Μαρία Μανδάλου, Το ελεήμον τραύμα — κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Σμίλη


ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟ

Ὑποψιάστηκα νωρὶς
Πὼς αὐτὴ ἡ αἰφνίδια σιωπὴ
Ποὺ εἰσβάλλει στὰ κορμιά, στὰ ξοδεμένα σώματα,
Δὲν εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ – ,
Εἶναι σκιὰ τοῦ χάρτη
Ποὺ ἔτσι ἀσύδοτα ὁρίζει τὴ νόηση
Καὶ φυλακώνει μας στὴν πέτρα·
Καὶ πὼς αὐτὸς ὁ πόνος ὁ βουβός,
Τῶν συγγενῶν τὰ κλάματα, τοῦ ἔξω κόσμου ὁ κοπετὸς
Εἶναι δουλειὰ τοῦ ἀναποδιάρη τοῦ καιροῦ,
Ποὺ μᾶς χαρτογραφεῖ θνησιγενεῖς στὴ μνήμη.

Ὑποψιάστηκα νωρὶς
Τὸ ἀνεστραμμένο εἴδωλο
Στὸν παραμορφωτικὸ καθρέφτη,
Τὴν ὅραση νὰ ἐξατμίζεται στὴν κίνηση,
Τὴν ἀφορμὴ νὰ συμμορφώνεται μὲ τὴν αἰτία.

Ἀργὴ φωτοσκίαση τὸ σκηνικό.
Ἀνοδικὸ τὸ μοιρολόι·
Τὸ μέγα ἔργο ἄπαιχτο.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Ἀΰπνωτος ἄνθρωπος
Μὲ μιὰ ρυτίδα ἀπὸ καιρὸ
Στὸ μέτωπο.

Σταλάζει χῶρες,
Ἐκδρομές,
Ἕνα κομμάτι θάλασσα.

Τὰ δάχτυλά του σμίγει,
Νὰ κλείσει στὶς παλάμες του
Τὸν ἕσπερο.

Ἀτμίζεται παλιὲς διαδρομές,
Νυχτέρια, ὀνειροδέρνεται
Σὲ μιᾶς ἀχτίδας τὴ νεφέλη.

Κλαίει μιὰ θύρα ποὺ σφάλισε,
Ἕνα παράθυρο ποὺ ἔγειρε
Τὰ φύλλα του δειλά,
Ἕνα μαντίλι, λεϊμονιὰ
Στὸ γύρισμα τοῦ πόθου.

Ἁπλώνει τὸ σῶμα του
Σὲ κλίνη ὀρφανή·
Ἀνασαίνει τὶς μνῆμες του
Στὸ περιθώριο
Μιᾶς ἄγραφης σελίδας.

Καὶ τρυφερὰ ἀφοσιώνεται
Στὴν παρατήρηση.


ΜΕΛΛΩΝ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΟΣ

Μὲ κατοικεῖ τὸ σῶμα σου.
Γωνία Ἀντρειωμένης
Καὶ Αἰόλου,
Βγάζω δειλὰ
Τὰ νοτισμένα μας σεντόνια
Στὸ μπαλκονάκι
Μὲ τὴν ἀρμπερόριζα.

Ἀβάσταχτη ἀφήγηση
Τὸ λεκιασμένο σου σακάκι
Μιὰ νύχτα μὲ οἰνοπνεύματα
Καὶ ἄστοχες ἀπαγγελίες.
Ἐκεῖνος ὁ ὀργασμὸς μετ’ ἐμποδίων.

Κοιτάζω τὸ ἀδειανὸ κρεβάτι·
Μιὰ μύγα ὀχτωβριανὴ
Βομβίζει ἀδέσποτη στὸ τζάμι.

Γυμνὸς Οἰδίποδας γονατιστὸς
Παρακαλοῦσες
Σὲ μιὰ στροφὴ τοῦ μύθου
Τὸ ὀλέθριο αἴνιγμα.

Σιάχνω στὸν καθρέφτη μπροστὰ
Τ’ ἄσπρα μαλλιά μου,
Ἀράχνες κι ἀγριόχορτα.
Σῶμα σαρκόψυχο
Ἁπλώνει τὰ πλοκάμια του
Στὸ ὑπογάστριο τῆς μνήμης.

Σουλφαμιδόσκονη κι ἀσετυλίνη,
Καμένο χαρτί ὁ ὕπνος μου.
Χωρὶς λυγμὸ παράδοση
Στὸν Ἐφιάλτη.
Ξημερώνει.

*
©Μαρία Μανδάλου