Κατερίνα Μπαρτζώκα, Φώτα νέον [2015]

Αρχείο 25.6.2015

fav-3

δεν είναι βιασμός, λέει στον εαυτό της, δεν είναι βιασμός όταν τους ξέρεις

Στο αδιέξοδο που πάντα διέσχιζε για να πάει σπίτι σταμάτησε το αυτοκίνητο ο παραγωγός με τους δύο φίλους του. Ήταν το βράδυ που του είχε πει ότι δεν ήθελε να είναι πια κομπάρσα και της πρότεινε να την πάει σπίτι να το συζητήσουνε, χαζή δεν ήταν, είχε μια υποψία τι θα συμβεί, κι εδώ που τα λέμε δεν είναι κι άσχημο να έχεις γκόμενο θεατρικό παραγωγό. Αλλά στο αμάξι ήταν αλλιώς, τότε αυτή δεν πολυήθελε, αντιστάθηκε, αυτός επέμενε, τι δηλαδή, θα του πει όχι το μικρό μπροστά στα φιλαράκια; Αλλά αυτή αυτό δεν ήθελε, μπροστά στα φιλαράκια, πού μετά να φανταστεί ότι και τα φιλαράκια θα ήταν μέρος του… του… δεν είχε λέξη, δεν ήθελε να σκεφτεί τη λέξη.

Άφησε και τον σωφέρ του να την πάρει, τόσο σκληρά δουλεύει το παλικάρι είπε ο ένας φίλος, ο ψηλός, και οι άλλοι γέλασαν και ο σωφέρ

δάγκωνε τα χείλια του, έσφιγγε τις χούφτες του αλλά τη βίασε κι αυτός, δεν κράτησε πολύ, ήταν πιο ευγενικός, οι άλλοι κοιτούσαν κι ο ένας έκανε τσιγάρο και είχε παχιά χείλη, αυτό το θυμόταν και ήταν η μόνη λεπτομέρεια που την έκανε να θέλει να ξεριζώσει με τα χέρια της την καρδιά της.

Την επομένη πήγε στο θέατρο, είδε το σκηνοθέτη, είχε την οντισιόν, το μακιγιάζ κάλυψε όλες τις μελανιές εκτός από τις πιο βαθιές, αυτές που φαίνονταν στα μάτια της. Δε χόρεψε τόσο καλά όσο παλιά, της είπε, πάγωσε η καρδιά της, έχει γούστο, έχει γούστο μετά από όλα αυτά, μετά απ’ το χθεσινό! Αλλά, συνέχισε ο παραγωγός, έχεις δείξει καλή διαγωγή και πειθαρχία και αν συνεχίσεις έτσι… έχεις μέλλον, σάλιωσε τα χείλη του και της δώσανε ένα ρολάκι, τίποτα σημαντικό αλλά ένα βήμα παραπάνω.

Πηγαίνοντας σπίτι με τα πόδια είδε τα φώτα νέον να την τυφλώνουν, να σχηματίζουν λέξεις θέατρο χορός 2 έργα σεξ, να διαγράφουν τόξα πάνω από την πόλη, να κρεμιούνται πάνω τους τόσα όνειρα, γι’ αυτό τα φώτα νέον είναι τόσο λαμπερά, από το πόσοι πολλοί ματώνουν για αυτά τα όνειρα.

Στους δρόμους της πόλης κόσμος ατέλειωτος, έξω από τα θέατρα γούνες και λιμουζίνες και λάμψη και μέσα σε όλους και σε όλα αυτή, μια μικρή από το Αϊντάχο ή τη Μοντάνα ή τη Λουιζιάνα, δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι είναι εκεί μέσα στη λάμψη, μέσα σ’ αυτό που πάντα ονειρευόταν στο μικρό στενό κρεβάτι της.

Κάθε φορά που γυρνούσε στην γκρίζα πολυκατοικία έπρεπε να περάσει από αυτό το αδιέξοδο, εκεί που έγιναν όλα, έστρεφε το βλέμμα, δε χρειαζόταν τα μάτια για να δει σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν το αποτσίγαρο του ψηλού και ποια σταγόνα αίματος ήταν δική της, ήταν η πρώτη της φορά βλέπεις, δεν είχε μάτια γι’ άντρα παλιά παρά μόνο για το χορό.

Μετά έβγαινε στο παράθυρο με ένα ποτήρι χυμό, αλκοόλ ποτέ δεν έπινε, ήταν μια χορεύτρια εξάλλου, και κοιτούσε το φεγγάρι και τις πολυκατοικίες και τον Χάντσον να ελίσσεται και τα φώτα νέον και, αυτή η μικρή από το Αϊντάχο ή τη Λουιζιάνα έβλεπε την πόλη να αναπνέει και

καταλάβαινε ότι η πόλη είναι ένα ον ζωντανό γεμάτο φαντάσματα και όνειρα και ψευδαισθήσεις, η πόλη είναι ένα τέρας, η πόλη τρέφεται από εμάς, η πόλη μάς θυσιάζει στα δικά της δόντια, στα πόδια της κόβουμε ο καθένας τα δικά του μέλη και ταΐζουμε την πόλη που μας κάνει μια χαψιά και το μόνο που μένει παρέα με την απόγνωση και τη μοναξιά και τον απέραντο πόνο, είναι όνειρα, ελπίδες και φώτα νέον και αυτό εμείς το ονομάζουμε ζωή.

*
©Κατερίνα Μπαρτζώκα
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com

Σύντομο βιογραφικό:
Η Κατερίνα Μπαρτζώκα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κοζάνη. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό (δε)κατα και στο διαδίκτυο.