Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Ο Κωσταβάρας μέσα από τις ανθολογίες

Αρχείο 16/09/2016

fav_separator
Ο ποιητής δεν επιλέγει τη γενιά του, την χρεώνεται. Ο Θανάσης Κωσταβάρας καταχωρήθηκε στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, από πολύ νωρίς και δικαίως. Είναι παρών σε όλες τις σχετικές ανθολογίες, και στα περιστασιακά αφιερώματα των περιοδικών, και είναι φυσικά ένας από τους 47 ποιητές που ανθολογεί  ο Αλέξανδρος Αργυρίου , στον σχετικό τόμο της ¨Ελληνικής Ποιήσεως¨ των εκδόσεων Σοκόλη. Ως αναγνώστες, η συγκεκριμένη ανθολογία, μας αφήνει με το αίσθημα της πληρότητας, και της μνημειακής καταχώρησης ποιητών και ποιημάτων, με τις φωτογραφίες τους, τα χειρόγραφά τους, τα εκτενή βιογραφικά στοιχεία, και ο καθένας πλέον μπορεί να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για τον ποιητή που τον ενδιαφέρει κι ενδεχομένως να μην ψάξει στις πηγές πλέον, για περισσότερα ποιήματα. Μία ανθολογία πρέπει να δημιουργεί περιέργεια, να αφυπνίζει, να ερεθίζει την αναζήτηση για μια καλύτερη γνωριμία με τον ποιητή και το έργο του, κι όχι να αποτελεί την ταφόπλακα της ζωής και του έργου του.

Ο Θανάσης Κωσταβάρας μέσα από την ανθολογία του Αργυρίου, πληρώνει τον οβολό του στη γενιά, στην ιστορία, και τίποτα περισσότερο. Το γνωρίζει και ο ίδιος πολύ καλά και το διατύπωσε σε διάφορα άρθρα του δες Ποίηση και Εμφύλιος, σύντομος απολογισμός πεπραγμένων, στο περιοδικό ¨Πολίτης¨, τεύχος 71, Δεκέμβριος 1999), πως είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα η γραμματολογία της ποίησης και η ποίηση:¨ο ποιητής όχι μέσα στην Ιστορία, δηλαδή μέσα από την Ιστορία )πράγμα που είναι δεδομένο, ο ποιητής είναι πρόσωπο του καιρού του πρωτίστως, για να μην πω πως είναι δημιούργημά του), αλλά ο ποιητής αντίκρυ  στην Ιστορία¨.

Η γραμματολογία της ελληνικής ποίησης, όπως έχει κυρίαρχα διαμορφωθεί το τελευταίο ήμισυ του περασμένου αιώνα, δεν μας παρέχει καμία βοήθεια στην προσέγγιση του Θανάση Κωσταβάρα, τουλάχιστον για να περιοριστούμε στον εξεταζόμενο ποιητή, αν και θα μπορούσαμε να το αναγάγουμε πλέον σε γενικό κανόνα. Οι επίγονοι του ¨κανόνα Αργυρίου¨, είναι πολύ πιο αυστηροί από τον ιδρυτή του: θυμάμαι χαρακτηριστικά άρθρο του μακαρίτη Κώστα Σταματίου στην βιβλιοκριτική του στα Νέα, για τα ¨Μαύρα Λιθάρια¨ του Μιχάλη Γκανά, να αμφισβητεί το έτος γεννήσεώς του )1944), δηλώνοντας πως έχοντας γεννηθεί ο ποιητής το 1943, δεν περιλαμβάνεται στη περιβόητη γενιά του εβδομήντα, κι επομένως δεν μπορεί να τον κρίνει με τα κριτήρια )!!!) που υιοθετούσε ο ίδιος για τους ποιητές της γενιάς της αμφισβήτησης!!!)sic). Το προηγούμενο περί γενεών που δημιούργησε ο ¨Κανών Αργυρίου¨, το είδαμε ωστόσο να αναπαράγεται και στην πρόσφατη σειρά άρθρων της εφημερίδος  Αυγή, για την ¨ανυπόστατη¨ γενιά του ογδόντα, με μοναδική εξαίρεση την παρέμβαση του Γιώργου Κοροπούλη, που αν μη τι άλλο αρνήθηκε προς τιμήν του την ένταξη σε κάποια γενιά. Το ίδιο γραμματολογικό λάθος ελπίζω πως θα αποφύγει και το περιοδικό ¨Μανδραγόρας¨ με την πρόσφατη προκήρυξη διαγωνισμού ποίησης για τους νεότατους. Ας μην βιαστούμε να τους γενεαλογίσουμε: ας τους υποδεχθούμε μόνον ως ποιητές, μια και είναι κοινή η απορία μας για το αν γράφουν ποίηση οι νεότατοι, από τη στιγμή που δεν εκφράζουν την αγωνία τους μέσα από δύο και τρία δικά τους περιοδικά, όπως θα ήταν φυσικό, εκτός κι αν έχουν βρει διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας μέσω γραπτών μηνυμάτων και διαδυκτίου….καθιστώντας   την γενιά τους αόρατη…δημιουργώντας σε όλους μας τη υποψία πως η επιστολή της Ακαδημίας Αθηνών περί λατινικού αλφαβήτου αφορούσε αποκλειστικώς τη νέα γενιά των ποιητών που εκφράζονται σε γκρήκλις.

Πως μπορούμε λοιπόν, να πλησιάσουμε κάποιον ποιητή, όχι μέσα από την Ιστορία, την προσωπική του ιστορία αν θέλετε, αλλά αντίκρυ στην Ιστορία; Από την στιγμή που ¨ο ποιητής, στους νεότερους χρόνους τουλάχιστον, δεν κάνει Ιστορία, δεν είναι δουλειά του να κάνει Ιστορία,…στην ποίηση, αυτά καθ΄εαυτά τα γεγονότα δεν υπάρχουν. Το όραμα είναι όραμα, το πρόβλημα για την ποίηση παραμένει αμετάκλητο, τα μέτρα και τα μέσα, τα πολιτικά και τα πνευματικά μέτρα αλλάζουν…¨  Πως μπορούμε να προσεγγίσουμε τον ποιητή Θανάση Κωσταβάρα, πέρα από τα κλισέ του ποιητή της αριστεράς και της ήττας; Πως μπορεί ένας νέος να τον πλησιάσει χωρίς το ιδεολογικό εποικοδόμημα του κ. Αργυρίου; Αφήνοντας τον ποιητή να μας διαβάσει τα ποιήματά του, ακούγοντας μόνον τη φωνή του.. χωρίς βιογραφικά σημειώματα, χωρίς καμία πληροφόρηση γύρω από το άτομό του, πλην του ονόματος του. Ανοίγουμε την Ανθολογία του Αποστολίδη, τόμος β΄, σελίδα 641, Κωσταβάρας Θανάσης, κι ήδη τα πηγάδια μας μιλάν γα την πρέζα, τις τρύπες που ανοίξαμε στα κορμιά μας, παράφοροι κάποτε ωραιοθήρες, τι ελπίζουμε πια; Δεν μένει άλλος χώρος να σκάψουμε. Πολύ αργά ζητήσαμε, ίσως, τον κόσμο.

Παρανόηση; Παρανάγνωση;

Ίσως, αλλά πιστεύω πως θα συμφωνήσετε μαζί μου, πως από την στιγμή που είναι αδύνατη μία εξελικτική Ιστορία τα ποιήσεως, τα ποιήματα μιλάν ή δεν μιλάνε από μόνα τους. Είναι η αντοχή τους σε πολλαπλές αναγνώσεις και προσεγγίσεις που τα τρέφει κι όχι ο εγκλωβισμός τους) όσο σωστός κι αν είναι κάποια δεδομένη ιστορική στιγμή), σε ιστορικά κλισέ και δεδομένες –εφησυχαστικές επί πολλοίς- ερμηνείες. Είναι φυσικά ο αληθινός ποιητής που αποτινάσσει τα δεσμά του χρόνου και της εποχής του, οι υπόλοιποι, όχι μόνον πληρώνουν το τίμημα στην εποχή τους, αλλά παραμένουν δέσμιοι για πάντα…

Ο Θανάσης Κωσταβάρας, μας παραδίδεται αχρωμάτιστος μέσα από τις σελίδες της Ανθολογίας του Ρένου: αποφεύγει την καταγραφή του σε κάποια συγκεκριμένη γενιά χωρίς να απαρνείται τίποτα και χωρίς δηλώσεις μετανοίας, κρατάει για τον εαυτό το  δικαίωμα να γράφει ακόμη, διαπερνώντας τις αλληλοδιαδεχόμενες, η μια την άλλη, γενιές με τις ποιητικές του συλλογές), η τελευταία το 1999, Η μακρινή άγνωστη χώρα), εις πείσμα των κατηγοριοποιήσεων και  των δήθεν γενεών, παραμένοντας ενεργός ποιητής ενάντια στους νεότερους που εκδίδουν τα άπαντα, γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να προσθέσουν. Ο ίδιος αρνείται πεισματικά την έκδοση των απάντων του –και μπράβο του- γιατί δεν αισθάνεται ακόμη πως έχει πει την τελευταία λέξη.

Η ποίηση μόνο μνημειακή σχέση έχει με τη γραμματολογία της. Σε μία δεκαετία, είναι ωραίοι οι ποιητές που εμφανίζονται, αλλά ακόμη πιο όμορφοι αυτοί που εκδίδουν συλλογές αξιομνημόνευτες. Ο καιρός μας, όπως κι όλοι οι καιροί που προηγήθηκαν, ετοιμάζει νέες τελετές, θυσία και βορά στους αδηφάγους θεούς του: θα δούμε σύντομα σειρά ανθολογιών που θα θυσιάζουν στο βωμό της ποίησης αθηναίους έφηβους, οι οποίοι θα προστρέξουν στις τελετές πιστεύοντας πως η αναγνώριση τους  καθιστά αθάνατους, ανυποψίαστοι πως η τελετουργία αποδοχής τους αποτελεί ταυτοχρόνως και πιστοποιητικό θανάτου.

Ξαναγυρίζω στην Ανθολογία του Αποστολίδη, και διαβάζω Κωσταβάρα Θανάση, ξεχνώντας τι έχουν γράψει οι διάφοροι για την ποίηση του, ακόμη κι όσα μου έχει πει ο ίδιος, σβήνοντας ακόμη και την αρρενωπή μορφή του από τα μάτια μου, και τον ξαναβρίσκω μπήτνικ των άγουρων χρόνων μου συνταξιδιώτη του Κέρουακ με τους χόμπους, συνεχίζω να ρεύομαι μετά το φαΐ, να φτύνω, να ξύνομαι, να ουρλιάζω-μεγαλύνοντας το όνομα του ανθρώπου-μ΄όλους μαζί μέσα στο φόβο, στο βόλεμα-και προσωπικά ίσως μόνο-στην α π ο σ τ ρ ο φ ή!!!!!!

    Περιμένω τη νέα ποιητική συλλογή του Κωσταβάρα, αναπολώντας το μάθημα της τελευταίας του περί συζυγικού έρωτος. Είναι ο πρώτος που μίλησε για το πάθος ως διάρκεια. Το πάθος δεν είναι κάτι που καίγεται και τελειώνει μέσα σε εννιάμιση εβδομάδες, όπως έχουμε συνηθίσει όλοι μας να πιστεύουμε: ίσως το πάθος, όπως μας λέει ο ποιητής, να ελλοχεύει στην διάρκεια, κι ένας βίος ολόκληρος να μην είναι αρκετός να το εξαντλήσει. Περιμένω τη νέα του συλλογή που θα καλωσορίζει τη νέα χιλιετία, αποδεικνύοντας πως οι ζουρλομανδύες των γενεών, μπορεί μεν να αποτελούν αναγκαίο κακό, αλλά δεν καθηλώνουν κανέναν. Αφήνοντας εκκρεμή την κρίση για τον ποιητή Κωσταβάρα Θανάση, όπως απαιτεί η συνέχεια και η συνέπεια της εκδοτικής του παρουσίας, ούτε καν τα Άπαντα δεν μας έχει παραδώσει, τον καλωσορίζω στο Πάνθεον της Ελληνικής Ποιήσεως, που εξακολουθεί να παραμένει η Ανθολογία Αποστολίδη, διαχρονική, υπεράνω γενεών επερχομένων κι απελθουσών,  καταγράφοντας ως αποχαιρετισμό τα δικά του λόγια:

¨Τελικά η ποίηση, ως ευαίσθητος δέκτης των κραδασμών της Ιστορίας, έχοντας το τραγικό προνόμιο να περιπλανιέται σε έναν κόσμο σπαραγμένο, υπονομευόμενο, διαβλητό, έναν κόσμο όπου η καχυποψία, ο φόβος, το πένθος, αλλά και η κριτική πλέον, και ο αυτοέλεγχος σηματοδοτούν μια ολόκληρη εποχή, αν δεν προαναγγέλλουν κιόλας μελλοντικές εξελίξεις, κατορθώνει να προσλαμβάνει διαστάσεις ντοκουμέντων, εικονίζοντας, πάντα με τον τρόπο της, τη συνολική περιπέτεια του ανθρώπου, μέσα από πάθη που αποκτούν διαχρονικές διαστάσεις, καθώς οι απολήξεις που εξακολουθούν ακόμη να χαράζονται στις ψυχές των ανθρώπων, όχι μόνο των αυτόπτων και των επιζησάντων, αλλά και των επιγόνων τους¨.

Με άλλα λόγια,

Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα…

 *

©Σωτήρης Παστάκας (πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Μανδραγόρας»)

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε