Χαβιέρ Θέρκας, Ο ένοικος

Εκδόσεις Πατάκη
Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη

Την ίδια μέρα που γνωρίζει τον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, νέο του γείτονα και συνάδελφο, ο Μάριο Ρότα, καθηγητής φωνολογίας ενός πανεπιστημίου των μεσοδυτικών ΗΠΑ, παθαίνει διάστρεμμα. Τα δύο αυτά ξαφνικά συμβάντα σηματοδοτούν την έναρξη μιας περιόδου κακοτυχίας και αναστάτωσης στη μονότονη ζωή του, κυρίως όμως πυροδοτούν έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη γεμάτο απειλές, οιωνούς και σημάδια, κατά τον οποίο ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συντροφέψει τον Ρότα μέχρι το εκπληκτικό τέλος της περιπέτειάς του.
Πρόκειται για το θέμα ενός μυθιστορήματος το οποίο κατάφερε να τραβήξει την προσοχή αναγνωστών όπως ο Φρανθίσκο Ρίκο, ο οποίος σε μια συνέντευξή του για την εφημερίδα El Pais το συμπεριέλαβε στα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ή ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο οποίος το χαρακτήρισε «ένα μυθιστόρημα καταπληκτικό, από ένα συγγραφέα με ασυνήθιστο ταλέντο».

Κριτική παρουσίαση της Τέσυ Μπάιλα στο Culture Now:

Ο καθηγητής Μάριο Ρότα ζει μια ζωή ήρεμη, χωρίς εκπλήξεις, βουτηγμένη στη ρουτίνα και στη συνήθεια. Μια μέρα όμως θα είναι αρκετή για να ανατραπεί η ζωή του. Το διάστρεμμα που θα πάθει τρέχοντας θα είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια θα αναγκαστεί να δώσει το γραφείο του στον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, το νέο του γείτονα που από τη στιγμή που μπαίνει στη ζωή του όλα αλλάζουν δραματικά.

Όλοι έλκονται από τον άνθρωπο αυτόν, οι συνάδελφοί του ακόμη και η κοπέλα του δείχνουν να είναι γοητευμένοι μαζί του. Αυτό όμως που θα κάνει τον Ρότα να αρχίσει κυριολεκτικά να κλονίζεται είναι όταν θα αντικρίσει το σπίτι του ανθρώπου αυτού και θα δει ότι πρόκειται για ένα αντίγραφο του δικού του σπιτιού. Τα αντικείμενα. Οι πίνακες, τα έπιπλα όλα είναι πιστά αντίγραφα των δικών του και ο Ρότα αρχίζει να πιστεύει ότι ζει έναν εφιάλτη, ότι η πνευματική του ισορροπία έχει κλονιστεί και ότι όλα γύρω του έχουν πάρει μια ανεξέλεγκτη τροπή.

Διαβάστε τη συνέχεια >>>>>

Artemis Cooper, Πάτρικ Λη Φέρμορ: μια περιπέτεια

Εκδόσεις Μεταίχμιο
Μετάφραση: Ηλίας Μαγκλίνης 

Ο βρετανός Πάτρικ Λη Φέρμορ (1915-2011) θεωρείται ο μεγαλύτερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της εποχής μας και μια θρυλική φυσιογνωμία που συνέδεσε τη ζωή του με την Ελλάδα.
Οι περιπλανήσεις του ξεκινούν από την ηλικία των 18 ετών, το 1933, όταν αντί να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν, πέρασε τη Μάγχη και ξεκίνησε να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Υποκινημένος από την ασίγαστη περιέργειά του για τον κόσμο, πραγματοποίησε αυτό το μυθικό κατόρθωμα, περνώντας από διάφορες δοκιμασίες.
Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά του 1935. Από εκεί πέρασε στην Ελλάδα, έμεινε στον Άθω και ταξίδεψε στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα μαθαίνοντας τα ήθη και τη γλώσσα της χώρας που έμελλε να γίνει δεύτερη πατρίδα του.
Όταν κηρύχθηκε ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος επέστρεψε στην Αγγλία και κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά και στη συνέχεια, λόγω της γνώσης του των ελληνικών, τοποθετήθηκε ως σύνδεσμος-αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό. Με την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου βρέθηκε στην Κρήτη. Εκεί, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, έζησε δύο χρόνια στα βουνά, οργανώνοντας τον αγώνα των ανταρτών. Ηγήθηκε της ομάδας που απήγαγε τον γερμανό διοικητή, τον στρατηγό Κράιπε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ αναφερθεί στο περιστατικό στα βιβλία του, τα οποία αγαπήθηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε τα βιβλία Μάνη, Ρούμελη, Η εποχή της δωρεάς, Ανάμεσα στα δάση και τα νερά.
Μέχρι τον θάνατό του ζούσε στη Μάνη, σ’ ένα σπίτι που σχεδίασαν μαζί με τη γυναίκα του, την αξέχαστη φωτογράφο Τζόαν Λη Φέρμορ, της οποίας οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στα βιβλία του συγγραφέα Μάνη και Ρούμελη. Ως αναγνώριση της προσφοράς του στον χώρο των Γραμμάτων του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη από τη βασίλισσα της Αγγλίας.
ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ.

Σε τι συνίσταται η γοητεία του; Στην περίπτωση του Πάτρικ Λη Φέρμορ η γοητεία του συνίσταται στην ακόρεστη περιέργειά του για τους άλλους ανθρώπους: αντιμετωπίζει τους βούλγαρους χωρικούς και τους άγγλους δούκες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο… Ήρωας του πολέμου, γλωσσολόγος, ερευνητής, είναι κατά βάση ένας μεγάλος αφηγητής.
Μαξ Χέιστινγκς, συγγραφέας

Archibald MacLeish, Hypocrite Auteur


mon semblable, mon frère

(1)

Our epoch takes a voluptuous satisfaction
In that perspective of the action
Which pictures us inhabiting the end
Of everything with death for only friend.

Not that we love death,
Not truly, not the fluttering breath,
The obscene shudder of the finished act—
What the doe feels when the ultimate fact
Tears at her bowels with its jaws.

Our taste is for the opulent pause
Before the end comes. If the end is certain
All of us are players at the final curtain:
All of us, silence for a time deferred,
Find time before us for one sad last word.
Victim, rebel, convert, stoic—
Every role but the heroic—
We turn our tragic faces to the stalls
To wince our moment till the curtain falls.

(2)

A world ends when its metaphor has died.

An age becomes an age, all else beside,
When sensuous poets in their pride invent
Emblems for the soul’s consent
That speak the meanings men will never know
But man-imagined images can show:
It perishes when those images, though seen,
No longer mean.

(3)

A world was ended when the womb
Where girl held God became the tomb
Where God lies buried in a man:
Botticelli’s image neither speaks nor can
To our kind. His star-guided stranger
Teaches no longer, by the child, the manger,
The meaning of the beckoning skies.

Sophocles, when his reverent actors rise
To play the king with bleeding eyes,
No longer shows us on the stage advance
God’s purpose in the terrible fatality of chance.

No woman living, when the girl and swan
Embrace in verses, feels upon
Her breast the awful thunder of that breast
Where God, made beast, is by the blood confessed.

Empty as conch shell by the waters cast
The metaphor still sounds but cannot tell,
And we, like parasite crabs, put on the shell
And drag it at the sea’s edge up and down.

This is the destiny we say we own.

(4)

But are we sure
The age that dies upon its metaphor
Among these Roman heads, these mediaeval towers,
Is ours?—
Or ours the ending of that story?
The meanings in a man that quarry
Images from blinded eyes
And white birds and the turning skies
To make a world of were not spent with these
Abandoned presences.

The journey of our history has not ceased:
Earth turns us still toward the rising east,
The metaphor still struggles in the stone,
The allegory of the flesh and bone
Still stares into the summer grass
That is its glass,
The ignorant blood
Still knocks at silence to be understood.

Poets, deserted by the world before,
Turn round into the actual air:
Invent the age! Invent the metaphor!

***

Archibald MacLeish, 1892–1982 an American poet, writer, associated with the Modernist school of poetry. He received three Pulitzer Prizes for his work. More on WikiPedia

Visit All «English Wednesdays»

Έκτωρ Πανταζής: Σκυλοσόφου, τού (παραλογές)


α. Ετρουσκικό δέρμα κτέρισμα φωνής
τί είναι τούτη η αγιοτικιά
μʼ ένα πουκάμισο λευκό που φτερουγίζει
γύρω από την ομορφιά στις επάλξεις της θάλασσας

Θα περάσω γρήγορα μέσα από τα αυλάκια της λέξης
γρήγορα κολυμπώντας κατά δώ. Άρνηση που γευτήκαμε
ένα βράδυ καθώς κυμάτιζαν τα κυπαρίσσια
μνήμες αρχέγονες και λήθη. Στο δόξα πατρί της ποίησης.

β. Με τη βουκέντρα του ήλιου το σκοτάδι
πείθεται να παραδώσει στη μέρα
έκρηξη στερναριών καθώς μια αστραπή
νυστέρι σκίζει βαθιά το ατλάζι του ανέμου
πετράδι μουσικό η νύχτα γίνεται βινύλιο
φεγγάρι νύχι της μέρας τη διαβάζει
την παίζει κι αυτή είναι κύμα
κύμα μουσικό σε εκρηκτικό καμβά
σπιθιρίζουν τα σύμβολα και τα μάτια έρχονται
από το πουθενά να σε συναντήσουν
κρύωνες Αυτό δεν ήταν ήχος ήταν ένα στερεό φωνήεν
γιόρταζε την επέλαση του ωραίου ένας καλπασμός
από λέξεις συστρεφόμενες ήτανε το νυφικό σου φουστάνι
οξυδέρκεια, αυτό είναι το όνομά σου, το κάλεσμά σου
λαμπερό γρασίδι ψυχής τρέφει τα μάτια
πράσινο στέρνας σε φωτερό νυχτέρι
όσες ρυτίδες τόσοι στο φέγγος βρεγμένοι ήχοι

Έρωτας όπως βοριάς λιγώνει τα κλαδιά
τινάσσει τα φύλλα στα βουνίσια δέντρα
δεν ανέχεται το καλυμμένο,
γδύνει τα σώματα των εραστών
ρίχνοντας τα σε τσαλακωμένα κρεβάτια
με ανακατωμένα μαλλιά,
όπως αστραπή φλέγει το σύννεφο έτσι
σαν από αναμμένο σπίρτο
παίρνουν φωτιά τα κορμιά,
στην καρδιά στα σπλάχνα, τα αναφλέγει

γ. Οι ευαίσθητες χορδές τεντώνουν μά δε σπάνε
——————–συντρίβονται

Φυσώ το κόκαλο ,ο άνεμος ουρλιάζει
σείεται η ραχοκοκαλιά
οι σπόνδυλοι γίνονται κρόταλα

Χλωρή κορμοστασιά
η ομίχλη θυμάται το νερό
αυγό φτερό μάτι κοφτερό λεπίδι ακονισμένο
Φυσώ το κόκαλο ο άνεμος ουρλιάζει σαν τσακάλι
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί
Του αέρα φίδια όλη νύχτα σφύριζαν
Ξυπνάς οι πέτρες στο καλντερίμι λιώνουν σαν πάγος
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί

Ατσαλένια σφυρά διώχνουν τη θλίψη
Κοιμήθηκε το λαγκάδι, τα αγρίμια αιφνιδιάστηκαν
Φλογίζανε τα μάτια τους μια νύχτα υγρή
Σηκώνεσαι χύνεις νερό στο παγωμένο αγρίμι
Κόκαλο η νύχτα μ αυτό το ξερό χιόνι
Αν δανειστώ τα μάτια σου για μια στιγμή
ουρανό θά ʼναι βροχή γαλάζια;

δ. Ρόδια στο πάτωμα ρόζοι στο ξύλο
ο λόγος έδεσε όπως λουλούδι καρπό
τρώγεται με τη φλούδα
δεν χρειάζεται να θρηνήσουν οι παναγιές
με λίγη στάχτη το παλίμψηστο ήχησε
φωνή που ο κόσμος ταξιδεύει προς εσένα
σπιθίζει όπως όταν χτυπιούνται
——————–δυό βότσαλα
——————–και το κύμα αφρίζει
Στα κάτω δώματα σαγίζανε τα άλογά τους δεμένα στα θεμέλια
Ξαναβρίσκω το βίωμα κάτω από στοιβάδες
Μια αλλόκοτη μέρα ανοίγεται
στο τρομαγμένο σαν ελάφι βλέμμα
κι αναρωτιέσαι πού θα βρεί τόπο να χωρέσει τις καμπύλες της
Μπαίνεις στο χωριό κι είναι άλλο χωριό
Το ημερολόγιο άλλαξε. Οι ειδήσεις είναι σε άλλη γλώσσα
το στήθος γέμισε απότομα αέρα

Σκάβει όλο και πιο μέσα
στο βασανισμένο τοπίο η μνήμη
——————–πηγάδι σπιτιού ερημωμένου
——————–ανεβάζει ο κουβάς
μυστικό νερό, πίνει σαν σκύλος η ζωή
δίψα στυφή με αιφνίδια ξανά χάνεται κατεβαίνει
κοιτά όλο και πιο μέσα. Κατάματα θάματα
Πώς να πιάνεις με μικρά εξαίφνης ζώα του δάσους
στο ξέφωτο χωρίς θηλιές μόνο με ξόρκι
Στη μικρή πατρίδα που άφησε όπως το κουνάβι δυό πόδια
στο δόκανο
χούϊ δεν αλλάζει ,έχει κάτι από τη φτιαξιά τρομαγμένου ζώου
Ολοκληρωμένες ενοράσεις, οι εικόνες κάνουν κύκλωμα εντός ψυχής
Το συναίσθημα παροχετεύεται ακαριαία.

ε. Κάτω από τους λόφους στις Λύπες
λιόφωτα λιόφυτα κυματίζουν ασήμι θάνατο
πετρωμένο φώς
πενθούν χίλια χρόνια την Κόρη
Ναυαγισμένες λάρνακες, στο χείλος των καμινιών
στις ασβεσταριές , χυτήρια της άγνοιας,
αναδύονται, φανερώνουν ψυχικά μας βάθη,
η μνήμη αλέθεται τη σκόνη των αιώνων

Ξαπλαρωμένες κολώνες, τις έγειρε ο χρόνος
τις έβαλλε να κοιμηθούν στο χορτάρι
δίπλα στα αρχαία μνήματα
θα ξαναστηθούν θα στεριώσουν με θάματα
τʼ αθάνατα

Ξύλινος σταυρός διασχίζει το τοπίο με τις πέτρες
μέχρι που συναντά το δάσος με τα ελάτια
μανιάζει η πράσινη θάλασσα των φύλλων
vox clamantis βουνίσιος άνεμος
ταΐζει τʼ αυτιά μου λέξεις εξαγνισμένες

Τώρα ,μπορώ να αρθώ ως το αναλόγιο
εκεί που οι λέξεις είναι ψαλμοί

Παραδίδω το ποίημα
λουσμένο τις ανταύγειες των σταροχώραφων
ψωμάκι.

ζ. Σαν να καρφώνεις αόρατες πρόκες
με αόρατο σφυρί

η λέξη σφυρί δεν είναι σφυρί
όσο κι αν σφυριά του αέρα
κοντεύουν να μου σπάσουν τις πόρτες

Περνάει ο χαροκόπος με το δρεπάνι ξυρίζοντας
σκοτεινό χορτάρι στο μάγουλο της γης

κάτω από την Εγνατία που μας διασχίζει σαν βουνά
ψηλά στον ελατότοπο
κρυμμένο αηδόνι
Αηδόνι, τρυπάς το σκοτάδι
χύνονται δροσιές αστέρια οι ήχοι σου
δάσος των σπλάχνων χρωματίζει τον αέρα
με το χωμάτινο των ίσκιων

Τώρα μιλάει η καπνιά κάτω απ τον ασβέστη
ό,τι ήταν κειμήλιο τώρα είναι ύπνος
Πού θα βρεί να πιεί νερό η διψασμένη μέρα;

η. ένα κούφιο μπρούτζινο χέρι
σ αγκαλιάζει ύλη σταθερή
μισοφέγγαρο νύκτιες ακτίνες
φωτίζουν την ακτή σου

ποτισμένα λυκόφως
στυγόνερα και χνώτα κέρβερου τοπία
Στους φράχτες από τριανταφυλλιές
που επιμελούνται οι γυναίκες της Παραμυθιάς
τα πράγματα είναι συγκεχυμένα
χύνω λίγη φύση στο ποτάμι
που αμέσως κυριεύει το δέλτα σου
οι λέξεις βρέχονται με αλατόνερο

Μεστώνουν τα γραμμένα της
ματάκια
ουρλιάζει φυσώντας τυλιμένη περγαμηνή
σαν ο άνεμος μέσα από τις πολεμίστρες.

*
©Έκτωρ Πανταζής
φωτο©Στράτος Φουντούλης, 2008

 

Athens Review of Books, τεύχος Ιανουαρίου ’14

Κυκλοφορεί Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Editorial, Πρώτη αποκλειστική παρουσίαση

Λύση η (δημιουργική) καταστροφή;

 

O αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ, ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, εισήγαγε στα οικονομικά τον όρο δημιουργική καταστροφή, για να περιγράψει τη μεγαλύτερη ικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος, την ικανότητά του να ανανεώνεται μέσα από τη δυναμική της καινοτομίας και του ανταγωνισμού. Έγραφε: «…αδυσώπητα καταστρέφοντας το παλιό, αδυσώπητα δημιουργώντας το καινούργιο. Αυτή η διαδικασία της Δημιουργικής Καταστροφής είναι το θεμελιώδες δεδομένο του καπιταλισμού».

Πράγματι, μεγάλες επιχειρηματικές συλλογικότητες του παρελθόντος που κυριάρχησαν στις αγορές επί πολλές δεκαετίες εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, όταν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανέπτυσσαν δεξιότητες και επιχειρηματική κουλτούρα ανατράπηκε ολοσχερώς.

 

Η διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής δεν έχει εντούτοις εφαρμογή μόνο στις οικονομικές αγορές. Ισχύει σε σημαντικό βαθμό και στην πολιτική διαδικασία. Πολιτικοί σχηματισμοί πανίσχυροι που κυριάρχησαν δεκαετίες εξαφανίστηκαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα όταν οι συνθήκες που τους γέννησαν και επί των οποίων στηρίχθηκε η κυριαρχία τους ανατράπηκαν ολοσχερώς. Το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας τόσο προπολεμικά όσο και μετά την Κατοχή και μετά τη Δικτατορία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Στη διαδικασία αυτή της ριζικής πολιτικής ανανέωσης η καταστροφή μπορεί να έρθει με τρόπο δημιουργικό ή ολέθριο. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα ακριβώς σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο.
Ποια είναι τα δεδομένα. Ίσως καταντούμε μονότονοι επαναλαμβάνοντας τα αυτονόητα. Σήμερα κυβερνούν τη χώρα τα δύο κόμματα που έχουν απόλυτη ευθύνη για τη σημερινή οδύνη. Τα κόμματα αυτά, έχοντας τον απόλυτο και άνετο έλεγχο της εξουσίας κατά την τελευταία τριακονταετία, δανείστηκαν, καταχράστηκαν, εκμαύλισαν, εκμεταλλεύτηκαν, συναλλάχθηκαν αθέμιτα και τελικά διέλυσαν τη χώρα. Την τελευταία τετραετία προσπαθούν να ξεφύγουν την καθαρτήρια τιμωρία μεταθέτοντας τις ευθύνες τους. Καθυστέρησαν τις μεταρρυθμίσεις για να μειώσουν το πολιτικό κόστος και να εμφανίσουν ως υπαίτιους των όσων συνέβησαν τους ξένους δανειστές. Και, το κυριότερο, παρ’ όλα τα δεινά που προκάλεσαν, τα κόμματα αυτά –ως συλλογικοί οργανισμοί– δεν άλλαξαν διόλου. Δέσμια των χρεοκοπημένων διαπλεκόμενων συμφερόντων, συναλλάσσονται ξεδιάντροπα μαζί τους προσφέροντάς τους αφειδώς διαφημίσεις, δάνεια και δουλειές την ώρα που ένας ολόκληρος λαός υποφέρει. Πιστά στον πιο άθλιο κομματισμό αναθέτουν σε πολιτευτές, μέλη ΝΟΔΕ και άλλους κομματάρχες τη διοίκηση νοσοκομείων, οργανισμών και δημόσιων υπηρεσιών. Αδιόρθωτοι συνεχίζουν να διορίζουν και να ρουσφετολογούν. Να μοιράζουν εφάπαξ, πλουσιοπάροχες εθελούσιες εξόδους και πρόωρες συντάξεις στα απομεινάρια των κομματικών τους στρατών, την ώρα που φορολογούν αμείλικτα και καταδιώκουν τους πολίτες που οι ίδιοι κατέστρεψαν. Ταυτόχρονα είναι και τα δύο αυτά κόμματα κυριολεκτικά χρεοκοπημένα. Τα δάνεια που πήραν παράνομα και καταχρηστικά, πέραν των πλουσιοπάροχων νόμιμων κρατικών επιχορηγήσεων και των αφειδών μαύρων χρημάτων που κατέληγαν στα ταμεία τους από τις διάφορες Siemens, δεν μπορούν πλέον ούτε καν να τα εξυπηρετήσουν.
Πόσο καιρό μπορούν τα κόμματα αυτά να συνεχίσουν να κυβερνούν; Ο χρόνος τους τελειώνει ανελέητα και το γνωρίζουν και τα ίδια. Όσο όμως συνεχίζουν τόσο η οργή του κόσμου αυξάνεται τροφοδοτώντας τον παραλογισμό και τις ακραίες εκδοχές της πολιτικής. Ως συλλογικότητες, τους είναι αδύνατο να αλλάξουν. Είναι δέσμια των ανομημάτων τους και ευπρόσβλητα σε κάθε είδους εκβιασμό από τα διάφορα συμφέροντα, μικρά και μεγάλα, που κατά καιρούς συναλλάχθηκαν μαζί τους. Όσο ιστορίες αποκαλύπτονται, από τα πιο πενιχρά, όπως τα λαδώματα στις εφορίες και οι πλαστές πινακίδες οχημάτων μεγαλόσχημων, μέχρι τις μίζες για τους εξοπλισμούς και τις θηριώδεις συναλλαγές με τη διαπλοκή, τόσο γίνονται πιο ευάλωτα, απαξιώνονται και απαξιώνουν ό,τι έχει απομείνει ακόμα όρθιο στον τόπο.
Το δίλημμα συνεπώς διαμορφώνεται με όλη την αδυσώπητη σκληρότητά του: Καταστροφή κανονική ή δημιουργική καταστροφή των συγκεκριμένων πολιτικών σχηματισμών; Δημιουργική καταστροφή που θα επιτρέψει την απελευθέρωση των αξιόλογων δυνάμεων και ανθρώπων οι οποίοι παραμένουν ακόμα παγιδευμένοι στις τάξεις τους, αλλά –κυρίως– έξω από αυτές. Δημιουργική καταστροφή που θα διευκολύνει την είσοδο στην πολιτική νέων ανθρώπων για να διαμορφώσουν νέες πολιτικές δυνάμεις και να στελεχώσουν τα πολιτικά αξιώματα με νέο πολιτικό προσωπικό.
Η απάντηση είναι προφανής και όσοι σώφρονες παραμένουν ακόμα στους σχηματισμούς αυτούς οφείλουν να αφουγκραστούν επιτέλους τη βοή των γεγονότων που πλησιάζουν. Πώς θα γίνει αυτό; Δύο κινήσεις αρκούν για να πυροδοτήσουν τη δημιουργική διαδικασία. Απλή αναλογική και κυβέρνηση εθνικής ενότητας από την παρούσα Βουλή, που θα αναλάβει να κυβερνήσει μέχρις ότου διαμορφωθεί μέσα από τις προσεχείς εκλογικές διαδικασίες (ευρωεκλογές, εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης και εθνικές εκλογές στις αρχές του 2015, με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας) το νέο πολιτικό σκηνικό. Απλή αναλογική που θα περιορίσει δραστικά τις ακραίες εκδοχές της πολιτικής, αφαιρώντας τους οποιαδήποτε πιθανότητα αυτοδύναμης ή σχεδόν αυτοδύναμης διακυβέρνησης. Απλή αναλογική που θα αποφορτίσει την πολιτική ένταση και θα εκτονώσει την οργή του κόσμου, καθώς δεν θα χρειάζεται να διακινδυνεύσει μια γενικευμένη καταστροφή για να καταστρέψει όσα και όσους τον οδήγησαν εδώ.
Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ σχεδόν πρόβλημα οικονομίας· ήταν πάντα πρόβλημα πολιτικής. Η πολιτική οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Αν η ίδια διαμορφώθηκε από την κοινωνία ή αν τη διαμόρφωσε κατ’ εικόνα και ομοίωσή της μικρή σημασία έχει. Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική πρέπει να αλλάξει άρδην προς το καλύτερο για να έχει η χώρα κάποια ελπίδα να βγει από αυτή την εξουθενωτική δοκιμασία.
Για την ώρα, γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στην εξουσία, οι υπαίτιοι της καταστροφής κυοφορούν ένα νέο γύρο εκθεμελίωσης, καθώς τροφοδοτούν την αγανάκτηση που θα γίνει κύμα να τους σαρώσει. Αυτούς αλλά και οτιδήποτε άλλο βρεθεί στο πέρασμά του. Η δημιουργική καταστροφή είναι η μόνη μας ελπίδα να αποφύγουμε την κανονική καταστροφή. Και με την εξαίρεση ελαχίστων, δεν είναι πια παράδοξο ότι συμφέρει σήμερα τους πάντες. Ακόμα και την αντιπολίτευση, που αν αναλάβει την εξουσία θα εξαφανιστεί κι αυτή κάτω από τα ερείπια που θα έχει προκαλέσει ο ακραίος λαϊκισμός της.
Αδυσώπητα πρέπει λοιπόν το παλιό να καταστραφεί. Αδυσώπητα τότε το καινούργιο θα γεννηθεί.

— The Athens Review of Books
 
ΥΓ.
Μια εντελώς ασυνήθιστη υποσημείωση για editorial της ARB: Το πρωί μιας Δευτέρας του Δεκεμβρίου στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση συλλογής πρωτοεμφανιζόμενου μεν, πλην εγκωμιασθέντος σαν «μεγάλου ποιητή», Διευθυντή Ειδήσεων μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού. Παραβρέθηκαν, εκτός των άλλων, ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευ. Βενιζέλος και δεκάδες εκπρόσωποι όλου του πολιτικού και μιντιακού συστήματος. Ήταν δε τόσο φαραωνική η εκδήλωση που μπροστά της η ανακοίνωση του Νόμπελ στον Ελύτη το 1979 γιορτάστηκε παρ’ ημίν με μια εξαιρετικά φτωχή τελετή. Δεν θα ασχοληθούμε με την ποιότητα των στίχων που τόσο ενθουσίασαν δύο εθνικούς «μουσουργούς» ώστε να τους έχουν ήδη «μελοποιήσει». Ούτε με την παρουσία του Τίτου Πατρίκιου. Δείγματος χάριν, το επίκαιρο «αντιστασιακό» άσμα “Ο χορός των κολασμένων”: Στων αιώνων το πιθάρι / χάθηκαν οι συνταγές / Βάλ’ το ξίφος στο θηκάρι / δεν περνάν οι προσταγές. Αλλού (στο συγκλονιστικά αφελές “Πατρίδα-Μήδεια”) ο νεοφανής βάρδος καταλήγει:Τώρα στο χώμα που ακουμπάς / τον Σολωμό στοχάσου / Του Βενιζέλου το σκουφί κι απ’ τον Καβάφη πιάσου / Απ’ του Μακρυγιάννη τη φωνή / του Ελύτη, του Σεφέρη / Του Χατζιδάκι το κλαβιέ / της Κάλλας το αστέρι.
Για τους στιχοπλόκους του είδους τον καίριο λόγο έχει εκφέρει προ αιώνων ο Κάτουλλος, κάποτε μάλιστα με ακραίο σκωπτικό τρόπο: Annales Volusi, cacata carta. Δεν είναι ωστόσο το πρόβλημά μας τα φληναφήματα που εκτοξεύθηκαν από τους ομιλητές, όπως: «Κι ο Καμύ δημοσιογράφος ήταν!». Ή: «πάμε σε μάχες για τη συνέχεια της φυλής» (Μάνος Ελευθερίου). Προφανώς έχοντας για όπλο τους θουριώδεις αυτούς στίχους όπου «υπάρχει διάχυτος ο πόνος της Ρωμιοσύνης».
Αυτά όμως συνέβαιναν πάντα στη χώρα της Κατουρημένης Ποδιάς, και μάλιστα κατά συρροήν σε καιρούς ανέμελους. Γιατί λοιπόν να δαπανούμε χώρο για το συγκεκριμένο κρούσμα; Για τον εξής σοβαρότατο λόγο: Το μείζον θέμα είναι ότι –τώρα– όλα αυτά συμβαίνουν στον Βυθό. Ενώ το σκάφος της πολιτείας είναι βυθισμένο, οι «καπετάνιοι» που υποτίθεται ότι θα το οδηγήσουν στην φουρτουνιασμένη επιφάνεια και ενδεχομένως κάποτε σε λιμάνι, «σίγησαν» τη λειτουργία της κυβέρνησής τους για ένα ολόκληρο πρωινό προκειμένου το Κενό να χειροκροτήσει το Κενό. 

 

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, εγώ πίσω από τα τζάμια του παραθύρου μου, κοιτώντας εκατομμύρια επιθετικές νιφάδες χιονιού να μου ψιθυρίζουν «κάτσε μέσα, κάτσε μέσα» εντελώς διαφορετικές από εκείνες που αναθυμάμαι παιδί να μου χαμογελάνε και να μου γνέφουν «έλα έξω, έλα έξω να παίξουμε» στέλνω το μυαλό μου όπως ένα παιδί για θελήματα, να μου φέρει εικόνες που μου είναι γνώριμες. Που τις ξέρω και με ξέρουν. Κλείνω τα μάτια κι αναθυμάμαι.

   Εκείνο τρέχει πάνω κάτω, μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60.
    Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας. Μια μεγάλη σειρά ανθρώπων φαίνεται, σα να κάνει παρέλαση.
     Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ με το «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις, παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κάτουρο του.
   Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς ενώ μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
     Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , δυο τρεις ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά – σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
   Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού.   Σε διάφορα βολ πλανέ ξεπροβάλλουν, ο Γιώργος Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν (καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν) οι εικόνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
  Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κόσμος από κάτω, χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
   Σε μια άλλη μικρότερη εικόνα, η Δήμητρα Λιάνη ισιώνει τις ζαρτιέρες της κοιτώντας πίσω, πάνω από τον ώμο της.
  «Μνησθητί μου Κύριε, καλό κι ευλογημένο» είπα ανοίγοντας τα μάτια, νομίζοντας πως ήτανε όνειρο.

Δημήτρης Φύσσας, Μια «Τριλογία» για το έτος Καμί (2013)

«Ο επαναστατημένος άνθρωπος», «Γράμματα σ΄ένα φίλο Γερμανό», «Το καλοκαίρι» 
(όλα από τις εκδόσεις Πατάκη)
Του Δημήτρη Φύσσα

Αν ήμουνα υποχρεωμένος να διαλέξω μόνο τρία πεζά που να μπορώ να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω στη υπόλοιπη ζωή μου, αυτά είναι το «Κατς -22» του Τζόζεφ Χέλερ, ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ και «Η πανούκλα» του Αλμπέρ Καμί. Διόλου τυχαία, στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, τον «Αναγνώστη του Σαββατοκύριακου», το πρώτο βιβλίο του οποίου αναφέρεται απόσπασμα (μάλιστα: δυο αποσπάσματά του) είναι ακριβώς «Η πανούκλα». Και συνολικά τη λογοτεχνία του Καμί, τόσο τα πεζά όσο και τα θεατρικά, εννοείται ότι τα έχω διαβάσει και εκτιμήσει δεόντως.

Από την άλλη, λόγω δηλωμένης απώθησής μου για τα βιβλία της Φιλοσοφίας, δεν είχα αγγίξει μέχρι τώρα τα φιλοσοφικά έργα του μεγάλου Γάλλου. Μέχρι που αποφάσισα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin, λαμπρή δουλειά) που ξανάβγαλαν φέτος, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Καμί, οι εκδόσεις Πατάκη (δέκατη έκδοση).
Δεν έχω ποτέ μου ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο. Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι σκέτα φιλοσοφικό. Είναι ταυτόχρονα: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (και ειδικά στο μαρξισμό, το μηδενισμό, το παράλογο της ύπαρξης και την ελευθερία), Εισαγωγή στη Λογοτεχνία, Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη (μια ειδικά στον αντι-ολοκληρωτισμό), Εισαγωγή στην Ιστορία (και ειδικά στην Ιστορία των Επαναστάσεων), Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία, Εισαγωγή στη Μυθολογία και Εισαγωγή στην Αισθητική, ενώ «πιάνει» και πολλές άλλες πλευρές. Η δε «Εργοβιογραφία» που επιτάσσεται βοηθάει πολύ- άσε που η ίδια η ζωή του Καμί (1913 – 1960) είναι σα μυθιστόρημα: φτωχόπαιδο από την Αλγερία, αντιστασιακός στη κατοχή, κορυφαίος δημοσιογράφος, ο σημαντικότερος συγγραφέας της Γαλλίας στα 40 του, νομπελίστας στα 44 του, σκοτωμένος σε αυτοκινητικό δυστύχημα στα 47 του.
Επιπλέον, το βιβλίο είναι και συναρπαστικά γραμμένο, καθόλου βαρετό, με συνεχή παραδείγματα απ΄ όλους τους παραπάνω (και άλλους) τομείς, με αξιοσημείωτες αποφθεγματικές διατυπώσεις, με συχνές αναφορές στην επικαιρότητα- και, πάντως, στον αληθινό υλικό κόσμο, όχι στις μπούρδες των απόλυτων a priori φιλοσοφικών ιδεών. Μου πήρε ένα μήνα να το τελειώσω και σίγουρα θα επανέρχομαι ξανά και ξανά. Στο μικρόκοσμό μου όχι ως δημοσιογράφου ή συγγραφέα, μα ως αναγνώστη, ήταν το μη λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς.
Μαζί με τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο», επίσης:
· «Γράμματα σ΄ ένα φίλο Γερμανό» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin). Τέσσερα γράμματα, από το Ιούλιο του ΄43 μέχρι τον Ιούλιο του ΄44, που βγήκαν λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα «Γράμματα» έχουν ξανακυκλοφορήσει στα ελληνικά με ορθότερο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τίτλο: «Γράμματα σ΄ένα Γερμανό φίλο». Το βιβλίο είναι καρπός πολεμικής στράτευσης, ταυτόχρονα όμως προάγγελος ανθρωπιστικού ευρωπαϊσμού
· «Το καλοκαίρι» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου – Ρομπλέν. Εδώ το δεύτερο επώνυμο των μεταφραστριών στα ελληνικά). Φιλοσοφίζοντα κείμενα γραμμένα από το 1939-1953, σε δέκατη έκδοση, με ζωντανά θέματα: πολύ Οράν (η γενέτειρά του στην Αλγερία) και γενικά πολλή Μεσόγειος, πολλή Αρχαία Ελλάδα, ξανά το παράλογο και, μπόνους στο τέλος, το λογοτεχνικότατο «Η θάλασσα μες στα χέρια μας» με υπότιτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος». Η ίδια «Εργοβιογραφία» επιτάσσεται και σ΄ αυτό το βιβλίο
©Δημήτρης Φύσσας και Athens Voice
d.fyssas@gmail.com

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Αρχείο 30/12/2013

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο»