Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Αγία Ιφιγένεια


Βασισμένο στο πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

  

Είναι κάτι ξύλινα σπίτια μες στο ρέμα. Η οδός Φλέβας εκτείνεται ως τον εθνικό δρόμο. Στις όχθες της ρεματιάς τα συνεργεία και τα μαγαζιά των ελασμάτων. Κάτι σκοτεινές αποθήκες με σίδερα και ακίνητους ανθρώπους, λερωμένους, σαν ελαιογραφίες. Οι κλειστές βιοτεχνίες, οι σταθμοί ανεφοδιασμού, τα πωλητήρια γκαζιού, τα τσιμεντένια γήπεδα, οι μάντρες και οι φωτογραφίες των λαϊκών τραγουδιστών κρύβουν τον ουρανό σε εκείνους που ζουν μες στο ρέμα. 

Έχουν απλωμένα ρούχα στα σύρματα οι άνθρωποι αυτοί και καίνε παλιά, χρωματισμένα ξύλα για να ζεσταθούν. Τα παιδιά ανεβαίνουν τις όχθες, κοιτούν τους δρόμους, έπειτα μιλούν για τις ομορφιές του και ζωγραφίζουν σε αυτοσχέδια τελάρα υψικάμινους, μεγάλα, διαφημιστικά πλαίσια αμερικανικών εταιρειών και τα χαμογελαστά, ηλιόλουστα κορίτσια των αρωμάτων. Τη νύχτα ορμούν στην πόλη, συλλέγουν ξύλα και πολυθρόνες, αποψιλώνουν με προχειρότητα τα σίδερα από τα ακίνητα φορτηγά των εταιρειών μεταφοράς. Τις νύχτες αργά οι γηραιότεροι τούτης της ιδιότροπης φυλής στέκουν γύρω από τη φωτιά. Παντρεύουν τα ανήλικα παιδιά τους, καταδικάζουν τους φονιάδες και τους ληστές, αγαπούν τις γυναίκες τους και αναριχώνται σαν καρκίνοι πάνω στα δροσερά κορμιά τους. Όλο παιδιά είναι το ρέμα. Ακίνητα στις όχθες, ρακένδυτα, προσδίδουν στο τοπίο μια νότα ανθρωπιάς, μια όψη φαραγγιού.
  Οι αρχηγοί των οικογενειών απόψε μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι.Η καλοκάγαθη γριά με τα χρυσά στολίδια και τα αρθρόμορφα χέρια χαράζει στο χώμα ήλιους, φεγγάρια και ανεπανάληπτα άστρα. Τα χέρια της εκτείνονται σε όλο το ρέμα, είναι δυο φλέβες πίσω και πέρα από τα μάτια των παιδιών.
  Τ΄άγρια τριαντάφυλλα που ανθίζουν στις όχθες τα πουλούν οι γυναίκες τα πρωινά. Ανάμεσα στα τροχοφόρα, επιδεικνύουν τα ολοπόρφυρα άνθη τους και ανεμίζουν σαν σκιές, τα κατάμαυρα φορέματα. Έχουν δεμένα με τους επιδέσμους παιδιά στις ράχες τους, εκείνα πεθαίνουν ακίνητα. Γελούν με τρυφερότητα στους επιβάτες και έχουν τα σώματα δέντρων. Με βαθιές, αναλλοίωτες χαραγματιές πάνω στο μέτωπο και στα μάτια. Ως μέσα οι ρυτίδες εκείνων των γυναικών που μοιάζουν με αρχαίες, πενθούσες νύφες. Κατάμαυρα τα φορέματά τους και τα ιωνικά, τα οστεώδη προσωπεία. Σε όλο τον τόπο θ΄ανθίσουν τριανταφυλλιές και άλλο τίποτε ετούτοι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται. Θάνατοι δίχως προσευχές και δίχως θεούς οι θάνατοι στο ρέμα.
  Η Ιφιγένεια είπαν χάθηκε το χάραμα. Έφυγε με τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν ξεθωριάσει η νύχτα προς τον εθνικό δρόμο. Ίσως να τράβηξε κατά την Κόρινθο. Ίσως πάλι να βαδίζει για μέρες προς το Άργος, ακολουθώντας την επιδαύρεια οδό. Μαζί με τ΄άλλα παιδιά της χαραυγής η Ιφιγένεια σπεύδει στους τάφους των Αργείων, κρατώντας την εικόνα και το ντέφι. Η Ιφιγένεια είναι ένα κορίτσι από μάρμαρο. Είναι από λευκή, καρυστιανή πέτρα και τα μάτια της καθρεφτίζουν παλιές νύχτες. Συχνά την θυμούνται στα πανηγύρια της Χαιρώνειας, πίσω από τους πάγκους, ανάμεσα στους οδοιπόρους και τις κραυγές της ηλεκτρογεννήτριας.
  Όμως η Ιφιγένεια είναι πια μακριά. Βρήκε τα χνάρια της ένα μικρό αγόρι. Την ακολούθησε ίσαμε που εκείνη εχάθη οριστικά πέρα από τα γήπεδα και τ΄άλλα, τα ηλεκτρικά, της πόλεως πράγματα. Έπειτα είπε το νέο, καταδικάσαν τον πατέρα της και τον ανάγκασαν να φύγει με τα γυναικόπαιδα για την Θήβα. Ύστερα γκρεμίσαν την καλύβα του με τα βαριά σφυριά και έσφαξαν ακόμη όλα τα ζώα που ήταν αφημένα πέρα στο ποτάμι. Μόνο τότε ησύχασαν και φρόντισαν να θάψουν δίχως σταυρούς τους σκοτωμένους και τα ζώα γιατί είναι αμέλεια και ύβρης να αφεθούν τα κουφάρια, έτσι ασάλευτα, μες στα σπίτια. Κάποιος από τους αρχηγούς είπε πως παλαιότερα, μετά τις σφαγές φάνηκαν λύκοι και άγρια σκυλιά στα υψώματα γύρω από μια πελοπονησιακή κωμόπολη. Έσκαψαν στα χώματα τα αρπακτικά, έσυραν κάποιες από τις σωρούς. Με ανθρώπους στα δόντια τα κτήνη φεύγαν για τα βουνά της Αρκαδίας. Στεφανωμένοι κάηκαν οι νεκροί με τα ασημικά τους στο βάθος του ρέματος. Ακούγονταν τα μοιρολόγια, τραγουδισμένα από χίλια στόματα.
  Την Ιφιγένεια την αγαπούσαν όλοι. Ήταν ένα μοναχικό και όμορφο κορίτσι. Φρόντιζε τους κήπους, έδενε πολύχρωμα πανιά στις στέγες, έτσι που στις ωραίες, ανοιξιάτικες μέρες να πετούν χρώματα πάνω από τις παράγκες. Ακόμα παρηγορούσε τα παιδιά, ερμήνευε τα όνειρα και τραγουδούσε στους γάμους με την κελαριστή, την ακηλίδωτη φωνή της. Η Ιφιγένεια δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Και τα παιδιά χαλούν τον κόσμο μες στα παραπήγματα, μπουκάρουν μέσα φόβοι και νερά, τα πανιά που σκίζονται, το κρύο που φθάνει.
  Απόψε βρέχει. Αναστατώθηκαν όλοι μες στο ρέμα γιατί το νερό μπορεί να σηκωθεί απότομα, μπορεί να πνίξει τις πλαγιές, η Ιφιγένεια λείπει μες στους κάμπους, στη Βοιωτία σκοτώνεται απ΄τη λύπη της η Ιφιγένεια που θελήσαν να την δώσουν χάρισμα στον τσιγγάνο. Γελούσε ο γέρος που προφητεύει τους χαλασμούς και την κοίταζε ίσια στα μάτια την Ιφιγένεια που σκοτωνόταν και ποτέ δεν την λυπήθηκε. Ούτε ακόμα όταν τιναζόταν στα χέρια του τσιγγάνου, γύρω γλέντια και μουσικές, η Ιφιγένεια τιναζόταν σαν σπασμός και έφεγγε γεμάτο, βρόχινο φεγγάρι. Τώρα μονάχα την θυμούνται, αργά τις νύχτες μες στους εφιάλτες προφέρουν εξωφρενικά τ΄όνομά της. Η Ιφιγένεια ανακηρύχτηκε αγία. Μες στα σπίτια του ρέματος καπνίζουν τα εικονίσματα για την αγία Ιφιγένεια. Κρεμούν φυλαχτά απ΄τα γλυπτά της και κάθε θέρρος τραβούν κατά την Χαιρώνεια που έχει λιτανείες και την περιφορά της εικόνας. Τους ναούς της τους φτιάχνουν μες στα ρέματα, στους καταυλισμούς, στους λόφους των προσφυγικών. Την αγία Ιφιγένεια την είπαν ονειροπομπό.
 
*
©Απόστολος Θηβαίος

Εικόνα Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, “Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Αρχείο 29/10/2013

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»

Την είδα που έφευγε μες στη νύχτα. Πέρασε τα ερρειπωμένα εργοστάσια, με την καφετιά της φορεσιά, τις νευρώδεις πτυχώσεις. Τη φώτισαν οι δημοτικοί στύλοι στην είσοδο του «Τιτάνα», τσιμέντο και κλεισμένες υψικάμινοι σ΄ολόκληρο τον ορίζοντα. Η κόρη τρομαγμένη πέρασε εμπρός από το χώρο του τελεστηρίου. Στάθηκε, τη φυσούσε ο ζεστός, νότιος άνεμος του καλοκαιριού. Εκείνοι που φυλούν τα μνημεία, είχαν αποκοιμηθεί μεθυσμένοι, κανείς δεν φυλά την όμορφη Περσεφόνη, κανείς δεν την προσμένει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Απόβραδο

Nighthawks, by Edward Hopper, 1942

Η περίπτωση Έντουαρντ Χόπερ

Ο γελωτοποιός της κλίμακας του Χένρυ Μίλερ στο λαϊκό κατάστημα. Τοίχοι από μίκα ή αλλιώς μια θάλασσα στους τοίχους και το κορίτσι με τις τεχνητά ερυθρές παρειές. Μια κατατομή περασμένων δεκαετιών, μια εποχή δίχως αυταπάτες. Το κορίτσι με το λευκό, νεκρό δέρμα προσομοιάζει εξαιρετικά σε μια ελληνική εκδοχή φιλμ νουάρ. Οι χαμογελαστοί ναύτες και τα κινέζικα φώτα. Ετούτο το μαγαζί βρίσκεται ίσως κάτω από μια γέφυρα. Κανείς δεν θα φανταστεί ποτέ πως σε μια τέτοια ιδιόμορφη θέση θα μπορούσαν να επιβιώσουν οι πρωινές, πιστές σκιάσεις. Καθώς τα ηλιοτρόπια θα γείρουμε κάποτε ο ένας προς τον άλλον, χτίζοντας τις πόλεις μέσα μας. Ετούτοι οι άνθρωποι, όσοι θα επιζήσουν κάτω από τα φώτα τύπου china town θα ομολογήσουν συντριμμένοι, λίγη μόνον ώρα προτού ξημερώσει πως πληγώθηκε ανεπανόρθωτα πια εκείνη η βεβαιότητα πως θα μπορέσουμε τάχα να επινοήσουμε μια άλλη ατμόσφαιρα. Δεν μπορεί παρά να κριθεί ως επαρκέστατη, μια άκρως πετυχημένη σκηνογραφία η προοπτική του τοίχου. Με ένα θαυμάσιο τρόπο θα απομείνει ο γελωτοποιός στη θέση του, με τα χαραγμένα αστέρια στα μάτια του ο γελωτοποιός, με τη λευκή ενδυμασία του που αναγνωρίζουν και αγαπούν τόσο τα παιδιά. Το κορίτσι του κέντρου ερμηνεύει ένα φλογερό τραγούδι. Οι στίχοι του μιλούν για πάθος και αν θα μπορούσε κανείς να αντικρίσει μόνο το κορίτσι εκείνο, αργά τη νύχτα, θα μαρτυρούσε μια φριχτή θλίψη, ένα λασπωμένο πρόσωπο κάτω από τις φωτιστικές απάτες των χαραυγών. Είπαν, εκείνα τα σημάδια δεν ήταν αστέρια. Εκείνα τα σημάδια ήταν αίματα, τα άλικα χείλη ήταν πνιγμένα μες στο αίμα. Ο νεκρός γελωτοποιός σε μερικά έτη θα αποσυρθεί από το κατάστημα. Θα περιφρονήσει την χαρτοπαιξία και όταν αιωρηθούν οι πολύχρωμοι φωτισμοί πάνω από τα κινέζικα, φορτηγά πλοία, λοιπόν τότε ο κρυφός εκείνος άνδρας θα αποσυρθεί στα λιτά, καθολικά ησυχαστήρια, λησμονώντας τις κλίμακες και τους ζωηρούς φθόγγους του κόσμου. Ο χαμογελαστός ναύτης, εκείνος που μοιάζει τόσο στον ζωγράφο Ρέμπραντ, ο μελαγχολικός εκατομμυριούχος, ακόμη και το κορίτσι με την αμήχανη γύμνια θα κοιτάξουν με δέος τον γελωτοποιό που αποσύρεται πολύ πάνω από τις κλίμακες, διαλυμένος ήδη σε θεωρίες και εικασίες.

  Εκείνος ο άγιος με τα αιμάτινα μάτια είναι ο φωτισμένος άνθρωπος των συνοικισμών. Ανήκει σε εκείνους τους πολύ δικούς μας ανθρώπους που εξέρχονται των αιθουσών, χύνονται σαν νερά μες στα οδοστρώματα για να ξεθωριάσουν ως αργά το μεσημέρι, δίχως να θυμίζουν τίποτε από τις νεοανακαλυφθείσες ηπείρους των εκατομμυρίων προοπτικών. Τα μάτια του είναι πάντα στυλωμένα στο άδειο. Είναι πηγάδια τα μάτια του και η περηφάνια του κοριτσιού λαμπρή. Μια επιβλητική συγκίνηση σε εκείνη την παρουσία, προτού απομείνουν κρεμασμένα στις πόρτες και πάνω στα δρεπάνια φεγγάρια τα κατάμαυρα σακάκια. Αργά το πρωί ο απόκοσμος γελωτοποιός θα είναι διάφανος μες στην αυλική του στολή, μονάχα σημάδια κόκκινα πάνω στα μάτια, έξω τα καταραμένα νερά των πρωινών βροχών, η σκουριασμένη κλίμακα και το στενό, δαντελένιο κολάρο. Ένα λευκό τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι και το περήφανο κορίτσι που χάνεται μες στη βρόχινη θάλασσα, μια αθεράπευτη μοναξιά, εξαιρετικά μακρινή στο μέσον του λαϊκού κέντρου που σβήνει τους φωτισμούς του και όλοι μπορούν με ησυχία να θρηνήσουν το τέλος της νύχτας και την τραχιά, καινούρια μέρα που ανοίγεται μες στις βορειοελλαδίτικες ομίχλες που τόσο αγαπούν οι λάτρεις του συγγραφέα Ιωάννου. Σε όλο το μήκος του λιμανιού τα απόμακρα πλοία με τα διεθνή χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο βάθους οι καινούριες σκιές και η υδατογραφία ενός ολοένα και λιγότερο, ανθρώπινου Θεού. Το κορίτσι τραγουδά στους δρόμους κάτω από τις γέφυρες, μια ζαχαρένια κούκλα με σπασμένα μέλη και το πρόσωπο κολλάζ με όλους τους εραστές νωπούς στα ερειπωμένα της μάτια.
  Οι γέφυρες θα΄ναι πάντα οι σκληρές, σκιερές μέρες του ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ, η ομίχλη και οι γερασμένοι φάροι από αντοβιανά τούβλα και παλιά σιένα. Η μοναξιά και η αποτίμησή μας, μια ίδια μουσική παιγμένη από χίλια, πανομοιότυπα χέρια που διαφέρουν μονάχα στις γραμμές και τις μοίρες. Η μορφή του γελωτοποιού απαντάται συχνά στα καταστήματα φαρμάκων, στα μεσημεριανά, αμερικανικά τοπία, στα μπαρ των διασταυρώσεων, τα νυχτερινά γραφεία και σε εκείνα ακόμη τα μοτέλ των δυτικών πολιτειών. Πρώτο πλάνο, γυναικεία φιγούρα, τα δυτικά βουνά, τελευταίο οχυρό πριν τον κόσμο των Αζτέκων, φωτεινές αιχμές και τα φετίχ των ανδρικών οραμάτων. Ο φωτογραφικός χρωστήρας, δαιμονικός, γεροντικός και ατομικός. Μια ανεπαίσθητη, ψύχραιμη, εξπρεσιονιστική ποίηση, φωτορεαλιστικών προδιαγραφών. Ο λυπημένος γελωτοποιός αποσύρεται αργά προς την αποβάθρα των μεγάλων Αυγουστίνων. Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης θα μπορούσε να ξερνά κατάμαυρες πεταλούδες μέσα από το υδραίικο στόμα του.
©Απόστολος Θηβαίος

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Χιλιανός παπαγάλος

Ο Πάμπλο μια σπουδαία ρωγμή στα ερείπια της Χιλής. Ο Πάμπλο γερμένος σαν Ιρλανδός έφηβος στους λόφους του Σαντιάγο, μυρίζοντας το χορτάρι και τη δροσιά της τελειωμένης μέρας. Ο Πάμπλο, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου γεννημένος κάτω από λατινικούς ουρανούς. Ο Πάμπλο που γράφει στίχους για τη νεκρή, τη λησμονημένη, τα αμπέλια του στήθους, του εφηβαίου τα ρόδα. Με τη συρτή και λυπημένη φωνή του σπαράζει τη νυχτερινή πόλη, μες στις λεωφόρους το ψυχωμένο, το θερμό σώμα του Πάμπλο που λιώνει τα δέντρα και τους ανέμους. Αναριχώμενοι οικισμοί ως ψηλά στις χιλιανές κορφές, παντού το όνομα σου Πάμπλο. Γραμμένο σε τοίχους, χαραγμένο στα δέντρα, το όνομά σου μες στα νερά των πηγαδιών. Από το Παράλ ως το Σαντιάγο η ευεργετική σου μορφή Πάμπλο, οι ασπρόμαυρες ρωπογραφίες του Παρισιού από τους εξώστες, τα κόκκινα χώματα βαθιά μες στα μάτια, ορίζοντες από σιένα.Τα πέτρινα σπίτια του Σαντιάγο, τα παιδιά που σκοτώνονται μες στα υπόγεια, παλιά σαγματοποιεία και οι ανεμικές που σκορπούν τις στιχογραφίες του σε όλες τις προοπτικές.

      Ο Πάμπλο ραγισμένος από τους δυτικούς ήλιους, ο Πάμπλο που αγαπά τους κόνδορες και τα ευλογημένα πουλιά του λατινικού κόσμου. Εκείνος που ονειρεύεται τις λευκές γυναίκες, τα φιλημένα γόνατα της Παναγιάς, τα ολότελα λησμονημένα ηλιοβασιλέματα. Όταν εκείνη χανόταν μες στις φλαμανδικές, τις βαθιές λίμνες. Ο Πάμπλο που εισβάλλει στην πόλη από όλα της τα σύνορα, κοπάδι πουλιά ο άνδρας εκείνος. Σπάζουν τα παράθυρα, οι τοίχοι και τα γύψινα προσωπεία, ο Πάμπλο πάνω από τα επιτοίχια ρολόγια, πέρα από τις πόλεις και τις κλεισμένες πόρτες. Ο Πάμπλο μια σήραγγα, η μοναξιά των βουνών και η επιβολή τους στην προικισμένη του φωνή. Ένας στερνός Μπολιβάρ κάτω από χρόνια χαρταετούς, μια γερή, σωσμένη γέφυρα ανάμεσα στα χέρια μας, ο άγιος άνθρωπος Πάμπλο, ψυχή βγαλμένη από τους ναούς των Αζτέκων, γνωρίζοντας τις πύλες και τις εξαρθρωμένες κραυγές του Σαντιάγο.
      Είδαν τον Πάμπλο. Ο άνδρας δίχως τιμαλφή, με το χαμόγελο του μόχθου του βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα. Χρισμένος όπως τα ασβεστωμένα σπίτια και οι γυναίκες των πολλών. Βαδίζει ανάμεσα στα άγρια δάση, έπειτα κυνηγημένος, στις σαβάνες της οδού Πατησίων. Κρατεί στα χέρια του τον ελληνικό ερωτιδέα. Ο νεαρός θεός, ο ηνίοχος δίχως τ’ άρμα του που απλώνει τα παιδικά και αδέξια χέρια. Ο Πάμπλο στις κακόφημες συνοικίες της οδού Ιουλιανού, ο Πάμπλο με ένα φωσφορικό φως καλά κρατημένο στα δόντια βλέφαρα.
      Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο, για τον σκοτωμένο ήρωα, για τον στρατηγό που σέρνεται χτυπημένος κοντά στα σύνορα του Μεξικού, για τον Ρεινάλντο που φυλακίζεται μες στη νύχτα από τους στρατιώτες και γράφει επιστολές ως το τέλος του κόσμου. Για τις ερωτικές νοσταλγίες, τις αγαπημένες αμμουδιές. Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο για τους ορθόδοξους ήρωες της νύχτας, τα κόκκινα κορίτσια, τους σκοτωμένους, απόκρημνους βράχους. Εκείνα τα παιδιά που τάφηκαν απελπισμένα στους ομαδικούς τάφους των επαρχιών. Σπασμένες σιαγόνες σκύλων και σκελετοί παιδικοί από τους πιο σκοτεινούς καιρούς. Οι επίδεσμοι που κρέμονται από τα χέρια του Πάμπλο είναι οι σημαίες της ειρήνης και της ελπίδας και οι φανταχτεροί, χιλιανοί παπαγάλοι από τις κοιλάδες. Ο Πάμπλο Νερούδα που προσκυνά την Σάντα Λουσία, ο ποιητής στον αυτοκινητόδρομο Παναμερικάνα ορθώνοντας αντιανεμικά και οδοφράγματα, ύστερα στον ιππικό όμιλο μες στο κουρνιαχτό. Ένας θεός που τραβά κατά την Ελευσίνα μέσα από τα κτήματα των βιομηχανιών και τους ρόδινους προμαχώνες.
      Ο Πάμπλο δεν χάθηκε μες στα παραπλανημένα χρώματα. Ο Πάμπλο είναι ένα φεγγαρένιο πρόσωπο πάνω ακριβώς από τους κόσμους. Ο Πάμπλο, ο στερνός των πανσελήνων ανθρώπων και οι μακρινές αγάπες μας. Ο Πάμπλο με τους κεραυνούς στα χέρια που γράφει στίχους, μηνύματα σωτηρίας, τσεκούρι ακοίμητο με την αιχμή και την πυρόχρωμη σκουριά του.
        Καθεδρικέ Πάμπλο Νερούδα, ακοίμητε φρουρέ, πρόσοψη εσύ των παλατιών, με το σφιγμό των Ίνκας και το τραγούδι του νεαρού Κόνδορα.

© Απόστολου Θηβαίου
Φωτογραφία: Πάμπλο Νερούδα, ειδική επεξεργασία Στάχτες

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα νερά

Eρχόταν από τα νερά. Ο Θεός ερχόταν είπαν από τους ωκεανούς. Το πλήθος των τρελών τον είδε που σηκωνόταν από τα κύμματα, κατάκοπος, παραπατούσε μες στους αφρούς. Ήταν ένας νεαρός άνδρας, δεν μιλούσε καμιά γλώσσα, μες στο στόμα του ιχθύες και πολεμικές μηχανές, πόλεις και εξωφρενικά καλοκαίρια του μαύρου ήλιου, με νεκρούς ταύρους, μεσογειακά ερρείπια,τρεμάμενους καρπούς στα μεγάλα υψόμετρα, στο χρώμα του κερασιού. Το στόμα του ήταν όλο δόντια, από χάλυβα ή κάποιο σφυρήλατο υλικό Ερχόταν βιαστικός, σαν κάτι σπουδαίο να επρόκειτο να μας εμπιστευτεί. Εμείς με τους σταυρούς, οι παλαιοί άποικοι, η παταγώδης αποτυχία. Τώρα προσμένουμε τα μεγάλα, εμπορικά πλοία του στέμματος και το ναύτη που θα μας γνέψει. Θα ανταποκριθούμε στο χαιρετισμό και όρθιοι σαν πυρσοί θα προχωρήσουμε προς το πέλαγος, καινούριες ήπειροι που χύνονται στα νερά. Εμπρός από τα μάτια μας οι Πελασγοί με την παρθενικότητά τους, τα δωρικά φωνήεντα, τις χαράξεις του ένα και του λέοντα. Στα κεφάλια κρατούν τους αμφορείς εκείνοι που μέλλονται να έχουν πάντα τα ακίνητα των αγαλμάτων μάτια. Κάποιοι από εμάς θα πνιγούν, η ανεξιχνίαστη ηλικία του νερού μες στα σπλάχνα μας που είναι όλου του κόσμου. Καινούριοι ηνίοχοι που ξεχύνεστε στα άρματα, λυπηθείτε τους θεούς, σταθείτε, ταπεινοί όσο ποτέ οι θεοί μας, το τέλος των μεταλλουργικών εποχών. Ο Θεός είπαν θα έρθει από τα νερά, φύκια μες στο στόμα του, οι καταρράκτες ,πίσω από τα μάτια σπήλαια των πρώτων θαυμάτων. Εμείς προσμένουμε πάντα σαν τους παλιούς αποίκους που επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Ανάμεσά μας η Ιώ, της χαϊδεύουμε τα μαλλιά και υποσχόμαστε πως θα φτιάξουμε ένα άγαλμά της στο μέσον του αρχαίου θεάτρου ή θα ονομάζουμε για πάντα έτσι τα κορίτσια μας. Θα σωπάσουμε μονάχα όταν δούμε τον θεό μες στους ανέμους να κείτεται νεκρός. Οι σταυροί, οι εικόνες, τόσες λατρείες. Τόσες τελετές, λοιπόν στο όνομα ενός τέτοιου Θεού. Ανυποψίαστοι δεν είχαμε φανταστεί πως εμείς οι ωκεανοί, εμείς οι ασπίδες και οι συντριμμένοι θεοί.

 

©Απόστολος Θηβαίος
Photo by Philippe Halsman, 1948

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο πορθμός*

 
Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλο
 
Η πόλη του πορθμού εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Ντιτρόιτ. Γρήγορα αυτοκίνητα, ωραία, αστραφτερά χρώματα χυμένα στους δρόμους, η σπουδαία, μπρούτζινη γροθιά του θρυλικού πυγμάχου Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, οι καρτ ποστάλ που δείχνουν την πόλη καθρεφτισμένη μες στα νερά, η γέφυρα Αμπάσαντορ με το ελλειπτικό, μεταλλικό κιγκλίδωμα στον ορίζοντα. Έπειτα, τα σκοτεινά σπίτια των εκατομυρίων δολλαρίων με το χρώμα του χώματος, οι αντιλόπες με το αργό περπάτημα του νερού και υδράργυρος, το χαμηλό βαρομετρικό της πόλης και οι πάνθηρες με τις ευωδιαστές ανάσες. Οι λέοντες μες στα ψηλά κτίρια, αγάλματα νυχτερινά και ο άνθρωπος του πορτραίτου καθισμένος εμπρός από το αρχαιοπρεπές κτίσμα του θρυλικού μουσείου. Έχουμε πια χάσει ολότελα την επαφή με την ξεχασμένη φρουρά της πόλης και εκείνοι που θα την ανακαλύψουν έπειτα από αιώνες, άναυδοι εμπρός στα απολιθωμένα ζώα, τα ρημαγμένα σπίτια, τις σπηλιές μες στους δρόμους, τις περιστρεφόμενες, διαφημιστικές πινακίδες των εταιρειών πετρελαιοειδών. Μες στις κωμικές, θηλαστικές κοιλότητες της γης τα παλαιά μνημεία, οι σκοτεινές γειτονιές και οι άγνωστοι μάρτυρες της προόδου θαμένοι μες στα πελώρια, ερημικά μαυσωλεία της πόλης Ντιτρόιτ, συντρίμμια από θρυμματισμένα πιάτα, η μητέρα του καιρού μες στους δρόμους, με γυμνά τα πόδια, σαν νύχτα, στην αγκαλιά της η αγωνία και ο παραδαρμός από τα σαπισμένα κόκκαλα και τα ρεζιλεμένα εντόσθια της πραγματικότητας, όπως επισήμανε μες σε δράματα και οραματισμούς ο άνθρωπος Γουίλιαμ, πνιγμένος μες στην αγκαλιά του γέρικου ποταμού. Μες σε τούτες τις τοπογραφικές λεπτομέρειες της πόλης πορθμού πάντα το σπαραχτικό και το απέραστο, όπως οι νύχτες μας, όπως οι νύχτες μας. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο, οι χρωματογραφίες του Δον Κιχώτη, νεαροί Ισπανοί και κοπέλλες με εσάρπες ή άλλες αφάνταστα ερωτικές, σπαρμένοι μες στην πόλη, ένας ωραίος νέος και οι ηρωικοί φορτοεκφορτωτές της πάλαι ποτέ κραταιάς βιομηχανίας, τα οικογενειακά κειμήλια και τα εραλδικά σύμβολα, ο Ιντυμπόϋ με το φεγγάρι αγκαλιά στους δρόμους της πόλης πορθμού, ξεριζωμένα δέντρα, σωριασμένες επαύλεις, οξειδωμένες σιδεριές, άγνωστα φυτά μες στους κήπους, σκόνη στα έπιπλα και οι λησμονημένοι, αρχιτεκτονικοί ρυθμοί. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο αιχμή και ελπίδα μες στους απελπισμένους καιρούς, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα μάτια πληγές, τώρα κανείς δεν μπορεί να μας οδηγήσει στις νέες ηπείρους, εκείνες γλιστρούν μες στα νερά, νεκρή η ρίζα και το όνειρο μες στην πόλη πορθμό, έτσι όπως απλώνεται, σκοτωμένο φίδι κατά μήκος του σπουδαίου ποταμού.
Σε λίγο καιρό τα στρατιωτικά φορτηγά θα φτάσουν από όλες τις πλευρές της πόλης, θα έχουν εξαντληθεί όλες οι πιθανότητες και όλοι οι καιροί και ο άνδρας με το ψάθινο καπέλλο, μια αγροτική προσωπογραφία, μορφές που ακολουθούν την τεχνοτροπία των εξαρθρωμένων γλυπτών του Τζιακομέτι, οι τραγικοί διασκεδαστές των προηγούμενων αιώνων, όλοι θα επιβιβαστούν στα στρατιωτικά οχήματα και ο ποταμός που ξερνά νέους ανθρώπους, ολόκληρα κοπάδια από γυναίκες και παιδιά. Θα ανοίξουν τα σπίτια, λοιπόν, θα ξεκαρφώσουν τα ξύλα από τα παράθυρα, θα σκάψουν το χώμα, θα θάψουν, λοιπόν τους νεκρούς ως τα μεσάνυχτα και περπατώντας μες στην πόλη θα σημάνουν τις νέες μέρες. Τα πρώτα νερά μες στου πάγους και τα ασανσέρ τύπου πλέξιγκλας που ανέρχονται ψηλά στους ουρανούς και ξανά ο καρκίνος και το ντελίριο του πολιτισμού. Με παιάνες και στίχους φτιαγμένους μες στη στιγμή ο Ολλανδός άνδρας με το ψάθινο καπέλλο επιβιβάζεται τώρα στα στρατιωτικά φορτηγά. Στους τοίχους γραμμένα τα συνθήματα ενός τυφλού σοφού, ενός ολότελα φανταστικού όντος.
    Η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη γεννιέται από την προσωπική μας διάλυση και τούτη οφείλει να παρηγορεί, όταν δοθεί κάποτε η ευκαιρία.
   Το μέλλον του πορθμού, ο άνθρωπος που πάντα καραδοκεί, οι αντιλόπες που τρέχουν προς τα δάση, τα αγάλματα που ακουμπούν στη γρανιτένια λύπη τους, οι εποχές μας δίχως φως, δίχως διάρκεια και αέρα. Η κλαγγή των όπλων θα ακουστεί κάποτε ξανά, υπόκωφη, άγρια, μέσα από τα βάθη των καθρεφτών μας. Όπως στις καρτ ποστάλ της θρυλικής πόλης πορθμού στην αμερικανική ενδοχώρα που βυθίζεται πάντα μες στα νερά.

________________________
* Το όνομα της πόλης Ντιτρόιτ προήλθε από τον ομώνυμο ποταμό, που με τη σειρά του ονομάστηκε από τους Γάλλους Rivière du Détroit ήτοι «Το ποτάμι του Πορθμού». Το όνομα αυτό προέκυψε πιθανότατα από το γεγονός ότι ο ποταμός συνδέει τη λίμνη Σαιν Κλαιρ (St. Clair) με τη λίμνη Ήρι (Erie).

*

©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Detroit -τέλη 19ου αι.