ένα δάκρυ στις σιωπηλές σου νύχτες

Editorial του Στράτου Φουντούλη

Τα κλειδιά του φεγγαροφράχτη χορεύουν στη
ζώνη σου σαν ασημένια ψάρια.
Ε.Χ. Γονατάς

στην αρχή της αφήγησης τοποθετώ τον ήρωά μου σε ένα ξύλινο κιβώτιο το οποίο φροντίζω να σφραγίσω επαρκώς. Θα έχει έτσι την εντύπωση ότι βρίσκεται στη ίδια σπηλιά όπου είχε χωθεί κάποτε ο ασκητής Αντώνιος, τότε που έπλαθε μπωντλερικούς πειρασμούς και δαιμόνια κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, δαιμόνια γνωστά πλέον τοις πάσι. Πιστεύω• μέσα στο σκοτάδι του κιβωτίου θα βρει επιτέλους την ευτυχία που χρόνια τώρα αναζητά. Το κιβώτιο έχει διαστάσεις ένα και πενήντα πέντε εκατοστά ύψος και εξήντα πλάτος, γεγονός που –όπως ο ίδιος ομολόγησε– δυσχεραίνει ευχάριστα τη διαμονή του καθώς το ύψος το δικό του, ξεπερνά το ένα κι ογδόντα εκατοστά, με πλάτες φαρδιές, υπήρξε τακτικός θαμώνας ενός φίτνες κλαμπ.

Ξαναδιαβάζοντας προσεκτικά την προηγούμενη παράγραφο, διαπιστώνω με τρόμο ότι υπάρχουν δυο δικές μου παραλείψεις που χρήζουν άμεσης φροντίδας, ευτυχώς δεν έχουν περάσει παρά μερικές μόνο ώρες από τότε που έκλεισα τον ήρωά μου στον ξύλινο κόσμο του κιβωτίου. Χωρίς την εξασφάλιση των στοιχειωδών φυσικών και κοινωνικών του αναγκών, δεν δύναται να δοθεί ελεύθερα κι απερίσπαστα διά της απαθείας. στην προσπάθειά του να καλλωπίσει την εικόνα με την ομοίωση, διότι –όπως και πάλι ο ίδιος ομολόγησε– η ομοιότητα με τον Θεό μας χαρίζει την ατελεύτητη ζωή, να πλάσει (και να δοκιμαστεί) με βάσει τον χαρακτήρα του, τους προσωπικούς του πειρασμούς και τα δαιμόνια πουσυνήθως ακολουθούν, πειρασμούς αντάξιους με αυτούς που έπλασε ο ασκητής Αντώνιος.
Πριόνισα προσεκτικά το πλαϊνό μέρος του κιβωτίου δημιουργώντας μια τεράστια ωοειδή τρύπα υπολογίζοντας με ακρίβεια τα επίμαχα σωματικά του σημεία ώστε να καλύπτει με άνεση τις μικρές αλλά και τις μεγάλες φυσικές του ανάγκες. Φρόντισα η τρύπα να βρίσκεται δίπλα από τον μικρό καταρράκτη εξασφαλίζοντάς του ταυτόχρονα την παροχή νερού τόσο για πόση όσο και για πλύση. Εκείνος, βλέποντάς την ανιδιοτελή, σκληρή προσπάθειά μου, τον ιδρώτα του προσώπου μου κάτω από τον καυτό ήλιο, με αντάμειψε με ένα ζεστό χαμόγελο ευγνωμοσύνης, παρά το τραγικό λάθος που διέπραξα, θέλοντας να του αφήσω μερικά ρολά χαρτί υγείας τα οποία με φανερή αμηχανία απέρριψε ευγενικά μεν, ενοχλημένος δε.
Για τις στοιχειώδεις κοινωνικές του ανάγκες, δηλαδή• την επικοινωνία με την οικογένειά του που τον σκέφτονταν κι αγωνιούσε, του προσέφερα -προπληρώνοντας συνδρομή ενός έτους σε γνωστή εταιρεία τηλεφωνίας- ένα σχετικά υψηλής τεχνολογίας κινητό τηλέφωνο. Για την φόρτισή του εγκατέστησα μια ισχυρή κυψέλη φωτοβολταϊκών στο πάνω μέρος του ξύλινου κιβωτίου, κρέμασα ένα καλώδιο με πρίζα την οποία σταθεροποίησα στο ύψος του μέσου της ωοειδής τρύπας. Η ηλιοφάνεια πλέον θα φρόντιζε τα υπόλοιπα.
Η αφήγηση δεν φτάνει στο τέλος της, προέχει η είσπραξη της επιδότησης που νόμιμα δικαιούμαι για την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών.
©agrimologos.com

Δημήτρης Ψαρράς, Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής

Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, σελ. 471

Μια συμμορία μεγαλώνει

Από την ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ / The Athens Review of Books

Ας ξεκινήσω αναφέροντας ότι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά το μνημονεύει στο προηγούμενο τεύχος της ARB ο Μαρκ Μαζάουερ σε ένα εξαίρετο κείμενό του όπου αναλύει την πολιτική κρίση που διάγει η ελληνική κοινωνία. Ο γνωστός ιστορικός το παραπέμπει ως «απαραίτητη πηγή μελέτης»[1], προφανώς αναγνωρίζοντας στο βιβλίο ότι τα περιεχόμενά του στηρίζονται σε συστηματική και πλουσιότατη τεκμηρίωση σχετικά με την ιστορία, τις νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες, τους συνεργάτες και τις πολιτικές συγγένειες, τις θέσεις και την όλη ιδεολογία της Χρυσής Αυγής (στο εξής ΧΑ).

Βασικό χαρακτηριστικό του βιβλίου του Ψαρρά είναι πράγματι τούτο: δεν είναι δημοσίευμα συγκυριακό, δηλαδή δεν προέκυψε ως αντίδραση στην πρόσφατη και απρόσμενη άνοδο της ΧΑ και την είσοδό της στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο συγγραφέας, καθώς και η ομάδα συνεργατών και συνεργατριών του Ιού της Ελευθεροτυπίας, της οποίας την πολύχρονη ερευνητική εργασία αναφέρει ως βασική πηγή μεγάλου μέρους του βιβλίου[2], έχει ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με την ελληνική ακροδεξιά σε όλες τις εκδοχές της. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας, όπως δείχνει η μακρόχρονη αρθρογραφία του, το προηγούμενο αποκαλυπτικό βιβλίο του για τον Λα.Ο.Σ.[3] και η συστηματική έρευνα για τα ακροδεξιά μορφώματα πολύ πριν βγουν από το πολιτικό περιθώριο, διέβλεψε νωρίς τη σημασία και τους κινδύνους από την πολιτική παρουσία τους. Έτσι αποτελεί εξαίρεση αξιοσημείωτη μέσα στην ευρύτερη ανοχή που συνάντησαν στην ελληνική κοινωνία τα δυο ακροδεξιά κόμματα.

Το βιβλίο τεκμηριώνει ότι η ΧΑ είναι μια «από τις οργανώσεις που ξεπήδησαν από τη μήτρα του Πλεύρη»[4] (εννοεί τον ακραίο φιλοναζιστή Κώστα Πλεύρη) και είναι στενές οι σχέσεις του αρχηγού της και στελεχών του με κατάλοιπα των χουντικών, με την 4η Αυγούστου (τόσο την ιστορική τετραετία της μεταξικής δικτατορίας, όσο και το κόμμα της «4ης Αυγούστου» του Κ. Πλεύρη), την ΕΠΕΝ, ακόμα και την παράδοση των δωσιλόγων κατά τη ναζιστική κατοχή. Η έκδοση του ομώνυμου περιοδικού της ΧΑ, κατά τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο, «υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας μιας ομάδος νέων ανθρώπων που σχεδόν όλοι προερχόμασταν και είχαμε γνωριστεί στο χώρο της 4ης Αυγούστου»[5].

Οι φιλοδικτατορικές αντιλήψεις έχουν θεωρητικό υπόβαθρο τη ναζιστική ιδεολογία, «μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου»[6]. Το βιβλίο αναδεικνύει με συστηματική τεκμηρίωση τη φιλοχιτλερική ιδεολογία της οργάνωσης. Επί χρόνια το ομώνυμο περιοδικό της ΧΑ διαδίδει φιλοναζιστικές θέσεις, προβάλλει τα σύμβολα, θαυμάζει τις αποτρόπαιες πράξεις, υμνεί και μιμείται τη μιλιταριστική δομή των ναζί, τις συμπεριφορές τους και το ύφος τους.

Τη δεκαετία του 1980 ο φιλοναζισμός της ΧΑ είναι απερίφραστος και κραυγαλέος. Σε κάποια φύλλα το ομώνυμο περιοδικό αποκαλείται «Εθνικοσοσιαλιστική Περιοδική Έκδοσις» και παρουσιάζονται υμνητικά οι ηγέτες και οι θεωρητικοί του ναζισμού. Ο Χίτλερ αποκαλείται «οραματιστής της Νέας Ευρώπης», ενώ άρθρο του στελέχους της ΧΑ και σήμερα βουλευτή Χρ. Παππά γράφει μεταξύ άλλων: «Στις καρδιές μας φουντώνει η πίστη στα λόγια του Φύρερ… Στις καρδιές μας φουντώνει η πίστη στη Νίκη… Νίκη που θα σημάνει την εθνικοσοσιαλιστική κοσμογονία και τη συντριβή του δηλητηριαστή όλων των λαών: του διεθνή Ιουδαϊσμού»[7].
Το περιοδικό μνημονεύει «το θαύμα της Γερμανικής Επαναστάσεως του 1933» και ρητά ονομάζει τους χρυσαυγίτες «ναζιστές, παγανιστές, αναρχικούς [sic] και εξτρεμιστές», ενώ ο ίδιος ο αρχηγός υπογράφει κείμενο που περιέχει τη φράση: «Όταν το 1933 ο Δόκτωρ Γκαίμπελς παρέδιδε στην πυρά τα συγγράμματα του Μαρξ και του Φρόυντ, η ανθρωπότης είχε μια λαμπρή ευκαιρία. Δεν την εκτίμησε και δυστυχώς είτε το θέλουμε είτε όχι θα πληρώση πολύ ακριβά τις συνέπειες του μεγάλου της λάθους»[8]. Αντίστοιχα αποτρόπαια περιεχόμενα έχει η «Σειρά Ιδεολογικής Επιμορφώσεως» που αρχίζει με κείμενο του Ν. Μιχαλολιάκου και τίτλο «Σκοποί, στόχοι και ιδεολογία της Χρυσής Αυγής» και ακολουθούν διάφορα για τον εθνικοσοσιαλισμό και τον παγανισμό[9].
Παρά το γεγονός ότι οι χρυσαυγίτες, ιδίως μετά την πρόσφατη είσοδό τους στη Βουλή, αρνούνται ότι είναι φασίστες ή ναζί και αντιλέγουν ότι είναι «έλληνες εθνικιστές», δεν κάνουν ωστόσο μεγάλο κόπο να αποκρύψουν τις φιλοναζιστικές τους ιδέες, όπως π.χ. με τον συνήθη στις εμφανίσεις τους ναζιστικό χαιρετισμό. Αντίθετα συνεχίζουν να αναφέρονται σε αυτές τις αποτρόπαιες ιδέες με ελάχιστα καλυμμένο τρόπο, π.χ. παραπέμπουν σε φράσεις του Χίτλερ, «του Μεγάλου της κοσμοθεωρίας μας», χωρίς να τον ονομάζουν[10], δηλώνοντας έμμεσα πόσο αυτονόητο είναι ποιος είναι ο «μεγάλος» της κοσμοθεωρίας «τους».
Χαρακτηριστική της ιδεολογίας είναι μια όχι πολύ γνωστή πληροφορία, η συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, στο πλευρό Σέρβων που δικάστηκαν για εγκλήματα πολέμου από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η αιτιολόγηση της συμμετοχής σε αυτό τον πόλεμο. Οι χρυσαυγίτες δηλώνουν ότι συμμετείχαν εναντίον του «πραγματικού εχθρού», που «δεν είναι οι Τούρκοι, ή οι όποιοι μουσουλμάνοι ή οι Αλβανοί, οι Σκοπιανοί ή όποιοι άλλοι». Ο «αιώνιος, ύπουλος και μεγάλος, ο πραγματικός εχθρός» είναι «το παγκόσμιο σιωνιστικό κατεστημένο». Τέλος, στα όρια του κωμικού, αν δεν ήταν τραγικό και επικίνδυνο, είναι ότι στη σφαγή της Γιουγκοσλαβίας οι χρυσαυγίτες πολέμησαν, λέει, «για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια ελεύθερη Ευρώπη δίχως μουσουλμάνους και αμερικανοσιωνιστές». Για τη «μεγάλη Ελλάδα», στόχος τους σε αυτό τον πόλεμο ήταν «να γίνουν τα Σκόπια ελληνική επαρχία» και ο ευρύτερος στόχος τους, ως «εθελοντές» στο πλευρό εγκληματιών πολέμου, να επιβάλλουν «την Ευρώπη της Λευκής Φυλής»[11].
Μετά τα παραπάνω, δεν ξαφνιάζει το γεγονός ότι χρησιμοποιούν τον όρο «ρατσιστές» σαν να είναι ιδιότητα τιμητική και αυτοπροσδιορίζονται σε αυτόν με καμάρι. Η ΧΑ προβάλλει το ρατσισμό σαν συστατικό της ελληνικότητας: «Ο Έλληνας, πιστός στις παραδόσεις, είναι ακραιφνής ρατσιστής»[12], με βάση το γεγονός ότι κεντρική ιδεολογική της πηγή είναι η ναζιστική ιδέα για την «καθαρότητα» του αίματος.
Κατά την πρώτη περίοδο της ΧΑ, τη δεκαετία του 1980, κύρια δραστηριότητά της είναι η εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, μέσα από το ομώνυμο έντυπό της και με εκδόσεις βιβλίων ανάλογου περιεχομένου και π.χ. μια ομιλία του Χίτλερ που είχε κυκλοφορήσει η ναζιστική προπαγάνδα κατά την κατοχή[13]. Για χρόνια δεν έχει άλλη πολιτική δραστηριότητα, με εξαίρεση την εμφάνισή της στις διαδηλώσεις για τη Μακεδονία το 1992 και για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες το 2000, έως το 2009 που πρωτοεμφανίζεται με τη μορφή κόμματος και συμμετέχει στις εκλογές για να πάρει 0,29%.
Όλη την περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 λοιπόν η Χρυσή Αυγή δεν έχει πολιτική δραστηριότητα, έχει όμως συστηματική και πλούσια δραστηριότηταοργάνωσης επιθέσεων εναντίον «εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών».
Λειτουργεί με τη μέθοδο συμμορίας, δηλαδή τα μέλη της κυκλοφορούν σε ομάδες, οπλισμένα με μαχαίρια, ρόπαλα και σιδηρολοστούς, παραμονεύουν και επιτίθενται ομαδικά και αστραπιαία σε μεμονωμένους περαστικούς, με στόχο τον εκφοβισμό και την κακοποίηση. Συχνά συνεχίζουν να χτυπάνε και να κλωτσάνε με μπότες στο κεφάλι τα θύματα, ακόμα και πεσμένα αιμόφυρτα στο έδαφος ή λιπόθυμα και ύστερα εξαφανίζονται. Η εγκληματική αυτή δράση ενάντια σε μετανάστες είτε άτομα που έμοιαζαν μετανάστες είναι γενικότερα γνωστή. Άλλωστε επιθέσεις εναντίον μεταναστών η Χρυσή Αυγή όχι μόνο κάνει επώνυμα και τις διεκδικεί, αλλά επιπλέον μετά την είσοδό της στη Βουλή έχει στο ενεργητικό της πολλές τέτοιες εγκληματικές επιθέσεις, σε μερικές μάλιστα με τη συμμετοχή επώνυμων εκπροσώπων της με τον τίτλο του βουλευτή.
Τις επιθέσεις αυτές άσκησης εγκληματικής βίας με φανερή πρόθεση ανθρωποκτονίας, καθώς τα θύματα, όταν δεν μαχαιρώνονται, δέχονται χτυπήματα ιδίως στο κεφάλι, χαρακτηρίζει μίσος ασυγκράτητο. Το μίσος πηγάζει και καλλιεργείται από την ιδεολογία τους, ενώ τα κείμενά τους το προβάλλουν ως προτέρημα του χρυσαυγίτη. Αυτοπροσδιορίζονται με αναφορά στο μίσος ως εξής: «μάθαμε να αγαπούμε και να μισούμε χωρίς μέτρο, αβυσσαλέα και αιώνια… πιστεύουμε στην Αρετή και όχι στην Ηθική, στον πόλεμο και όχι στην ειρήνη…, γιατί η ιστορία γράφεται από παράτολμους δημιουργούς με μεταφυσικές παρορμήσεις και όχι από φιλήσυχα ανθρωπάκια, υπηρέτες της Εβραϊκής σαπίλας». Και εξηγούν ότι εκπροσωπούν «τον άνθρωπο των ηρώων και των ημιθέων, τον αγνό, αφελή και βίαιο άνθρωπο του μύθου και των ενστίκτων»[14].
