Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Bataclan

Αρχείο 15/09/2016

Νόμιζε ότι περνούσε καλά, ήταν σχεδόν σίγουρος. Είχε αφήσει το χάνι της Αθήνας κοντά ενάμιση χρόνο τώρα πιάνοντας δουλειά στην Κομισιόν με ένα μισθό που τα φιλαράκια του πίσω δυσκολεύονταν να συλλάβουν και συχνά ακόμα και να πιστέψουν. Είχε βρει και κοπέλα, μια κοκκινομάλλα Βελγίδα από τη Λιέγη, με φακίδες, κατάλευκη επιδερμίδα και τιρκουάζ εκφραστικά μάτια. Καρίν την έλεγαν και δούλευε στο συναυλιακό κέντρο «Ancient Belgique» στο κέντρο των Βρυξελλών, που έπειτα από την επίθεση στο «Bataclan» θύμιζε στρατικοποιημένη ζώνη. Εκείνη του είχε βρει τα εισιτήρια για τους New Order, η πολυαναμενόμενη επανένωση τους για δύο μόνο συναυλίες είχε μπλοκάρει τη σελίδα προπώλησης με τα μαγικά χαρτάκια να εξαφανίζονται δια ριπή οφθαλμού. Από μια άποψη ήταν τυχερός,  από πολλές απόψεις ίσως. Η μόνη του έγνοια ήταν μια ενδεχόμενη ματαίωση λόγω των τρομοκρατικών χτυπημάτων, αλλά τα μέτρα μετά τις πρώτες εβδομάδες είχαν χαλαρώσει, τα τανκς είχαν επιστρέψει στους στρατώνες και οι κάτοικοι στους γνώριμους ρυθμούς της καθημερινότητας, με μια επιπλέον σκοτούρα να τους ταλαιπωρεί. Εκείνος πάντως είχε μείνει εντελώς ανεπηρέαστος, «αν είναι να σε βρει θα σε βρει» καθησύχαζε τον εαυτό και έπαιρνε καθημερινά τη γραμμή μέχρι το Schuman για να φτάσει στο θεόρατο επικλινές κτήριο με τους καθυστερημένους γραφειοκράτες που περιπαικτικά αποκαλούσε…«το ΠΙΚΠΑ». Θυμόταν που στην  Αθήνα βασανιζόταν από ένα σωρό ανούσια μικροπράγματα, υπήρχε καλύτερη απόδειξη ότι η ζωή του είχε αλλάξει προς το καλύτερο.

Το πρώτο ανεξήγητο και δυσάρεστο σκίρτημα το ένιωσε φτάνοντας στο φουαγιέ, ίσως έφταιγαν οι ανιχνευτές μετάλλων που τον επανέφεραν απότομα στην πραγματικότητα. Μόλις μπήκε στην κατάμεστη αίθουσα η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμπούρλο, δεν ήξερε που να αποδώσει την ταραχή του, μονάχα σε ένα κακό όσο και αβάσιμο προαίσθημα. Η οθόνη του νου του καλύφθηκε από τα πτώματα που είχε αντικρίσει στις εφημερίδες την επομένη του μακελειού. Μπορούσε εύκολα να τοποθετήσει τον εαυτό του στη θέση τους. Ο εσωτερικός χώρος άλλωστε δεν διέφερε και πολύ, μια αρένα παρόμοιας χωρητικότητας και τρεις εξώστες, με τη διαφορά ότι αντί για κυκλικοί εδώ ήταν ορθογώνιοι. Κοίταξε δίπλα του την Καρίν, δεν την έλεγες όμορφη, αλλά ούτε και αδιάφορη. Πόσες κοπέλες άλλωστε με κόκκινα, μπουκλωτά μαλλιά και γαλανά, κοραλλένια μάτια κυκλοφορούσαν στις Βρυξέλλες; Και είχε τύπο, προσωπικότητα, σκέρτσο. Άσε που στο κρεβάτι ήταν ασυγκράτητη. Την αγαπούσε όμως; Τι ηλίθια ερώτηση. Δεν του είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό. Αλλά τώρα που το ενδεχόμενο γινόταν μέσα του βεβαιότητα η απάντηση φάνταζε πιο επιβεβλημένη από ποτέ. Ούτε που το πήρε χαμπάρι μόλις η μπάντα βγήκε στη σκηνή, οι ζητωκραυγές και τα επιφωνήματα κουδούνισαν στ΄αυτιά του σαν ουρλιαχτά πανικού. Ελίχθηκε, τρέχοντας , μέσα στο πλήθος και κατέβηκε στις τουαλέτες. Έβαλε το κεφάλι του κάτω απ’ τον νιπτήρα και άνοιξε το νερό μέχρι να συνέλθει.

Νόμιζε ότι περνούσε καλά, αλλά η ζωή του τώρα του φαινόταν μια κακόγουστη, παρατεταμένη φάρσα, ένα γκροτέσκο αφήγημα σαν την πρώτη του ερωτική απογοήτευση, τότε που στη δευτέρα γυμνασίου είχε τοποθετήσει ένα μικρό δωράκι στην τσάντα της εκλεκτής του για να το παραλάβει πίσω την επομένη μαζί με τη χλεύη ολόκληρου του θηλυκού πληθυσμού της τάξης. Στα τριανταοχτώ του το μόνο που είχε καταφέρει ήταν μια πληκτική,  καλοπληρωμένη δουλειά γραφείου σε ένα βορινό σημείο του χάρτη. Στο είδωλο του αναγνώριζε μια χρυσή μετριότητα, μια απρόσωπη, ανώνυμη στατιστική, όπως εκείνες που κείτονταν άψυχες και αιμόφυρτες στη μέση της αρένας κάνοντας το γύρο του κόσμου. Βγήκε εξαντλημένος και τράκαρε πάνω της. «Είσαι καλά;», τον ρώτησε καθώς διέκρινε την αγωνία να τρεμοπαίζει στα μάτια της. «Μην ανησυχείς, μια μικρή αδιαθεσία» της αποκρίθηκε. Χαμογέλασε με τον εαυτό του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Σ’αγαπώ» έσκυψε και ψιθύρισε στο ιδρωμένο της αυτί. Και αυτό ότι ήταν η μόνη βεβαιότητα μέσα στον παραλογισμό που τον περιέβαλλε…