Ανέστης Ευαγγέλου, “πρόλαβα κι έπιασα την παιδική μορφή σου…”[2014]

Aρχείο 12.10.2014 -«Της Κυριακής«

fav-3

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.

Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.

Και -να μην
το ξεχάσω- και πεντέξι δίσκους
φωναγράφου μ`εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και που να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ`ουρανού.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987)

fav-3

Η συνάντηση

Ήτανε μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε, όταν,
βγαίνοντας από το λιμάνι, τσακισμένος,
έπεσα απάνω σου.
————————Αδελφάκι μου, είπα
και σ’ ασπάστηκα και κλαίγαμε κι οι δυό μας
ανάμεσα στους έκπληκτους περαστικούς
————————ποιος άνεμος
σ’ έφερε από τα μέρη μας μετά από τόσον
καιρό, κι ενώ εσύ σώπαινες σφουγγίζοντας
τα δάκρυά σου, το πρόσωπο σου ανέγγιχτο είναι
θαρρείς από το χρόνο, πρόσθεσα, τα ωραία σου
μάτια, τα ξανθά σου τα μαλλιά,
————————θα πρέπει
καλή ζωή να έκανες εκεί στα ξένα, όχι
καθώς εμείς στον τόπο ετούτο το στεγνό, το στέρφο
που μ’ άσπρισε, με στράγγιξε , με ρήμαξε.

Αχ, αδελφέ μου, εσύ’ σουν πάντα απ’ όλους μας
πιο διορατικός, έγκαιρα είχες προβλέψει
πως μέλλον δεν υπάρχει εδώ και ξενιτεύτηκες
αλλά ένα γράμμα τόσο δύσκολο ήταν
να στέλνεις κάπου κάπου; Έτσι κάνουν
τ’ αδέρφια, έτσι ξεχνάνε;
————————Μα εσύ –
αιφνίδιο φως καταύγασε το σκοτεινό μυαλό μου
κι έντρομος και βαθιά λυπημένος μαζί
σε κοίταξα εντατικά στα μάτια –
————————εσύ σαι
σαρανταπέντε χρόνια κιόλας πεθαμένος, ψέλλισα
και νέα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου.

Κι εσύ θαρρείς πως είσαι ζωντανός; –
μου σφύριξε σχεδόν τότε στ’ αυτί και καθώς,
τώρα έχω δουλειά, σ’ αφήνω, μου είπες
κι έτρεξες να προλάβεις το φανάρι στη διάβαση,
πρόλαβα κι έπιασα την παιδική μορφή σου
να μου χαμογελά αινιγματικά ενώ περνούσες
κιόλας απέναντι και πια μάς χώριζε
ορμητικό, αστραφτερό, πολύβουο,
το ρεύμα των αυτοκινήτων.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό ” η λέξη “, το Γενάρη του 1987. Τεύχος 61

fav-3

Ωδή σε μια γερασμένη μέδουσα 

Στα βρώμικα νερά του λιμανιού
μια μέδουσα επιζεί.
Αγκομαχώντας,
με το δυσκίνητο και πλαδαρό κορμί της,
που έχασε το γαλάζιο του και γέμισε
φριχτά σημάδια του αναπόφευκτου,
βούλες του γένους της καταραμένες,
κινείται αργά μέσ’ από κόπρανα
μεσ’ από προφυλακτικά και πετρελαιοκηλίδες.

Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ έκανε
τα μαγικά ταξίδια της νεότητας
στα πέρατα του κόσμου: στον κυματοθραύστη.
Εδώ ερωτεύτηκε κι ανάστησε με τον καιρό
παιδιά κι εγγόνια για να χάσει, τέλος,
όλες τις αυταπάτες της, μία μία,
για θάλασσες τάχα πιο καθαρές που κάπου
-δεν μπορεί- πρέπει να υπάρχουν.

Κάθε πρωί τη βλέπω δακρυσμένος,
την προσκυνώ
και τη χαϊδεύω με το βλέμμα.
Είναι γριά, είναι άσχημη και μόνη πια
μέσα στο πλαδαρό κορμί της· όμως επιμένει.
Μες στον μεγάλο υπόνομο του κόσμου
συντηρεί το είδος.

Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, Θεσσαλονίκη, 1987