Άννα Μπουτσουρίδου, Το χρώμα του πηλού

Το πρώτο πράγμα που ήθελα να αερίσω ήταν το κεφάλι μου, έβγαλα έτσι το καπέλο μου, τόσα χρόνια που το φορούσα είχε γίνει ένα με το κεφάλι μου και το είχα ξεχάσει, το κοίταξα έτσι με την χαρακτηριστική απορία που παίρνει η φάτσα μου όταν βλέπει τα αυτονόητα, είχε πάρει την μυρωδιά μου -αγνό στάλαγμα αγωνίας και εμπόλεμων καταστάσεων, καθαρή και διάφανη σαν οινόπνευμα-.

Την ώρα που περνούσα δίπλα από τον καταρράκτη με έπιασε παραμάσχαλα το ψιλόβροχο, βράδια στο πέτρινο σπιτάκι με το σβησμένο τζάκι και το καπέλο στολιδάκι στο καρφί του τοίχου, ή τώρα ή ποτέ, αναφώνησα εμψυχωτικά και το πέταξα επιτέλους στον αέρα.

Περίμενα ότι θα στροβιλιζόταν χορευτικά, κάνοντας κύκλους ότι θα έπεφτε στα νερά και ότι θα το αγκάλιαζαν οι αφροί, αλλά αυτό έπεσε σαν βαρίδι, μια μαύρη κουκίδα όλη και όλη που την κατάπιε το μουγκρητό του καταρράκτη στο άψε σβήσε. Έστω.

Καλά είχαμε πάει μέχρι εδώ σκέφτηκα, προφέροντας το ‘’καλά’’ και το ‘’εδώ’’ με τα μάτια γουρλωμένα από την καχυποψία, ένιωσα πάντως πιο ελαφρύς και όταν κάθισαν στο κεφάλι μου μερικά πουλάκια που τιτίβιζαν συγχαρητήρια για την απόφαση μου να γίνω γενναίος και να μεγαλώσω, αναθάρρησα και κολλητά ανησύχησα μήπως λάμβανε χώρα κανένα σατανικό θαύμα την πιο ακατάλληλη στιγμή και ξαναβρισκόμουν με το καπέλο στο κεφάλι, μου έμεινε έτσι το συνήθειο να ψηλαφίζω συνέχεια την κορφή μου.

Στην επόμενη σελίδα υπήρχε ζωγραφισμένη μια έρημος. Έρημος όπου τίποτα δεν σάλευε γιατί τίποτα δεν επιτρεπόταν πλην μιας απουσίας στο χρώμα του πηλού που όρισα αφέντρα και προσκύνησα με όλη μου την αδυναμία.

Ήταν η εποχή που αποφάσισα να αποχωριστώ και από τα παπούτσια μου, τα μαύρα δερμάτινα παπούτσια μου με τα μεταξωτά τους κορδόνια και τις σιδερένιες σόλες. Τα έβγαλα με γρήγορες και αργές κινήσεις εναλλάξ, καθότι, εκτός απ’ το ότι γεννήθηκα μαζί της, η θεατρικότητα ήταν από τα λίγα πράγματα που με διασκέδαζαν και συμπαθούσα πάνω μου. Ακολούθησαν

πουκάμισο, παντελόνι, ζώνη, φανέλα και σώβρακο αν και όχι με αυτή τη σειρά, κατάφερα πάντως να περπατάω γυμνός στην έρημο σέρνοντας ωστόσο τα παπούτσια μου απ το κορδόνι. Κάθε τόσο γυρνούσα πίσω να κοιτάξω το χνάρι τους. Με απασχολούσε μόνο το αν θα νίκαγα τελικά την υψοφοβία μου. Όμως η ζέστη της άμμου εισχωρούσε από τους ανοιχτούς και καθ’ όλα δεχτικούς μου πόρους, με έπιασε νύστα και ξάπλωσα. Μου φάνηκε για λίγο.

Στην επόμενη σελίδα θυμάμαι μόνο όνειρα που άρχιζαν εκεί που τέλειωνε το προηγούμενο και που δεν έχουν τίποτα ενδιαφέρον να περιγράψω, εκτός απ’ τους εφιάλτες και το ότι έπρεπε να πληρώνω για να τους βλέπω και να φοβάμαι. Πλήρωνα χωρίς παζάρι ειδικά όταν είχε ζήτηση το αίμα, η καρδιά και το μυαλό. Ορίστε, ευχαριστώ και ούτω καθεξής στην χώρα του εαυτού κανίβαλου.

Βγήκα από τον λήθαργο χρόνια αργότερα, μια φορά που πνιγόμουν καταπίνοντας άμμο και ενώ είχα ήδη γεμίσει για τα καλά τα σωθικά μου. Φτύνοντας τρομαγμένος ολόγυρα και τον κόρφο μου, θαύμασα τα άμφια του ουρανού και το μπλε τους χρώμα με ταρακούνησε. Ένα πετούμενο έσκισε τον αέρα, με μεγάλα φτερουγίσματα ήρθε κοντά μου και κρώζοντας μου άρπαξε τα παπούτσια απ’ το χέρι μαζί με ένα γενναίο κομμάτι σάρκας.

Διασωληνωμένος κοίταζα ολόγυρα τους τοίχους του νοσοκομείου. Περιμένοντας την γιατρειά πριν από το τέλος, έβλεπα απ’ το παράθυρο το χιόνι να πέφτει όλες τις εποχές του χρόνου και να ασπρίζει τις κορφές των δέντρων. Όλο σκεφτόμουν το σχολείο. Ένα σχολείο του δημοτικού όπου έτρεχα μέσα του άρρωστος και νεοφώτιστος να αγκαλιάσω τα παιδάκια. Αυτά φυσικά είχαν φύγει για πάντα. Είχαν αφήσει ενθύμια από τις τέσσερις άκρες της γης, ζωγραφιές κολλημένες στους τοίχους και τετράδια με γραμμένες εκθέσεις πάνω σε σκονισμένα θρανία. Κολλούσα την μούρη μου μέσα τους και μύριζα αχόρταγα τι ωραία που θα ήταν η ζωή μου αν ήμουν κάποιος άλλος.

Καμιά φορά δεν αναρωτιέμαι τι απέγιναν τα παπούτσια μου ούτε από πού ήρθε εκείνο το πετούμενο και το σημάδι στο χέρι μου είναι η τρανή απόδειξη ότι όλα αυτά μόνο τα φαντάστηκα.

*

©Άννα Μπουτσουρίδου

φωτο: Στράτος Φουντούλης