Νάσος Βαγενάς, με σύννεφα του Κάλβου




Βάρβαροι στίχοι

Φυσάει απαλά. Όμως ο αέρας είναι αέρας.
Ο ήχος του δεν είναι αγγελικές συλλαβές.
Με τρομάζει το πράσινο. Και πολύ φοβάμαι
πως μας βρήκε η νύχτα.

Κι ας είναι ο ήλιος ακόμα στο ζενίθ.
Βέβαια θαμμένος κάτω από βαθιά
σύννεφα. Τα οποία –ειρήσθω εν παρόδω–
μοιάζουν με σύννεφα του Κάλβου.

Ένας θείος μου έλεγε: Με ματώνουν οι δροσιές.
Η λάμψη των κρυστάλλων. Τ’ αερόστατα.
Κι ό,τι έρχεται κατευθείαν απ’ τον ήλιο.
Προτιμώ τα λαμπιόνια.

Ο ήλιος κυκλοδίωκτος… Αυτά
ή κάτι τέτοια με κάνουν
να ξενυχτώ ψηλαφώντας τη χνουδωτή
αράχνη του χρόνου.

Οι πόλεις και οι νεκροί

Italo Calvino

Αυτό που κάνει τη Διομίρα διαφορετική από τις άλλες πόλεις είναι πως έχει χώμα αντί για αέρα. Οι δρόμοι είναι εντελώς θαμμένοι, τα δωμάτια γεμάτα άργιλο ως το ταβάνι, πάνω σε κάθε σκάλα βρίσκεται το αρνητικό μιας σκάλας, πάνω στις στέγες βαραίνουν στρώματα από έδαφος γεμάτα βράχια, σαν ουρανοί με σύννεφα. Δεν ξέρουμε αν οι κάτοικοι κατορθώνουν να μετακινούνται μέσα στην πόλη πλαταίνοντας τις σήραγγες των σκουληκιών και τις σχισμές όπου εισχωρούν οι ρίζες· η υγρασία παραμορφώνει τα σώματα και τα εξαντλεί. Είναι προτιμότερο να μένουν ακίνητοι και ξαπλωμένοι, τόσο πηχτό είναι το σκοτάδι.
Από εδώ πάνω τίποτε δε φαίνεται από τη Διομίρα. Μερικοί λένε: «Είναι εκεί κάτω», και δε μένει παρά να το πιστέψεις. Ο τόπος είναι έρημος. Τη νύχτα, αν βάλεις τ’ αυτί σου στο χώμα, ακούς κάποτε μια πόρτα να κλείνει.

*

©Νάσος Βαγενάς, από τη συλλογή «Η πτώση του ιπτάμενου», εκδόσεις Στιγμή, 1989.

φωτο: Στράτος Φουντούλης