Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013 Τα τραγούδια -Παρουσίαση

1963-2013. Πενήντα χρόνια τραγούδια. Μια έκδοση με τους στίχους των τραγουδιών που έγραψε ο ποιητής Μάνος Ελευθερίου, μελοποίησαν σημαντικοί παλαιότεροι και νέοι συνθέτες κι ερμήνευσαν αγαπημένοι τραγουδιστές. Λόγια που τραγουδήσαμε, που τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται.

Ο IANOS και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των στίχων του Μάνου Ελευθερίου

Τα τραγούδια την Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013, στις 8:30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο IANOS (Σταδίου 24, Αθήνα).

O Μάνος Ελευθερίου γιορτάζει 50 χρόνια με στίχους και τραγούδια που αγαπήσαμε.

Για το βιβλίο και τον δημιουργό θα μιλήσουν ο κύριος Νίκος Κωνσταντόπουλος και η κυρία Άννα Νταλάρα.

Στίχους του Μάνου Ελευθερίου θα διαβάσουν σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

1963-2013. Πενήντα χρόνια τραγούδια. Οι στίχοι των τραγουδιών που έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου, μελοποίησαν σημαντικοί παλαιότεροι και νέοι συνθέτες κι ερμήνευσαν αγαπημένοι τραγουδιστές.
«Το παλικάρι έχει καημό», «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», «Άλλος για Χίο τράβηξε», «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», «Κάτω απ’ τη μαρκίζα», «Ναύτης βγήκε στη στεριά», «Παραπονεμένα λόγια», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» κι αμέτρητα άλλα τραγούδια που, όπως όλα τα σπουδαία έργα, κερδίζουν με τον καιρό τη μεγαλύτερη αναγνώριση, περνώντας στον χώρο της ανωνυμίας των δημιουργών τους, σαν τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια.
Γιατί από εκεί, από τα ηρωικά δημοτικά τραγούδια και τ’ αθάνατα λαϊκά, έρχεται ως στιχουργός ο Μάνος Ελευθερίου. Ένας άνθρωπος που μας έμαθε να τραγουδάμε τα «Μαλαματένια λόγια», «Του Κάτω Κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια», «Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά», «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» και «Στων αγγέλων τα μπουζούκια». Λόγια που τραγουδήσαμε, που τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ

Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, τόμους με πεζά, λευκώματα και τέσσερις τόμους για το «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ό αιώνα, 1901-1921», καθώς και την ανθολογία Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004) και το χρονικό Μαύρα μάτια: Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία τα χρόνια 1905-1920 (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2013). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του O καιρός των χρυσανθέμων (METAIXMIO, 2004). Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους έλληνες συνθέτες. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές (2006), Άνθρωπος στο πηγάδι (2008), καθώς και η συλλογή διηγημάτων του Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ (2007). Επίσης το φθινόπωρο του 2010 κυκλοφόρησαν η ποιητική του συλλογή Ο νοητός λύκος καθώς και ο θεατρικός μονόλογος Ο γέρος χορευτής.

Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα

Εκδόσεις Τόπος
Επιμέλεια: Θανάσης Θ. Νιάρχος
Πρόλογος: Βασίλης Παπαβασιλείου – Δηώ Καγγελάρη

Σελ.: 288 • Σχήμα: 17×24
ISBN: 978-960-499-088-7 • Τιμή: 19,00€
1η έκδοση: Νοέμβριος 2013

Το θέατρο έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των νεοελλήνων. Το ίδιο η ζωή και η εργασία των σκηνοθετών. Είτε συζητάμε για μεγαλοφυείς και αριστουργηματικές παραστάσεις είτε για παταγώδεις αποτυχίες, ο σκηνοθέτης θεωρείται ο κατ’ εξοχήν πρωταγωνιστής και ο σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνος για την επιτυχία ή την αποτυχία. Θα έλεγε κανείς ότι η «μοίρα» του θεάτρου στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη των σκηνοθετών. Πασίγνωστοι, απλώς γνωστοί ή άγνωστοι στο ευρύ κοινό, σπουδαγμένοι, με καριέρες συχνά ακαδημαϊκές, ή εμπειροτέχνες, άλλοτε ηθοποιοί που μεταπήδησαν στην σκηνοθεσία, ή παρέμειναν και στον χώρο της υποκριτικής, οι σκηνοθέτες παραμένουν ο θεμέλιος λίθος, που πάνω του οικοδομήθηκε το νεοελληνικό θέατρο.
Ο τόμος Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα αποσκοπεί ακριβώς να καλύψει το μεγάλο κενό που υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία σε σχέση με την καλλιτεχνική και επιστημονική κωδικοποίηση του επαγγέλματος του σκηνοθέτη. Με κείμενα άλλοτε προσωπικά και άλλοτε θεωρητικής υφής, πάντοτε όμως συγκινημένα και τρυφερά, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, θεωρητικοί του θεάτρου, επιχειρούν να μας γνωρίσουν δημιουργούς που το χνάρι τους παραμένει τόσο βαθύ όσο το αντίστοιχο ενός συγγραφέα ή ενός ζωγράφου. Με γνώμονα τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Δικαιοσύνη. Κανείς δεν τους θυμάται», ο τόμος Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα φιλοδοξεί να αποτελέσει μια κιβωτό. Ώστε μαζί με τα ονόματα και την ύπαρξη γνωστών σκηνοθετών όπως οι Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Φώτος Πολίτης, Κάρολος Κουν, Δημήτρης Ροντήρης, Αλέξης Μινωτής, Αλέξης Σολομός, Μίνως Βολανάκης, Ανδρέας Βουτσινάς, να διασωθούν από τον κατακλυσμό των επερχόμενων καιρών και σκηνοθέτες μικρότερης ενδεχομένως εμβέλειας, αλλά με τεράστιας σημασίας προσφορά. Όλοι μαζί, σκηνοθέτες διάσημοι, απλώς γνωστοί ή άλλοι που ο χρόνος κατέστησε, χωρίς να το αξίζουν, σχεδόν αφανείς, συγκροτούν αυτόν τον ολάνθιστο κήπο, παρηγορία σε μια εποχή που χαρακτηρίζει ορισμένη ξηρασία.

Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται κείμενα για τους σκηνοθέτες:
Θωμά Οικονόμου, Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, Βασίλη Ρώτα, Φώτο Πολίτη, Λίνο Καρζή, Δημήτρη Ροντήρη, Αλέξη Μινωτή, Κώστα Μουσούρη, Σωκράτη Καραντινό, Πέλο Κατσέλη, Κάρολο Κουν, Δημήτρη Μυράτ, Τάκη Μουζενίδη, Τίτο Φαρμάκη, Γιάννη Τσαρούχη, Μήτσο Λυγίζο, Κυριαζή Χαρατσάρη, Κωστή Μιχαηλίδη, Γιώργο Σεβαστίκογλου, Λυκούργο Καλλέργη, Αλέξη Σολομό, Μάριο Πλωρίτη, Μιχάλη Κακογιάννη, Νίκο Χατζίσκο, Κωστή Λειβαδέα, Χρήστο Βαχλιώτη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Μίνω Βολανάκη, Γιώργο Λαζάνη, Κώστα Μπάκα, Αντρέα Βουτσινά, Μίμη Κουγιουμτζή, Δημήτρη Ποταμίτη, Λευτέρη Βογιατζή.

Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο

είμαι το κορίτσι με τα κάστανα. Όχι με τα σπίρτα, με τα κάστανα. Κρατάω ένα χάρτινο χωνί στο χέρι και προχωρώ άσκοπα σε μια κεντρική λεωφόρο του Μανχάταν σέρνοντας τις δερμάτινες μπότες μου με τα τριμμένα τακούνια στα πεζοδρόμια. Κάνει κρύο. Κλωτσάω τις φτυμένες τσίχλες και τις διαλυμένες γόπες Κάμελ να φύγουν από το διάβα μου και καλπάζω ανάμεσα στο πλήθος. Μου αρέσουν οι βιτρίνες με τα χριστουγεννιάτικα ρούχα και όλα εκείνα τα ηλίθια αξεσουάρ της εορταστικής θαλπωρής των άλλων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο»

Belica Kubareli, Do dogs commit suicide?

Mrs Donna had never left her dog, Bubu, alone. Kept in her handbag they’d go to relatives, the cinema, the theatre, cafeterias, everywhere. They even travelled together every summer to the remotest places of the globe. Once they’d arrived, Bubu would sniff and roam around, moving her curly bum and wagging her tail. When Bubu showed her teeth, Mrs Donna knew something wrong was going on and took care for both of them. When Bubu was playful, Mrs Donna felt relaxed. Bubu was her radar for everything, from the moment she lost her husband.

The old lady and the dog lived together for eight years. Bubu never had a collar because Mrs Donna wanted her to be free to stay or go. From the moment she set eyes on this five inch of puppy curled inside a glass tank, she fell in love with her, the same as she had fallen in love with her late husband because he reminded her of a lonely gigantic shar-pei, that strange bulldog with the deep wrinkles and the blue tongue – only her husband’s was pink. The bell jar brought me a companion, instead of madness, thought Mrs Donna and went into the shop and bought Bubu.

At the beginning she had her on her late husband’s pillow at nights, to keep an eye on her, as she used to do with him during his sickness. Now she could see the whole of this tiny creature; with her husband she could see either his face or the back of his neck curious of the way the roots of his hair sprouted from the skin.

During the next six months Mrs Donna trained Bubu. She could walk or run, smell and do whatever she wanted on the pavements but she had to be safely tucked in the old woman’s palm to cross the road.

People were amazed with this miniature and she looked back with her twinkling button sized eyes. She wasn’t one of those dogs that lick and kiss and bark hysterically. No. Bubu was a lady. She stayed cool, gentle and a little detached from people’s affection, as if she kept all her tenderness for Mrs Donna.

  At home things were different. Apart from the fact that she had to pee in a tray in the corner of their bathroom, Bubu shared everything with Mrs Donna: food, sleep, reading, knitting, eating, T.V. Her owner had sewed straps of cloth with a pocket where she had Bubu, like a mother kangaroo, for the baby to listen to her heart-beat.
  Mrs Donna was not the talkative type so she didn’t say much to Bubu. They were two quiet creatures enjoying each other’s company in silence. Bubu’s way of showing her love was to hide her head under Mrs Donna’s armpit and emerge from there with a sigh, as if telling her, ‘I love your perfume,’ to which Mrs Donna replied with a kiss on her black wet nose.
  At times they simply gazed into each other’s eyes. Mrs Donna felt the dog’s eyes carried the world’s wisdom. Then Mrs Donna would say: “Either I will bark, or you will talk,” and she could swear to God that the dog nodded.
  She often wondered what and if Bubu was thinking and asked the vet who insisted that “the only thing we can say about our animals is whether they have a good life, judging from their health and behaviour and I swear, Mrs Donna, this is a very happy baby”. This was enough for her.
  Eight years passed smoothly between the two. Bubu was the first to notice something strange was happening to Mrs Donna and barked in a lamenting way to alert her. Mrs Donna took her to the vet. He declared there was nothing wrong with the dog.
  Then Mrs Donna’s sister had her yearly check-up. The two women went to the clinic together, with Bubu in her owner’s handbag. One of the doctors was a dog-lover and was very intrigued by her lamenting barks. He asked Mrs Donna to have a check-up too. The results showed a serious heart disease in urgent need of operation.
  Mrs Donna entered the clinic and stayed there for almost a month. Bubu stayed with her sister who adored her. Mrs Donna complained because doctors wouldn’t allow her to see the dog. She was sure she’d have a faster recovery if she could be with Bubu. She claimed that when she dreamed of Bubu, she felt no pain. “My dog saved me, why I can’t see her?” she’d beg the dog loving doctor but he said: “even a hair could kill you now”.
  After the clinic, Mrs Donna moved into her sister’s flat. The moment she set foot inside she knew Bubu had changed. The dog didn’t react to seeing her. She just stayed put and stared, like a statue they had both seen (In which country? Mrs Donna wondered but couldn’t remember) an iron statue of a sad dog, which seemed as if he was trying to hold his tears back while waiting for his master to come back from the seas. Mrs Donna bent over Bubu, took her in her palm, murmured sweet words, caressed her, and kissed her. Nothing.
  “She is punishing you”, said her laughing sister.
  Mrs Donna couldn’t believe that; she thought Bubu had understood the reason for her absence. She kept on cuddling the dog, speaking softly into her ear, a secret habit which made Bubu sneeze and open her mouth as if laughing. Nothing. She put her under her armpit to smell her perfume. Nothing. She put her inside her favourite pouch and tied it on her heart. Nothing.
  They slept together in a single bed, on the same pillow. Woman and dog stayed up until dawn, gazing at each other. Mrs Donna’s tears were soaking the pillow, like the first years together when she was mourning her husband and Bubu licked her wet face. But now Bubu remained distant.
  Night after night Mrs Donna tried to persuade Bubu that she still loved her, that the clinic didn’t allow dogs. Night after night Bubu listened to the same whispers and accepted hugs in a distant manner.
  The time to return home had come and although Mrs Donna had seen the care her sister offered to Bubu, she took her to the vet.
  “She is depressed,” said the vet.
  “What can I do?” asked the old lady.
  “Nothing. As long as she eats, we are ok.”
  Soon Bubu stopped eating and Mrs Donna panicked.
  “Mrs Donna, you have to be brave,” said the vet as soon as he got her tests results. “You just had a heart operation. Bubu has cancer in the mouth. When you are ready we shall have to put her down.”
  Bubu was on the vet’s metal bed, moving her head from him to her owner and nodded. Mrs Donna was shattered. She left the vet with Bubu tucked in the curve of her neck, an old game of theirs where the dog was the parrot and she the pirate with the limping leg. In this game Bubu never fell off her shoulder no matter how awkward the limp. This time she did fall and Mrs Donna grabbed her in her palms, feeling shame for pressing her to perform a trick that needed a fitness Bubu didn’t possess anymore.
  She started feeding Bubu by injecting into her mouth milk mixed with egg yolk. Both woman and dog were emaciated in ten days. At nights they went to bed together but hardly slept. Mrs Donna started talking. She narrated to Bubu all she could remember from her childhood, her youth, her marriage, her good and bad times. Every night she ended her talk by telling the dog how happy she had made her.
  When she had no words left, they gazed at each other and Bubu at last showed her love. Only it was a tired, sorrowful love with the slightest of tail wags and the faintest of kisses. “I didn’t betray you,” Mrs Donna kept explaining and Bubu hid under her armpit emerging with a weak smile and a lick which made her owner smile too, despite the decaying smell of the dog’s saliva. “We have a good time together, why do you want to leave me?” asked Mrs Donna as if she was talking to her husband. Bubu didn’t answer. Her husband didn’t answer either.
  One day Bubu didn’t wake up. Mrs Donna and her sister buried her at the neighbour’s orchard where she loved to play with his Alsatian. The animal kept howling long after the people were gone.
  A tearless desiccated Mrs Donna asked her sister the question that had been eating her up from the moment she returned from the clinic.
*

© Belica Kubareli
Photo©Pinkshippo 

Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα [2013]

Αρχείο 03/12/2013

(τίτλος πρωτοτύπου : Σιωπηλό προσωπείο)

Έξι χαράματα κι ανακάτεψε βιαστικά τον ασβέστη μέσα στον κουβά.
  Μια δυο γυρόφερε το ξύλο κι άντε πάλι άλλες δυο από την άλλη μεριά.
  Το μείγμα παχύ και δύσκολο να το κουμαντάρεις μα έπρεπε να το αραιώσει λίγο με το νερό αν ήθελε να στρώνει ομοιόμορφα πάνω στη μάντρα, να μη χύνεται και σκορπά τσάμπα κι ούτε να σκαλώνουν κομμάτια του και να ξεραθεί κατόπι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα [2013]»

Ασημίνα Λαμπράκου, Κατέρω – μια γυναίκα


(τίτλος πρωτοτύπου : Σιωπηλό προσωπείο)

Έξι χαράματα κι ανακάτεψε βιαστικά τον ασβέστη μέσα στον κουβά.
  Μια δυο γυρόφερε το ξύλο κι άντε πάλι άλλες δυο από την άλλη μεριά.
  Το μείγμα παχύ και δύσκολο να το κουμαντάρεις μα έπρεπε να το αραιώσει λίγο με το νερό αν ήθελε να στρώνει ομοιόμορφα πάνω στη μάντρα, να μη χύνεται και σκορπά τσάμπα κι ούτε να σκαλώνουν κομμάτια του και να ξεραθεί κατόπι.
  Μια πρόχειρη ποδιά σκέπαζε τη φτηνή ρόμπα της κι ένα μαντήλι τον λαιμό της. Μπορεί για τον ιδρώτα. Μπορεί για να μη φαίνεται τ’ άνοιγμα του στήθους της στα αγουροξυπνημένα μάτια των περαστικών. Κι ούτε να το σκεφτείς! ποιοι περαστικοί τέτοια ώρα; Φτωχογειτονιά και τα μεροκάματα σε ξυπνάνε νωρίς. Ακόμα.
 Ένας πρόχειρος κότσος τα μαλλιά της, κάλυπτε τον σβέρκο της. Ένα ζευγάρι πρόχειρες, στραβοπατημένες παντόφλες υποδέχονταν το μισό της πέλμα. Το υπόλοιπο χάιδευε τον δρόμο εδώ κι εκεί καθώς κινιόταν να κάνει τη δουλειά της.
  Αφού έφερε το μείγμα στην ημίρρευστη κατάσταση που έκρινε πως ήταν εκείνη που έπρεπε, έπιασε ένα φαρδύ πινέλο και το πέρασε απαλά πάνω από τον ασβέστη στον κουβά μπροστά της. Έπειτα, το σβάρνισε λίγο στα τοιχώματα ίσα που να το ελαφρώσει από τα περιττά κι άρχισε να δοκιμάζει στον τοίχο της μάντρας. Μια πάνω, μια κάτω. Δεξιά κι έπειτα αριστερά. Τράβηξε λιγάκι το σώμα της παραπέρα να δει το αποτέλεσμα και, ικανοποιημένη μάλλον, συνέχισε. Βουτούσε, σβάρνιζε τα πολλά, άπλωνε στον τοίχο.
  Οχτώ πρωινή κι η μάντρα αστραποβολούσε σχεδόν ολόκληρη κάτω από τον ήλιο του Ιούνη κι ας ήταν κομματάκι συννεφιά εκείνη τη μέρα. Σε πέντε –δέκα λεπτά είχε αποτελειώσει τη δουλειά της.
  Τα μαλλιά της μισόλυτα πια, το μαντήλι στραβό έπαιρνε τον ιδρώτα του λαιμού της μ’ άφηνε να φανεί η γραμμή του στήθους, η ρόμπα λερωμένη με στίγματα από τον ασβέστη, η ποδιά πασπαλισμένη κι αυτή, τα χέρια της πονεμένα.
  Έκανε πίσω. Κατέβασε τα πόδια της από το πεζοδρόμιο. Με την ανάστροφη του αριστερού χεριού έκρυψε τα μάτια απ’ τον ήλιο όσο το πινέλο στο δεξί της δάκρυζε τ’ άσπρο μείγμα του στο δρόμο.
  Της άρεσε. Αυτή η ασπράδα, που έλαμπε στον ήλιο, της άρεσε. Είχε διαλύσει και μια στάλα λουλάκι μέσα, να δίνει στο άσπρο αυτό το φως που δεν ξέρεις αν το βλέπεις ή το φαντάζεσαι. Της άρεσε.
  Μάζεψε τα πράγματά της. Έπιασε το λάστιχο και τη σκούπα. Συμμάζεψε, καθάρισε, χαμογέλασε.   Μπήκε στην αυλή της και έσπρωξε μια δυο γλάστρες με γεράνια, ντάλιες, μαντζουράνες και κατιφέδες στο πεζοδρόμιο. Το στόλισε. Σκούπισε και την αυλή. Ομόρφυνε.
  Δέκα πρωινή κι είχε τελειώσει με τα έξω. Βάλθηκε να προλάβει και τα μέσα. Φαί πρόχειρο σήμερα. Άλλωστε κράταγε πάντα τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής. Πατάτες γιαχνί. Θ’ αγόραζε κι ελιές. Φρέσκο ψωμί. Κρασί υπήρχε πάντα. Ρετσίνα.
  Δεν είχανε πολλά. Δεν χρειαζόντουσαν πολλά. Κι ούτε ο ένας τον άλλο χρειαζόταν πια. Είχανε γεράσει μαζί. Τόσα, μα τόσα χρόνια. Συνήθισαν ο ένας τον άλλον. Ξεχάστηκαν. Τους αρκούσε ένα σούρσιμο από παντόφλες, ένας βήχας σαν πνιγόντουσαν από την ανάσα τους, ένα τίποτα σχεδόν για να επιβεβαιώσουν την παρουσία του άλλου και ησυχασμένοι ν’ ασχολούνται με ότι καταπιάνονταν.   Έτσι αποκάμουν τα ζευγάρια σαν ο καιρός μαζί είναι πιο μεγάλος από τον χώρια. Έτσι αποκάμει κι η ζωή τον άνθρωπο που από συνήθειο πια ζει. Σιωπηλά προσωπεία που όμως δεν αποσώνουν την ανάγκη για τ’ όμορφο.
  Έτσι κι εκείνη.
  Τ’ απογέματα σαν έμενε πάλι μόνη, έπιανε να συγυρίζεται η ίδια αυτή τη φορά. Έλουζε τα μαλλιά της ή αν δεν ήταν η μέρα τους για λούσιμο, τα μάζευε πίσω με χτενάκια. Φόραγε το μαύρο φόρεμά της με την ανοικτή πολύ λαιμόκοψη, πνιγόταν βλέπεις από τα κλειστά σ’ αυτή την ηλικία, και τον σταυρό που της είχε χαρίσει ο άντρας της σα γέννησε το γιό τους. Δυό σταγόνες κολόνια λεμόνι ανάμεσα στα στήθη της και πίσω απ’ τα αφτιά, ένα πέρασμα με μείγμα γλυκερίνης που έφτιαχνε μόνη, στα χέρια να μαλακώσουν από τις δουλειές.
  Έπειτα, αφού έπαιρνε στα χέρια της μια μάσκα με χερούλι που της είχε φέρει από ένα ταξίδι στο εξωτερικό η κόρη της, έπιανε μια θέση στο παράθυρο της κουζίνας να βλέπει τη ζωή έξω να κυλάει φρέσκια και καλοσιδερωμένη….

*
©Ασημίνα Λαμπράκου, Ιούνιος, 2010
Φωτογραφια©Γιώργος Κασαπίδης «σιωπηλό προσωπείο…»-ευγενική παραχώρηση. Ειδική επεξεργασία: Στάχτες

Athens Review of Books, τεύχος Δεκεμβρίου ’13

Στον Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ είναι αφιερωμένο το τεύχος Δεκεμβρίου της Athens Review of Books. Για τον «λαμπερό κόσμο» του Φιτζέραλντ και τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» γράφουν ο Τόμας Φλάναγκαν(Thomas Flanagan) και η Νάντια Λίβα. Ο Φιτζέραλντ, καθώς τέλειωνε στη Ριβιέρα το έργο του, έγραψε σε ένα φίλο του: «Αυτό είναι το βάρος του μυθιστορήματος – η απώλεια των ψευδαισθήσεων που δίνουν τόσο χρώμα στον κόσμο, ώστε αδιαφορείς αν τα πράγματα είναι αληθινά ή ψεύτικα, αρκεί να είναι μέρος της μαγικής λάμψης».
• Ο Γρηγόρης Τζουσδάνης (Gregory Jusdanis) γράφει για τη Φιλία στην εποχή του Facebook
• Ο Αντώνης Χατζημωυσής γράφει για τον κορυφαίο ίσως εν ζωή Αμερικανό φιλόσοφο Σάουλ Κρίπκε.
• Ο Αντώνης Εφραιμίδης γράφει για το αναπόφευκτο μέλλον της τριτοβάθμιας παιδείας και τα MOOCs, την ώρα που η πλειονότητα της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας δεν έχει υποψιαστεί ότι το μέλλον είναι ήδη αλλού. Διαθέσιμο στην (νέα) ιστοσελίδα μας.

• Ο Άρης Μπερλής γράφει για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
• Ο Παναγής Βουρλούμης γράφει για ένα νέο σύστημα ασφάλισης
• Ο Ευριπίδης Γαραντούδης και η Μάρα Ψάλτη γράφουν για την ποίηση του Χάρη Βλαβιανού.Διαθέσιμο στην (νέα) ιστοσελίδα μας.
• Ο Πέτρος Μαρτινίδης γράφει για τον επίμονο συνωμοσιολόγο Ζεράρ ντε Βιλιέ
• Ο Γιάννης Δ. Στεφανίδης γράφει για τη «λαϊκή κοινότητα» της συνενοχής: για τη σχέση των Γερμανών με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς
• Ο Κώστας Κωστής στο άρθρο του «Κράτος και ομάδες συμφερόντων» γράφει για το μεταπολιτευτικό κοινωνιολογικό παράδειγμα
• Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος γράφει για την σχετική με τον Χάγιεκ μυθολογία
• To editorial της ARB έχει τίτλο «Ο νέος μαυραγοριτισμός — Τα πιράνχας έτοιμα να ξεκοκαλίσουν τη μεσαία τάξη». Διαθέσιμο στην (νέα) ιστοσελίδα μας. Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα είναι: Όταν η λίμνη αποστραγγίζεται και βρίσκεσαι παγιδευμένος στον νερόλακκο μαζί με τα μονίμως πεινασμένα πιράνχας, τι κάνεις για να μην σε εξοντώσουν.

Ακόμη γράφουν οι:
• Χριστίνα Μπάνου, Από τον μαικηνισμό στον εκδημοκρατισμό της εκδοτικής παραγωγής
• Λιάνα Σακελλίου, Για τα Ποιήματα της Περγάμου του Γκέρχαρντ Φάλκνερ
• Λίνα Πανταλέων, Το όνειρο της ανακάλυψης του εαυτού
• Ιοκάστη Καμμένου, Σταθμοί ιστορίας, στάσεις ζωής
• Στέφανος Οικονόμου, Το οντολογικά ανεξήγητο κακό
• Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ημερολόγιο πολιτισμικού βίου
• Διάλογος. Όψεις της δεοντολογίας

Σχέδιο εξωφύλλου: Ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ από τον Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΑ ΠΡΩΤΑ 35 ΤΕΥΧΗ ΤΗΣ ATHENS REVIEW OF BOOKS, ΤΩΝ ΕΤΩΝ 2009, 2010, 2011, 2012, ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ 60%, ΔΗΛΑΔΗ ΠΡΟΣ 2 ΕΥΡΩ ΤΟ ΕΝΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ 1, ΑΘΗΝΑ)

Λουκάς Λιάκος, τα απομεινάρια μου κι η χορωδία σου -ποίηση

 
ΚΕΡΑΚΙ

Γράφω για ένα κεράκι που δε θα κρατήσει πολύ
για την ιστορία του και το δρόμο μιας ζεστής φιγούρας
το κίνητρο, η αιωνιότητα, οι βλάβες στη βαθιά του νύκτα
οι λιποθυμίες και η νίκη, όλα στημένα, άχρωμα
αναπνέουν.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λουκάς Λιάκος, τα απομεινάρια μου κι η χορωδία σου -ποίηση»