Κι εδώ είναι που έχει πρωτίστως δίκιο ο Μαζάουερ ονομάζοντας το βιβλίο του Ψαρρά «απαραίτητη πηγή μελέτης». Με δεδομένη όχι μόνο την παρουσία της ΧΑ στη Βουλή με 18 βουλευτές, αλλά και τα εκ των υστέρων ποσοστά που της αποδίδουν διάφορες δημοσκοπήσεις από τις εκλογές έως σήμερα, δύο υποθέσεις μπορεί να κάνει κανείς. Είτε ότι έλληνες πολίτες σε τόσο σημαντικά ποσοστά έγιναν ξαφνικά υπέρμαχοι του δικτατορικού καθεστώτος και φιλοχιτλερικοί, είτε η άνοδος της ΧΑ είναι αποτέλεσμα ενός πλέγματος αιτίων που θυμίζουν με τραγικό τρόπο την άνοδο του ναζισμού.
Όταν το 1933 οι ναζί κήρυξαν την «αποκάθαρση της φυλής» και της πάτριας γης (το περίφημο σύνθημα «αίμα και χώμα»), δεν άσκησαν πολιτική. Χρησιμοποίησαν το ανάθεμα, τη συκοφαντία και την προτροπή στο έγκλημα, προπαγανδίζοντας ότι πρέπει να πάψουν στη Γερμανία «τους» να υπάρχουν όλοι όσοι ονόμαζαν κατώτερους, αρουραίους, μικρόβια, ανήθικους κ.ά. και άσκησαν καθημερινή βία στους δρόμους με επιθέσεις, πογκρόμ, λυντσαρίσματα και δολοφονίες. Ο γερμανικός λαός, μέσα στην οικονομική κρίση της εποχής, τα ανέχτηκε όλα τούτα. Οι πιο πολλοί, καθώς στην αρχή κύριος στόχος των ναζιστών ήταν οι Εβραίοι, νόμισαν ότι δεν τους αφορά. Όταν σύντομα η βία επεκτάθηκε και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης άρχισαν να προστίθενται διανοούμενοι που ονομάστηκαν θηλυπρεπείς, ομοφυλόφιλοι που στιγματίστηκαν διεστραμμένοι, σοσιαλιστές που αποκλήθηκαν ανήθικοι κ.ο.κ., ήταν πια πολύ αργά.
Καθώς οι επιθέσεις και τα πογκρόμ των χρυσαυγιτών που είναι πιο γνωστά αφορούν κυρίως μετανάστες, ένα ποσοστό πολιτών νομίζει ότι αφενός η παραβίαση των νόμων με την αυτοδικία και η βία δεν αφορούν αυτούς τους ίδιους και τα παιδιά τους, αφετέρου εξαιτίας της γενικευμένης κρίσης και της ανεργίας νομίζει ότι αυτές οι επικίνδυνες για όλη την κοινωνία ακρότητες ενδέχεται να «λύσουν» το μεταναστευτικό.
Το βιβλίο του Ψαρρά περιέχει συστηματική τεκμηρίωση των επιθέσεων, επί σχεδόν δυο δεκαετίες, με την ίδια παραπάνω μέθοδο, με ρόπαλα και σιδηρολοστούς ενάντια σε φοιτητές, συνδικαλιστές, αντιρρησίες συνείδησης, νέους με «ακατάλληλη» εμφάνιση και πολλούς μαθητές[15]. Καταγράφει όσα περιστατικά βίας και αυτοδικίας μπορούν βάσιμα να αποδοθούν στη ΧΑ, καθώς για πολλά δεν υπάρχουν αποδείξεις της ταυτότητας των δραστών. Καταγράφει επίσης τις συγκριτικά λίγες περιπτώσεις που έφτασαν στα δικαστήρια και οι χρυσαυγίτες καταδικάστηκαν.
Επιπλέον είναι «πηγή μελέτης» γιατί δείχνει ότι οι χρυσαυγίτες διεκδικούν το δικαίωμα αυτοδικίας και άσκησης βίας ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Για παράδειγμα, σε «πατριωτική» ομιλία του τον Αύγουστο 2012, όταν δηλαδή είναι πλέον βουλευτής, ο χρυσαυγίτης Χρ. Παππάς μεταξύ άλλων κραυγάζει με πάθος: «Είμαστε οι ακραίοι… Είμαστε αυτοί που κάνουμε τις τελετές του μίσους. Ναι! Κάνουμε τελετές μίσους, γιατί μισούμε οτιδήποτε ανθελληνικό… Μισούμε όλους αυτούς τους προδότες και αυτούς θέλουμε να εξοντώσουμε. Μισούμε όλους τους ανθέλληνες, όλα αυτά τα ερυθρά σκουπίδια που είτε είναι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε είναι μέσα στη Βουλή είτε είναι μέσα στην κυβέρνηση μέσω της ΔΗΜΑΡ, που μας υβρίζουν και μας λένε ακραίους…»[16].
Ηάσκηση βίας από τη ΧΑ είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της και είναι μέρος του πολιτικού της σχεδίου. Άλλωστε, όπως στοιχειοθετεί το βιβλίο, ο αρχηγός και στελέχη της ΧΑ έχουν ποινικό μητρώο βεβαρημένο με καταδίκες «για κατάρτιση και συμμετοχή σε τρομοκρατική ομάδα, προς διάπραξη εγκλημάτων δι’ εκρηκτικών υλών», αιματηρές επιθέσεις και άλλα[17]. Επιπλέον το πιο σπάνιο και ίσως μοναδικό χαρακτηριστικό της είναι τούτο: όχι μόνο δεν κρύβουν οι χρυσαυγίτες αυτό το παρελθόν και τις καταδίκες αλλά καμαρώνουν κιόλας για το βεβαρημένο ποινικό τους μητρώο σαν περίπου πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, «εκλεκτοί αγωνιστές της εθνικιστικής ιδέας»που έχουν βρεθεί«στις φυλακές καταδιωκόμενοι από το καραμανλικό καθεστώς»[18].
Ηάσκηση βίας από τη ΧΑ είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της, έχει στόχο την ανατροπή του κοινοβουλευτικού καθεστώτος και πολιτικό σχέδιο την επιβολή μιας «σπαρτιατικής» πολιτείας, όπου ισχύει «ο νόμος της φύσης», με βάση τον οποίο «οι αδύναμοι δεν έχουν θέση».
Το βιβλίο του Ψαρρά, τέλος, τεκμηριώνει την ευθύνη της αστυνομίας, άλλων αρμόδιων θεσμών και των κρατικών αρχών, καθώς και τον μεγάλο κίνδυνο που ελλοχεύει στην αδιαφορία ή την ανοχή που επί 30 χρόνια τώρα έχει επιδείξει η ελληνική κοινωνία σε αυτή την ομάδα. Μια ομάδα της οποίας ο ίδιος ο αρχηγός και άλλα στελέχη έχουν ποινικό μητρώο βεβαρημένο με εγκληματικές πράξεις. Μια ομάδα που λέει δημόσια, προφορικά και γραπτά, ότι στοχεύει στην «αποκάθαρση του αίματος» αλλά και την «αποκάθαρση της κοινωνίας», από τους πολιτικούς που είναι «προδότες», τους αριστερούς που είναι «ερυθρά σκουπίδια», τους δημοσιογράφους κ.ο.κ. Μια ομάδα που δεν περιορίζεται καν στην προτροπή στη βία αλλά επί χρόνια ασκεί δολοφονική βία ενάντια σε μετανάστες και πολιτικούς της αντιπάλους, και ανενδοίαστα ασκεί αντιποίηση αρχής και αυτοδικία με βάση τη ναζιστική πολιτική θεωρία: «υπεράνω όλων είναι το συμφέρον της φυλής και του έθνους και μπροστά σ’ αυτό το συμφέρον πρέπει να κάμπτονται οι νόμοι του κράτους». Τέλος μια ομάδα με πολιτικό σχέδιο μια πολιτεία όπου θα ισχύει «ο νόμος της φύσης», ότι «οι αδύναμοι δεν έχουν θέση», κι ακόμα πιο ξεκάθαρα μια κοινωνία όπου θα κυβερνάει «ο αγνός, αφελής και βίαιος άνθρωπος του μύθου και των ενστίκτων»[19].
Είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη να αντιδράσουν με βάση τους νόμους οι αρμόδιοι θεσμοί και οι κρατικοί υπεύθυνοι προτού είναι αργά. Εξίσου ζωτικής σημασίας ωστόσο είναι να μην κρύβουν εξαιτίας της κρίσης οι πολίτες το κεφάλι στην άμμο απέναντι στη ναζιστική απειλή, που δεν δικαιολογεί καμία παρανόηση, η απειλή είναι ανατριχιαστικά ξεκάθαρη, οι χρυσαυγίτες κραυγάζουν ότι «θα» μετατρέψουν την κοινωνία σε αγέλη: «θα» την κυβερνάει με τα «ένστικτα» ένα ον «αγνό, αφελές και βίαιο»…

[1] Μαρκ Μαζάουερ, «Μια νέα εποχή των άκρων; Ιστορικοί στοχασμοί για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης», ARB, τχ. 39, Απρίλιος 2013, σ. 56-62, σημ. 7.
[2] Η Μαύρη βίβλος…, σ. 13.
[3] Δ. Ψαρράς, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη: Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
[4] Η Μαύρη βίβλος…, σ. 31.
[5] Ό.π., σ. 30.
[6] Ό.π., κεφ. 3: «Μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου (Η Χρυσή Αυγή και η Νεολαία ΕΠΕΝ, 1981-1985)», σ. 35 κ.ε.
[7] Ό.π., σ. 30.
[8] Ό.π., σ. 40.
[9] Ό.π., σ. 40-41.
[10] Ό.π., σ. 93.
[11] Ό.π., σ. 79, 80, 81 και 80.
[12] Ό.π., σ. 71.
[13] Ό.π., σ. 40.
[14] Ό.π., σ. 39.
[15] Ό.π., για τις επιθέσεις τη δεκαετία του 1990, βλ. σ. 84-87, με την επισήμανση του συγγραφέα: «Αυτός ο κατάλογος περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις που καταγγέλθηκαν ως δράστες Χρυσαυγίτες (γνωστοί ή άγνωστοι) από τα θύματά τους. Δεν αναφέρονται δηλαδή δεκάδες άλλες περιπτώσεις φασιστικών επιθέσεων». Για αργότερα, σ. 118-140 και για την περίοδο μετά την είσοδο της ΧΑ στη Βουλή, κεφ. 17: «Πογκρόμ και λυντσάρισμα», σ. 415 κ.ε.
[16] Ό.π., σ. 214-215.
[17] Ό.π., σ. 21-22 και 96 κ.ε. Για τις περιπτώσεις μελών της ΧΑ που καταδικάστηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια την περίοδο μεταξύ 2002 και 2009 καθώς και για σχετικές δίκες που εκκρεμούν, βλ. σ. 165-176.
[18] Ό.π., σ. 32.
[19] Ό.π., η μία φράση είναι από τη σ. 93, η δεύτερη αναφέρεται παραπάνω στη σημ. 14.

©ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ / The Athens Review of Books 


ARB τεύχος 40
Ευχαριστούμε την ARB για την παραχώρηση

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, 41 σχέδια και μονοτυπίες για τον Οδυσσέα

«THE BOX»
Δορυλαίου 12, πλ. Μαβίλη.
Εγκαίνια: 17 Δεκεμβρίου 2013, ώρα 8.00μ.μ.
Διάρκεια: 17/12 – 23/12

«Oδυσσέας –ένας διεθνής ελληνικός μύθος» είναι ο τίτλος του Ημερολογίου 2014 της Εταιρείας Συγγραφέων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Από τον Όμηρο έως τον Τζέιμς Τζόυς, από τον Καβἀφη, τον Παλαμά και τον Καζαντζάκη έως τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο και τον Εμπειρίκο, από τον Βιργίλιο, τον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Καμόενς και τον Τέννυσον έως τον Σίλερ, τον Κάφκα, τον Γκρέιβς, τον Ουάλκοτ και τη Μάργκαρετ Άτγουντ, κάποια από τα πιο χαρακτηριστικά ή (για διάφορους λόγους) τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα για τον Οδυσσέα και την Οδύσσεια ανθολογούνται εδώ.

Το θέμα του Οδυσσέα έχει ποτίσει ολόκληρη σχεδόν την παγκόσμια λογοτεχνία, και πολλές μεταφράσεις, καθώς επίσης και τα σχέδια και τις μονοτυπίες του Γιάννη Δ. Στεφανάκι που θα εκτεθούν στον χώρο της παρουσίασης, και έγιναν ειδικά γι’ αυτό το Ημερολόγιο.

Με αυτήν την πρωτότυπη έκδοση, η Εταιρεία Συγγραφέων συνεχίζει για 20ή χρονιά την παράδοση δημιουργίας λογοτεχνικών ημερολογίων.

Τετάρτη 18/12 μέχρι Σάββατο 21/12 από τις 11.00 – 15.00 και 18.00-21.00
Κυριακή 22 και Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου από τις 11.00 – 15.00

Τάμμυ Τσέκου, Γραμμή SOS

Η τηλεόραση ανοιχτή την κοιτούσε χωρίς να βλέπει. Ατέλειωτες διαφημίσεις με κορίτσια και αγόρια που θα σου ψιθυρίσουν ό,τι θες προς 0,45 το λεπτό. Το ρολόι έδειχνε τέσσερις παρά είκοσι το πρωί κι αυτός άυπνος πάλι.

   Έβγαλε το σημειωματάριο που έχωνε κάτω από το λερό μαξιλάρι του καναπέ, έψαξε τυφλά ανάμεσα στα ξεραμένα αποφάγια πάνω στο κοντινότερο σχεδιαστήριο, βρήκε ένα μολύβι. Προσπάθησε να γράψει κάτι – οτιδήποτε. Το χέρι του έμεινε να αιωρείται με το μηχανικό μολύβι στα τρεμάμενα δάχτυλά του. Τα κοίταξε τρομαγμένος και το άφησε να πέσει στο χαλί. Σχημάτισε το πρώτο νούμερο που είδε να φλασάρει στην οθόνη.
   «Γεια σου. Είμαι η Μόνικα. Πώς θέλεις να σε λέω;»
  Δευτερόλεπτα σιωπής. «Σταύρο. Δηλαδή… λέγε με καλύτερα Αλέξανδρο.»
  «Αλέξανδρε, θέλω να με ξεσκίσεις. Με όλους τους τρόπους. Εσύ;»
  «Πήρα γιατί έπρεπε να μιλήσω με κάποιον …»
  «Μίλα μου, Αλέξανδρε, μίλα μου βρώμικα…»
  «…είναι μέρες τώρα που δε νιώθω τίποτα…»
  «Θες να νιώσεις τα χείλια μου στο καυλί σου Αλέξανδρε; Θέλω να στον ρουφήξω, θέλω να…»
  «…ούτε χαρά, ούτε θυμό, ούτε λύπη – τίποτα απολύτως…»
  «Μαζί μου θα νιώσεις τα πάντα μωρό μου… έλα να καυλώσουμε μωρό μου… Θα σου πω όλες μου τις πουτανιές, τις πιο βρώμικες επιθυμ…»
  «…και δεν κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι καθόλου πια. Πάνε νύχτες που δεν έχω κοιμηθεί».
  «Ούτε εγώ θέλω να κοιμηθώ, Αλέξανδρε. Η νύχτα είναι δική μας. Κάνε με να περάσω την πιο καυτή νύχτα μαζί σου…»
  «…νιώθω το κεφάλι μου να καίει και δεν μπορώ να ελέγξω τη σκέψη μου…»
  «Σκέψου μόνο εμένα. Είμαι γυμνή και σε περιμένω με τα πόδια ανοιχτά…»
  «…με περιμένουν κάθε πρωί στο γραφείο κι εγώ είμαι σπίτι με μια σκισμένη μπλούζα, αξύριστος, άπλυτος, ξαπλωμένος σ’ έναν καναπέ που ξερνάει τον ιδρώτα μου. Και δε με νοιάζει τι θα συμβεί… δε με νοιάζει τίποτα πια…»
  «Σε θέλω αξύριστο, σε θέλω άπλυτο, μωρό μου…»
 «…μόνο, ώρες-ώρες, ψάχνω κάτι. Κάτι να με κάνει να βγω έξω, να πάρω αέρα. Μου λείπει ο αέρας… ναι, αυτό είναι. Μου λείπει ο αέρας. Πνίγομαι. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει…Νομίζω ότι τρελαίνομαι… Βοήθεια!»
  Η Μόνικα αναστέναξε βαριεστημένα κι έκλεισε το τηλέφωνο.
*
©Τάμμυ Τσέκου
Φωτογραφία αρχές 20ου αι.

Janet Lees, Hot air -poetry


Hot air

There are more dry mouths this month.
——–More lips licked nervously in the corridors of power.
—————There are protests over brown lawns and red-handed
——–banks – people are heard to say It’s like the third world.
In the third world people save their breath
——–for the six-mile walk to get water.

Sometimes we talk about these dirty tricks.
——-Sometimes we talk clean tech, green fixes, silver bullets.
————–But we can’t seem to talk our way out of this.
——-So we chat of the new black as scorched clouds bloom;
edgy reapers of an early harvest. Laying waste,
——-in our various ways, to our shortening days.
————–Waiting for rain.

*
©Janet Lees
photo©Stratos Fountoulis, «Antwerp wall» 2009

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Ζωγράφος της οδού Καρλ Γιόχαν


Αυθαιρεσία σε πίνακα του Munch

Στο Όσλο συμβαίνουν θαύματα. Αργά τις νύχτες, στη λεωφόρο Καρλ Γιόχαν που ήταν πάντα ένας δρόμος αστικός και κοσμικός οι νεκροί Νορβηγοί επαναλαμβάνουν τις απογευματινές συνήθειές τους. Πάει να πει πως συνοστίζονται στις πλατιές πεζοδρομήσεις, επιδεικνύοντας ένα ενδιαφέρον ζωηρό για τις βιτρίνες και τα νορβηγικά καταστήματα. Στέκουν νεκροί, μες στη λήθη τους, παρατηρούν τους μετανάστες, τους αργυραμοιβούς, τους εργάτες της πυλοποιίας και άλλους που ως αργά μένουν μες στα μαγαζιά και δεν μιλούν, μήτε ποτέ θα μπορέσουν να υποψιασθούν πως οι νεκροί, αστοί Νορβηγοί τις νύχτες κατακτούν και πάλι την πόλη τους.
Πως έχουν περάσει πια οι εποχές του χρώματος και του ονείρου δεν φαντάζονται. Και έτσι ζουν ανάμεσα στις σκιές και τους αδρούς ήλιους, ανάμεσα στ΄αστικά φαντάσματα και τα επιγραφοποιεία. Οι νεκροί Νορβηγοί, άνδρες και γυναίκες της εποχής του Μυνχ και ίσως παλαιότεροι ακόμα, φορούν κατάμαυρες κάπες, τα υψηλά των ευγενών. Περπατούν με τις γυναίκες τους, οι κορδέλες ανεμίζουν πάνω στα γείσα, αποκαλύπτονται ονόματα θρυλικών, ψαράδικων πλοίων και άλλων που ανήκουν στους στόλους του παρελθόντος.
  Λοιπόν, εκείνοι οι νεκροί Νορβηγοί στέκουν στο τέλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Στέκουν και δεν μιλούν, μόνο κοιτούν με τα λευκά, πανσέληνα μάτια τους ίσια ευθεία στις καρδιές. Και δεν μιλούν, με σφραγισμένα στόματα και όλο χώματα στα βλέφαρά τους δεν μιλούν, συντριμένοι με τα παιδιά τους μερικοί. Θα φθάσουν κάποτε στο ακραίο σημείο του πλαισίου, φανερώνοντας μια τραγική κατατομή. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, δίχως αμφιβολία πως οι νεκροί Νορβηγοί των θαυμάσιων νυχτών, ανήκουν στη μεγάλη εποχή της σιωπής, σηματοδοτώντας μια πόζα καλλιτεχνική, στο ύψος του εξπρεσιονισμού. Ίσως ακόμη συγκρατούν μονάχα τα ανυποψίαστα περιεχόμενα.
  Τα σπίτια σ΄όλο το μήκος της οδού Καρλ Γιόχαν ανοίγουν τα βραδινά τους μάτια, κοιτούν προς το δρόμο που είναι πια αλλιώτικος, διόλου αγροτικός. Είναι γεωμετρικές κατασκευές ετούτα τα σπίτια, κρατούν τα ποικίλα επίπεδά τους στο χείλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Κάποτε ανήκαν στους νεκρούς Νορβηγούς, με τα οστεώδη πρόσωπα μάσκες, κοντά, πολύ κοντά στην αισθητική μιας πεπαλαιωμένηες πινακοθήκης. Προτού ξημερώσει ο αιώνια εφηβικός, νορβηγικός ήλιος, οι Νορβηγοί ευγενείς, οι γυναίκες και τ΄άλλα, τα πιο θολά και αδιάκριτα λάδια θα αποσυρθούν προς το κοιμητήριο του Όσλο. Ανάμεσα στις λίμνες κοιμούνται οι πεθαμένοι, κάτω από ψηλούς σταυρούς και ομοιώματα του αρχαιοελληνικού, νεανικού θεού Ύπνου. Αυτά τα σπάταλα διακοσμημένα μαρμαρόγλυπτα είναι τ΄άσπρα, τα ωραία σπίτια των πεθαμένων. Σ΄ένα μνημείο, μάλλον αριστοκρατικότερο του συνηθισμένου μπορεί κανείς να δει μια έξοχη μίμηση του μαρτυρίου του Αγίου Μαυρικίου. Αλλού επαναλαμβάνονται τα δράματα της πόλεως Τολέδο, όπως ας πούμε η ταφή του κόμητος Οργκάθ και άλλα. Οι ευεργεσίες και οι καταγωγές απόψε εκπληρώνονται.
  Εκεί θα ησυχάσουν οι νεκροί, πετώντας τα καπέλα τους στου ανέμους. Αυτά τα τελευταία θα φέρει ο καιρός πολύ αργότερα μες στα νερά. Τα ήσυχα ποτάμια που κυκλώνουν την πόλη του Όσλο πλέουν γεμάτα από τις κορδέλες και τους παναμάδες και τα υψηλά μιας ολότελα λησμονημένης τάξεως. Είναι πανικός οι νεκροί του Όσλο, είναι τα πρόσωπα μετά την κραυγή, είναι πρόσωπα με σκοτωμένη και ασάλευτη την άλλοτε προτεταμένη φλέβα του μετώπου. Οι νεκροί του Όσλο κρατιούνται στους καμβάδες σαν χαμένα χρώματα, τεμαχισμένοι και μόνοι θα επιστρέψουν λοιπόν κάποτε στα Λίβυθρα μ΄ολη τους τη λύπη και τη σιωπή. Οι νεκροί Νορβηγοί, σύμβολα της τάξης και της εποχής τους, περίλυποι απομένουν, με φωνή παλιά και υλική εμπρός στα τετράγωνα σπίτια, οι Νορβηγοί, δίχως τα στόματα πια, δίχως τα χέρια τους, άνθρωποι από κιμωλία, γραμμένοι εδώ και χρόνια.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός, πλησιάζοντας το χώμα. Είναι ένα βλέμμα σε απόσταση από τους ανθρώπους και τους συχνωτισμούς. Γερασμένος και μυστηριώδης εκείνος ο άνδρας, ένας παλιός αναρχικός της τέχνης και της πόλεως. Ένας ποιητής, πάντοτε πέρα και έξω από κάθε μονομέρεια και κάθε θάνατο και απ΄όλα τα πλήθη. Ετούτοι οι νεκροί Νορβηγοί θα μπορούσαν να αποτελούν τη μυθολογία των αποκρεών ή ένα μύθο, δίχως πια την υγεία του.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός.
  Βαδίζει μόνος στην οδό Καρλ Γιόχαν και ήσυχα απομακρύνεται. Καταυγάζει, δίχως παραφορά, σαν τέχνη. Έχει διδάξει μ΄επάρκεια την τεχνική της κραυγής που θα μας απασχολήσει.Δεν είναι καθόλου απόμακρος, διόλου νεκρός. Είναι ζωγραφιά αυστηρή και απλή. Μορφή του μέλλοντος, ανεπανάληπτη. Άνθρωπος των συνόρων με μια καταγωγή που μόλις στις μέρες μας τείνει να επιβεβαιωθεί πια ως είδος. Ο αδιόρατος άνθρωπος όλο κατευθύνεται.
*

©Απόστολος Θηβαίος
Εικονογράφηση: Edvard Munch, «Ανοιξιάτικη μέρα, στην οδό Karl Johan», 1892

Όλες οι «Ανταποκρίσεις του Απόστολου Θηβαίου»

Αφροδίτη Λυμπέρη, Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης -ποίηση

(ποιήματα από τη συλλογή)
Ηνίοχος

Μαστιγώνεις το άπιαστο
με πόθους από ερείπια.
Μοιράζεις μελανιές στις κόρες
που ορέγονται
τους αρρενωπούς σου αντίχειρες.
Με βασκανίες
διαλέγεις
εξιλαστήριο θήραμα.
Φετιχιστής του ομφαλού
κυκλώνεις το σύμπαν.

Σαδιστή
πότε θα στο πούνε;
Ανώφελο το κάλλος
αν δεν υπάρχει άλλος
αν δεν υπάρχει
να το ξορκίσει.

***
 
Επεισόδιο

Σέρνεις το σανδάλι στο μάρμαρο.
Αργά.
Κάθε σου βήμα χάδι στα μάγουλα των δούλων.
Με το χέρι σου σκάβεις μύθους
φυτεύεις τον χιτώνα σου.
Λιοστάσια πλέξαν στον αργαλειό
τις μπούκλες σου.
Κοιτάς τον χρησμό σου να σκηνοθετεί
κι εσύ γράφεις υπότιτλους
από μέλανα ζωμό.
Ταξιθέτης στους τυφλούς κίονες
ορίζεις τις μέρες σου
βγαίνοντας απ΄την ωραία πύλη.

***
 
Rec-vie-M

——————-Μοιάζω να’χω σώμα μέλισσας
———–με κίτρινο κάλυπτα τ’άσπρα μαλλιά
—————-τα γδαρμένα γόνατα με μαύρο
——–Κυνηγούσα τις απολαύσεις με μανία.
——Λάτρεψα την αναρρίχηση στους μίσχους
—————-σιχάθηκα τ’ανυπόμονα μπουμπούκια.
————–Δε με συγκίνησε ποτέ το μέλι.
—————–Άλλες γεννιούνται για μανάδες
—————–κι άλλες για φτερωτές μοιχαλίδες.
————–Ρουφώντας το κεντρί της μοναξιάς
—————δηλητηρίαζα ερωτικά τα μάτια
——που γλεντούσαν με αλκοολούχο μίσος.
—————-Και τώρα εγώ νεκρικά μυστηριώδης
———————-ανοίγω δειλά την μπαλκονόπορτα
——————-και πορεύομαι ξανά μετέωρη

c’est la vie
αυτό να γραφεί
στην τελευταία μου κηρήθρα.

Είπαν
πως κάποιος είχε πατήσει το rec στο μαγνητόφωνο
για να καταγράψει την Iεροτελεστία της Άνοιξης.
Μάταια.

Ένας μονόλογος κι ένα νανούρισμα
μόνο ακουγόταν για άγρια παιδιά
κι ευαίσθητα θηρία.
Τραγούδι από πληγωμένες κεραίες
και βραχυκυκλωμένα φτερά
που σέρνονται σε περαστικές ρόδες τυχαίων αμαξιών.

***

©Αφροδίτη Λυμπέρη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Het Overijsche Huisje» 2010

***


Αφροδίτη Λυμπέρη
Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης
Εκδόσεις Θράκα

Η Αφροδίτη Λυμπέρη γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Είναι τελειόφοιτη του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Παράλληλα,έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ποίησης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. με τον Στρατή Πασχάλη και του Νεανικού Εργαστηρίου Ποίησης “Τάκη Σινόπουλου” με την Τασούλα Καραγεωργίου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά ποίησης.Πρόκειται για την πρώτη της ποιητική συλλογή.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το γράμμα της Ρηνούλας: Άγιε Νικόλαε, όχι σφήκες…


Αγαπητέ Άγιε Νικόλαε,

Είμαστε καλά το αυτό επιθυμούμε και διε σας. Με λένε Ρηνούλα και πάω στα νήπια. Δεν ξεύρω να γράφω ακόμη κι εγώ τρώω μία μπανάνα τώρα. Η καλή μου η γιαγιά η Ειρήνη, το γένος Ζώτου, γράφει το γράμμα που της λέω εγώ, γιατί μου είπε πως θα το γράψει, αφού φάω πρώτα το αυγό μου και είμαι όπως πρέπει καλό παιδί, χωρίς να κάνω φασαρία και χωρίς να λερώσω το φρούτρερ μου. Η γιαγιά θα το ρίξει και εις το κιβώτιο των γραμμάτων.

Είμεθα εγκαταστημένοι στις Βρυξέλλες οικογενειακώς από το σωτήριον έτος 1967 και καταγόμαστε από την Ήπειρο και προκάναμαν να δημιουργήσομεν περιουσία όταν φτάκαμαν με τις ευλογίες όλων των αγίων της Ορθοδοξίας, ελπίζω να μην σε ενοχλεί Άγιε Νικόλαε, που δεν εννοώ ακριβώς εσένα, διότι εμείς σε έχομεν άγιον των ναυτικών και ξεκαθαρισμένον, έχομεν τον Άγιο Βασίλη διά τα δώρα στα παιδιά, και εδώ μας έχεις μπερδέψει, στην Ελλάδα έχουνε τον Άγιο Βασίλη και όχι εσένα, αλλά φοράει τα ίδια ρούχα αυτός που δίνει δώρα, είναι σωστό όμως αυτό να έχεις τόσα ονόματα, είναι αλήθεια ότι είσαι ίδιος ή λες ψέματα; Και μοιάζεις και με τον Περ Νοέλ. Όμως εγώ ξέρω και ένα κορίτσι που το λένε Θάλεια και Ελπίδα και Αλεξάνδρα. Σε βαφτίσανε κι εσένα με τόσα ονόματα ή είναι κόλπο για να κάνεις κακές πράξεις ή για να φέρνεις πιο πολλά δώρα; Εμένα θα μου φέρεις και την Πρωτοχρονιά κι άλλο ή όχι, και τα Χριστούγεννα τι θα κάνεις; Από θαλασσινός μας βγήκες του χιονιού, Άγιε Νικόλαε, και ρωτούν τα παιδιά και δυσκολευόμαστε να απαντήσομεν, αλλά τι να κάμομεν, στα ξένα είμαστε, κι έτσι το έχουν εδώ οι καθολικοί, αλλά διατηρούμε και τις παραδόσεις και έχομεν περισσότερα έξοδα, φέρνουμε και την Πρωτοχρονιά τον Άγιο Βασίλη με αεροπλάνο από την Ελλάδα. Αλλά το παιδί αποστέλλεται εις νηπιαγωγείον βελγικόν, διότι εδώ θα μείνει και θα σπουδάσει και θα ζήσει και πρέπει να προσαρμοστεί στις συνήθειες του τόπου, διά τα τέκνα έχομεν φτιάξει θυσίες πολλάς, αλλά τα ψυχοσάββατα εμείς τα τηρούμε, και η γιαγιά και ο παππούς είχαν μπακάλικο με ελληνικά φαγητά.
Είμεθα Έλληνες του Βελγίου και διατηρούμε σχέσεις θερμές με την ομογένεια. Επισκεπτόμαστε τους συγγενείς εις την πατρίδα μία φορά το χρόνο και κάνουμε μπάνια στη θάλασσα που είναι γαλάζια, γιατί εδώ μία φορά που πήγαμε εις την Οστάνδη είναι πολύ γκρίζα, σαν λάσπη, σαν να έχουνε βάλει μέσα χώματα είναι η θάλασσα εδώ, ενώ στις φωτογραφίες έχει άλλο χρώμα, και εγώ ρώτησα αν είναι ψεύτικη η θάλασσα ή οι φωτογραφίες, κάποιος λέει ψέματα, γιατί δεν μπορεί το γαλάζιο να το λένε θάλασσα και αυτό εδώ θάλασσα πάλι, και χωρίς ήλιο, δεν έχει ήλιο εδώ, αλλά έχει μύδια εκεί και αέρα πάρα πάρα πολύ εκεί πέρα, αέρα, αέρα, τόσο που φοβήθηκα και κρατούσα γερά και τον μπαμπά και τη μαμά, και η γιαγιά έλεγε πως δεν έπρεπε να κάνουμε τέτοια ανοησία και να πάμε με μικρό παιδί εκεί πέρα να το πουντιάσουμε. Μια φορά έφαγα μύδια με φρίτες εκεί και μπόλικη μαγιονέζα και τα πλήρωσε ένας φίλος του μπαμπά, μας κέρασε ο Φίλιππος διά την ονομαστικήν του εορτήν, και εμένα μου αγόρασε κι ένα γλυκό με σοκολάτα βέλγικη που είχε μέσα και φράουλες και ακτινίδια και ένα πράμα που έκανε σαν μύλος γύρω γύρω και γύρναγε με τον αέρα μού αγόρασε. Αλλά λέρωσα τα ρούχα μου και με μάλωσε η γιαγιά.
Εις το πάρκον Ουίζιγκεν έχομεν ωραίον πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος με χορευτικά δημοτικά και λαϊκά και φρέσκα κρεατικά και άλλα είδη διατροφής και διακοσμήσεως, και εμένα με πάνε στο πάρκο εκεί και παίζω στο γρασίδι και στις κούνιες με τους φίλους μου και μου αρέσει και η λίμνη με τις πάπιες, αλλά δεν κάνει να τις ταΐζουμε, αν τις ταΐσουμε θα έρθει η πολίς να μας πάει φυλακή, γιατί λέει ότι μαζεύει μικρόβια στη λίμνη με τα ψωμιά κι έπειτα πεθαίνουν οι πάπιες και δεν κάνει να πεθαίνει κανένας έτσι. ΣΕΤΑΝΤΕΡΝΤΙ. Πρέπει να προσέχουμε τα πουλιά και όλα τα ζώα, γιατί αυτό είναι το σωστό όταν είσαι καλός άνθρωπος. Κι εγώ ήθελα να ρίξω λίγο ψωμάκι, αλλά μου είπαν ότι είχαν φάει οι πάπιες πολύ ωραίο φαγητό και δεν πεινούσαν έτσι κι αλλιώς. Και φοβήθηκα μήπως με πάνε και φυλακή και απλώς τις κοιτούσα και τους φώναζα παπιούλες, παπιούλες, κι αυτές έρχονταν δίπλα μου και παίζαμε, κι εγώ έτρεχα, και ήταν ωραία να πετάς όπως τα πουλάκια, είχα και ωραία μαλακά παπουτσάκια κόκκινα με ένα ελαφάκι, που μου τα έφερε η νονά μου η Πόπη.
Αλλά φέτος, εκεί που έπαιζα και φώναζα μ’ όλη τη δύναμή μου παπιούλες, για να έρθουν σε μένα και να μην πάνε στον Μπάμπη, που μου είχε βάλει το πόδι του και είχα πέσει κι εγώ τον μισούσα, έγινε κάτι το πολύ τρομερό, που δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί αυτός ο βλάκας γέλαγε και με έδειχνε με το δάχτυλό του κι έτρωγε σουβλάκι σαν μούργος. Δεν του μιλάω και ούτε θα του ξαναμιλήσω, είναι και άσχημος με μαύρα μάτια και με κάτι βούλες στα μάγουλα και με κόκκινα μαλλιά σαν τους δράκους. Απαίσιος, Χριστέ μου, απαίσιος. Τον μισώ, γιατί έγινε τρομερό, τρομερό πράγμα, και αυτός γελούσε και με κορόιδευε, Ρηνούλα πάνε τώρα οι παπιούλες χα χα χα είσαι βλαμμένη, και μετά όλες πήγαν κι έπαιζαν μαζί του. Κι εγώ ήθελα να του δώσω μια σφαλιάρα και δεν μπορούσα, γιατί έγινε το τρομερό. Με τσίμπησε μία πολύ μεγάλη και κακιά σφήκα σαν αεροπλάνο ξαφνικά και σ’ ένα λεπτό έγινε ένα μεγάλο βουνό στο μάγουλό μου κι έκλαιγα, γιατί πονούσα πολύ και νόμισα ότι θα μείνω έτσι για πάντα άσχημη, και, για να μην κλαίω, μου πήρανε από κάτι άλλους ανθρώπους που έρχονται από τη Γερμανία, για να πουλήσουν ωραία ελληνικά πράγματα σε αυτήν τη γιορτή, και μου πήραν μία ελληνική σημαία, γιατί ο Μπάμπης δεν είχε τέτοια, και του είπα, σαχλαμάρα, να φύγεις και δεν σου δίνω τη σημαία, είναι μόνο δική μου, και μου είπαν να του πω και ένα ποίημα που μου έχουν μάθει για την πατρίδα μας την Ελλάδα, και ο βλάκας ούτε αυτό το ήξερε, και μου είπαν ότι είμαι δεσποινίς με τα όλα μου και δεν έχω ανάγκη αυτόν τον Μπάμπη, διότι και σημαία έχω και ποίημα ξέρω, και είμαι σπουδαία Ελληνοπούλα γι’ αυτό, και μετά την έβαλα τη σημαία στο γρασίδι για πάπλωμα για την πλατούλα μου να μην κρυώσει, και η γιαγιά μου έλεγε ένα παραμύθι για μια σφήκα που πνίγηκε μέσα σ’ έναν γαλάζιο καταρράκτη, κι εγώ κοιμήθηκα πάνω εκεί και ονειρεύτηκα πως πετούσα σ’ έναν μπλε ουρανό χωρίς κακές σφήκες και από κάτω είχε θάλασσα και δελφίνια, και δεν είχαμε και αμμωνία και το παιδί υπέφερε, τι τραβήξαμε, αλλά ευτυχώς συνήλθε ύστερα από την επίσκεψη στο τοπικό νοσοκομείον. Ευτυχώς μπορέσαμε και το εκοιμίσαμε με παραμύθια.
Ζούμε σε ένα μεζόν, κάτω η γιαγιά και ο παππούς και πάνω, που έχει σκάλες εμείς, και σου το λέω Άγιε Νικόλαε, για να ξέρεις σε ποιον όροφο θα φέρεις τα δώρα. Έχει τρεις ορόφους, στο δεύτερο είμαι εγώ, μόλις ανεβαίνεις θα πας δεξιά, αλλά μην μπερδευτείς και μπεις στην τουαλέτα, στην δεύτερη πόρτα. Θα έχω αφήσει απέξω το κίτρινο φουστάνι με την δαντέλα και τη χτένα μου, γιατί πέρυσι μπερδεύτηκες, και βρήκα πράγματα άσχετα εκεί και μου είπαν ότι έγινε λάθος, διότι αυτά ήταν δώρα για κάποιους άλλους, και τα δικά μου τα βρήκα αλλού. Ανακαινίζαμε το μεζόν και υπήρξε αναστάτωσις τον περσινό χειμώνα, Άγιε Νικόλαε, αλλάξαμε το σύστημα της θερμάνσεως. Ο μπαμπάς και η μαμά είναι στη δουλειά τώρα. Η μαμά έχει μαγαζί με μπαχαρικά και ο μπαμπάς δουλεύει σ’ ένα μαγαζί που πουλάει μερσεντέδες. Δόξα σοι ο Θεός, καλά έχουν ταχτοποιηθεί τα παιδιά.
Έχουμε απ’ όλα, αλλά εγώ θέλω να μου φέρεις ένα μαγιό για το καλοκαίρι, γιατί το άλλο το έκανα όλο πίσσες, πάνω κάτω και το σουτιέν να είναι με ραντάκια που πάνε από τους ώμους έτσι και μετά έτσι και γυρνάνε από πίσω ξέρεις πώς έτσι λίγο πιο κει όχι ευθεία αλλά έτσι προς τα δω και το θέλω με ζωάκια, κι ένα σκουφί θέλω επίσης, σαν αυτό που είδα προχθές στη Σαμπλόν, ξέρεις αυτό που έχει και φούντα και για τα αυτιά κάτι πράματα σαν αρνάκια κι έχει επάνω κάτι αστεράκια και πολλά χρώματα και έχει και καλτσάκια μαζί με κάτι αστραφτερά γυαλάκια κόκκινα και ροζ. Θα το βρεις το μαγαζί; Μην πας στο άλλο δίπλα που έχει σκουφάκια χωρίς καλτσάκια. Κι ένα βιβλίο θέλω με αληθινή θάλασσα και ζώα, όχι όμως με σφήκες και κακούς.
Η γιαγιά δεν με αφήνει να πάω μαζί της τώρα να ρίξω το γράμμα στο κουτί, για να το πάρει ο ταχυδρόμος, που σου φέρνει τα γράμματα, γιατί έχω συναχάκι και λέει πως, όταν φέρεις τα δώρα, θα στενοχωρηθείς να είμαι αρρωστούλα. Θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς και μετά θα πάει αυτή να το ρίξει. Σε περιμένω, Άγιε Νικόλαε, και σ’ αγαπώ, διότι αγαπάς τα παιδιά και δεν είσαι σφήκα.
Δεν πιστεύω να κάνεις χαζομάρα και να πας στον Μπάμπη.
Ρηνούλα
Πάω στα νήπια κι έχω μαύρα μαλλιά, μην με μπερδέψεις με άλλη.

*
©Ιφιγένεια Σιαφάκα
Photo©creafamille.be 

Ανακοίνωση: Οι Στάχτες ζητούν συγγνώμη από τους αναγνώστες και την συγγραφέα Ιφιγένεια Σιαφάκα για την καθυστερημένη -κατά 2 μέρες- ανάρτηση του κειμένου, δυστυχώς αποκαλύπτεται ότι και οι Η/Υ έχουν τους δαίμονές τους.