Αιμίλιος Χουρμούζιος, Παλαιά και νέα ποίηση

Θεωρία ποίησης: Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1980

Είναι καιρός που επαύσαμε να ταλαιπωρούμεθα για τον προσφορότερον ορισμό της Ποιήσεως. Και είναι, νομίζω, ο καιρός της χρεωκοπίας των «σχολών», των κινημάτων στην τέχνη, των μανιφέστων και των θρησκειών. Η Ποίηση οδοιπορεί μαζί με τη διαλυμένη ψυχή του ανθρώπου κι αν κάπου σταθμεύει, είναι για να μετρήση το πλάτος των παρθενικών της βημάτων. Είναι αληθινά η καταλυτική εποχή του θανάτου των ενθουσιασμών που σ’ άλλα χρόνια, παλαιότερα πολύ – αφού οι δεκαετίες έχουνε τώρα για μας την έκταση των αιώνων και το χτες βιάζεται να περάση στην προϊστορία – αρκούσαν για να γίνουν οι στρατολόγοι των «σχολαρχών». Ο ποιητής είναι σήμερα περισσότερο μόνος απ’ όλους τους περήφανους ερημίτες που την αχνή τους μορφή μας περισώζει το εικονοστάσι της παγκόσμιας γραμματολογίας. Μόνος είναι, γιατί λείπει τώρα το στοιχείο της κοινότητας των σκοπών κι ο μυστικιστικός φανατισμός του συνεκτικού ιδεώδους. Τίποτα δεν είναι πια πλήρες, τίποτε δεν είναι άρτιο. Και η Ποίηση, αφού έγραψε την τροχιά του ιδεολογισμού από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκεται τώρα στη νεκρή ζώνη της αοριστίας. Έχει ξεπεράσει το στάδιο των απατημένων προσδοκιών. Δεν πιστεύει ο ποιητής και δεν δέχεται. Δεν ελπίζει, γι’ αυτό και δεν αυταπατάται. Μα είναι η Ποίηση αγώνας;…

Η εισβολή του ιδεολογισμού και της φιλοσοφίας στην Ποίηση που έχουν εκτοπίσει, ή τουλάχιστον παραμερίσει, το καθαρό συναίσθημα και βάρυναν τον μελωδικό λυρισμό, δεν είναι φαινόμενο των σύγχρονων καιρών. Οι καιροί μας και οι ποιητές των καιρών μας έχουν αντιδράσει στην οργανωμένη ιδέα της εποχής του επιστημονισμού. Το σκίρτημα του υπερρεαλισμού υπήρξε μια ανταρσία και της οργανωμένης ιδέας, κατά της λογικής, αλλά η ανταρσία δεν θα διεκδικούσε τη θέση της στο χρονικό της Ποιήσεως του ΧΧού αιώνα αν δεν υψωνόταν κάθετη για ν’ αγγίση τον προσανατολισμό. Ήδη, με πολλή λογική ο Αντρέ Ζιντ διατύπωσε στις Νέες Τροφές το επαναστατικό σύνθημα: «Α! ποιος θα λυτρώση το πνεύμα μας από τις βαρειές αλυσίδες της Λογικής;». Κι αυτός ο Πωλ Βαλερύ γινόταν κατά κάποιον τρόπο ο πρόδρομος του αυτοματισμού με τον περίφημον αφορισμό του: «Η παραμικρότερη διαγραφή (rature), παραβιάζει τον αυθορμητισμό». Η κατάλυση της λογικής υπήρξε μια προσπάθεια διαφυγής των ανθρώπων του πνεύματος από τα αδυσώπητα συμπεράσματα των λογικών κατασκευών και ο αυθορμητισμός μια παραλλαγή της διαφυγής αυτής που αναζητούσε με την ανασκαφή του υποσυνειδήτου την εξαγωγή ενός καινούργιου εγώ, απείραχτου από τη φθορά της προσαρμογής με τον πολύμορφο –ηθικό, ιδεολογικό και πολιτικοκοινωνικό- συμβατισμό. Ολόκληρο το υλικό της Ποιήσεως είχε τριβεί από την αδιάλειπτη επανάληψη κι από την αποθήκευσή του στα ίδια μορφικά περιγράμματα. Ακόμη και οι λέξεις, τα φραστικά σχήματα, οι λεκτικοί συνειρμοί φαίνονταν τρομεροί αναχρονισμοί. Αν ο Βαλερύ πίστευε πως «οι ολόγυμνες σκέψεις και οι ολόγυμνες συγκινήσεις είναι τόσο αδύνατες όσο κ’ οι ολόγυμνοι άνθρωποι, γι’ αυτό, θα πρέπει να τις ντύσουμε» -και ποιο θα ήταν το ντύμα τους, αν μη οι λέξεις;- ο Αντρέ Μπρετόν, ο πρωθιεράρχης του υπερρεαλισμού, ζητώντας και τον λεκτικό αυτοματισμό, θεωρούσε πως «ήταν τερατώδης πλάνη να πιστεύουμε πως η γλώσσα δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις». Ο ριζοσπαστισμός του υπερρεαλισμού, δαμασμένος από τον σατανά του, τη λογική, επαναλαμβάνει το σύνθημα του Μπρετόν με αυτή τη λεπτή υπεκφυγή του Αντρέ Ζιντ που συναντά ο μελετητής του χρονικού της Νεώτερης Ποίησης στο ίδιο εκείνο απόσπασμα των Νέων Τροφών που δημοσίευσε το ντανταϊστικό όργανο η Λογοτεχνία: «Ονειρεύομαι νέες αρμονίες, μια τεχνική των λέξεων λεπτότερη και ειλικρινέστερη, χωρίς ρητορική και που δεν ζητάει τίποτε ν’ αποδείξη». Αυτό το «που δεν ζητάει τίποτα ν’ αποδείξεη» είναι μια άλλη μορφή του υπερρεαλιστικού αυτοματισμού, μια άλλη άρνηση του λογικού συνειρμού που οδεύει πάντα προς ένα κάποιο αποδεικτικό συμπέρασμα, είτε τούτο διατυπώνεται είτε απλώς υποβάλλεται.
***
Η Ποίηση, από τα πρώτα χρόνια της τρίτης δεκαετίας του ΧΧού αιώνα, αγωνίζεται να κερδίση κάποιαν αυτονομία όχι τόσο ειδολογική όσο πνευματική. Προσπάθησε ν’ αποχωριστή από τη γενική κίνηση του πνεύματος, εγκαταλείποντας σιγά σιγά και με θυσίες οδυνηρές τις μεστότερες κατακτήσεις της. Από τότε χρονολογείται η ρήξη με την παράδοση. Από τότε σημαδεύεται αυτό το έξαλλο ταξίδι προς το άγνωστο που έμελλε να περάση από τις αδυσώπητες Συμπληγάδες του Ορθολογισμού και του Παραλογισμού για να μας φτάση δεινά τραυματισμένη αλλά και με πολλή δύναμη κι αυτοπεποίθηση για να μην επιχειρήση καμιάν επώδυνη επιστροφή προς ό,τι με τόσο πάθος και με τόσην αγωνία αποχωριζόταν. Τριάντα περίπου χρόνια διαρκεί η κρίση της αναζήτησης, η δοκιμασία των επάλληλων αποτυχιών, η θανάσιμη πάλη με την πρόζα για τη βεβαίωση του ιδιότυπου εδάφους όπου καλλιεργείται ο νέος ποιητικός λόγος, και στα τριάντα τούτα χρόνια οι κατακτήσεις υπήρξαν τόσο μεγάλες όσο μεγάλη υπήρξε και η αυτοκαταστροφή και η αυτοκατάλυση σε στείρα αποτελέσματα. Μ’ όλο τούτο, τα τριάντα αυτά χρόνια έγιναν ήδη μια ιστορία και το πρώτο κεφάλαιο μιας νέας παράδοσης που έχει τούτη την ιδιοτυπία από ό,τι συνήθως εννοούμε λέγοντας παράδοση: την αέναη κινητικότητα και τον δυναμικό μεταβολισμό. Σήμερα η Ποίηση δεν διεκδικεί πια έναν νέο ορισμό που να θέτει με τον περιοριστικό του χαρακτήρα ορόσημα, φράγματα και τυπικούς κανόνες. Η Ποίηση σήμερα, αν βρίσκεται από ιδεολογική πλευρά στη νεκρή ζώνη της αοριστίας, από καθαρά τεχνολογική βρίσκεται σε μια ρευστότητα ιδεολογική που φαίνεται να δικαιολογεί τη ρήση του Βαλερύ: «Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους έχουν για την Ποίηση ιδέα τόσο αόριστη, που η ίδια αυτή αοριστία της ιδέας τους είναι γι’ αυτούς ο ορισμός της Ποιήσεως». Αυτή η αοριστια είναι ό,τι απελευθερώνει τον σύγχρονο ποιητή από την οποιαδήποτε πειθαρχία, που ενδυναμώνει την ατομική προσπάθεια τα κατάχτησης ενός προσωπικού αισθητικού πιστεύω και γίνεται το κίνητρο της ατομικής συνεισφοράς για την αργή μορφοποίηση του νέου ποιητικού ιδεώδους. Εξάλλου η βαθμιαία ιδεολογική απομόνωση του ποιητή που ζει μετ α άλλα ανεξάρτητα πνεύματα τη στιγμή της Μεγάλης Διάψευσης του ιδεώδους του ομαδισμού, αν απελευθερώνει την ποιητικήν έμπνευση και κινεί τις δημιουργικές δυνάμεις της φαντασίας, βοηθεί ταυτόχρονα, χωρίς ιδιοτέλεια, την ίδια μορφοποιητική λειτουργία που συντελείται σχεδόν ασυνείδητα, αλλά γι’ αυτό όχι λιγότερο οικοδομητικά. Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει πόσο διάστημα χρόνου θα καλύψη η απομόνωση τούτη που μπορεί να χαρακτηρισθή με πολλή σχηματοποίηση σαν μια επιστροφή στο άτομο. Όμως ουσιαστικά δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για μια νέα ανίχνευση του ατόμου. Επιστροφή θα ήταν αν το σημερινό άτομο ήταν το προπολεμικό μόριο της ομάδας που είχε παραμερίσει για να κονιορτοποιηθεί από τον οδοστρωτήρα του ομαδισμού, ένα μόριο αυτάρεσκο, εγωκεντρικό, αλαζονικό κι ατίθασο, ξένο προς ό,τι θα ήταν δυνατό να θεωρηθή σαν προσπάθεια κοινωνικού μεταμορφισμού ή καν το μόριο εκείνο το ομφαλοσκοπικό και αδιάφορο που στένευε τον κόσμο σε μια γειτονιά και την παγκόσμιαν αγωνία την περνούσε από τη βελονοτρυπίδα του μικρόχαρου εγώ του. Σκέπτομαι το άτομο που ήταν μια άρτια κοινωνική μονάδα και δέχτηκε ν’ ακρωτηριάση τις προεξοχές του ατομισμού του για χάρη του ομαδικού σχήαμτος της ευτυχίας. Τώρα που το σχήμα τούτο αποδείχτηκε τόσο κακότεχνο και τόσο στενόχωρο που να μη μπορεί να δεχτή την ανθρώπινην αγωνία και τώρα που το προσωπείο της ελευθερίας φενακίζει το τερατώδες πρόσωπο της δουλείας, το άτομο θέλει να ξαναγυρίση στον εαυτό τουτον ανανεωμένον από τον πύρινο κύκλο της μεγάλης δοκιμασίας. Έτσι φαντάζομαι και τέτοια νομίζω, πως είναι αυτή η επιστροφή που δεν γίνεται μ’ ενθουσιασμό αλλά με πολλή πίκρα. Πόσον καιρό θα είναι ο άνθρωπος ερημίτης του εαυτού του δεν είναι δυνατό να προμαντευθή γιατί κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η φοβερή σύγχυση των ιδεών, που την ξεκαθαρίζει ο καθένας μας ξέχωρα για την ειρήνευση της δικής του ψυχής, θα οδηγήση σε καινούργιο χάος. Ωστόσο το διάστημα τούτο δεν μπορεί πια να είναι ένα διάστημα σιγής για τους ανθρώπους που έχουν ακόμα φωνή. Και οι σκόρπιες φωνές μ’ όλη την πολυτονία τους είναι ικανές να δημιουργήσουν τη συμφωνία των διάσπαρτων και συχνά παράταιρων ήχων που είναι χίλιες φορές προτιμότερη από τη διατεταγμένην ομοφωνία. Η έλλειψη σταθερού προσανατολισμού, ιδεολογικού και αισθητικού, αν αποκόπτει κάθε δεσμό με την άστατη παράδοση των μεσοπόλεμων χρόνων, αρχίζει να γίνεται η ίδια παράδοση. Οσο οξύμωρη κι αν φαίνεται η βεβαίωση τούτη, δεν παύει να είναι περίεργη πραγματικότητα. Αρχίζει δηλαδή να σταθεροποιείται το κλίμα της ασύδοτης ελευθερίας που επιτρέπει τα πιο επικίνδυνα τολμήματα, αλλά και τα πιο γόνιμα συνάμα, γιατί η αλυσίδα της μίμησης συναντά τουςτουςείποντες κρίκους. Εκεί, είτε σταματά, είτε επιχειρεί το άλμα της νοητής ανασύνδεσης με το παρελθόν. Όμως το άλμα πέφτει συχνά στο κενό γιατί είναι πάντοτε δύσκολη η ψυχολογική γεφύρωση του σήμερα με το χτες. Το χτες είναι γεμάτο με προσδοκίες που σήμερα, κάτω από το ωμό φως των ξαστοχημένων πραγματοποιήσεων, αναδίνουν τη νοσηρότητα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τη χίμαιρα. Ό,τι αναβιώνει το χτες ηχεί στην ψυχή μας σαν ήχος κούφιος, ήχος στεγανός, αφού δεν υπάρχει καμιά ανακλαστική επιφάνεια για να τον αναζήση. Τι επιζή σήμερα; Ισως κάποιος τρόπος ποιητικός, κάποια στιχουργική τεχνική, κάποια υπολείμματα ρυθμών που αγωνίζονται να θεμελιώσουν τη συνέχεια χωρίς να το πετυχαίνουν, γιατί κανένας άξιος ποιητής του καιρού μας δεν επιχειρεί το αβέβαιο τούτο βάδισμα απάνω στο τεντωμένο σκοινί που θέλει να συγκρατήση το ολάρμενο καράβι από το μεγάλο ταξίδι. Οι ποιητικοί τούτοι τρόποι και οι στιχουργικές επαναλήψεις των προτύπων του χτες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της πορείας. Και συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι η Νέα Ποίηση έχει κιόλας ηλικία γιατί δυσκολευόμαστε πάντα να εμπιστευτούμε στα νεογέννητα.
***
Περιπέτεια λυρισμού
Η ηθική διάλυση του υπαρκτού κόσμου, η αξεπέραστη, υποκειμενικά και αντικειμενικά, κρίση των ιδεών, η αδυναμία της φιλοσοφίας να στηρίξη μια κατάφαση κα να διεκδικήση αδιασάλευτο έδαφος στο χώρο της ψυχής, υπήρξαν οι συντελεστές της αοριστίας. Η αοριστία, από τα πρώτα χρόνια της μεσοπόλεμης παρένθεσης, είχει επιβληθή σα κλίμα αισθητικό, αφού προηγουμένως είχε δημιουργήσει την ηθικά περιρρέουσαν ατμόσφαιρα –(πόσον αληθινά λαμπρός είναι, στη γενικευτικότητά του, ο ροϊδικός όρος…). Η αοριστία είναι και αυτή μια κρίση – μια κρίση ιδεολογική στην ευρύτερη και περιληπτικότερη έννοια του όρου. Αλλ’ υπάρχουν κρίσεις και κρίσεις. Οι παροδικές και οι μόνιμες. Ό,τι χαρακτηρίζει τις παροδικές κρίσεις είναι ένας οξύτατος αγώνας ανάμεσα στην κατάφαση και στην άρνηση, ωσότου η κατάφαση εξουδετερώση την άρνηση και συνεχίση, μ’ όλη την ταλάντευση, τη γραμμή της πορείας, ή ωσότου η άρνηση αποσυνθέση την κατάφαση και δίνοντας στην πορεία μιαν άλλη κατεύθυνση, εγκατασταθή σαν μια νέα, αυτή, κατάφαση χρησιμοποιώντας τα διαλυτικά στοιχεία της πρώτης, που μεταβάλλονται τώρα σε στοιχεία θετικού δυναμισμού. Στις παροδικές κρίσεις η Ιστορία σταθμεύει πρόσκαιρα, όσο χρειάζεται για να σημαδέψη την ταραχή. Αλλ’ η συνέχεια επιβάλλεται, κυριαρχεί και οδεύει, είτε στην παλιά γραμμή είτε στη νέα, γιατί και η νέα γραμμή είναι μια συνεχής κατάφαση μ’ ελαφρούς τιναγμούς. Στις μόνιμες κρίσεις ο αγώνας είναι αδιάλειπτος˙ όμως, μετά την πρώτην οξύτητα, αποκαθίσταται σιγά σιγά ένα καθεστώς που έχει το στοιχείο κάποιας ρευστής μονιμότητας. Είναι η μονιμότητα που δεν κλείνει τον θάνατο του στατικού, γιατί οι αντιφατικές δυνάμεις βρίσκονται πάντοτε σ’ ενέργεια και εγρήγορση. Ωστόσο καλύπτει ένα χρονικό διάστημα επαρκές για να δημιουργήση ατμόσφαιρα, θερμοκρασία, κλίμα. Η κρίση γίνεται συνείδηση και απαιτεί την προσαρμογή. Και η Αισθητική είναι κυριότατα μια προσαρμογή στο ηθικό κλίμα της εποχής. Δεν είναι δύσκολο ν’ αντιληφθούμε πως η ιδεολογική αοριστία δημιούργησε την αισθητική της αοριστίας. Οι απαρχές πρέπει να ν’ αναζητηθούν στην περίοδο της τυπικής εκείνης προσπάθειας της επιστήμης να διασπάση το διάφραγμα που εχώριζε την έννοια της στατικής ύλης από την εν δυνάμει ύλη, δηλαδή την ενέργεια. Είναι μια αποφασιστική περίοδος μεταξιώσεως των αξιών, η εποχή μιας νέας φυσικής που ανέτρεπε με ραγδαιότητα τις παραδεγμένες ιδέες και κλόνιζε σύρριζα τις καθιδρυμένες αντιλήψεις. Η βαθύτατη αλλαγή που έμελλε να επηρεάση τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και φυσικάη την αισθητική, που αποτελεί έναν κλάδο του ιδεολογικού επιστεγάσματος της κοινωνικής διάρθρωσης, υπήρξε η βασική αιτία του μεγάλου αποχωρισμού του ατόμου από την παράδοση, το κίνητρο της διαφυγής του από την κοινή κοίτη του πνεύματος, η αφορμή της ρήξης με την οργανωμένη ιδεολογία της κοινωνικής μάζας. Από τη στιγμή που οι τρέχουσες ιδέες έχασαν την πειστικότητά τους, το καθορισμένο εννοιολογικό τους περίγραμμα με τη σαφήνεια του περιεχομένου του έγινε εξαιρετικά στενόχωρο, η φθορά των λέξεων πρόβαλε με περισσότερη γυμνότητα, κι ο αγώνας αίφνης του Μαλλαρμέ, για την κάθαρση και τη λεκτική αποπνευμάτωση φαινόταν ανεπαρκής για να τους ξαναδώση την παρθενικότητα και τη στίλβη τους. Δεν έφταιγαν τόσο οι λέξεις όσο το εννοιολογικό τους φορτίο. Οι λέξεις, ειδικά μετά το ουμανιστικό στάδιο της ποιήσεως που χρονικά τάσσεται ανάμεσα στον συμβολισμό και τον νεοσυμβολισμό, (δηλαδή σε μια περίοδο που καλύπτει περίπου τριάντα τόσα χρόνια, από το 1890 έως το 1920), και μετά τη φιλοσοφική φάση, όπου η ποίηση προσπαθούσε ν’ ανταγωνισθή τη φιλοσοφία στο επίπεδο της μεταφυσικής γνώσεως του κόσμου, οι λέξεις έμειναν αυτό που ήταν: οχήματα ιδεών που δεν άργησαν να γνωρίσουν βίαιους τιναγμούς πάνω στα κοφτερά χαλίκια της αποκαλυπτικής παρουσίας του υποσυνείδητου. Η γεφύρωση του διχασμού του βαθύτερου εγώ με το εγώ το διαμορφωμένο από την τριβή του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο, η κατάργηση της διάστασης ανάμεσα στην παρθενική ψυχή του ανθρώπου και του αντικειμενικού κόσμου, η συγχώνευση δηλαδή του υποκειμένου με το αντικείμενο, άλλοτε μόλις συνειδητή, ή μάλλον χαμένη στις σκοτεινές περιοχές του ονείρου, σήμερα ανάγκη επιβλητική μέσα στην απόγνωση της αυτοκαταδίκης και της αυτοεξορίας, υποβάλλει την έφεση μιας γνώσης ολοκληρωτικής του εγώ και του κόσμου, και παράλληλα μιας ηθικής που θα ρυθμίση την ατομική αγωγή απέναντι του συνόλου ή, καλύτερα, της ηθικής που θα καταργήση τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική και τη μαζική αγωγή.
***
Η αγωνία της Ποιήσεως και η περιπέτεια του Λυρισμού άρχισαν από την ώρα που το άτομο ζήτησε να γνωρίση τον εαυτό του, να τον γνωρίση ολοκληρωτικά, σε βάθος και σε πλάτος, κι από τη στιγμή που η αυτοεμπειρια χρησιμοποιήθηκε σαν ένα μέσο για να γνωρίσουμε τον κόσμο. Από την ίδια στιγμή η Ποίηση γίνεται ένας αγώνας για την κατάχτηση του επιστητού και μαζί πλουτίζεται με διεκδικήσεις που άλλοτε παρακολουθούσαν μονάχα το φιλοσοφικό πνεύμα στις αναζητήσεις του. Ήδη ο Μπωντλαίρ θεωρούσε τον εαυτό του το σκεύος εκλογής που είχε επιλεχθή για να εκφράση το μυστήριο της ζωής, ενώ πριν από τον υπερρεαλισμό και τον πρωθιεράρχη του τον Αντρέ Μπρετόν, ο Ζερράρ ντε Νερβάλ αναζητούσε χωρίς καμιά προπέτεια ταχυδακτυλουργική, να ισορροπήση το υπαρκτό με το ανύπαρκτο, το απτό με το ασύλληπτο, το όνειρο με τη ζωή: «Θαρρώ, έλεγε ο ανύποπτος εκέινος πρόδρομος των νεώτερων εξερευνητών του ονειρικού χώρου, πως η ανθρώπινη φαντασία δεν επινόησε τίποτα που να μην είναι αληθινό». Κι από τότε η υπαρκτή ζωή, ο θεατός κόσμος αποτελούσαν μια δεύτερη αλήθεια που ερχόταν να προστεθή στην αλήθεια την ονειρική. Αν η αντίληψη τούτη, στην εποχή ακόμη του ρομαντισμού, ήταν μια καθαρά ποιητική βεβαίωση, που είχε μόνο στήριγμα τη μυστικιστική προσήλωση των ποιητών στην αποκαλυπτικότητα της εμπνεύσεως, στα νεώτερα χρόνια οι ψυχαναλυτικές έρευνες επροίκισαν τις ποιητικές φαντασιώσεις με τη θετική κι αποδεικτική δύναμη της επιστήμης.
[…]
Αιμίλιος Χουρμούζιος (Λεμεσός, 12 Αυγούστου 1904 – 16 Σεπτεμβρίου 1973). Κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, μεταφραστής, γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου το 1904.
Εξέδωσε το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Κύπρου την Αβγή. Το 1925 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου άρχισε να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα Εστία ενώ παράλληλα σπούδασε στη Νομική. Το 1927 εξέδωσε το περιοδικό Λογοτεχνική Επιθεώρηση και στη συνέχεια τη Νέα Επιθεώρηση και από το 1930 έγινε συντάκτης της εφημερίδας Καθημερινή. Κατά τη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και μετά τον πόλεμο διετέλεσε γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε κυρίως με το περιοδικό Νέα Εστία δημοσιεύοντας κριτικές μελέτες, μεταφράσεις και δοκίμια. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς και Αιμ.Χ.

H Εργογραφία του στο BiblioNet

[πηγή]

Success Σπόροι

(light) Editorial του Στράτου Φουντούλη

Οι πράσινοι λεκέδες παραμένουν• ισχυρίζονται χωρικοί, «το ζώο αποφεύγει τα χόρτα που έχουν φυτρώσει πάνω στην κοπριά του, ακόμα κι όταν πεινάει»
Αυτά και πολλά άλλα ωραία θέματα όπως μια συμβολική βάτος από βαλανιδιές πράσινες (κι αυτές!) που περιπλέκουν λέει κισσοί, μαλακόκισσοι, αγριοτριανταφυλλιές, και πιο κάτω ακόμα ο Άγιος βγάζει τα ποδήματά του, κάτω από τα μάτια ενός αγγέλου, ενώ ένα σκυλί φυλάει πρόβατα και κατσίκια.
Πόσες αλήθεια ερμηνείες παράξενες και συγκινητικές δε δέχεται η φύση, που ξέρει και στις χειρότερες σκληρότητές της να δίνει τις μαλακές καμπύλες της ωραιότητας.
Και πάντως κανείς δεν αμφιβάλει για το αέρινο παλατάκι της αράχνης που διατηρείται κυρίως χάρη στη μνήμη των χρυσόψαρων, αλλά και χάρη στην τάση επιφάνειας του νερού, κυρίως του αφρού, να επιπλέουν.
Έτσι η αράχνη κ α ι τρώει τη λεία της, κ α ι ταΐζει τα παιδιά της.
–τα δικά της, ό χ ι  τ α  δ ι κ ά  μ α ς.
Αυτό θα πει Success Σπόροι.

 

Da-Da!
*

Σωτήρης Γάκος, «Επί σκηνής» -παρουσίαση

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Επί σκηνής» του Σωτήρη Γάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica

Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνουμε και σας προσκαλούμε στην παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής «Επί σκηνής» της Σωτήρη Γάκου που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013 στις 19:00 στο Καφενείο «το Λουξ» Ολύμπου 83 στη Θεσσαλονίκη.

Για τον συγγραφέα και το έργο του θα μιλήσουν:

  • η Δώρα Κασκάλη συγγραφέας, ποιήτρια
  • και η Αναστασία Γκίτση, ποιήτρια

Το βιβλίο:
Αυτή η μικρή ποιητική συλλογή του Σωτήρη Γάκου περιλαμβάνει 32 ποιήματα για το θέατρο τον ηθοποιό, την σκηνή, τα παρασκήνια και τους θεατές.
Ποίηση για το θέατρο, αλλά και για τη ζωή που πολλές φορές μπερδεύονται στα μάτια των ηθοποιών, των θεατών και των ανθρώπων. Μια ποιητική συλλογή που υποδόρια προσπαθεί να μας υπενθυμίσει, αν μη τι άλλο, ότι η ζωή είναι μια παράσταση, η δική μας παράσταση, ή ότι το θέατρο δεν αντιγράφει τη ζωή αλλά έχει μια αυτόνομη ζωή που πρέπει να ανακαλύψουμε.
Μια ποιητική συλλογή με 23 ποιήματα που συνοδεύονται από 4 θεατρικά σκίτσα του Χάρη Παπαπέτρου.

Ο συγγραφέας:
Ο Σωτήρης Γάκος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980, όπου και ζει. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. στην κατεύθυνση Γενικής & Συγκριτικής Γραμματολογίας. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι αρχισυντάκτης του ηλεκτρονικού περιοδικού «I act cultural e – magazine» και μέλος της Ομάδας Καλλιτεχνών SourLiBoom.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ
Είναι δύσκολο να ζήσεις το διαφορετικό
εκείνο που δεν έμαθες ακόμα, εκείνο που δεν ένιωσες.
Πρόβα στις ζωές των άλλων δεν έμαθα να κάνω.
Είναι σκληρό να πονάς για άλλους μέσα από σένα!
Είναι οδυνηρό να γελάς για άλλους κι όχι για σένα!
«Σαρξ εκ της σαρκός μου».
Κι οι λέξεις γίνονται δικές μου. Δεν υπάρχει ρόλος.
Τα ψέματα τελείωσαν, «η παράσταση αρχίζει».

Η ΑΦΙΣΑ
Κολλάω τη ζωή μου πάνω σε τοίχους
πάνω σε μια κόλλα ιλουστρασιόν
τετραχρωμία σε μεγάλη διάσταση.
Η διαφήμισή μου επαφίεται στη θέληση του κάθε αφεντικού,
της κάθε σερβιτόρας.
Ντελάλης των ονείρων μου, ο κανένας.
Ένα φύλλο χαρτί μόνο φωνάζει:
«Έλα να με δεις που κλαίω, που γελώ, που γεννιέμαι και πεθαίνω».
Ένα σαββατοκύριακο γεμάτο υποσχέσεις στη συγκεκριμένη πάντα ώρα!
Όνειρο ήταν, πάει. και πάλι αναμονή,
αβέβαιο μέλλον γεμάτο αισιόδοξη ανεργία.

ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ
Μη! Μη σβήνετε τα φώτα!
Ξέχασα κάπου τον εαυτό μου,
πίσω από ένα κουστούμι
και τώρα το σώμα αναζητά την ψυχή μου.
Μη! Μην αφήνετε το χειροκρότημά σας.
Εγώ ζω για την τρομακτική αναμονή το

Τάκης Αναστόπουλος, Τρία ποιήματα -πρώτη δημοσίευση

 
Η πίστις σώζει

Να πιστεύετε στα θαύματα
Νά, προχτές με την απεργία των απορριματοφόρων
Μία σακούλα σκουπιδιών ανελήφθη εις ουρανούς
Και μία κυρία ευτραφής, στη θέα ενός ποντικιού
Αντί να βγάλει τσιρίδα
Τραγούδησε ‘γλυκό μου τσιντσιλά’
Στη μελωδία του ‘γλυκιά μου Ρεζεντά’

———————————————–(2013)

***
Οι εξωτικές μυρουδιές του ονόματός της

Φόρεσα το κανελλί παλτό που με ζεσταίνει το χειμώνα
και πήγα στο χωριό. Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής κλειστή,
τα κορίτσια δεν είναι πια εδώ να ανάψουμε μαζί κερί,
γίνανε γυναίκες και οι γυναίκες κουρασμένες μάνες
και τα ευωδιαστά τους ονόματα αλλάξανε και αυτά,
η Τριανταφυλλιά, η Γαρυφαλιά, η Λεμονιά, η Ευανθία,
έχουνε εγγόνια που τα φωνάζουν Φαίη, Φάλια, Νία, Εύα.
Τώρα, εμένα αυτό δεν με αφορά,
τη μάνα μου στο χωριό πάντα τή λέγανε Κανέλλα.
Έτσι, εξηγείται όμως γιατί
με τις εξωτικές μυρουδιές του ονόματός της
– ορεσίβια αυτή –
με έμαθε διαφορετικός να είμαι.
———————————————–(2013)

***
Αύριο

Αύριο θα γυρίσουμε σπίτι, επιστροφή στα καθιερωμένα
Τελείωσαν οι διακοπές, τα μπάνια,
τα ουζάκια κάτω απο τους ευκάλυπτους με ευκαιριακή παρέα,
οι σιέστες, χωρίς καν ένα σεντόνι,
οι μεταμεσονύκτιες μονομαχίες με τα κουνούπια,
τα αργοπορημένα ξυπνήματα,
όταν ο ήλιος έχει για τα καλά ανάψει
και το τζιτζίκι μες την γκρίζα του αρματωσιά πλαντάξει,
η μυρουδιά της μαρμελάδας, η κόρα του ψωμιού τραγανιστή
η σαύρα που αλαφιασμένη γλιστράει στο πεζούλι,
τα γέλια συχνά χαζά και άλλοτε πνιχτά με νόημα
ή βεβιασμένα ως απονενοημένο διάβημα
τα μισοτελειωμένα αντιηλιακά
τα μισοδιαβασμένα βιβλία
τα μισοκαπνισμένα τσιγάρα
τα μισοδαγκωμένα χείλη,
– με πονάς, άσε με, αύριο.
———————————————–(2012)

©Τάκης Αναστόπουλος
Η φωτογραφία του Τάκη Αναστόπουλου από τη Μαρία Οικονόμου. Ειδική επεξεργασία: Στάχτες

~ ~ * ~ ~

Ο Τάκης Αναστόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα (1948) αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και το Στρασβούργο. Εργάστηκε στην Ελλάδα, στο υπουργείο Οικονομίας (τότε Συντονισμού) στην ομάδα διαπραγματεύσων για την ένταξη στην ΕΟΚ. Απο το 1981, υπήρξε ένας απο τους πρώτους Έλληνες ευρωυπαλλήλους. Σήμερα είναι τ. Διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απο την οποία συνταξιοδοτήθηκε στα τέλη του 2011. Έκτοτε αρθρογραφεί στον αθηναϊκό τύπο για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και διηγήματα:
– Μικρές αγγελίες, ποιήματα, Διάττων 1994
– Άνω τελεία, ποιήματα, Γαβριηλίδης 1998
– Το βιβλίο φάντασμα, δύο νουβέλες, Γαβριηλίδης 19986
– Ιστορία δίχως τέλος, διηγήματα, Γαβριηλίδης 2000
– Άνεμος θωπευτικός, ποιήματα, Γαβριηλίδης 2012
– Καλύτερα ένα χρυσόψαρο, διήγημα, Νέα Εστία, τεύχος 1856, Δεκ. 2012

Νανά Tσόγκα, Είμαι εσύ

(«Είμαι εσύ» εικονοΓραφημένο)

 

(Α = άντρας, Γ = γυναίκα)

Α. Είμαι εγώ που φοβάμαι την έρημο και διψάω
για την δική σου όαση ως την τελευταία σταγόνα

Γ. Είμαι εγώ που σε θέλω στο δάκρυ μου
να το πίνεις χωρίς απορία στο πλάι μου

Α. Είμαι εγώ που δεν χορταίνω το γέλιο σου
όταν πέφτει ο ήλιος στην γύμνια μας

Γ. Είμαι εγώ που φιλεύω τον άνεμο
να σε φέρνει σε κάθε μου ανάσα

Α. Είμαι εγώ που σε τρώνε τα χέρια του πόθου μου
αφού μάτια δεν έχω για μέσα σου

Γ. Είμαι εγώ που κουβαλάω το άρωμά σου στα σωθικά μου
όπως εσύ το δικό μου στο φανελάκι σου

Α. Είμαι εγώ που σε κυλάω τόξο ηδονής
στους ολάνθιστους λόφους για να τρώω τα λουλούδια σου

Γ. Είμαι εγώ που σε παίρνω στα κύματα και σηκώνεις πανί ‘παραδίνομαι’
ώσπου να βρεις ξανά το λιμάνι της μοναξιάς σου

Α. Είμαι εγώ που αγάπησα τα όνειρα
κι ας σε κλέβουν συνέχεια από μένα

Γ. Είμαι εγώ που σε πλάθω στα μέτρα μου
να μετράνε κι οι ώρες που σ’ έχω

Α. Είμαι εγώ που σε κόβω στα μέτρα μου
να χωράς με χαρά στο τσεπάκι μου

Γ. Είμαι εγώ που ζωγραφίζω ουρανούς να πετάς
να γνωρίσεις και βυθούς και αστέρια ταυτόχρονα

Α. Είμαι εγώ ο τεθλασμένος Ηνίοχος
που παλεύει να κλείσει γύρω σου τον κύκλο

Γ. Είμαι εγώ η κολώνα η μόνη της που προσμένει
το χάδι σου στην γωνία ασκεπούς Ερεχθείου

Α. Είμαι εγώ ο Ποσειδώνας και η τρίαινα μαζί
πασχίζοντας να τιθασεύσω τα αντίξοα πέλαγα

Γ. Μπέρδεψα την ανάσα του ύπνου σου με τον ψίθυρο
του νερού – άρχισε να βρέχει, κοιμήσου εσύ…

~ ~ * ~ ~

…Και η ‘προφορική’ εκδοχή του (η Νανά Tσόγκα διαβάζει με τον Ματθαίο Ματθαιάδη)

©Νανά Tσόγκα
Φωτο Creative Commons, αρχές 20ου αι.

Dee Sunshine, Atom Dead Latex -poetry


Atom Dead Latex

The angels play kettledrums for these dead men:
smiling, sad as colonels handing out medals,
medals for dead men,
medals for warriors who went forth
and multiplied their gift for death,
casting apocalyptic pearls before ungrateful swine,
sowing seeds on infertile ground.
—————–This is war! All will be destroyed.

There will be no garden of liberation.

A tin machine
—————–with angry, jubilant, glorious others underneath
—————–waves in deep trenches of mud:
a second drum-roll of celluloid images
contrived by the avant-garde chosen few,
imagining the burnt out survivors,
their paltry offerings,
their pleading hands wailing.

Now, running away:
not an army, not a parade of green berets,
merely a pawn in the underground,
smelling of piss and fear,
of ammonia and amino acid,
of endings and beginnings.

Soft bellied, raging and ragged,
dragged into the bright
magnesium light,
a death march across the chess-board,
remembering soft, pink milky tits
and being blown to bits –
the wind pushing you ever forward.

Forward by His Light,
this infernal God of Zion,
benignly smiling down
on the broken shell
of this broken town.

Broken and breaking down,
you lie on the roof of the world,
staring down into a white free sun,
high as sky high love light,
white shadows before your body.

You feel nothing
but these pink tit bits,
this blood, this mud:
hear angels singing
alongside the sirens…
—————–soft and gentle, touching you with their wounds,
drifting like chiffon dressed brides dancing through corn,
drifting like Christ on his cross, illuminating bodies far below
sprayed in meat bits across this charnel ground,
rusted metal dreams unsprung, like tank bits rattling
to the timpani of exploding shell casings,
a crease of cordite
ensnaring your senses.

Such pain in these dreams:
red as aerated blood,
sharp as a cut-throat razor.
—————–The red leaking out into the soil,
—————–leaching the body of all vitality,
—————–leaving it blue as winter’s breath.

Hopeless, this dreaming of something white:
hopeless, this dreaming of something soft.
You remember only, how to breathe.

Breathe, nearly naked small boy at her breast,
free like wind, eat up the Earth,
like swimming in warm amniotic fluid.

Sustenance in your belly:
a field-mouse caught unawares,
caught in the snare of your broken hands,
once, so here and now,
now… nothing.
How red meat disgusts!

You remember other times…

Shells exploding all around you,
thick clouds of acrid smoke,
the burning at the back
of your throat.
You didn’t stay
and die like all the others.
You didn’t talk of home-cooking,
of cricket matches on village greens.

You said
life is not a piece of cake.

Now you croak, in your blood-gargled throat,
I want out

Sunk down ocean deep
in asphyxiating toxic mud: the corporal cries out
last one into the bunker’s a dead man

Bombers pass overhead, grinding the sky
to gunmetal dawn. A second sun
rises in the East. You hear your mouth
leading you down the rutted road
towards death: a red maiden
walking the red squares of the chess board.

You are frightened by these half-starved hallucinations,
command them in a whisper to
Stop

Nothing else: too ragged for flight, too week to fight.
They strike, like orange-red flowers of death,
like an orgasm of Christ-light,
the swollen blinking of schrapnel,
the thundercrash of the master race.

Death slinks away, leaving moon-craters
in fields of brilliant fertility.
Your legs twitch
with the itch to run away,
but movement doesn’t come.

Then a sense of tranquillity descends:
fear backs out the door,
leaving you alone –
a serotonin flood of unexplained joy
lodged in your brain, like a stone.
You sense death approaching
like an aching virgin bride,
her hands outstretched and glowing.
She is Mary, the woman of sorrows,
melting in a river of salt water…
and then she is gone, gone, gone.

Voices, echoing through liquid:
they call you back to the here and now
of corpses and gunshot orchestras,
the serenade of mustard gas
and you replay and replay
the same old worn out can of film –
you are running back
to the small, shelled town
where, only days before,
you were strung out and toxic,
waiting for orders to advance.

You are running back. No fragment of your being
moved to false heroics.
—————–Absenting yourself without leave
—————–because you couldn’t take leave of your senses.

I am running back

No falling for the stoic myth:
you dream of flying free,
lying in the blood-soaked earth,
under the cover of charred, scorched fronds
that once were crops.

See her coming to you, blond hair in pleats.
A corn dolly. A hallucination:
the devil dancing on a fiery sea of stones.
Let my hometown fry in a firestorm, you mutter,
grateful for release from this war. Then you see her,
her pink tits milking your thirsty mouth,
an angel emissary of the starving deity:
you hear her bagpipe wail, her disarray,
the mocking cabaret of dead men,
the vile smell of freight trains.

I am nothing, you cry out into the night, 
a man-swat fly of fear,
a part of those who would strike out 
at a random bunch, a random race… 
be they ugly or Christ-like and gentle.

You are running towards faraway hills,
an early small boy naked:
feel nothing now but your lungs…
remembering how to breathe.

Running now, a scream tore her…
to free her breast like the wind,
that you may eat up the Earth.

Her teats like matchwood, leading your mouth to death.
Stones on the red squares of this board.
—————–Here lies an unknown soldier.
—————–Too anonymous
—————–when the orders came in.

Here, there is no garden of England:
no return to the soft rebate of hills,
the rose twines of church gates
and Sunday roast cricket.
————You will never eat from
—————–these bodies burnt, twisted, torn
———————-in soft brown moist gravy,
an idyll of rural angels and chess boards,
red & white gingham of schoolgirl innocence.

This is the wretchedness of all this bloody war:
there can never be a return.

These medals are for killers.

This kingdom, this green and pleasant land,
this happy-ever-after
is a lie, a satin wrapped syphilitic whore.

There is nothing left in this burnt out aftermath:
nothing to breathe;

just this torn pink tit of flesh in your side
(and no pain anymore)

just a choir of vengeful angels
singing you down to dust:
so, you are Christ
and all red meat disgusts.

****

©Dee Sunshine
photo©Stratos Fountoulis, «Chaussée de Vleurgat 2007, Bruxelles»


bio
Dee Sunshine was born in 1962, in Glasgow, Scotland. He started writing poetry in his teens and was inspired to take his writing seriously after he won the Lochaber High School poetry competition in 1979. He was active in the London poetry scene in the early 80’s and published a couple of chapbooks. He produced an alternative arts/ poetry zine, Dada Dance from 1984 to 1990.
He has published two books of poetry, The Bad Seed (1998) and Dropping Ecstasy With The Angels (2004), and a novel, Stealing Heaven From The Lips Of God (2004). He also edited the charity poetry anthology The Book Of Hopes And Dreams (2006). His third collection of poetry, Visions Of The Drowning Man will be published by Skylight Press in 2012.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος

Γιάννης Σκαρίμπας

ΗΑθήνα είναι λάδι σε τελάρο, πιο πέρα τ΄αρχαίο τρίγωνο της πόλεως και άλλες ιστορίες. Και στη Χαλκίδα ακόμη τραγουδούν τα μπλουζ του Σκαρίμπα. Οι λιγνές υπάρξεις, τα σύνθετα, βαδίσματα μες στις πόλεις και επιγραφές. Ο ευβοϊκός κόσμος του Γιάννη Σκαρίμπα είναι ένα άλμα. Και ως τέτοιο αναμένεται να το συνοδεύει ένα ρίσκο, ο κίνδυνος και ο θεσμός του ακροβάτη, τα τολμήματα στις επικίνδυνες περιοχές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος»

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα

Κυριακή πρωί ήτανε και ήμασταν καμιά δεκαριά παιδιά μαζεμένα να θέλουμε να παίξουμε μπάλα και μπάλα να μην έχουμε, τι μπάλα δηλαδή, ούτε καν ένα λαστιχένιο τόπι όπως τις πιο πολλές φορές. Καθισμένοι όλοι στη σειρά κάτω στο πεζοδρόμιο, σκασμένοι που θα πήγαινε η Κυριακή τσάμπα, δίχως ποδόσφαιρο.

  Και ξαφνικά από το απέναντι μπαλκόνι, να σου ο Βασιλάκης ο μυταράς με το κοντό του παντελονάκι και τα δερμάτινα παπούτσια και στα χέρια του κρατούσε μια μπάλα, μα τι μπάλα! Ούτε στα όνειρα μας δεν είχαμε δει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του ««Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα»