Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre — Παραδοσιακό

Απ΄τα συναξάρια της άνοιξης και του έρωτα

Π άμφωτη νύχτα με στοιχειά και μ΄όλη την τρομερή μυσταγωγία. Οι δυο τους, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, στην πρώτη τους νεότητα, λαμπρά και περήφανα τα νιάτα, ο πιο φοβερός, ο πιο μακρινός απ΄τους αστερισμούς. Στο φόντο το παραβάν με τους δρόμους μιας αιγαιοπελαγίτικης χώρας με δαιδαλώδη καλντερίμια, να χαράζει τα σπίτια ο ασβέστης.
Οι δυο τους μιλούν και υπάρχουν μόνον οι θόρυβοι της νύχτας, ο γκιώνης και τ΄άλλα θαύματα των περιβολιών. Αυτή η ζωή δεν έχει τ΄αντίθετό της, στέκει μοναδική και μυστήρια, μερεύοντας τ΄ άγριο θηρίο του χρόνου.Εκείνη φορεί στεφάνι και τ΄αγόρι κρατά τα χέρια της. Τα μάτια του τα κρατά κλειστά και αυτό είναι όλο και όλο το βαρύ καθήκον, τ΄αντίθετο της θέλησής του, το ισχυρότερο.Αυτοί οι δυο υπάρχουν και άλλο τίποτε στον κόσμο. Μοιάζουν να βαδίζουν μονάχοι, σταματούν για να βρουν τις ανάσες τους, τους εαυτούς να βρούνε που ριζώνουν στα μυστικά παράθυρα, τους φριχτούς καθρέφτες.

Κορίτσι: Εγώ τίποτε άλλο δεν θέλησα, τίποτε. Πού πας, πού φεύγεις ; (μ΄όλη την πίκρα του κόσμου)

Αγόρι: Μ΄έφεραν οι βροχές, δεν φταίω, μου έδειξαν τους δρόμους τα σημάδια.

Κορίτσι: Τι σημάδια, τι βροχές;

Αγόρι: Έρχεται μια στιγμή και μοιράζεσαι, διαβαίνοντας αυτόν και τον άλλο κόσμο, εκείνων των ξάγρυπνων κοριτσιών.

Κορίτσι: Και των θαυμάτων, πες το μ΄όλες τις φωνές της ζήσης.

Αγόρι: Πώς το λένε τα πουλιά, μες στα πολλά τα λόγια τους δεν ξεχωρίζει πότε μιλούν για αγάπη. Πείτε στα όργανα της ζωής να πάψουν, όλα να ακουστούν καινούρια, σταυρωμένος ο κόσμος ξυπνά.

Κορίτσι: Στα δέντρα, επάνω στα φύλλα, πόσο θα ζήσω το γράφει, επάνω στου χεριού σου την βαθιά γραμμή το γράφει και είναι απαράλλαχτα αυτά τα δυο. (γυρνά τα χέρια του, διαγράφει τη γραμμή του)

Αγόρι: Όσο θα ζήσω…

Κορίτσι: (μαζί) θα σ΄αγαπήσω. Κράτα τα μάτια σου κλειστά και πριν τ΄ανοίξεις θα τα γλυκοφιλήσω, θα δεις πόση άνοιξη χωρά η ζωή σου.

Αγόρι: Το νιώθω το σκοτάδι.

Κορίτσι: Κράτα το χέρι μου, τώρα περνούμε τ΄άσπρα σπίτια.

Αγόρι: Τον έχασα τον κόσμο και άλλο από σένα δεν υπάρχει πια.

Κορίτσι: Κλειστά, μαρμάρινα τα μάτια σου να τα ΄χεις, ετούτη η νύχτα θα κρατήσει.

Αγόρι: Σε διάβασαν τα δάχτυλά μου, έγραψαν πάνω σου μια προσευχή να σε φιλά σαν τις εικόνες των Βυζαντινών. Όμως πες μου είναι άλικο τ΄αχείλι σου, ο λαιμός σου το πρώτο λευκό των αγαλμάτων;

Κορίτσι: Τίποτε δεν τ΄άγγιξε ο καιρός και με τον ήλιο θα αρπάξει σαν κερί ξανά η ζωή και τον άλλο κόσμο για πάντα θα ξεχάσει.

Αγόρι: Τρέξε με στ΄άγρια δάση, να΄ρθει κοντύτερα η ώρα μας.

Κορίτσι: Πες μου τ΄αντίβαρο των άστρων ποιο είναι;

Αγόρι: Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ο κόσμος γίνηκε παγίδα και άβαθο πηγάδι.

Κορίτσι: Ποιο είναι που ακμαίο χάνεται, πες μου να περάσουμε το γεφύρι της αβύσσου, να ξεχαστείς, αν απ΄το χέρι μου χαθείς όλη η απάνω ομορφιά καίγεται.

Εκείνος σταματά, ανοίγει τα μάτια του, γυάλινο το βλέμα του, σπαθί.

Αγόρι: Είσαι λύρα χρυσή, στιχάκι του ευαγγελιστή του έρωτα, παντάνασσα καρδιά μου, απ΄το νησί μου ως τις εσχατιές του κόσμου, αιώνια η παρθενιά του κόσμου.

Κορίτσι: Μην με δεις!

Αγόρι: Είσαι λύρα χρυσή, ο κύκνος ο αυτοκρατορικός, μισή Βυζαντινή, μισή απ΄αλάβαστρο και από νεφρίτη, Βάκχα απ΄τις αυλές της Θήβας.

Κορίτσι: Μ΄είδες και τώρα θα χαθώ. Μ΄είδες αγάπη μου.

Αγόρι: Θα ΄ρθώ μαζί σου.

Κορίτσι: Δεν είναι καιρός ακόμη, οι δρόμοι σου είναι στον απάνω κόσμο.

Αγόρι: Εγώ την ορίζω την μοίρα μου.

Κορίτσι: (κλαίγοντας, μα με αξιοπρέπεια απομακρύνεται)

Αγόρι: Το΄παν οι θεοί που κατοικούν τόσα χρόνια στα σταυροδρόμια. Το ΄παν με τ΄ακρωτηριασμένα τα στόματά των που αφήνουν θορύβους πέτρινους, πελώριους όταν ανοίγουν.  Το΄παν πως θα σε χάσω και μια κραυγή τύλιξε τους δρόμους και τις αυλές και  ταράχτηκε για πάντα αυτή η σύνοδος που λέγεται ζωή.

Κορίτσι: Θα σε ξανάβρω, θα δεις.

Στην άκρη της σκηνής φωτίζεται μια σκηνή με μια μικρή ορχήστρα. Κάποιος κρατά μια λύρα και οι άλλοι τραγουδούν. Κόκκινο αχείλη με την πολυφωνική μιας νύχτας, τι νύχτας, που φλέγεται, με τ΄αγόρι ολομόναχο στον κόσμο, με την καρδιά του θρόνο σπασμένο και τίποτε. Τ΄όνομά του ήταν Ορφέας και εκείνη που ΄χασε τη λέγανΕυριδίκη και ήταν κορίτσι. Μια νύμφη ατλαζένια.

*
©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης