Θανάσης Πάνου, Homo Neotacsious


Θεώρησε ότι κατέβηκε από τα αρχέγονα βουνά.

    Γλίστρησε μέσα στο χρόνο, έφτασε στον ξηροπόταμο που διασχίζει όλη τη γη και με όλη τη δίποδη φυλή του έχτισε τις χαλικιές της όχθης του. Μια νέα φάρα προνομίων τον χώρισε για πάντα από τα σπήλαια που ζευγάρωναν με τη ζωώδη ευγενική του φύση. Εδώ το προπατορικό βάρος τεμαχίστηκε από Προκρούστες νομοθέτες και γέννησε νέες αξίες. Νέα νοήματα νέες απαντήσεις τον έκαναν ανίκητο. Ο ξεροπόταμος έγινε μια αστραφτερή ηλεκτρισμένη εποχή με εκβολές ανθρώπων και φωτισμένες πόλεις. Το κλίμα του είναι εύκρατο και μια τρύπα στον ουρανό – στενή οπή από πνοή τιμωρού υπενθυμίζει τη σχέση του με τη φύση. Έγινε μέλος μιας ομάδας με άποψη για τον εαυτό της, μιας ράτσας που δεν αφηνιάζει εφόσον ελέγχει το παρόν . Υπάρχουν κανόνες ενάντια στη βία, κανόνες καριέρας που τυλίγουν σαν χλωρίδα τη συμπεριφορά. Υπάρχει το χειροκρότημα που υποστηρίζει τα απατηλά ιδανικά, τις παρωπίδες των ιδεών και τον μαγευτικό κόσμο της ομάδας. Μπορεί να υπάρχουν σαν δύσοσμα κομμάτια σκέψεις από παλιά βιβλία αλλά μια μεταμόσχευση εγκεφάλου ή μέρους του αλλάζει τη συνείδηση ανώδυνα. Ένα πλήθος γιατρών γυαλίζει όλα τα πηνία του και μυριάδες κοινωνικοί λειτουργοί επουλώνουν τα φαγωμένα ψυχικά χαρακτηριστικά του. Ακόμα και η μια όψη του η ομοιόμορφη και γλιστερή που σπαρταρά μέσα στο δίχτυ του χρόνου διακοσμείται υπέροχα με πλαστικές επεμβάσεις και έτσι αναπηδά με θελκτικές συσπάσεις δίπλα στα άλλα όντα.. Ο έρωτας ή το σεξ δε θέλουν πια αγωνιστικότητα, απλά παράδοση. Δύο, με μια ομοιόμορφη όψη. Το σεξ δε θέλει παρέα απλά παραμονεύει στο ακατοίκητο του εγκεφάλου. Τα πρωινά συλλέγει χρυσές τρίχες από δημόσιες λεοντές και τηλεοπτικά αξιώματα. Στον ελεύθερο χρόνο του ντύνεται άγριος θηριοδαμαστής και στομώνει τις συναισθηματικές του διάρροιες. Φυγάδας εξόριστος ο παρελθών εαυτός του, κάηκε σαν απαγορευμένο βιβλίο. Έτσι το μάτι του αστράφτει σαν λαμπερό σαλάχι μέσα στην παγκόσμια αρμονία που επιβάλλει ο αστυνόμος που κρύφτηκε μέσα του.
    Μα, στα άδυτα της σκέψης του θρονιασμένα ερωτηματικά, φονιάδες χωρίς αυτουργό ανασύρουν φιλοσοφικές νεκροψίες : Τι είναι πιο σημαντικό; Η σκέψη ή η ηθική της σκέψης; Τι είναι και που βρίσκεται το αληθινό «homo»; Κατοικούμε μέσα του ή απλά έχουμε κρίσεις ταυτότητας; Από γιος ως εραστής έχουμε πολλούς εαυτούς. Μπορούμε να τους αποφύγουμε και απλά να υπάρχουμε στον ξεροπόταμο; Οι ακαθαρσίες των ξωτικών υπάρχουν ή απλά παρεξηγούμε τα παραμύθια; Ποιος ζει τη ζωή μου αν εγώ περιπλανιέμαι αγνοώντας τις ρυτίδες; Μήπως η σεξουαλικότητα είναι μια τεχνολογία που μας ελέγχει και δεν αφήνει να γίνουμε πιο ελεύθεροι αύριο; Ο HOMO NEOTACSIOUS ως φοβισμένος τυμβωρύχος πηδά στο πηγάδι με ένα κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό του. Συναισθάνεται πως η πτώση συμπυκνώνει τη ζωή του σε μια τυφλή τελετουργία νομισματοκοπείων. Κάθε αξία γεννήθηκε σαν αστραφτερό λέπι και μια νέα φυλή προνομίων ξεπηδά για να εξουσιάσει.

*
Σύντομο βιογραφικό: Ο Θανάσης Πάνου σπούδασε οργάνωση & διοίκηση επιχειρήσεων και στη συνέχεια στο Πάντειο πανεπιστήμιο στο τμήμα κοινωνιολογίας – τομέα εγκληματολογίας. Παράλληλα το 1983 φοιτά στο ART & CULTURE CENTER FOR ARTISTIC DEVELOPMENT & CULTURE και πραγματοποιεί ειδικές σπουδές εικαστικών τεχνών «εικόνα ήχος-κίνηση-λόγος» , σπουδές για αποφοίτους ανώτατων σχολών , όπως καλών τεχνών, θεάτρου, μουσικής, χορού και πανεπιστημιακών σχολών. Αντικείμενο του πρωτοποριακού εργαστηριού είναι η ερευνά και η λειτουργιά της καλλιτεχνικής φόρμας ως κοινό οργανικό στοιχειό σε όλες τις τέχνες, καθώς και η μορφική της αντιστοιχία από το ένα είδος τέχνης στο άλλο, με μέθοδο εκπαίδευσης την βιωματική παιδεία. το 1986 γίνεται μέλος στην ομάδα “Ω & art» και συγγράφει το δοκίμιο συγκριτικής γνωσιολογίας «ΙΕΡΑ ΜΑΝΙΑ». Έχει λάβει μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις Ζωγραφικής – VIDEO-ART, ΣΤΗΝ Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει οργανώσει λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δρώμενα πλαισιωμένα με μουσική και οπτικοποίηση ποιητικού λόγου. Με το μουσικό σχήμα των MOLES BAND έχουν επενδύσει μουσικά παραγωγές για ντοκιμαντέρ . Ως εκπαιδευτικός έχει εργαστεί με ομάδες art therapy για παιδιά με ειδικές δεξιότητες. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΕΧΝΩΝ στο τμήμα πειραματικής έρευνας και έκφρασης. 

Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα… έτσι δεν με ξεχνάς και συ…

ΑΝΤΡΑΣ – Σα να έχουμε ραντεβού.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (Βγάζει τσιγάρο και δίνει και στον άλλο. Του δίνει φωτιά και μετά ανάβει και εκείνος.) – Ναι, σα να έχουμε ραντεβού (κάθεται δίπλα του) σα να πηγαίνω σε γκόμενα.

ΑΝΤΡΑΣ – Είχες ποτέ;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί;

ΑΝΤΡΑΣ – Γκόμενα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πολλές.

ΑΝΤΡΑΣ (φυσάει τον καπνό) – Άρα καμία…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι καμία, αφού σου λέω πολλές…

ΑΝΤΡΑΣ – Πολλές ίσον καμία. Μία ίσον πολλές…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πώς τα καταφέρνεις και με φτιάχνεις αγαπούλα…και κει που λέω να έρθω να κάνω ένα τσιγάρο να τα πούμε λιγάκι, εσύ μου ανάβεις τα λαμπάκια και με πιάνει εκείνη η φαγούρα στις παλάμες…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, ξέρω.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι ξέρεις;

ΑΝΤΡΑΣ – Σε πιάνει εκείνη η φαγούρα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ωραία τα λες αγαπούλα… συνέχισε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μετά με αρχίζεις στη φάλαγγα…

Ο ρασοφόρος ήσυχα πετάει το αποτσίγαρο κάτω και το πατάει να σβήσει. Μετά πάει στη γωνιά και βγάζει κάτω από το ράσο του μια μεγάλη ξύλινη κασετίνα. Πολύ προσεκτικά λες και ήταν εύθραυστα βγάζει και απλώνει πάνω στο περβάζι του παραθύρου τα εργαλεία του…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (γυρνάει και κρατάει στα χέρια του μια τανάλια) – Φοβερό εργαλείο… συμφωνείς;..

ΑΝΤΡΑΣ (σβήνει κι αυτός το τσιγάρο χωρίς να πάρει τα μάτια από τον άλλο) – Ξεπερασμένο σαν μέθοδο… από τον Μεσαίωνα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το ήξερα ότι ξέρεις.. Θέλω να μου πεις ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, δεν με κατάλαβες αγαπούλα… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Πιο παιδί;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το δικό μου… θα το βαφτίσω…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Και θέλω ένα όνομα… από… τους αρχαίους…

ΑΝΤΡΑΣ – Αγόρι;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Αγόρι… το πρώτο… γιατί θα κάνω κι άλλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κι άλλο εννοείς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, κι άλλα… θέλω πολλά…

ΑΝΤΡΑΣ – Θα τα αγαπάς πολύ τα παιδιά φαίνεται…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καρφί δεν μου καίγεται αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν καταλαβαίνω…

Ο Ρασοφόρος ξετυλίγει ένα άλλο εργαλείο και το δείχνει με καμάρι στον άλλον.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Βλέπεις τι πολλά καλώδια έχει;

ΑΝΤΡΑΣ – Προηγμένη τεχνολογία… από την Αμερική σας ήρθε;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Από την Αμερική;.. Τώρα που το λες… για να δω, πρέπει να γράφει… (το περιστρέφει στα χέρια του και προσπαθεί να διαβάσει) …να, γράφει (συλλαβίζει) …Made in Vietnam…

ΑΝΤΡΑΣ Α, θα είναι μεταχειρισμένο…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρω εγώ αγαπούλα;.. εγώ πρώτη φορά θα το μεταχειριστώ… έχει και οδηγίες αλλά δεν τις διάβασα…

ΑΝΤΡΑΣ (Λίγο ανήσυχος) Τουλάχιστον θεωρητικά πρέπει να ξέρεις…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μη φοβάσαι αγαπούλα, θα τα μάθουμε όλα στη… πράξη…

Ετοιμάζει τα εργαλεία του με μεγάλη φροντίδα. Ο άντρας φαίνεται πια ότι αρχίζει και φοβάται.

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν μοιάζει με το συνηθισμένο ηλεκτροσόκ…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καμία σχέση αγαπούλα… το ηλεκτροσόκ βάζεις το βύσμα στις πατούσες…

ΑΝΤΡΑΣ – Αφού τις βρέξεις πρώτα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα, το ξέρεις καλά το μάθημα…

ΑΝΤΡΑΣ – Τριάντα έξι νύχτες …

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Λοιπόν, θα μου πεις το όνομα;

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όνομα αρχαίο… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!.. (θέλει να κερδίσει χρόνο)…δεν μου είπες γιατί θα κάνεις πολλά παιδιά, αφού δεν τα αγαπάς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (πλησιάζει κρατώντας τα καλώδια) – Από γυναίκες ξέρεις αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ψυχολόγος είμαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Α, ναι, το ξέχασα αγαπούλα… έλα κατέβασε τα πόδια… βγάλε και τις κάλτσες… ο μόνος τρόπος για να μην σε κερατώσει η γυναίκα, ξέρεις ποιος είναι αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Να την σέβεσαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρεις πότε σε σέβεται η γυναίκα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ξέρω τι θα μου πεις, αλλά δεν συμφωνώ. Θα μου πεις ότι η γυναίκα σέβεται μόνο όταν φοβάται…

Καθώς μιλάνε ο ρασοφόρος του κολλάει τα καλώδια στις πατούσες και ο άντρας τον διευκολύνει απλώνοντας ή τραβώντας τα πόδια του.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Την γκαστρώνεις αγαπούλα… μια ζωή γκαστρωμένη… άντε να σε κερατώσει μετά… γι αυτό θέλω πολλά παιδιά… έλα πάμε για το πρώτο τσάμικο αγαπούλα…

Ενώνει κάτι καλώδια και ο άντρας ουρλιάζει από τον πόνο. Συνεχίζει όμως την κουβέντα.

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μπα, πολύ εύκολα ομολόγησες… φοβερό το καινούργιο μηχάνημα… Ώστε Άρης ε;.. (πατάει πάλι, ο άντρας ουρλιάζει) …Και το επίθετο αγαπούλα… θέλω και το επίθετο…

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης, δεν έχει επίθετο… είναι γνωστός σαν θεός του πολέμου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (πατάει με μεγαλύτερη διάρκεια και ο άντρας σφαδάζει από τον πόνο.)…Έτσι αγαπούλα… με δουλεύεις ε;..

ΑΝΤΡΑΣ (μορφάζοντας από τους πόνους) …Για το παιδί… μου είπες να σου πω ένα όνομα για το παιδί σου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τόσα αρχαία ονόματα, εσύ μου είπες… του Βελουχιώτη…(σφίγγει πιο πολύ, ο άντρας ουρλιάζει) …επειδή μαγάρισα το στόμα μου αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κόψε αυτό το «αγαπούλα» δεν το αντέχω…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (ψιθυριστά) Ναι, αγαπούλα… όπως θες…

Τα φώτα χαμηλώνουν αργά, καθώς ο άντρας ουρλιάζει πάλι.

*

ΣΚΗΝΗ 2

Στο ίδιο κελί. Ο άντρας μόνος του. Ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στο ράντζο κοντανασαίνει για να χαλαρώσει. Με κόπο γυρνάει στο πλευρό και μαζεύει τα πόδια σε στάση εμβρύου. Δεν βολεύεται και γυρνάει από την άλλη μεριά του τοίχου. Σε λίγο γυρνάει πάλι ανάσκελα και καρφώνει τα μάτια στο ταβάνι. Φαίνεται να είναι σε παραλήρημα.

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, μάνα… βοήθεια…

ΜΑΝΑ (σκοτεινή φιγούρα στη γωνιά. Σε όλη την διάρκεια δεν θα κουνηθεί) – Εδώ είμαι γιε μου… εδώ είμαι…

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, δεν αντέχω άλλο…

ΜΑΝΑ – Θα αντέξεις γιε μου… θα αντέξεις… θυμάσαι τότε με τον πατέρα σου;…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν θυμάμαι μάνα… τα πόδια μου μάνα… οι πατούσες μου…

ΜΑΝΑ – Τότε με εκείνο το βιβλίο… στα δεκατέσσερα πρέπει να ήσουνα…

ΑΝΤΡΑΣ – Θυμάμαι, θυμάμαι… αχ, τα πόδια μου μάνα…

ΜΑΝΑ – Πως το λέγανε;

ΑΝΤΡΑΣ – «Οδός Αβύσσου, Αριθμός μηδέν»

ΜΑΝΑ – Ο πατέρας σου το πήρε και το πήγε στον Γυμνασιάρχη…

ΑΝΤΡΑΣ (έχει λίγο ηρεμήσει) – Ακροδεξιός μάνα…

ΜΑΝΑ – «Βασιλικότερος του Βασιλέως» έτσι έλεγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Θέλανε να τους μαρτυρήσω ποιος μου το έδωσε…

ΜΑΝΑ – Εσύ όμως δεν τους είπες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τους είπα μάνα… πήρα μια αποβολή τρεις μέρες…

ΜΑΝΑ – Θυμάμαι που όταν γύρισε σπίτι ήτανε να σκάσει «φίδι ζέσταινα στο κόρφο μου» όλο αυτό μουρμούραγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και έσκασε στα αλήθεια μάνα…

ΜΑΝΑ – Δεν πρόφτασε το όνειρό του, να δει το στρατό να σώζει την Ελλάδα…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μένα στη σχολή Αστυνομίας…

ΜΑΝΑ – Ναι, αυτά τα δυο όνειρα είχε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και τα δυο δεν του βγήκανε…

ΜΑΝΑ – Είχε ετοιμάσει όλα τα χαρτιά για να πας στην Αστυνομία, όμως εσύ δυο μέρες πριν…
ΑΝΤΡΑΣ – Έφυγα μάνα, πήρα το καράβι από το Πέραμα… ένα μήνα ταξίδι…

ΜΑΝΑ – Και πήγες στην Αμερική γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα κι όταν γύρισα μετά δυο μήνες, είχε πεθάνει…

ΜΑΝΑ – Του είχες αγοράσει πιτζάμες, θυμάσαι;

ΑΝΤΡΑΣ – Και παντόφλες μάνα…

ΜΑΝΑ – Δερμάτινες, όμως δεν τον πρόφτασες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τον πρόφτασα μάνα…

ΜΑΝΑ – Όμως τότε δεν μαρτύρησες ποιος σου έδωσε το βιβλίο…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι μάνα…

ΜΑΝΑ – Και εσύ μεγάλωνες και διάβαζες, διάβαζες πολύ…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα… οι πατούσες μου μάνα, πονάνε, όλο μου το σώμα πονάει και αύριο θα έρθει πάλι… και την άλλη μέρα και την άλλη. Κάθε που νυχτώνει μάνα, κάθε που νυχτώνει…

ΜΑΝΑ – Και εγώ σε καμάρωνα γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Πονάω μάνα…

ΜΑΝΑ – Θυμάσαι λίγο πριν πεθάνω γιέ μου; Έσκυψες και με ρωτούσες και τα μάτια σου κατακόκκινα, που θα πάω, πως θα με ξαναβρείς;..

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν πρόλαβες μάνα, έκανες λίγο το κεφάλι σου στο πλάι και έφυγες…

ΜΑΝΑ – Όμως τώρα ξέρεις, όποτε πονάς γιε μου, όποτε με φωνάζεις… τότε θα με ξαναβρίσκεις…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα, είσαι εδώ κοντά μου…

ΜΑΝΑ – Κλείσε τα μάτια… κοιμήσου… θα σε νανουρίσω… θυμάσαι;..

ΑΝΤΡΑΣ (γυρνάει στο πλάι) Ναι, μάνα…

ΜΑΝΑ (τραγουδάει σιγά) Έλα, ύπνε και πάρε το και γλυκό κοίμισε το…(όλο το νανούρισμα)

Ο άντρας δείχνει ότι κοιμάται ησυχασμένος. Τα φώτα της σκηνής σβήνουν αργά.

***
Copyright © Πέτρος Κυρίμης

photo © pxleyes.com

Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

Αρχείο 25/02/2013

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό»

Σωτήρης Παστάκας, Η Βαλεντίνη

Ήταν δεν ήταν δεκαοκτώ χρόνων, όταν μου την έφεραν οι γονείς της στο ιατρείο. Μελαχρινή, ζουμερή, με δυο βυζιά που μόλις και μετά βίας συγκρατιόνταν στο απύθμενο ντεκολτέ της. Είχε τις μυώδεις γάμπες και τους τορνευτούς γοφούς που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά κορίτσια από τις δυτικές συνοικίες –και πράγματι η Βαλεντίνη ζούσε με τους γονείς της στην Αγία Βαρβάρα– τυλιγμένους σε ένα πολύ κοντό φουστανάκι.
   Έπασχε τον τελευταίο χρόνο, αλλά για κακή της τύχη δεν την αναλάμβανε κανένας: οι παιδοψυχίατροι την έδιωχναν γιατί ήταν πάνω από δεκαέξι χρόνων, κι οι ψυχίατροι περίμεναν να γίνει δεκαοκτώ για να ασχοληθούν μαζί της. Μόλις πρόσφατα καλύφθηκε αυτό το κενό με τη δημιουργία Κέντρων Εφήβων. Για πάρα πολλά χρόνια, απ’ τα δεκαεπτά μέχρι τα δεκαοκτώ τα παιδιά έμεναν ακάλυπτα από ψυχιατρική φροντίδα, χάρη σ’ αυτό το κενό του νόμου.
   Η Βαλεντίνη, εντωμεταξύ, δεν είχε αφήσει αγόρι γι’ αγόρι στη γειτονιά. Ο πατέρας της μου την έφερε απελπισμένος, γιατί τώρα τελευταία η Βαλεντίνη επιδιδόταν και σε ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους· ως και μ’ έναν πενηντάρη, φίλο του πατέρα της, είχε πάει. Οι γονείς της, γεμάτοι κατανόηση, δε φοβόνταν ούτε τι θα πει η μικρή γειτονιά (που έτσι κι αλλιώς έλεγε), ούτε για την κακή φήμη και την υπόληψη της κόρης τους ανησυχούσαν. Φοβόνταν απλώς για εκείνη, μην τυχόν και μείνει έγκυος ή πέσει θύμα διάφορων καταστάσεων κι απασχολήσει πλέον το αστυνομικό δελτίο.
   Κατά την πρώτη μας εξέταση λοιπόν, η Βαλεντίνη αντέκρουσε πάραυτα τις κατηγορίες των γονέων της: παραδέχθηκε πως πηγαίνει με διάφορους άντρες αλλά δε φταίει αυτή. Φταίει ο Βασίλης, ο σχολικός της έρωτας, ένας συμμαθητής της στην πρώτη λυκείου, ο οποίος για να την εκδικηθεί επειδή «τον παράτησε» παίρνει διάφορες μορφές κι αρέσκεται κάθε τόσο να εμφανίζεται με το παρουσιαστικό άλλων ανδρών, διαφορετικού χρώματος ματιών, ενδυμασίας και ηλικίας. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να την ξεγελάσει: όσα ονόματα κι αν επινοούσε, όσες μεταμφιέσεις κι αν ήταν ικανός να αλλάξει, εκείνη ήξερε βαθιά μέσα της πως «παραδιδόταν στην αγκαλιά κι έκανε έρωτα μόνο με τον Βασίλη».
   Φεύγοντας με εκλιπάρησε να την πιστέψω. Συγκατένευσα. Της είπα πως την πιστεύω απόλυτα, με τον όρο πως κι αυτή θα κάνει κάτι για μένα: θα πάρει τα χάπια που της έγραψα. Δέχθηκε πρόθυμα την ανταλλαγή. Συνεργάστηκε να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά γιατί ήμουν αυτός που συμμερίστηκε τον πόνο της, που παραδέχθηκε μπροστά στους γονείς της πόσο κατεργάρης και καταφερτζής ήταν ο σχολικός της έρωτας, ο Βασίλης.
*
copyright © Σωτήρης Παστάκας
από τον ιστότοπο του φίλου Γιώργου Μίχου

