέτρος/Αύγουστος μιλάει με τη φωνή της μάνας του σε πρώτο πρόσωπο. Ο Κορτώ ανασυσταίνει την τραυματική πορεία της από τη ζωή προς τον θάνατο και ξανά προς τη ζωή − αυτή τη φορά τη δική του. Και ξαναβάζει με επιτυχία στο τραπέζι το μεγάλο ζήτημα της μετουσίωσης των οικογενειακών τραυμάτων σε λογοτεχνία. Το πώς δηλαδή η ιδιωτική περιπέτεια των συγγραφέων και ειδικά οι ανοιχτοί λογαριασμοί τους με την οικογένειά τους επηρεάζουν τη διαμόρφωσή τους, βγαίνουν από τον μικρόκοσμό τους και μετασχηματίζονται σε έργα που ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο κοινό.

Περισσότερα http://www.efsyn.gr/?p=141501

Μισέλ Φάις, Aegypius monachus

Εκδόσεις Πατάκη

«Αρκετά όμως μακρηγορήσαμε. Δεν υπάρχει καμιά ιστορία να πούμε, καμιά ιστορία να ακούσουμε. Κάποτε η καρδιά φεύγει από τη θέση της. Εκσφενδονίζεται στα σκοτάδια του νου. Ανάμεσα στα φρύδια λαγοκοιμάται, ανάμεσα στα σκέλια έχει τον ακάθιστο. Τότε η μόνη ιστορία που μπορείς να πεις, που θέλεις να ακούσεις, είναι η ιστορία που λέει ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ακούει ο όπου φύγει φύγει. Φράσεις με την ψυχή στο στόμα, λέξεις που σπρώχνονται, λες και η μία θέλει να κρυφτεί πίσω από την άλλη, σιωπές που σε ξεκουφαίνουν. Γι΄αυτό η ιστορία που λέει ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ακούει ο όπου φύγει φύγει δεν έχει ραχοκοκαλιά, γάτα λιωμένη στο δρόμο, δεν σε βγάζει πουθενά, γύρος του θανάτου χωρίς θάνατο».
Ο μαυρόγυπας (επιστημονική ονομασία aegypius monachus) είναι ένα είδος γύπα προς εξαφάνιση που ζει στο δάσος της Δαδιάς του Έβρου. Επιβλητικός, μονογαμικός, τρέφεται με πτώματα. Κατ’ αναλογία και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής αυτής της νουβέλας είναι μια φωνή προς εξαφάνιση που τρέφεται με νεκρές ή αποσυντιθέμενες ιστορίες, ιστορίες που ανακεφαλαιώνουν με κωμική απόγνωση πανωλεθρίες της μνήμης και της ζωής.
Σ’ αυτό το πυρετώδες κείμενο ο Μισέλ Φάις παρωδεί θεματικές εμμονές του και ξεθεμελιώνει αφηγηματικές τεχνικές του με απώτερο στόχο να σπρώξει τη γραφή του στα όρια της. Κατά βάθος μηχανεύεται τρόπους για να απομαγεύσει τον ριζικό του δαίμονα: την αυτοβιογραφία.
Ένα κομβικό έργο στη λογοτεχνική διαδρομή του συγγραφέα που ξανατυπώνεται αναθεωρημένο, δώδεκα χρόνια από την πρώτη έκδοσή του, εμπλουτισμένο με τις σημαντικότερες κριτικές που το πλαισίωσαν αλλά και με φωτογραφίες από τη σκηνική μεταφορά του (2003 και 2010).
Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα.
Μισέλ Φάις: «Οι ψηφοφόροι του Μιχαλολιάκου δεν έπεσαν από τον ουρανό», «Athens Voice», τχ. 461, 5.12.2013
Ο Μισέλ Φάις, ένας από τους καλύτερους πεζογράφους της γενιάς μου, ξανάβγαλε το βιβλίο του «Aigypious monachus» (εκδ. Πατάκη) μαζί με επιλογή κριτικών δημοσιευμάτων από την εποχή της πρώτης έκδοσης και φωτογραφιών από το θεατρικό ανέβασμά του. Με την αφορμή αυτή, μου έδωσε για την A.V. τη συνέντευξη που ακολουθεί…
Ενώ υπάρχει η δική σας επισήμανση «νουβέλα», το βιβλίο αντιμετωπίστηκε σαν «αυτοβιογραφία»…Το 2001 βγήκε με τον προσδιορισμό (από μένα) αφήγημα – εξού και στο επίμετρο της κριτικογραφίας μιλάνε όλοι για αφήγημα ή αυτοβιογραφικό κείμενο. Σήμερα το ξανατύπωσα ως νουβέλα. Έκρινα ότι έχει τον εσωτερικό όγκο (πολυφωνία, συγκρούσεις και ανατροπές) που προσιδιάζουν σε μια νουβέλα.
Σκέφτομαι πόσο διαφέρει το βιβλίο σας από τις συνήθεις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις κι ακόμα περισσότερο, φυσικά, από τις καθαυτό αυτοβιογραφίες. Πόσο καλύτερο το κάνει το ασύνηθες γράψιμό του. Ένα αφηγηματικό παιχνίδι ανάμεσα στο «κλέβοντας τον εαυτό μου ως ξένο» και «φιλοξενώντας τον ξένο ως εαυτό». Μ’ αυτή τη σιρμαγιά προσέρχομαι στη λευκή σελίδα (όπως λέμε μαύρο πηγάδι). Αυτό είναι το βλέμμα μου. Δεν ξέρω αν είναι ασύνηθες ή όχι. Από την απέναντι μεριά –ασύνηθες για μένα, τους χαρακτήρες μου και τους πεζογραφικούς μου κώδικες– βρίσκονται ο ηθογραφικός χυλός, ο εξεγερσιακός λυρισμός, η αιώνια εφηβεία ως πρόσληψη του κόσμου που κατακλύζει τη βιβλιαγορά και λογίζεται ως σύγχρονη πεζογραφία στις μέρες μας. Αυτή η τυρρανία της «ρέουσας πλοκής», η «συνομιλία» με την επικαιρότητα, η τυφλή εμπιστοσύνη σ’ έναν ασφυκτικό τοπικισμό ή σ’ ένα συνοικιακό καημό. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν κόπτομαι για κανέναν τουριστικό κοσμοπολιτισμό ούτε μάχομαι το ρίζωμα. Τουναντίον. Αρκεί βέβαια οι ρίζες σου να αρδεύονται από μεγάλες αφηγηματικές περιοχές ή παραδόσεις (δυο εύγλωττα παραδείγματα: Βιζυηνός, Κάφκα).
Το Σοά/Ολοκαύτωμα είναι έντονα παρόν στο βιβλίο σας, συμβάλλοντας (με πικρό τρόπο φυσικά) στη γοητεία του. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι το φαινόμενο αυτό δεν έχει πάρει στην ελληνική λογοτεχνία θέση ανάλογη με τη λογοτεχνία άλλων γλωσσών (ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις μαρτυρίες). Συναφώς, θα ήθελα να ρωτήσω αν έχετε υποστεί επιθέσεις για την εβραϊκότητά σας. Κι ακόμα, τώρα που κάπως κινείται θετικά το θέμα της Χρυσής Αυγής, συμμερίζεστε τη γνώμη ότι δεν έχει προβληθεί/στηλιτευτεί ο αντισημιτισμός αυτής της οργάνωσης; Είμαι ένας αποσυνάγωγος Εβραίος, ένας σπινοζικός, ένας μαράνο. Η εβραϊκή κληρονομιά μ’ ενδιαφέρει ως πνευματικό χνάρι και ουμανιστικό περιεχόμενο μιας διασποράς. Στην Ελλάδα είμαστε και ρατσιστές και αντισημίτες, όπως και σε πολλές άλλες χώρες επίσης, μόνο που εκεί –επειδή δεν νιώθουν περιούσιοι και καθαροί– έχουν θεσπίσει κανόνες (που εφαρμόζονται) συμβίωσης.
Ο νεοναζισμός είναι το απόλυτο κακό. Ευτυχώς τα περισσότερα κόμματα του συνταγματικού τόξου συνεννοήθηκαν σε κάποια βασικά. Τι κάνουμε όμως με τους ψηφοφόρους του Μιχαλιολάκου; Δεν έχουν πέσει από τον ουρανό. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, δεν είναι αποβράσματα. Κανένα κόμμα δεν δικαιούται να βγάζει την ουρά του έξω για το τι οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους στην τυφλότητα, στη μισαλλοδοξία, στην ξενοφοβία. Γι’ αυτό με τρομάζουν κλιμακώσεις και συμπεριφορές εξόντωσης του άλλου (μόνο και μόνο επειδή διαφωνεί μαζί μας) που συναντάμε σε όλο το εκλογικό σώμα, στην κοινωνία μέσα από ξαναζεσταμένα εμφυλιοπολεμικά προτάγματα αλλά και εσχατολογικές συνδηλώσεις όλων των αποχρώσεων. Με δυο λόγια: η δεξαμενή που αρδεύει τη Χ.Α., αυτό το πηγάδι του ερέβους, απαιτεί κοινή προσπάθεια για να σφραγιστεί, ώστε να πάψει να «ξεδιψάει» κόσμο και κοσμάκη με «αντιμνημονιακή» και «αντισυστημική» ρητορεία του μίσους.
Επανεκδίδετε συστηματικά τα παλιότερα βιβλία σας αναθεωρημένα ή τώρα αυτό με επίμετρο. Θέλετε να πείτε δυο λόγια για το κίνητρό σας; Να υποθέσω ότι σειρά παίρνει τώρα «Το μέλι και η στάχτη του Θεού»; Επανεκδίδω τα βιβλία που είχαν εκδοθεί παλαιότερα από τον Καστανιώτη («Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» και «Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες»). Κάποια απο αυτά ήταν εξαντλημένα από χρόνια, όπως και η παρούσα νουβέλα. Στο «Aegypius monachus» σκέφτηκα να ενσωματώσω και την «αύρα» του στο πέρασμα του χρόνου. Εξού και μέρος της κριτικογραφίας και φωτογραφίες από τη σκηνική του μεταμόρφωση. Όταν έχουν περάσει δώδεκα, δεκαπέντε χρόνια από την πρώτη έκδοση ενός βιβλίου αβίαστα κάνεις κάποιο φρεσκάρισμα – χωρίς όμως να χαλάς τα ζύγια ή να ακυρώνεις το πλαίσιο γραφής του.

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/461/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AD%CE%BB-%CF%86%CE%AC%CE%B9%CF%82

Νανά Τσόγκα, Τελευταία ευκαιρία: ουρανός

Όχι πως έχω να προτείνω
κάποια σωτήρια επανάληψη
– εξάλλου το οικείο έδαφος
είναι το ναρκοθετημένο.

Λες κι έχει ο άνεμος σκιά
και κρύβει παρελθόντα λάφυρα
– χάνει τόσον καιρό ο άνθρωπος
συνέχεια μιλώντας για την τύχη (του).

Ο άνεμος τού μίλησε.

Σού ανακατεύει το αεράκι τα μαλλιά
μόλις βγαίνεις στο κατώφλι
της καινούργιας μέρας
το πατρικό το χάδι σού θυμίζει
να μην σκιαχτείς, παιδί, στα ξένα μέρη
– της έγνοιας σου το σύννεφο
ανάμεσα στα φρύδια
μικρός φρουρός στη μέρα σου
από φτερά αγγέλου.

Όπου κι αν πας, θα σε ακολουθώ
σου ψιθυρίζει επίμονα ο αέρας
ακόμα κι αν ξεριζωθείς
και για αλλού κινήσεις
εγώ θα ’μαι μαζί σου σαν την αύρα
σαν τότε που έπαιζες
με της ανεμελιάς το ρίσκο
εν αγνοία σου – και όλο πίστωνες
το μέλλον με χαμόγελα.
Κι όταν μια νύχτα έρθεις και λυγίσεις
απ’ τα χτυπήματα της άγριας μοναξιάς
εκεί θα ’μαι κι εγώ με μαντηλάκι
της μνήμης πάλλευκο απ’ τις δαντέλες
της σμαραγδένιας ερωμένης θάλασσας
που στοίχειωσε τα όνειρα και ξύπνησε εφιάλτες
χάνοντας το γαλάζιο της στις ερημιές της Δύσης
εκεί που πήγε και μεγάλωσε μια ζωντανή σου λύπη.

