Συντάκτης: SF
http://agrimologos.com http://staxtes2003.com
Ασημίνα Λαμπράκου, Ησιόνη – μια γυναίκα

Σουσού.
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους.
Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων
Έγραψαν για το βιβλίο:
Οι σκύλοι δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν και η απουσία ακριβώς αυτής της επίγνωσης αποτελεί το κλειδί για την είσοδό τους στο βασίλειο της αθανασίας. Το μοτίβο αυτό επανέρχεται ποικιλοτρόπως, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα, στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή που αποτελείται από 69 πολύ σύντομα (τρισέλιδα ή τετρασέλιδα) κείμενα στα οποία οι σκύλοι έχουν την τιμητική τους.
Σκύλοι όπως τους έχουμε ακούσει ή διαβάσει σε μύθους και παραμύθια, σκύλοι που παρά την ανωνυμία τους κατέκτησαν μια περίοπτη θέση στη λογοτεχνία (ας θυμηθούμε τον Τσέχοφ), σκύλοι που πρωταγωνίστησαν σε πίνακες, αφήνοντας για πάντα αποτυπωμένη τη στάση τους στο βλέμμα του θεατή, σκύλοι που απαθανατίστηκαν σε πολιτικές φωτογραφίες (ένα παράξενο φόντο σε μια γρήγορα λησμονημένη δημόσια σκηνή), σκύλοι που έγιναν σήμα φωνογραφικών εταιρειών (ποιος να ξεχάσει τη His Master’s Voice;), αλλά και σκύλοι που έδωσαν τη μορφή τους σε γλυπτά τα οποία για να δούμε αρκεί η τυχαία περιήγηση σ’ ένα αστικό πάρκο.
Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου συνέχεια στο Βήμα
*
«[…]στα 69 μικρά αφηγήματα του τόμου παρακολουθούμε μια περιπτωσιολογία σαν και τον σκύλο που βλέπουμε δεμένο στον τροχό ενός κάρου στη Βιριδιάνα. «Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το Τείχος του Βερολίνου; Απάντηση: σε αντίθεση με τους Βερολινέζους που λίγο πολύ το ξέχασαν, οι σκύλοι βάδιζαν με βεβαιότητα σε μιαν αθέατη ευθεία, σαν να αναγνώριζαν ή να νοσταλγούσαν κάτι…». Από κείμενο σε κείμενο ο αναγνώστης –πέρα από τον αισθητισμό– συμφιλιώνεται με ένα σκυλίσιο σύμπαν που μοιάζει, θα έλεγε κανείς, με κείνο του ανθρώπου. Γράφει ο Μαυρουδής: «Ήταν δυνατόν ο σκύλος, την ώρα που πλησίαζε ένα σκουπιδοτενεκέ, να ζούσε κάτι ανάλογο με την ονειροπόληση ενός άνδρα που μυρίζει στον γυναικείο λαιμό ένα γαλλικό άρωμα; Ο άνθρωπος ανοίγει την εφημερίδα να πληροφορηθεί. Ο σκύλος μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς, για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού». Προφανώς ο Μαυρουδής δεν έχει καμιά αγάπη για τα αγριόσκυλα που μπορούν να ξεσκίσουν έναν άνθρωπο. Το αίσθημά του περιγράφει τον σκύλο που δεν μιλάει αλλά έχει τρόπο να υποβάλει κάποια συμπάθεια, αν όχι κατιτίς ανώτερο. […]
Κωστής Παπαγιώργης, συνέχεια: Lifo 19.12.2013
Scott Devon, ‘forge immiscible faiths so none may burn?’ -four poems

richard II
My crown is a half-tamed Python,
a sometimes friend,
which sacrifices skin to hide the scars.
My ermine robes are stunted waxen wings,
and my royal ring a white banded worm
that feeds on me until I am no more.
Alas, I am consumed by ruling, crushed
by the compass of my crown, true north is south
and so I drown.
But what if I, in this confusion, should walk
upon the surface of my sorrows, and watch
all rebels rust away. For are these not men
who would hold up a torch and say look it is
the sun, tis just as just. And all shivering
the subjects would agree
it seems that even truth must bend its knee.
ambivalence
“to save our people we must sacrifice our people”
——————————————-G’Kar
I saw him today down in Circle Nine
found only decay in his hate he said
forgiveness is the highest form of faith
our souls unborn buddhas wanting freedom
from the dark he said so all life must die
I saw him today down in Circle Nine
yet I fear the matin light which you have
stoned blue with bruises he said hear my prayer
forgiveness is the highest form of faith
ascending a blind guide led me beyond
the dark asked me if the sun was rotten
I saw him today down in Circle Nine
and so the sun bled out and lost the sky
orphaned all to ineffectual fire
forgiveness is the highest form of faith
in the morning the sunrise smells of wings
and whip marks and blood and ambivalence
I saw him today down in Circle Nine
forgiveness is the highest form of faith
longinus
Go, bury the day, bless this blessed earth
with a sunken son, he like love itself,
undone. Then flood his sky with blood, give berth
to whip marks and marble and holy wealth.
All double night now for two suns are downed,
gone the one that burns and the one that’s prey,
a double dark’s where single lights are drowned,
and so I wish myself beside the day.
I gave him a coffin for his kingdom
and choirs of angel white worshipful worms .
But could I carve new, fish mistakes undone,
forge immiscible faiths so none may burn?
Dead men stay dead but stolen stories rise,
I saw him too late, his blood in my eyes.
sheol
When I died it was the opposite of drowning,
I poured fearful into some other bourn, il percorso
inizia nel paradiso all’inferno, and felt my ending die.
I awoke upon the shores of Sheol, where the waiting
dream of what, Cielo? seconda morte? and I saw there Lilacs
out of the dead land, and Lotus flowers crowning the dead.
A land of outré hope, and pregnant pauses so ancient the
unborn have crows’ feet upon their faces. I saw
there a lapis path, by the leman, and upon the path a
man of clearest cyan waiting, his bones unpicked by
whispers, his mind a shantih shrine, and there on his
varada palm no lifeline scarred the skin.
On an eternal instinct I followed with gay
abandon, ogni speranza, voi che entrate.
the path
The T-Cell snow’s falling upon the path,
upon the pilgrims buried down inside their Cistercian
robes spread, as broken wings, around them.
They have seen, with one eye closed,
as if taking aim or fearful of seeing too deeply,
this land wet with drought, this land of ros crux,
this land of Ptolemaic love,
where the Satrap-Soter breeds scythes
for mobled souls. ‘O quam cito transit gloria mundi’,
quotes the last pilgrim in selfish prayer, but thinks,
or maybe hears, this land, this snow is Jolie Laide,
and begins to feel the father inside the cold,
inside the pain,
inside the grave.
*
©Scott Devon
photo©Stratos Fountoulis, 2008
Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Καράκας 1954

Το θέαμα ήταν ένα θαύμα. Μια έδρα στο σώμα της Βενεζουέλας. Στα όρια των πόλεων. Εκείνη η κατασκευή που ποτέ δεν φαντάστηκες πως θα πραγματοποιηθεί στηριζόταν σε μια ακραία γωνία, μια πολύ οξεία γωνία. Ο κόσμος όλος έπειτα θα στηριζόταν στην πλατυτέρα επιφάνεια εκείνης της δημιουργίας. Κάπως έτσι Οδυσσέα αναδεικνύεται το δίκιο σου, όταν έλεγες πως η φαντασία αρμόζει, όχι ως φυγή από το πραγματικό, αλλά σαν προβολή στο μέλλον και σαν γενναία, μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες του παρόντος. Έτσι Οδυσσέα, μόνον έτσι μπορεί κάποτε να συντελεστεί το θαύμα.
Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια

…ΣΤΑ 53 ΕΒΓΑΛΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ
Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του, έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια»
Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους
Αρχείο 21/12/2013
Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας
Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Τοπική Ιστορία – 2
Άργος, Δεκέμβριος, 2013.
148 σελίδες
ISBN 978-960-9650-05-2
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας»



Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.