Νίκος Κυριακίδης, τρία κίτρινα ποιήματα –και ένα παραλήρημα

 
ΠΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ
( πρώτο κίτρινο)

Ένα κίτρινο πουλί, κατέβηκε πολύ χαμηλά.
‘’Θα βρέξει’’
Με κοίταξε στα μάτια
Καταλάβαινα τη γλώσσα του:
‘’Είσαστε όλοι μαστρωποί’’
Έμενε σχεδόν ακούνητο,
απέναντι έλεγε ‘’ταχυφαγείο’’.
Στιγμές-στιγμές σαν να παίζαμε το παιχνίδι της επιβολής.
Ποιός θα στρέψει πρώτος το βλέμμα αλλού.
Εγω θα χάσω.
Γιατί πουλί δεν είμαι,
γιατί έπαιξα με τον χρόνο,
δεν είμαι ευαίσθητος στα ιόντα,
γιατί έχω φάει απέναντι.
Αυτό έχει φάει,
μόνον με ρυθμό.

***
HELPLESS
(δεύτερο κίτρινο)

Πήραν τα μάτια μου φως
Κανείς δεν θάρθει
Δεν έχω βαρίδια στις τσέπες
στα πόδια, έχω.
Περιμένω
Κίτρινα λουλούδια
Με τον θεό τους για γύρη
Και μια συγκατάβαση το πολύ,
για κάποια μικρά,
για λίγο χρόνο.

***
Ένα μήνυμα σε άγνωστον αποδέκτη
(τρίτο κίτρινο)

Έχω στο μυαλό ένα ξεκούρδιστο καναρίνι
Δεν μπορεί ούτε να φοβάται, πια.
Μόνον σιωπά κρυώνοντας
Μόνον κρυώνει μ’ αξιοπρέπεια.

***
Με την άδειά της, θα το προτιμούσα… “Θέλετε να χορέψομε Μαρία ;’’
(παραλήρημα)
Δεν σταματάμε να ψάχνουμε απαντήσεις, λύσεις ανύπαρχτων μυστηρίων, εκεί που η συγκίνηση μας παίρνει μαζί της-μέσα της ;
Δεν παύουμε να εκχωρούμε στους συμπαθείς φιλόλογους, ‘’ερμηνείες, κριτικές, κατατάξεις, αισθητικές πολυλογίες’’, εκεί που το αίμα τρέχει, εκεί τουλάχιστον.
Αυτά είναι μικροβιολογία, καννιβαλίστικη ανατομία ζωντανού. Αυτά είναι η προσήλωση στον ‘’μη όλον’’, η μεταφυσική των παπάδων, που δεν είναι μόνοι πια.
‘’Θέλετε να χορέψομε Μαρία’’; Νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα;
Άστους Μέλπω, εδώ ανατομούν ακόμη την ‘’Εποχή στην Κόλαση’’… εγώ πάντως, θα το πω ποίημα.
Ποιός ο Γιάννης;
Ένας άρρωστος και φτωχός πολύ από τα μικράτα του, με αναπηρίες, ένα θείο φάντασμα στο υπόγειο, αυτός που συνουσιάζεται με αυτές που το έχουν ανάγκη, που χαϊδεύει με τα λόγια παραμορφωμένα παιδιά, που ακούει στοργικά κατεστραμμένους άντρες ( ‘’Χωρίς να είναι γιατρός!)… που είναι ο γρίφος;
Ποια η Άννα ;
Μια που της στέρησαν το φύλο, τη ζωή, τον έρωτα, τα παπούτσια. Μια από τα μιλιούνια. Τελικά όμως της στέρησαν όλα… όχι τον Γιάννη.
Η κυρία Θαλή ;
Θύμησες, απάθεια από κούραση, ζωή χτες -στο χτες, ( η μάνα σκέτη) μέχρι να πρωτακούσει τον Γιάννη με τις τρελές του διασκεδαστικές διηγήσεις, τα παραμύθια της.
Η Μάρθα;
Παίρνεται με πολλούς, αλητεύει, πονεμένα απαιτεί, σιχαίνεται τη μιζέρια. Μα ‘’ονειρεύεται’’ ;
Ένα θηλυκό που αντιστέκεται απελπισμένα. Πάντως βρήκε τον Γιάννη κάπως, όχι βέβαια ανάμεσα απ΄ τους εραστές της.
Μαρία θαρρώ λένε το όνειρο του Γιάννη, μη σου πω πως αυτός είναι η Μαρία του, το λέει η Μέλπω : ‘’ομαδικός άνθρωπος’’ κατ΄ άλλους ‘’γενικός άνθρωπος’’ …ο ‘’εμείς’’.
Μη φλυαρώ άλλο.
Με συγχωρείτε κιόλας, αυτή ήταν η δική μου Μέλπω, η δική μου ‘’Μαρία’’.
Ελπίζω να βρείτε τη δική σας , χωρίς αισθητικούς όρους, λογοτεχνικά ρεύματα και ‘’εξετάσεις’’ σε φοιτητές.

*

Copyright©Νίκος Κυριακίδης

photo © “Amy Alt” by William Frederking, early 90’s

Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται

Διήγημα από το βιβλίο «Κρυφά Ταξίδια» του συγγραφέα

Την έμπνευση δεν τη στέλνουν οι ουρανοί, την προκαλούν τα γεγονότα. Γι’ αυτό ο συγγραφέας παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Παρατηρεί ό,τι έχει γι’ αυτόν ζωτική σημασία. Αυτό που θα τον αγγίξει θα γίνει η ιστορία του.
    Ο συγγραφέας λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο. Παίζει με το εφικτό και το αναπόφευκτο. Κυνηγάει το ανέφικτο. Το γραφτό του οφείλει να είναι οδυνηρό και διασκεδαστικό. Ο ρόλος του παιδευτικός. Με το μυθιστόρημά του διδάσκει. Επιζητεί την αποκάλυψη. Ξεσκεπάζει την αθέατη πλευρά, το αόρατο, την ουσία. Ανυψώνει το φθαρτό σε θεό, οδηγεί τον αναγνώστη στη λύτρωση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται»

Ezra Pound, Ἀπὸ τὶς διακηρύξεις τοῦ Εἰκονισμοῦ κ.α

Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

“Εικονα” έιναι ο,τι παρουσιάζει τὸ πνευματικὸ καὶ συναισθηματικὸ σύμπλεγμα μιᾶς χρονικῆς στιγμῆς.
   Χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο “σύμπλεγμα” περισσότερο μὲ τὴν τεχνικὴ ἔννοια ποὺ τοῦ ἔδωσαν νεότεροι ψυχολόγοι, ὅπως ὁ Χάρτ, μολονότι ἴσως δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί τους.
   Εἶναι ἡ ἀκαριαία παρουσίαση ἑνὸς τέτοιου “συμπλέγματος” ποὺ παρέχει τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας
ἀπελευθέρωσης· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα ἐλευθερίας ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας ἀνάτασης, ποὺ βιώνουμε ἐμπρὸς στὰ κορυφαῖα ἔργα τῆς τέχνης.
Εἶναι προτιμότερο νὰ δημιουργήσει κανεὶς μιὰ Εἰκόνα σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ παρὰ νὰ γράψει ὀγκώδη ἔργα.
   Ὅλ’ αὐτά, πάντως, ἴσως μερικοὶ τὰ θεωρήσουν συζητήσιμα. Ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι νὰ φτιάξουμε ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΑΠΟ ΜΗ γιὰ ὅσους ξεκινοῦν νὰ γράφουν στίχους. Δὲν μπορῶ νὰ τὰ στριμώξω ὅλ’ αὐτὰ σ’ ἕναν μωσαϊκὸ δεκάλογο. Γιὰ ἀρχή, ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς τρεῖς προϋποθέσεις (τὰ αἰτήματα τῆς ἄμεσης μεταχείρισης, τῆς λεκτικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἀκολούθησης τῆς μουσικῆς φράσης) ὄχι ὡς δόγμα –ποτὲ μὴν ἐκλαμβάνεις κάτι ὡς δόγμα– ἀλλὰ ὡς τὸ πόρισμα ἑνὸς μακροῦ στοχασμοῦ, ποὺ κι ἂν ἀκόμη εἶναι στοχασμὸς κάποιου ἄλλου, εἶναι ἐνδεχομένως ἀξιοπρόσεκτος.
   Μὴ δίνεις σημασία στὴν κριτικὴ ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν γράψει ποτὲ οἱ ἴδιοι κάτι ἀξιόλογο. Συλλογίσου τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ ἔργο τῶν Ἑλλήνων λυρικῶν καὶ δραματουργῶν καὶ στὶς θεωρίες ποὺ σκαρφίστηκαν οἱ Ἑλληνολατίνοι γραμματικοὶ γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴ μετρική τους.
A Few Don’ts by an Imagiste, 1913
***

Ἄλμπα
Δροσερὴ σὰν τὰ ὠχρὰ φύλλα
τῆς καμπανούλας
Κεῖται πλάϊ μου τὸ σούρουπο.

*

Τσ’άι Τσὶ’
Τὰ πέταλα πέφτουν στὸ σιντριβάνι,
πορτοκαλόχρωμα φύλλα τριανταφυλλιᾶς,
Ἡ ὤχρα τους γαντζώνεται στὴν πέτρα.

*

Τὸ παράπονο τῆς πολύχρυσης σκάλας
Τὰ πολύχρυσα σκαλοπάτια ἄσπρισαν ἤδη ἀπ’ τὴν πάχνη,
Εἶναι τόσο ἀργὰ ποὺ ἡ πάχνη μουσκεύει τὶς τούλινες κάλτσες
μου,
Καὶ κατεβάζω τὴν κρυστάλλινη κουρτίνα
Καὶ ἀτενίζω τὸ φεγγάρι μέσα ἀπὸ τὸ διαυγὲς φθινόπωρο.

***

©Από «Τα Τετράδια του Ελπήνορα, Τεύχος 1, Χειμώνας 2009-10» – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος –Σπουδαστήριο Ελληνικής Ποίησης. 

Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου, Αδειανή Στάση Λεωφορείου

Όταν πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο «γραμματιζούμενος» της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του -που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς, μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της, στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το, σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το ‘παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
   Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω γράμμα του και ν’ απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ’χωρέσ’ τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα. Να όμως που το ‘φερε η θητεία του Μίμη και θα ‘μπαινα επιτέλους εκεί, που μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
   Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ’ αυτά βιοπορίζονταν. Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται τέλεια η εικόνα.
   Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο «κόλλημα» θυμάμαι, είχε φάει με το: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι» κι ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
   Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά. Εκείνη μ’ απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες. Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική, μετά απ’ αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το ‘χα από παιδάκι, παρόλο που τα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου ‘βαλε μια μεγάλη κούπα γάλα και μου ‘δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή, που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω αργά και καθαρά.
   Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της, πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία «μάτια», ανάμεσα από δυο κατσαρόλες, στο μεσαίο μικρό «μάτι», που ‘ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου ‘πε, γελώντας ακόμα:
   -«Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε», -δεν έλεγε καλά τ’ όνομά μου- «είναι παντού τα σκασμένα, αλλά να σου ‘πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε βάλει φάκες, από ‘κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του ‘λεγα: πρόσεχε Θανάση μου, ειν’ επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ’ αυτός. Πάει λοιπόν το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας. Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν είχε ηρεμήσει απ’ τους πόνους, εμφανίζεται ‘μπρος του κι εκείνος βάζει τη φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και …γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ’ όλη της τη ζήση, έπειτα απ’ αυτό το κάζο»! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου ‘χε φανεί σαν άσχετη. Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
   Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ’ ένα σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που ‘παιρνα εγώ το σχολικό μου. Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου- κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε ο Μίμης με τη «φλορέτα» τη «πρα-πρα» που ‘χεν αγοράσει, σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε τη «φλορέτα» και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε με τις …γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
   Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που ίσως φανούν -κι ίσως να ‘ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως στις 10.30 π.μ., έτσι το ‘κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως μάλιστα να ‘πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
   Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ’ αγκομαχητό. Ήταν από ‘κείνα τα παλιά  λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία σ’ όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου, σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή. Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ’ ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο, πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι, που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ’ ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει να ‘ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη «φλορέτα» στο πλάι και κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που ‘τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε μπορούσα ν’ αναγνωρίσω!
   Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν’ άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε με τη «φλορέτα» του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα, πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας, λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
   Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να ‘ρχεται, ντυμένος μ’ ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς», να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη «φλορέτα» με το δεξί χέρι και τη γκαζοκραυγή του, φεύγοντας.
   Τη κυρά-Σοφία έκανα πάρα πολύ καιρό να τη δω, μα σα την είδα τρόμαξα να τηνε γνωρίσω. Είχαν ασπρίσει τα κατάμαυρα μαλλιά της κι είχε ρυτιδιάσει στο πρόσωπο. Είχεν αδυνατίσει πάρα πολύ…
Αχ κυρά-Σοφία… Συγγνώμη που δεν ήμουνα στη στάση μου κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τ’ άλλα. Θα τον είχα καθυστερήσει με τις καλημέρες και με τη μικρή καθημερινή μας κουβεντούλα τόσον, όσο θα χρειαζότανε…
   Λυπάμαι κυρά-Σοφία… Γιατί ‘κει που πήγε, μήτε γράμμα του μπορώ να σου διαβάσω, μήτε και να του γράψουμε μπορούμε…
{+ΝΟΕΜΒΡΗΣ ’77} ΓΕΝΑΡΗΣ 2002
Copyright©Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου –Περί γραφής