Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Εκείνο που δεν ξέραμε ήταν ότι η απήχησή του είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο πιστεύουμε. Όσο κι αν μοιάζει ανεξήγητο, είναι από τα πλέον πολυδιαβασμένα βιβλία στην Ελλάδα. Αυτό αποκαλύπτεται από τη συστηματική έρευνα στα ντοκουμέντα 90 ετών όπου ανατρέχει ο Δημήτρης Ψαρράς, ο οποίος έγραψε ένα πρωτότυπο βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφίας με ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική σημασία.
Τα Πρωτόκολλα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να «καταρρακωθεί» η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα της «παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας» ως υπεύθυνης για όλα μας τα δεινά δεν είναι δημοφιλής μόνο ανάμεσα στους εθνικιστικούς κύκλους αλλά και σε κάποιους αντίστοιχους της λεγόμενης «πατριωτικής Αριστεράς». Η ανάπτυξη του αντισημιτικού ρεύματος τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας είναι συνδεδεμένη με τα Πρωτόκολλα, που χρησιμοποιούνται για την εμπέδωση ποικίλων θεωριών συνωμοσίας. Στην περίοδο κρίσης που διερχόμαστε μάλιστα οι θεωρίες αυτές βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε λοιπόν όχι μόνο το διεθνές ιστορικό υπόβαθρο των Πρωτοκόλλων αλλά και τις απηχήσεις τους στην ελληνική κοινωνία που διέρχεται βαθιά κρίση, έτοιμη να δεχθεί κάθε ψέμα και κάθε παραλογισμό ως αιτία των δεινών της. Βέβαια, πίσω από τη διάδοση των Πρωτοκόλλων στην Ελλάδα υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όλοι τους κατονομάζονται ευθέως από τον Ψαρρά, με την ευθύτητα και την ακρίβεια που απαιτεί η ιστορική και δημοσιογραφική δεοντολογία.

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε κοντά σαράντα χρόνια που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί• χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.
Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν• τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.
Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.
Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα• πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.
Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.
Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά• πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.
Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.
Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.
Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα• κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει• ποιος ζει ποιος πεθαίνει.
Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…
Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα• ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.
Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά• επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.
Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση• αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε• στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού• οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…
Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος• φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…
Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:
Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.
Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.
Γκρέμισες πολλά• μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.
Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.
Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο•
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά
Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε• ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου• όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα• κλάψε γοερά!

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος στη συλλογή «Για μια επέτειο» εκδόσεις ‘Ίκαρος’ 2013
photo©Στράτος Φουντούλης, «Aeroport de Zaventem, 2010»

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος είναι συγγραφέας. Άλλα έργα του: ‘Ο Σιμιγδαλένιος’ (11η εκδ. Εστία) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ (1η εκδ. Ίκαρος, 2η εκδ. Άγρα) ‘Ψέματα πάλι’ (Άγρα) ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ (Άγρα) ‘Οχιναιλέγοντας’ (Ίκαρος).

Γιάννης Γκέκας, Τριτογενές εκτόπλασμα

«Δε θ’ ανάψεις τα φωτάκια στο δέντρο;» ρώτησε η Αννούλα τη μητέρα της.
Η Κατερίνα δεν απάντησε, μόνο την κοίταξε και ξαναγύρισε στο πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο αναστενάζοντας.
Καθώς ο αναστεναγμός της φτερούγισε προς τον απέναντι τοίχο, η Κατερίνα άρχισε να θυμάται τα δικά της ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Πήγαινε ο πατέρας της στο βουνό για κυνήγι κι επέστρεφε με μπεκάτσες και έναν μικρό κέδρο υπό μάλης. Τον στόλιζαν την προπαραμονή των Χριστουγέννων και τον ξεστόλιζαν την επόμενη του Άη Γιάννη. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν παραπάνω γιατί ξεραινόταν και γέμιζε το σαλόνι βελόνες. Μετά δεν τον πετούσαν στα σκουπίδια αλλά τον έκοβαν για καυσόξυλα κι ευωδίαζε το σπίτι καθώς καίγονταν στην ξυλόσομπα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας πέθανε και έτσι οι μπεκάτσες αποδημούσαν χωρίς να κινδυνεύουν, οι κέδροι μεγάλωναν, η Κατερίνα παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αθήνα, ήρθε η Αννούλα και το πραγματικό δέντρο αντικαταστάθηκε από ένα πλαστικό.
Μέχρι και πέρυσι στόλιζε το σπίτι και όντως καταλάβαινες ότι πλησίαζαν Χριστούγεννα. Το σαλόνι μύριζε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτα, φωτάκια αναβόσβηναν στο μπαλκόνι, στολίδια και γιρλάντες πάνω στα τραπέζια και τις κουρτίνες, γκυ πάνω από την εξώπορτα και κουτιά με δώρα κάτω από το περίλαμπρο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Μέχρι που έγινε Αυτό.
Μέσα Ιουνίου πρέπει να ήταν, σιδέρωνε με ανοιχτή την τηλεόραση, όταν διέκοψαν το μεσημεριανό κουτσομπολίστικο για να μεταδώσουν έκτακτο δελτίο. Τα πρώτα κρούσματα, ανησυχία, αργότερα επεκτάθηκε το κακό, μετά η τηλεόραση σίγασε, όπως η ζωή τους.
Φόβος.
Έτρεχαν αντί να περπατάνε, την Αννούλα δεν την έστειλαν στο σχολείο, η Κατερίνα έβγαινε έξω προσέχοντας μην τη δει κανείς από αυτούς, έμπαινε στα ξεκλείδωτα σπίτια κι άρπαζε ό,τι έβρισκε και ο σύζυγός της, ο Πάνος επέστρεφε σπίτι με φαγώσιμα: Ήταν από τους πρώτους που χώθηκαν στο πάρκο και έσφαξαν τις πάπιες. Όταν εξαφανίστηκαν τα σκυλιά απ’ τους δρόμους, αναγκάστηκε να σφάξει τον Ριρίκο. Στη μικρή είπαν ότι πήγε ταξίδι και ότι θα επέστρεφε μετά από καιρό.
Η Αννούλα ζωγράφισε τον γάτο της με φωτοστέφανο.
Το βράδυ που έτρωγαν το Ριρίκο γιαχνί και είπε στους γονείς της: «Το κουνέλι είναι πεντανόστιμο».
Η Κατερίνα σκέφτηκε, κάποτε ξεπουπούλιαζα μπεκάτσες, τώρα έγδαρα τον γάτο της κόρης μου, κι έτρεξε στο σκοτεινό μπάνιο να ξεράσει.
Σύντομα θα γιόρταζαν τα πρώτα Χριστούγεννα μετά απ’ Αυτό.
Τα παράθυρά τους μονίμως κλειστά, αυτοκίνητα δεν περνούσαν, τα καλοριφέρ κλειστά, κιχ δεν ακουγόταν, μόνο κάποια μακρινά ουρλιαχτά. Δε μπορούσαν να στολίσουν το μπαλκόνι, θα τους έβλεπαν. Δε μπορούσαν να ψωνίσουν, θα τους έβλεπαν. Τα γειτονικά μικρομάγαζα κλειστά και λεηλατημένα. Αν έκαναν βόλτα, θα τους έβλεπαν. Δε θα πήγαιναν να δουν το καράβι στην πλατεία, είχαν μήνες να περάσουν από εκεί, ίσως και να μην υπήρχε φέτος καράβι.
Η Αννούλα, συνειδητοποιεί ότι η μητέρα της δε θα απαντήσει στην ερώτησή της για τα φωτάκια και πεισμώνει. Χτυπά το δεξί της πόδι πάνω στο γυμνό πάτωμα κλαίγοντας. Η μάνα της την αρπάζει απ’ τα μαλλιά, της αστράφτει ένα χαστούκι, της κλείνει το στόμα με τη χούφτα της ψιθυρίζοντας «σ’ αγαπώ μωρό μου, αλλά σκάσε γαμώ το κέρατό μου».
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πάνος. «Με τραυμάτισαν, Κατερίνα, δεν έχουμε χρόνο».
Εκείνη αφήνει τη μικρή, σηκώνει τη μπλούζα του, βλέπει ότι η πληγή είναι πιο κάτω από τον αγκώνα, σε λίγα λεπτά θα έχει μολυνθεί, θα κακοφορμίσει, φάρμακα δεν υπάρχουν, γιατροί δεν υπάρχουν, «αν στο έκοβα» τραυλίζει, παίρνει απ’ την κουζίνα τον μπαλτά, κοιτάζει τον άνθρωπό της βουρκωμένη, πρέπει να το κάνει, δεν πρέπει να σκεφτεί, αν δεν το κάνει θα πεθάνει, ίσως καλύτερα να πεθάνει, τι να την κάνει τέτοια ζωή, αλλά δεν μπορεί χωρίς αυτόν, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αλλά μάλλον όλες έχουν αποδημήσει, αποδημητικές οι ελπίδες, τις μπεκάτσες μην ξεχνάς. Σηκώνει τον μπαλτά.
Η Αννούλα βλέπει τη μάνα της να κλαίει και τον πατέρα της να σφαδάζει. Παίρνει το κομμένο χέρι, το τυλίγει στο σεντόνι, το βάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη Φάτνη.
©Γιάννης Γκέκας
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Afiche d’ Ancona, 2011»

ΠΟΙΗΤΙΚΗ τεύχος 12: ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

Πιστό στο Χριστουγεννιάτικο ραντεβού με τους αναγνώστες της μόλις κυκλοφόρησε το 12ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ, που περιλαμβάνει, όπως πάντα, πλούσια και άκρως ερεθιστική ύλη. Οι πιστοί αναγνώστες της ποίησης ας σπεύσουν λοιπόν! Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ τους περιμένει σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία.
 20-12-13
Στο κεντρικό αφιέρωμα παρουσιάζονται όψεις του έργου του κορυφαίου νομπελίστα ποιητή Seamus Heaney. O Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και ο Χάρης Βλαβιανός μεταφράζουν δύο εμβληματικά του δοκίμια, ενώ ο Ερωτόκριτος Μωραΐτης και ο Χάρης Βλαβιανός μεταφράζουν ποιήματά του από την τελευταία του συλλογή, «Ανθρώπινη αλυσίδα» καθώς και το γνωστό του ποίημα «Ο Σεφέρης στον κάτω κόσμο» – ποίημα στο οποίο ο Heaney συνομιλεί με τρόπο δραστικό αλλά και τρυφερό με τον δικό μας Έλληνα ποιητή.
Η ξένη ποίηση εκπροσωπείται στο ευρύτερο δυνατό φάσμα της. Από τα ποιήματα του κορυφαίου Πορτογάλου ποιητή Fernando Pessoa (η Μαρία Παπαδήμα μεταφράζει τα «ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος» – βασικό «ετερώνυμo» του Pessoa) και την κλασική σύνθεση, «Η παραλία του Ντόβερ», του μεγάλου Άγγλου ποιητή Mathew Arnold (μτφρ. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), φτάνουμε σε δύο άλλους σημαντικότατους ποιητές: στον Aimé Césaire, που σφράγισε με την τολμηρή, ανυπότακτη γραφή του την ποίηση της μετααποικιακής Αφρικής (η Ευγενία Γραμματικοπούλου μεταφράζει το έργο του, «Τη νεγροσύνη μη την κλαις»] και τον Vittorio Sereni, που θεωρείται ένας από τους πλέον αξιόλογους Ιταλούς μεταπολεμικούς ποιητές [ο Σωτήρης Παστάκας μεταφράζει ποιήματα από τη βραβευμένη του συλλογή «Η μνήμη σου μέσα μου»]. Επιπλέον, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ναταλία Κατσού μεταφράζουν ποιητικά κείμενα δύο κορυφαίων αγγλόφωνων ποιητών: του «καταραμένου» Αμερικανού James Wright και της Αγγλίδας Ruth Fainlight, της οποίας το έργο, «Σίβυλλες», που παρουσιάζεται, φανερώνει τη βαθιά της σχέση με την αρχαία ελληνική γραμματεία και μυθολογία. Τέλος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μεταφράζει ποιήματα του ελληνικής καταγωγής Στέφανου Παπαδόπουλου, την ποίηση του οποίου έχει επαινέσει επανειλημμένα ο Derek Walkott.
Στον χώρο του δοκιμίου, το 12ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ φιλοξενεί, στο κλείσιμο του έτους Καβάφη, δύο πολύ σημαντικά δοκίμια για την ποίηση του Αλεξανδρινού και την υποδοχή που επεφύλαξαν στο έργο του διάφοροι καβαφιστές αλλά και cavafistas. Τα υπογράφουν ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και ο Νάσος Βαγενάς. Ο γνωστός αμερικανός ποιητής Kenneth Goldsmith, συγγραφέας του πολυσυζητημένου έργου, «Uncreative Writing: Managing Language in a Digital Age», στο ανά χείρας δοκίμιο που τιτλοφορείται, «Στην ψηφιακή εποχή ονομάζεται ‘επαναστόχευση’», επιχειρεί να υπερασπιστεί, μέσα στο σημερινό ψηφιακό πλαίσιο, την πρωτοτυπία της «μη-πρωτότυπης» γραφής (μτφρ. Νίνα Μπούρη), ενώ ο Δημήτρης Μανούκας αναλύει σε βάθος το ποιητικό έργο της κορυφαίας Sarah Kane.
Τέλος, η πρόσφατη σοδειά της ελληνικής ποίησης αναδεικνύεται με την παρουσία δεκαοκτώ ποιητών, νέων ή καταξιωμένων: των Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Δήμητρας Χριστοδούλου, Γιώργου Βέη, Αλεξάνδρας Μπακονίκα, Αγγελικής Σιδηρά, Ευριπίδη Γαραντούδη, Χάρη Βλαβιανού, Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, Γιάννη Ζέρβα, Γιάννη Ευθυμιάδη, George le Nonce, Δ. Κανελλόπουλου, Γιώργου Κασαπίδη, Γαλάτειας Δημητρίου, Γλυκερίας Μπασδέκη, Ελευθερίας Τσίτσα, Πόλυ Μαμακάκη, και Μιχαήλ Μήτρα.
Το τεύχος συμπληρώνουν οι μόνιμες στήλες των et cetera και της Κριτικής, στις οποίες παρουσιάζονται και κρίνονται βιβλία ποίησης και σχολιάζονται ζητήματα σχετικά με την ποιητική τέχνη.

Σωτήρης Παστάκας, Ένα Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Mια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό ένα παιδάκι που ήταν πολύ διαβαστερό: διάβαζε όλα όσα έπεφταν στα χέρια του, από βίους αγίων που μάζευε η μητέρα του έως τους «Άθλιους» του Ουγκώ που είχε ο πατέρας του, κι έπειτα από μόνος του μάζευε κι αντάλλασε με τους φίλους του όλα τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», το «Μικρό Ήρωα» κι αργότερα τη «Μάσκα». Διάβαζε, διάβαζε κρυμμένος κάτω από τις κουβέρτες το βράδυ με τον πρώτο φακό μπαταρίας που του είχαν κάνει δώρο κάποια Χριστούγεννα, το μεσημέρι με το λίβα κάτω από την κατάκαρπη ροδακινιά. Διάβαζε μετά τα βιβλία της αδελφής του, φοιτήτρια στην Αθήνα, που τα έκρυβε επιμελώς κάτω από ψεύτικα μπλε πανάρια: Καζαντζάκη και Καβάφη.

Χάρη σε μια φιλόλογο που του διάβαζε τις εκθέσεις στην τάξη κι ήταν το χαϊδεμένο της παιδί, το διαβαστερό παιδάκι μας ο Βασιλάκης, άρχισε να της γράφει ποιήματα, στην ουσία ερωτικές εξομολογήσεις που δεν μπορούσε να της αφιερώσει δημόσια. Μετά η φιλόλογος παντρεύτηκε με στρατιωτικό και πέτυχε μετάθεση αφήνοντας το διαβαστερό παιδάκι το Βασιλάκη, στη μέση της χρονιάς.
   Εκείνα τα παλιά χρόνια ο Βασιλάκης μάζεψε τα τετράδια με τα ποιήματα που έγραφε για την αγαπημένη του καθηγήτρια και μετά τα Χριστούγεννα, αφού γέμισε την κοιλίτσα του με γεμιστή γαλοπούλα και χοιρινές μπριζόλες και κουραμπιέδες και μελομακάρονα, φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα τη μανούλα του, έσφιξε το χέρι του πατέρα του κι έφυγε να βρει την τύχη του στην Πρωτεύουσα. Όλη τη μέρα των Χριστουγέννων χιόνιζε ασταμάτητα. Το έλκηθρο ενός ξυλοκόπου κατάφερε να τον μεταφέρει μέχρι το Σιδηροδρομικό Σταθμό. Ο Βασιλάκης χουχούλιασε τα χεράκια του δίπλα στη μεγάλη μαντεμένια ξυλόσομπα στην αίθουσα αναμονής και περίμενε, περίμενε. Η αμαξοστοιχία είχε μεγάλη καθυστέρηση και περίμενε-περίμενε το Βασιλάκη τον πήρε ο ύπνος. Στον ύπνο τον επισκέφτηκαν πολλά πρόσωπα να του ευχηθούν τα Χρόνια Πολλά και να του τραγουδήσουν τα κάλαντα σε διάφορες γλώσσες. Πέρασαν οι αγαπημένοι του συγγραφείς ένας-ένας με τη σειρά και του έσφιξαν το χέρι: ο Ντοστογιέφσκι, ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Καμύ, ο Μπέκετ, ο Καραγάτσης, ο Χέμινγουεϊ. Πέρασαν εικόνες γραμμένες σε στίχους, ονειρεύτηκε τα ποιήματα που θα έγραφε μετά από τριάντα χρόνια στα πενήντα του.
   Βρέθηκε ξαφνικά στην Πρωτεύουσα και πήγε με λαχτάρα να συναντήσει κανα-δυό ζώντες λογοτέχνες που τους είχε γνωρίσει από τα περιοδικά που ήταν συνδρομήτρια η αγαπημένη του καθηγήτρια. Πριν φτάσει στο καθορισμένο τους ραντεβού ο Βασιλάκης πέρα από τα βήματά του πάνω στο χιόνι, άκουγε και τους κτύπους της καρδιάς του: φοβόταν μην τον πιάσουν αδιάβαστο, σαν το μαθητή που τρέμει πριν τις εξετάσεις, ο Βασιλάκης δεν άντεχε στην ιδέα πως δεν θα ήξερε να απαντήσει στις πιο απλές ερωτήσεις: «έχει η θάλασσα πρόβατα;», «είσαι με τον Κάλβο ή τον Σολωμό;», «ποιος είναι ο Πισινόπουλος;». Κοκκίνιζε στην ιδέα πως δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει τις κουβέντες τους αλλά από την άλλη δεν ανέβαλε τη συνάντησή του μαζί τους. Είχε αποφασίσει πως θα έμεινε σιωπηλός, θα άκουγε μονάχα τους καταξιωμένους λογοτέχνες που λάτρευε να μιλούν για τα υψηλά ιδεώδη της λογοτεχνίας και θα ρουφούσε την κάθε τους λέξη. Μέσα στο όνειρό του, αγαλλίαζε με τη σκέψη πως οι λογοτέχνες της Πρωτεύουσας θα του άνοιγαν νέους ορίζοντες στο περιορισμένο οπτικό πεδίο του, ένας φρέσκος άνεμος θα έπνεε μέσα από τα γεμάτα καπνούς καφενεία τους, νέα ποιήματα και νέοι άθλοι ανοίγονταν μπροστά του. Θα βρίσκονταν επιτέλους με ανθρώπους που αγαπούσαν την Τέχνη περισσότερο από αυτόν, κι ο Βασιλάκης μαζί τους θα μάθαινε να αγαπάει και να υπηρετεί ακόμα πιο πιστά την Τέχνη.
   Ονειρεύτηκε όμως λίγο πριν ξυπνήσει, πως η συνάντηση με τους αγαπημένους του λογοτέχνες, ήταν ένας εφιάλτης: αντί για Τέχνη οι λατρεμένοι του λογοτέχνες μιλούσαν μόνο χλευαστικά για τους ομότεχνούς τους. Ο Μέγας είχε βγει εκτός εαυτού γιατί η κόρη του είχε αρραβωνιαστεί κρυφά με έναν Τούρκο. Ο Δείνα συνήθιζε να πλατάγιζε τη γλώσσα του εκφέροντας τον ήχο «τσου» απροειδοποίητα εκεί που μιλούσε. Ο Άλφα έκανε τον κερατά εν γνώση του. Ο Βήτα αγόρασε πακέτο μηνυμάτων από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και πήρε πρώτος το Βραβείο Αναγνωστών. Ο Γάμα κληρώνεται πάντα σε όλες τις κληρώσεις της Εταιρείας Συγγραφέων για να διαβάσει ποιήματά του στο εξωτερικό. Πάνω εκεί ξύπνησε. Ήταν ακόμη δίπλα στη ξυλόσομπα. Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Μετά από μια βδομάδα που είχαν αποκατασταθεί πλέον οι συγκοινωνίες, χωρίς να έχει απομακρυνθεί από τη ξυλόσομπα. Όταν έφτασε στο χωριό του, κανένας δεν πίστεψε πως δεν είχε φτάσει μέχρι την Πρωτεύουσα, και επειδή ο Βασιλάκης επαναλάμβανε συνέχεια τα όνειρα που είδε εκείνες τις επτά ημέρες που κοιμόταν συνεχώς δίπλα στην ξυλόσομπα, πίστεψαν πως είχε πάει στην ξελογιάστρα την Πρωτεύουσα, και ήταν όλα αλήθεια.
   Έτυχε να τον ακούσω κι εγώ, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως ούτε εμένα κατάφερε να με πείσει πως όλα αυτά που ονειρεύτηκε κάποια χιονισμένα Χριστούγεννα, ήταν μόνο προϊόν ονειροφαντασίας. Τέλος πάντων, κατάφερα να του αποσπάσω ένα αυτόγραφο στο τελευταίο του βιβλίο, που όπως και τα προηγούμενα τα τύπωνε εκεί πάνω στο χωριό μόνος του, συνεχίζοντας να διαβάζει όλα όσα εξακολουθούσαν να πέφτουν στα χέρια του και να μη συναναστρέφεται με κανέναν. Απλώς ξαφνιάστηκα αργότερα όταν το άνοιξα: η ημερομηνία που έγραψε κάτω από την αφιέρωση ήταν εκατό χρόνια μπροστά. Έγραφε 19/12/2013.
(Κοινή ταυτόχρονη δημοσίευση με biblioteque.gr, intellectum.org, poiein.gr, staxtes.com, thraka-magazine.blogspot.com )

Φωτογραφία © Στράτος Φουντούλης, Χριστούγεννα 2010

j tyler blue, fucking alice

I got a gun. It ain’ t real but that don’t matter. Nobody really knows the difference anyways when I stick it up in their face. Like I did to this girl last night. All she did is scream. And yell and flop around and all this other crazy shit. She kept on saying her damn name to me like that would not make me want to fuck her. Or maybe she was trying to get me to fuck her. I ain’t never fucked no Alice before. But really all’s I wanted was some damn money.
See people like me we need what people like her got. Money. And nice shoes. And good clothes. And watches. Yeah, we need watches so we know what time these fools be getting off ov work so we can go rob they asses. I treat ’em like customers really. I say «Hey, welcome to my street. Now give me yur money bitch-ass!» And then I show ’em the gun. It’s a damn good gun. Until Alice, that crazed bitch, broke that shit.
I went up to her all gentlemen like ’cause I know how these bitches are. All playa hatin’ on anybody from the streets at first but after you gets to know ’em all they want is a little thug in ’em. So I goes up to her and say «Scuse me lady, you got a light?» Then I stood there all Clark Gable like but more modern, more P Diddy but a little more rugged. I had that smooth but hard look going. I had that shit down. I had it good cause as soon as I said it she damn near broke her leg trying to stop. She’s all «Oh, I don’t smoke.» and all that shit but I wasn’t gonna let this shit get away, you know what I’m sayin’?
So I start kicking my game and she was all eatin’ it up like she was starving. She was straight up starving for some gangsta shit up in her. Man she was straight diggin’ my shit. I was ’bout to just straight kick it with her, maybe go back to her place and hit it some but I had other shit to do that night. So I start walking her down this alley where I do my business you know. Not out where the po po can come and snatch me or some other damn fool and come try to be Superdude or whatever. I ain’t no fighter. I ain’t trying to get all up and sweaty and breakin’ bones and that shit. Man I could prolly kill somebody if I throw a punch with all my might. I seriously hurt ’em. Damn fools, running up on me.
Anyway, I took her back in that alley, gave her my line. My line that I done put a patent on it. «Hey, welcome to my street. Now give me yur money bitch-ass!» It’s all about delivery. It’s all about timing and shit. Right when I say money that’s when I break out the gun and I kind ov really give it to ’em on ‘bitch-ass’ for that added extra dimension ov effect. You know.
So I said that shit and she went up and started actin’ a fool. Screaming her name «Oh I’m Alice, I’m Alice, Oh, Oh my god.» And all that shit. Looking damn stupid. I was ’bout to shoot her ass but my gun didn’t have any bullets in it. It was fake. So I just yelled at her. «Shut the fuck up Alice! Before I shoot yur ass!»
She did. Then I thought damn. I got mad game. I could probably make her suck my dick right now. She probably wanted to. The way she was eyeing me up and shit. She probably wanted to lick my asshole or some other kind ov freaky shit. Fucking freak. I was about to let her go right then because I was just like «Damn, why don’t I just do what she wants me to do and then rob her ass.» But then she just went off again. She looked like Jackie Chan but like a more bitch version ov it. All this monkey jumping and shit acting all crazed. I was like damn these rich girls got crazy ways ov wanting to sex people up! But she kicked the shit out ov my hand and broke my damn gun.
«My name is Alice!»
That scared the shit out ov me. Who the fuck got to be yellin’ yur own name? I picked up the piece ov my gun and ran. I ain’t scared to tell you that. This bitch is crazed. I ain’t never fucking with no Alice again. Never.
Broke my damn gun. I really should ov punched her. But that ain’t my style.
But damn.
Fucking Alice broke my damn gun.

*
j. tyler blue ©2003 
Photo: Beercha – file licensed under the Creative Commons Attribution 2.0 Generic

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Τηλεφωνήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο

Εκδόσεις Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου

«Η μυστική ιστορία είναι εκείνη που δεν θα μάθουμε ποτέ, αυτή που ζούμε κάθε μέρα, ενώ σκεφτόμαστε ότι ζούμε, ενώ σκεφτόμαστε ότι τα έχουμε όλα υπό έλεγχο, ότι δεν μας διαφεύγει τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό. Όμως όλα είναι σημαντικά, γαμώτο! Το ζήτημα είναι πως δεν το αντιλαμβανόμαστε«.
(Ρ. Μπολάνιο)
Περιπέτειες
 Κάθε ανάγνωση είναι μια περιπέτεια και κάθε διήγημα του Μπολάνιο έχεις την αίσθηση ότι αφηγείται μια περιπέτειά του. Αλλά και η γνωριμία μου με τον Μπολάνιο υπήρξε περιπετειώδης. Ποιος ήταν αυτός ο Χιλιανός που εμφανίζεται σαν μετεωρίτης και με τη μία έρχεται να θρονιαστεί στην πρώτη σειρά των Λατινοαμερικάνων συγγραφέων; Πρόκειται για έναν συγγραφέα, που ενώ ταλανίζεται από χίλια μύρια βιοποριστικά προβλήματα και βαδίζει ολοταχώς προς το θάνατο, αποφασίζει ξαφνικά να γράψει σε ρυθμούς πυρετώδεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο, ως παρακαταθήκη στον αιώνα που ακολουθεί. Αναμφίβολα, δεν ήταν ο πρώτος μεγάλος συγγραφέας που έγραφε με τέτοιο ρυθμό, έχοντας ήδη υπογράψει συμβόλαιο με τον διάβολο, ωστόσο, έχουμε ποτέ αναρωτηθεί, πόσα αριστουργήματα γράφτηκαν με την ψυχή στο στόμα;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Τηλεφωνήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο»