Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άγ(ρ)ια πρόβατα

εργάκι
αγροτο – ποιμενικόν

αράπηγμα στη μέση της εξοχής. Χτισμένο από τσιμεντόλιθους και δίχως σοβάτισμα. Έχει μια μοναχική κεραία στην οροφή του, άγνωστο  ποιο σήμα προορίζεται να συλλάβει. Έτσι όπως προβάλλει στη σκηνή, πρέπει κανείς να φανταστεί πως τρεμοπαίζει όπως όλα τα πράγματα στο φόντο του καυτού μεσημεριού. Ένας άνδρας εμφανίζεται στη σκηνή, φοράει λινό κοστούμι και καθώς πρέπει καπέλο τύπου παναμά. Κάτι προσπαθεί να ξεχωρίσει, ίσως εκείνο το παράπηγμα στο πουθενά του οροπεδίου. Το λιοπύρι τον έχει καταβάλλει, κάθε τόσο σκουπίζει το μέτωπό του με ένα μαντίλι, έπειτα ισιώνει τον παναμά του και βάζει μπρος του, σαν πρώτα, τον κακοτράχαλο ανήφορο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άγ(ρ)ια πρόβατα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ποιος είδε την Μάλβα Μαρίνα Πέρεζ

Μαδρίτη, Αύγουστος του ‘34

[…Ο Νερούδα ποτέ δεν την αποδέχτηκε. Της γύρισε την πλάτη σαν είδε πως έπασχε από κάποια δυσμορφία. Και δεν την συλλογίστηκε ποτέ, μόνο την αρνήθηκε και μήτε που την επισκέφτηκε ποτέ εκεί όπου είχε ταφεί. Την κόρη του εκείνη την έλεγαν Μάλβα Μαρίνα Πέρεζ και πέθανε στα οκτώ της μόλις χρόνια. Καρπός ενός σκληρού έρωτα. Ο ίδιος γράφει: “«Ήταν η συνεύρεση ενός άνδρα και ενός αγάλματος. Κρατούσε τα μάτια της ορθάνοιχτα όλη την ώρα, εντελώς αδιάφορη. Είχε δίκιο που με περιφρόνησε”…]

Κανείς δεν παίζει με την Μάλβα. Όλοι τη δείχνουν και γελούν και της λένε πως είναι άσχημη πολύ. Και πως δεν έχει για πατέρα της κανένα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ποιος είδε την Μάλβα Μαρίνα Πέρεζ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στάνλεϊ ή Μετά τον πόθο

[…θεατρικό έργο, χιλιοπαιγμένο
και όμως…] 

ραδινό λεωφορείο στην έρημη πόλη με τα βαριά, πέτρινα σπίτια, κάτι μεγάλους ίσκιους, μια τάξη διαυγής, μια ζωή τόσο φυσική και κατανοητή. Ένας απροσδιόριστος δρόμος και η νύχτα και ίσως μια αίσθηση υγρασίας βραδινή, έτσι που πίσω από το τζάμι του λεωφορείου, να μοιάζουν όλα γυάλινα. Δυο τρεις φιγούρες σκόρπιες στο μεγάλο καμιόνι. Κάθε τόσο ο φωτισμός τρέμει χάνεται, αργότερα ετούτο θα γίνει το μέσο για μια άνευ προηγούμενη μετάπτωση στα πιο βίαια, ανθρώπινα ένστικτα. Μια απαλή μουσική ακούγεται, μια ανεπαίσθητη χροιά νεοελληνικών επιτυχιών φθάνει ως τις πρώτες θέσεις. Εκεί που κάθεται ο Σταν. Είναι νέος, ντυμένος πρόχειρα και πολύ όμορφος. Στέκει όρθιος και κάθε τόσο λικνίζεται καθώς το λεωφορείο επιταχύνει, αλλάζει κατευθύνσεις, κόβει ταχύτητα και ακινητοποιείται, βαρύ και απρόθυμο. Στις πίσω θέσεις βρίσκεται ένα κορίτσι όχι πάνω από είκοσι χρονών, η Λίζα. Αργότερα, άγνωστο με τι αφορμή θα μάθουμε το όνομά της. Και είναι ακόμη κάποιος που παραμένει μυστηριώδης και απρόσιτος, σαν το σκοπό της νύχτας. Ένας ανεξερεύνητος άνθρωπος, με καταγωγή ίσως από έναν άλλο κόσμο, καλύτερο ή χειρότερο από αυτόν εδώ. Μα λίγη σημασία έχει αυτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στάνλεϊ ή Μετά τον πόθο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Universo Agrietado

 ανταποκρίσεις από τη ζωή της Μπεά. Κάποτε

Θέλει χάρη να γλιστράς μες στα στενά όρια του διαδρόμου. Η Μπεά έχει αναδείξει για παλάτι της εκείνα τα δυο δωματιάκια με την μικρή κουζίνα και το λουτρό. Και προσέχει ποτέ μα ποτέ να μην πέσει η αξιοπρέπειά της θύμα τίποτε ιστών. Και τότε το παλατάκι της θα γινόταν συντρίμμια μεμιάς και η προσπάθεια να την θαυμάζουν όλες ανεξαιρέτως οι φιλένάδες  για τη νοικοκυροσύνη της θα πήγαινε περίπατο.

Για τη χάρη της δεν θα γράψει κανείς, για την Μπεά δεν θα ‘χει φιλί πια, μόνο  βαθιά και στεγνή λύπη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Universo Agrietado»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Γκόλφω 2.0

Η Γκόλφω είναι βωβή ταινία του 1914, η πρώτη γνωστή μεγάλου μήκους ταινία του ελληνικού κινηματογράφου.

Παραλλαγή του γνωστού μύθου
κατά το αστικότερον
και το εκσυγχρονιστικό

ιαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Μικρό δωμάτιο, φορτωμένο ρούχα, μια τηλεόραση που παίζει διαρκώς στο βουβό, κάθε τόσο χάνει το σήμα της, οι πρωταγωνιστές τη χτυπούν και εκείνη συνέρχεται. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στις πραγματικότητες. Μαζί με την τηλεόραση που δεν ακούγεται δουλεύει και ένα μονότονο, ηπειρώτικο μοιρολόι. Κάποιος πεθύμησε την πατρίδα, τι να γίνανε τα μέρη μας τα παιδικά, αχ τι να ‘γιναν, ίσως να χορταριάσανε και ποιος να τα ξεκρίνει κάτω από του χρόνου τα σπαρτά. Η μουσική πλανάται σε όλο τον ακάλυπτο. Είναι εκείνο το κομμάτι της πόλης που παρέμεινε μυστικά άχτιστο, μια πόλη κρυμμένη πίσω από τα σπίτια, σαν το οφθαλμιατρείο του “εξατμιζόμενου” Γεωργίου Μακρή. Ένας Θεός ξέρει πώς σώθηκε από το τέρας της αντιπαροχής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Γκόλφω 2.0»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μια παρ’ ολίγον αδικοχαμένη αρραβωνιαστικιά

Φοβερές
του έρωτος
οι συνέπειες

Ανταπόκριση από τ’αστυνομικά της κυριακάτικης της φυλλάδας, της αβάσταχτης. Φανταστική πέρα για πέρα, τοποθετημένη στην παλιά την εποχή, σε έναν καιρό θολό πια και ξεχασμένο, σαν τα τοπία του Κλωντ Λοριάν, αν έχετε υπόψη.

“Περί την ενάτη φάνηκε το τσούρμο. Εμπρός πηγαίνανε οι αρραβωνιάρηδες, πίσω οι γονείς και οι θείοι και έπειτα οι γείτονες και οι άνθρωποι οι πιο κοντινοί. Παραπίσω ακολουθούσε όλη η γειτονιά, ήσαν και τα όργανα ανάμεσά τους, παιδιά, μωρά, χαλασμό να ιδείς και να μην τον επιστεύεις! Είχε πιάσει το τραγούδι εκείνο το μπουλούκι που χαλούσε το χωριό και σκόρπαγε τη γαλήνη της γενικότερης φύσεως. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μια παρ’ ολίγον αδικοχαμένη αρραβωνιαστικιά»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα

λεπτομέρεια από χαρακτικό 15ου αιώνα -ανώνυμου

στα 1480

δοκιμή για την
τελευταία σκηνή

Σιμονέτα Κατάνο[1] γλιστρά σαν άνεμος μες στα δωμάτια του παλιού παλάτσο. Έχει τα μαλλιά της λυτά, στο πρόσωπό της ανάγλυφη η αγωνία. Έχει τους ώμους της γυμνούς, αν μπορούσε ο Μποτιτσέλι να την δει ετούτη τη στιγμή, είμαι βέβαιος πως θα τη ζωγράφιζε. Κάτι πρόχειρο, μα να σώζει λέει την ομορφιά της μες στους αιώνες.

 Οι ευνούχοι και οι γραμματείς στέκουν και υποκλίνονται, εκείνη περνά κρατώντας ψηλά το φουστάνι της. Όλα διαθέτουν μια δαμασκηνιά απόχρωση. Στο φόντο της σκηνής ανοίγουν ξαφνικά δωμάτια, προβάλλονται μορφές της τέχνης, όλα μες σε μια στιγμή, δίχως να μπορεί κανείς να σταθεί βέβαιος εμπρός σε εκείνο που είδε. Ποιος είδε την Σιμονέτα και δεν την αγάπησε, τόση ήταν η ομορφιά της. Μα σήμερα πέφτανε οι τίτλοι του τέλους και εκείνη η παράνομη, η ριψοκίνδυνη ιστορία ολοκληρωνόταν. Της μήνυσαν πως τη γυρεύει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ζεστές καρδιές

Αφήγημα

Ο Τομάς εργάζεται στο κέντρο διαλογής. Παρέα με τον κύριο Μπέρναρντ, – όχι πάντα, ο τελευταίος μεθάει τακτικά και αποκοιμιέται με τον ήλιο στη ράχη του, όπως λέει. Που σημαίνει ότι χωρίς τον καλοκάγαθο γέροντα καλείται να διεκπεραιώσει τον έλεγχο τετρακοσίων γραμμάτων το λιγότερο κατά μέσο όρο. Στο τέλος της μέρας, έχει ανακατευτεί τόσο πολύ στις ζωές των άλλων που δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος είναι, αν υπάρχει κάποια δουλειά που πρέπει να επιμεληθεί, κάτι προσωπικό, η επίσκεψη σε έναν ιατρό, το κουρείο, το ζαχαροπλαστείο για έναν καφέ, βρε αδερφέ. Μα αυτός εξαργυρώνει την πιστή του αφοσίωση από τότε που ήταν νέος και έκανε ότι θελήματα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Για το κόμμα Τομάς και εκείνος δεν έφερνε αντίρρηση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ζεστές καρδιές»