Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τέσσερις ιστορίες του νερού [2014]

Αρχείο 14.10.2014


fav-3

«Αυτές οι ιστορίες είναι από νερό.
Μπορεί δηλαδή κανείς να φανταστεί
Πράγματα της θαλάσσης.
Όπως λησμονημέα ναυάγια,
απελπισμένες κούρσες ξέφρενων μοτοποδηλάτων,
κραυγές κοριτσιών που ευτύχησαν,
σεισμούς, ηφαίστεια των υπογείων.
Μπορεί ακόμη να φέρει στο νου
βροχές, ταξιαρχίες ανοιξιάτικες,
κλειστές αλυκές.»
Αγνώστου

ΝΕΡΟ
Είναι ώρες μιας πολύ μεγάλης μοναξιάς, για την οποία ποτέ δεν σας έχω μιλήσει. Τότε απέχω απ΄τα σπίτια και τα δωμάτια και αναποδογυρίζουν τα συρτάρια και οι φωτογραφίες απ΄την παιδική εποχή ζωντανεύουν και παραδίνονται σ΄ανέμους μυστικούς, σ΄αντίξοα ρεύματα. Αυτά τα πράγματα, αυτή η σπουδαία στιγμή της αξιοπρέπειας κρατά τόσο λίγο. Οι θόρυβοι με καλούν ξανά μες στην πόλη. Σ΄αερογέφυρες και παρακαμπτηρίους σε γυρεύω. Πίσω απ΄τα εργοστάσια σε ζητώ, ανάμεσα στα παλιά υφαντουργεία και τα στρατόπεδα. Στις αυλές θαυμάζω τις περήφανες, ανατολικές Αφροδίτες καθώς εσύ περνάς ήδη στη σφαίρα του μύθου.

Η ΝΕΚΡΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
Η Βασιλική που ξοδεύεται στα πεζοδρόμια έχει χρόνια να φανεί στην Κόρινθο. Έτσι, ξεγραμμένη από φίλους και συγγενείς αγοράζεται και πουλιέται έξω απ΄τα σφαγεία της οδού Αθηνών. Μια ζωή παθητική με νεκρές φιλενάδες και εραστές και υποσχέσεις. Χαράματα εμπρός απ΄τους καθρέφτες η Βασιλική θρηνεί τη χαμένη της νιότη. Η πόλη είναι φτιαγμένη από μοναξιά και νέον. Αυτό το κορίτσι, η θρυλική πια Βασιλική είναι μια ήπειρος χαμένη. Ένα ακρωτήρι, όπως το Ίζολα Ρόσα των περιηγητών του μεσσαίωνα.

ΟΙ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ
Τη έφερναν πάνω στις σχεδίες απ΄τα βάθη των ποταμών. Στις όχθες οι στρατιώτες σ΄ακίνητη στάση, με τον οπλισμό τους προτεταμένο δηλώνουν υποταγή στην καινούρια βασίλισσα. Στ΄αντίσκηνα οι ζωγραφικές μορφές των ελληνικών νησιών στέκουν με το ύφος μιας επίσημης φωτογραφίας.
Μετά απ΄αυτά τα γεγονότα ουδείς είχε τη διάθεση να επιστρέψει στην πρωτέρα κατάσταση και έτσι όλοι απέμειναν με τον καημό αυτής της ανάμνησης.
Έκτοτε τόσοι και τόσοι έγραψαν για τη σημασία ενός ποταμού στη διαμόρφωση των αυτοκρατοριών.

ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ
Στις οδούς γύρω απ΄την αγορά τα καφενεία λειτουργούν ως αργά τη νύχτα. Την ησυχία στη σάλα διακόπτει κάποτε η νεαρά φοιτήτρια της σχολής των καλών τεχνών που όλο τηλεφωνεί απεγνωσμένη ζητώντας πάντα το ίδιο πρόσωπο. Μες στη λύπη και με τα όργανα της τέχνης της αναπλάθει τις όψεις ετούτου του δράματος. Ζωγραφίζει βάρκες νησιά ξαφνικά.
Προτού χαθεί μας εκμυστηρεύεται τ΄όνομα αυτού του ταμπλώ. Το κορίτσι των παιγνίων θα κοσμεί κάποτε τα μουσεία των μητροπόλεων. Όταν η φοιτήτρια, το καφενείο και οι θαμώνες θα έχουν ήδη καταχωρηθεί στο μεγάλο βιβλίο των παλαιών γεννεών.

Αν με ρωτήσετε για τις ιστορίες του νερού μπορώ να σας εξομολογηθώ τόσα πολλά. Θα μπορούσα να σας αποκαλύψω πόσο με γοήτευαν πάντα οι παραμορφώσεις, η ανίκητη ησυχία, οι παλιές δοξασίες για τους τόπους που τελειώνουν τα νερά και ολόκληρος ο κόσμος χύνεται σ΄άλλους χρόνους. Πασχίζω εδώ και χρόνια κάτι να σώσω απ΄αυτή την παρθένα μυθολογία. Απόψε ονειρεύτηκα πως ήμουν χορευτής απ΄την πολύ βαθιά Ασία, ένας με λευκότατα γόνατα, με περιβραχιόνια απ΄το δέρμα του παράξενου πουλιού Κολυμβίς. Ύστερα στα καταστρώματα με βρίσκω να τραγουδώ σιγανούς, παμπάλαιους σκοπούς. Πίσω μου ανάβουν οι φάροι και τα αίματα και τα χαρακτηριστικά των τροπικών.

*

©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, αποχωρώντας απ’ την Ρόδο, Αυγ. 2014