Μα, μη λεκιάσεις το άσπρο της με δάκρυα του πόνου
αυτά κράτησέ τα να ποτίζεις τις δυο χούφτες χώμα
που έχεις φυλαγμένο στην πιο κρυφή
την πιο αποφασισμένη, εκείνη της καρδιάς σου
τη σφιγμένη τη γροθιά.

Σιγά σιγά θα μάθεις, είπε το αεράκι
γιατί παντρεύονται συχνά ο νόστος με το άλγος.

*
©Νανά Τσόγκα
φωτό©Στράτος Φουντούλης, «Η αυλή» 2012

Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Κ. Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του

Εκδόσεις Κίχλη
Από τις 21 Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κίχλη: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Κ.Π. Καβάφης: Η ποίηση και η ποιητική του» (δοκίμια). Στο εξώφυλλο σχέδιο του Αλέξανδρου Ίσαρη.
ΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ για τον Κ.Π. Καβάφη που συνθέτουν την ύλη του βιβλίου αποτελούν ευρεία επιλογή από δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα που έχει γράψει κατά τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, συστηματικός και αναγνωρισμένος ερευνητής του βίου και του έργου του Αλεξανδρινού ποιητή.
Βασιζόμενος στην εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, προσφέρει μια πανοραμική εικόνα τής μέχρι σήμερα ελληνικής και ξένης φιλολογικής έρευνας. Παρακολουθεί τα πρώτα φανερώματα του Καβάφη, τις δοκιμές και τις δοκιμασίες της κριτικής κατά την πραγμάτευση του έργου του, καθώς και τη σταδιακή πρόσληψη και καθιέρωση της καινοφανούς ποίησής του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Διερευνά, επιπλέον, τα βασικά θέματα της καβαφικής ποίησης και αναδεικνύει την αξία και τη διάρκειά της, παρακολουθώντας συγχρόνως την πολύχρονη διεθνή πορεία που έχει διανύσει το καβαφικό έργο ώς τις μέρες μας.
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, καθώς και βιβλιογραφίες των συγγραφέων και ποιητών: Γιώργου Σεφέρη, Γ.Κ. Κατσίμπαλη, Άγγελου Σικελιανού, Οδυσσέα Ελύτη, Ρόδη Ρούφου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Μανόλη Αναγνωστάκη, Νόρας Αναγνωστάκη, Τίμου Μαλάνου, Ζήσιμου Λορεντζάτου, Κ.Π. Καβάφη κ.ά. Επίσης έχουν εκδοθεί δέκα βιβλία του με φιλολογικά μελετήματα για πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα περί Καβάφη: «Κ.Π. Καβάφης. Σχέδια στο περιθώριο» (1988), «Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων» (1998), «Ο βίος και το έργο του Κ.Π. Καβάφη» (2002, σε συνεργασία με τη Μαρία Στασινοπούλου), «Βιβλιογραφία Κ.Π. Καβάφη. (2003), «Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα» (2003), «Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας. Καβάφης-Σεφέρης» (2006). Έχει επιμεληθεί τον τρίτο τόμο των Δοκιμών του Γ. Σεφέρη, καθώς και τους τόμους της αλληλογραφίας του ποιητή με τον Τίμο Μαλάνο και τον Γ.Κ. Κατσίμπαλη.

Σάββας Μιχαήλ, Musica ex nihilo

ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Ένα σήμα συναγερμού αντηχεί σε όλο το βιβλίο από τις πρώτες σου σελίδες∙ ο συναγερμός που σήμανε ο Κάφκα και που αντηχεί στον κόσμο τούτο μέχρι τις ταραγμένες μέρες μας. Ένα σήμα που υψώνεται εκατό χρόνια τώρα μέσα από επαναστατικές εφόδους στον ουρανό και ζοφερές καθόδους στον Άδη, σαν ανήκουστη μουσική. Μουσική από τόπους εκμηδένισης, μουσική εκ του μηδενός, Musica ex Nihilo: το αίτημα μιας Δικαιοσύνης άνευ ορίων, άνευ όρων, πέρα από νόμους και κανονιστικά σχήματα.
   Το άκουσμα του ανήκουστου αναζητούν τα κείμενα του βιβλίου. Τη μουσική της σιγής στο έργο του Κάφκα που αντιμάχεται το σιωπηλό τραγούδι των Σειρήνων της καταστροφής. Τη φωνή των χωρίς φωνή στα ναζιστικά στρατόπεδα της εκμηδένισης αλλά και την παιδική χορωδία που τργουδάει την μπετοβενική Ωδή της Χαράς στο Άουσβιτς. Τη σκληρή σαν ατσάλι φωνή του Jean Améry να απαιτεί μια Δικαιοσύνη των Εκμηδενισμένων πέρα από το δίκαιο της ανταπόδοσης. Τον σιωπηλό θρήνο στις εικόνες του Maus, το κλασικό βιβλίο κόμικς του Art Spiegelman. Tο αίτημα της Ζωής, μιας Ζωής άλλης, στα εικαστικά έργα των ψυχικά πασχόντων της Συλλογής Prinzhorn και στη φωτογραφική τέχνη των απεξαρτημένων του 18 ΑΝΩ.
   Γιατί το αίτημα της Ζωής δεν διαχωρίζεται από το αίτημα της Δικαιοσύνης, ασυμβίβαστο απέναντι σε κάθε θάνατο. Μας το δείχνουν, εάν τους ακούσουμε, ποιητές σαν τον William Blake και τον Διονύσιο Σολωμό και στις μέρες μας ο Νίκος Καρούζος κι ο Έκτωρ Κακναβάτος.
   Περί τούτου πολλά θα μας μάθαινε ένας νέος, μη πλατωνικός διάλογος με τον Πλάτωνα και την Πολιτεία του αλλά κι η αδογμάτιστη νέα συνάντηση με τον Μάρξ και τον Τρότσκυ. Το ζητούμενο είναι η διείσδυση στη φύση της ίδιας της μεταβατικής εποχής μας κι η ανακάλυψη του ορίζοντα που κρύβει ο ζόφος, το πρόταγμα ενός Κόσμου που έρχεται. Την εποχή μας δείδε με διαύγεια προφητική, στις απαρχές της, ένας ποιητής σαν τον Κ.Π. Καβάφη. Τη λάμψη του κρυμμένου ορίζοντα μπορεί να τη δείξει η εικαστική ποιητική του φωτός του Stephen Aντωνάκου. Κι ο Κόσμος που έρχεται σαν τον Κόσμο Λαντομίρ του Μελλόντιου ποιητή της Οκτωβριανής Επανάστασης Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ θα σβήσει όλες τις σχέσεις εξουσίας ανθρώπου σε άνθρωπο δίνοντας όλη την εξουσία στον έναστρο ουρανό.
   Η Μουσική εκ του μηδενός λέει ότι θα νικήσει ο έσχατος εχθρός. Όπως λέει και το βιβλίο των Παροιμιών, η Δικαιοσύνη σώζει από το θάνατο.

*
Ο Σάββας Μιχαήλ (Σαμπετάι Μπεν. Μάτσας) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι. Γυναίκα του είναι η Κατερίνα Μάτσα.
Έχει ενεργό δράση στο χώρο της μαρξιστικής αριστεράς από τα χρόνια της Χούντας.
Πέρα από τα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά στην Ελλάδα και διεθνώς, εκδόθηκαν και τα βιβλία του: Περεστρόικα και Οικονομία (Αλλαγή, α΄ έκδοση 1987, β΄έκδοση 1988), Επανάσταση κι Αντεπανάσταση στην Κίνα (Πελεκάνος, 1989), Σολωμός και Χέγκελ (Λέων, 1991), Παλινόρθωση ή Επανάσταση; (Λέων, 1992), Πλους και κατάπλους του «Μεγάλου Ανατολικού» (Άγρα, 1996), Μορφές του Μεσσιανικού (Άγρα, 1999), Ο Τρότσκι ως φιλόσοφος (Λέων, 2001), Μορφές της Περιπλάνησης (Άγρα, 2004), Homo Poëticus (Αγρα, 2006) Γκόλεμ ή Περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων (Άγρα, 2010), Η φρίκη μιας παρωδίας – Τρεις ομιλίες για τη «Χρυσή Αυγή» (Άγρα, 2013)..
Έχει μεταφράσει για τις Εκδόσεις Άγρα βιβλία των Tariq Ali, Edward Said, Alain Badiou, Marx-Engels, Noam Chomsky.