Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή, Στο ρεστωράν [2014]

Αρχείο 15.10.2014

fav-3

Έψαξα πολύ μέχρι που να  καταλήξω σ’ εκείνο το ρεστωράν. Το είχα βάλει στο μάτι μια μέρα καθώς περνούσα απέξω, αλλά ήμουν κάπως διστακτική γιατί η πρόσοψή του δεν ήταν καθόλου φανταχτερή. Την  ημέρα όμως που αποφάσισα να  σπρώξω την πόρτα του, ανταμείφθηκα επαξίως.

Βρισκόταν στο Ροπόγγι, γειτονιά λαϊκή και πολυσύχναστη. Δεν έμοιαζε όμως με τ’ άλλα,  τα κάπως φτηνιάρικα της κεντρικής λεωφόρου, που διέθεταν ένα και μόνο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι γύρω απ’ το μάγειρα. Το εν λόγω ρεστοράν, αποτελείτο από μια αλυσίδα αίθουσες, μικρές αλλά χαριτωμένες, με  διακόσμηση μπαμπού. Υπήρχαν τραπέζια κάθε ύψους, μερικά σε εξέδρες για να κάθονται γύρω τους σταυροπόδι κατά τον γιαπωνέζικο τρόπο, κι άλλα ψηλότερα σχεδόν ευρωπαϊκά με στρωμένα τραπεζομάντηλα και καλόγουστα κεραμικά πιάτα και μπολ.

Η σερβιτόρα, βλέποντάς με ξένη, με έβαλε να καθίσω στο τραπεζάκι της γωνίας  δίπλα στο παράθυρο που έμοιαζε με παρατηρητήριο. Από εκεί μπορούσα να βλέπω όλους τους θαμώνες  πράγμα που για ένα άτομο μοναχικό  είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό. Όπως και αλλού έτσι κι εδώ είχα δυσκολία να συνεννοηθώ και κυρίως να πείσω το  άχρωμο και άοσμο πλάσμα που ήρθε για την παραγγελία, πως ήθελα να φάω γιαπωνέζικα: να πάρω δηλαδή σούσι και σασίμι (ωμό ψάρι), σούπα μίζο και όλα τα επακόλουθα σύμφωνα με το ιαπωνικό τελετουργικό. Νόμισα πως βρήκαμε κάποια άκρη όταν άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται διάφορα προκαταρτικά μικροσκοπικά ορεκτικά που τα τίμησα δεόντως.

Σ’ αυτό το σημείο θα  πρέπει να πω ότι από καιρό, και μάλιστα σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων μακριά απ’ την χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, έχω συνηθίσει να τρώω γιαπωνέζικη κουζίνα έτσι ώστε  η παρούσα εμπειρία μου να μην έχει τα χαρακτηριστικά μιας πρώτης γνωριμίας.

Η σερβιτόρα, καθώς το αγνοούσε, έφερνε με μεγάλη σύνεση, ίσως δοκιμαστικά, μικρότατες μερίδες , ρωτώντας  με νεύματα αν ήταν αυτά που  ήθελα  και όλο  έσπρωχνε προς το μέρος μου το μενού, γραμμένο καθ’ ολοκληρίαν στα ιαπωνικά,  μήπως ανακαλύψω τίποτε καινούριο της αρεσκείας μου. Δυστυχώς δεν ανακάλυπτα τίποτε και με είχε πιάσει μια τρομερή λιγούρα ανακατεμένη με ανυπομονησία που εξελισσόταν σε αγανάκτηση.  Εκείνο όμως που με απέλπιζε και σιγά-σιγά με έφερε στα πρόθυρα της οργής ήταν αυτά που συνέβαιναν στο τραπέζι του γείτονά μου.

Ήταν ένας μεσόκοπος παχουλός Ιάπωνας με ψαρά γένια, κατακόκκινος απ’ το πολύ σάκε, το αλκοόλ που οι γιαπωνέζοι συνηθίζουν να πίνουν κατά κόρον με το φαγητό κυρίως τα βράδια μετά τη δουλειά τους. Ήταν συνοδευμένος από μια αιθέρια ύπαρξη, υπέρκομψα ντυμένη,  μια πραγματική κερένια κούκλα με εβένινα μακριά μαλλιά και μάτια τόσο σχιστά που δεν μπορούσες να δεις καθόλου τις κόρες τους. Το απόλυτα κλειστό αλαβάστρινο πρόσωπό της είχε μια λάμψη μυστηρίου  ενώ  τα άλικα χείλια της χαμογελούσαν με κάποια συγκατάβαση – η μου  φάνηκε ;- προς το μέρος του συνοδού της ο οποίος μέσα στην μανία του φαγητού είχε χάσει και το παραμικρό ίχνος κομψότητας.  Παραδομένος στη βουλιμία του μιλούσε δυνατά και με εύγλωττες  χειρονομίες, ζητούσε απ’ τους σερβιτόρους όλο και κάτι καινούριο. Το τραπέζι τους ξεχείλιζε από άπειρα πιάτα, μπολ και  φουφούδες όπου βράζανε λαχανικά  και κομμάτια απ’ το περίφημο βοϊδινό του Κομπέ.

Όσο περνούσε η ώρα και ανέβαινε ο πυρετός του σάκε το οποίο κατάφθανε καυτό σε πορσελάνινη κανάτα, φασκιωμένη με άσπρη πετσέτα, τόσο ο θορυβώδης πελάτης  μιλούσε δυνατότερα, γελώντας με στεντόρεια φωνή που δεν είχε καμιά σχέση με τις  χαμηλές κουβέντες  της μέρας που συνηθίζουν ν’  ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι συμπατριώτες του.

Τον κοίταζα έκπληκτη γιατί μου αποκάλυπτε ακόμη μια πλευρά αυτού του λαού ο οποίος αφού δουλέψει μέχρις εσχάτων, μόλις έρθει η νύχτα, λευτερωμένος από το χαλινάρι της υποταγής εγκαταλείπεται στα πάθη του. Μου ήρθε στο νου το φιλμ Η γεύση του σάκε αριστούργημα του Οζού που διαδραματίζεται στην Ιαπωνία των χρόνων του πενήντα , στα στενά δρομάκια μιας παλιάς γειτονιάς γεμάτης κουτούκια ταγμένα σε αποκλειστικά  αντρική πελατεία. Η ιστορία εξελίσσεται γύρω από ένα τραπέζι όπου μια παρέα μεσόκοποι τα κοπανάνε  μέχρι αναισθησίας, ανταλλάσσοντας  κουβέντες στα όρια της ωμότητας, διατηρώντας ωστόσο κι ένα χαρακτήρα βαθιά  ανθρώπινο.

Θα έλεγε κανείς, μα θα πρέπει να το αποδείξει, πως η Ιαπωνία του σήμερα δεν έχει τίποτε κοινό μ’ εκείνο το ασπρόμαυρο αργό και τελικά  διακριτικό φιλμ. Η σημερινή νύχτα φωτίζεται με ισχυρά χρωματιστά νέον, ο δρόμος σφύζει από ζωή, οι άνθρωποι είναι πιο εκδηλωτικοί. Αυτό μάλιστα  που έχω μπροστά μου είναι κάτι εντυπωσιακά προκλητικό  και ενοχλητικό σε φοβερή αντίθεση με τον καθωσπρεπισμό και την διακριτικότητα που έχω εισπράξει κατά την διάρκεια της μέρας.

Η χυδαιότητα βέβαια του κοιλιόδουλου  πελάτη ίσως και να μη με πείραζε σε τέτοιο βαθμό, αν δεν ζήλευα την τρομερή εφευρετικότητα των παραγγελιών του: βαθύς γνώστης της γιαπωνέζικης γαστρονομίας αλλά και των εξαιρετικών προσόντων του συγκεκριμένου μαγαζιού είχε την τέχνη να φέρνει στο τραπέζι του πουλιού το γάλα: Σασίμι , σούσι, πίκλες κάθε είδους,  τηγανιτά και ψητά ψάρια, ομελέτες, ρύζια τυλιγμένα σε  αρωματισμένα φύλλα η φύκια, σούπες και κονσομέ. Όλα αυτά ήταν αραδιασμένα, αχνιστά και γαργαλιστικά μπροστά στην αιθέρια σύντροφό του,  που με τις  ξύλινες μπαγκέτες της μόλις άγγιζε μικρότατες μπουκιές φέρνοντάς τες με προσοχή στο πορφυρό της στόμα  σαν να προσπαθούσε  με κάθε τρόπο να μη χαλάσει το μακιγιάζ της.

Η επιτηδευμένη αυτή ανορεξία δεν επηρέαζε καθόλου τον  ακόρεστο σύνοδό της που ακάθεκτος, τιμούσε τα πάντα και μάλιστα με αστραπιαία ταχύτητα. Κραδαίνοντας τις μπαγκέτες του από τόνα πιάτο στ’ άλλο καταβρόχθιζε με τρομερή μαεστρία ότι καλλίτερο υπήρχε.

Τον παρατηρούσα μαγνητισμένη, και καθώς ήμουν όλο και περισσότερο πεινασμένη μου έτρεχαν κυριολεκτικά τα σάλια. Από καιρού εις καιρόν  προσπαθούσα μάταια να πείσω την σερβιτόρα να μου φέρει κάτι απ’ τα υπέροχα κατασκευάσματα που θαύμαζα  στο τραπέζι του ζευγαριού. Τίποτε. Έκανε πως δεν καταλάβαινε. Ήθελε άραγε με τη στάση της να μου υποδείξει πως είχα φάει κιόλας αρκετά; Πως σαν γυναίκα έπρεπε να περιοριστώ σ’ έναν ορισμένο αριθμό πιάτων; Ποιο σκοτεινό κανόνα άραγε ήθελε να παραβιάσει η εν δυνάμει βουλιμία μου; Ήταν για λόγους ηθικής ή αισθητικής  που μου αφαιρούσαν αυθαίρετα το δικαίωμα να κάνω ένα όργιο γιαπωνέζικης κουζίνας; Αναθεματισμένος καθωσπρεπισμός! καταραμένη γιαπωνέζικη ηθική που αφορά μόνο τις γυναίκες!

Ένας ξαφνικός και απελπισμένος θυμός με κατάκλυσε. Γιατί τέλος πάντων, αυτό το μηδαμινό άτομο να μου αρνείται μια τέτοια πανδαισία εφόσον  το πορτοφόλι μου ήταν σε θέση να την πληρώσει;

Κι όμως έπρεπε να το παραδεχτώ και να υποκύψω. Αυτό που επιθυμούσα δεν ήταν εφικτό. Δεν έπρεπε. Φαίνεται πως με κανένα τρόπο δεν το χωρούσε το μυαλό της  σερβιτόρας πως μπορούσα να απαιτήσω κάτι πάρα πάνω. Ξεπερνούσε τα όρια της αξιοπρέπειας. Ήταν απλούστατα αδιανόητο.

Έβραζα από αγανάκτηση για την αδικία που μου γινόταν. Ίσως κι από πείσμα και τύψεις για την ανικανοποίητη πρωτόγονη λαιμαργία μου…  Κατάλοιπα παιδικότητας που ανυποψίαστα βιώνανε στο βάθος του υποσυνειδήτου ξύπνησαν βίαια μέσα μου. Μ’ έπιασε το παράπονο.

Στο τέλος , τη στιγμή που είχα κιόλας παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια και ετοιμαζόμουνα να τα μαζέψω και να φύγω άπραγη, ήρθε  ανέλπιστα και χωρίς παραγγελία ένα μπολ με αχνιστή σούπα. Ήταν ένα παρασκεύασμα από ζωμό κρέατος μέσα στον οποίο κολυμπούσαν μερικά κομμάτια σόγιας. Ήταν το μαλακτικό επιδόρπιο που ακολουθεί κάθε γιαπωνέζικο γεύμα.  Την ρούφηξα σιωπηλά και με λύσσα σαν να με είχαν βάλει τιμωρία.

*

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, Tokyo Restaurant, Overijse 2011

haiku-milsani-bkΑπό:
Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή
Ματιές στον κήπο του χαϊκού
εκδόσεις Γαβριηλίδη