Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τ΄ ανυπόταχτο βήμα


Αγαπημένε Μπέρτολντ από τα μαύρα δάση

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ μοιάζει να επιβεβαιώνει πρόθυμα εκείνη τη διαπίστωση που θέλει την τέχνη να στέκει στο πλευρό της Εύας. Η έννοια της δημιουργίας, η θηλυκή προοπτική, η μήτρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που γεννά και γεννιέται μες στην πιο βαθιά και τρυφερή έκφανση της ανθρωπιάς μας. Ο Μπρεχτ, τιμημένος με την πίκρα της εξορίας και την πολιτική εκείνη αγωνία που σε λίγους μονάχα κυριαρχεί και ορίζει τη ζωή τους, αντικρίζει στον ίδιο τον κόσμο το μητρικό εκείνο υλικό από το οποίο τρέφονται οι κοινωνίες και οι εξελίξεις. Διακριτικός στον πυρήνα της συλλογιστικής του, διατυπώνει μες στο ποιητικό σώμα, σε επίπεδα πολλαπλά τις ανθρώπινες, τις αιώνια δικαιωμένες αξίες του. Στην ποιητική δειγματοληψία του Μάριου Πλωρίτη, πέρα από τις μεταφραστικές απόπειρες, οι οποίες διαθέτουν με διαύγεια αμείωτο το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας, διαπιστώνονται η κριτική στάση του ποιητή για την αστική πραγματικότητα που αναγεννιέται τη νέα χιλιετία. Και έτσι αναγνωρίζει μες στην πικρή ιστορία της παιδοκτόνου Μαρία Φεράρ που με τόση ένταση και απανθρωπιά δολοφόνησε το δυο μηνών παιδί της, την απελπισία, την αμείωτη αγωνία του ανθρώπου, τη μοναξιά του σύγχρονου εργάτη που δίχως καμιά προοπτική εξαντλεί τη δυστυχισμένη ζωή του. Ο Μπρεχτ αναγνωρίζει στην περσόνα της Φεράρ μια αφορμή για να αξιολογηθεί η εποχή μας, ένας καιρός δίχως τρυφερότητα, μια εποχή ανύπαρκτων ευκαιριών, η αστάθμητη εποχή που πλησίαζε και ήταν στα μάτια και την ψυχή μονάχα λίγων ριζωμένος ο φόβος της αδικίας. Στη μορφή της παιδοκτόνου, στην αγαπημένη όψη της νεκρής μητέρας που στοιχειώνει τη μνήμη του ποιητή, σε τέτοιες γωνιές υφίσταται η μυστική λύπη, ένα υπόστρωμα κάτω και πέρα από τον ανυπότακτο κυνισμό των ποιητικών σωμάτων. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, αναγνωρίζει στο μέλλον την όψη του ανθρώπου που καραδοκεί, κατώτεροι οι θεοί και τα οράματα, υπαίτιοι μονάχα εκείνοι για τις αδυναμίες και τις απρέπειες του καιρού μας, φοβεροί θεοί που απέμειναν υψηλά σύμβολα μες στα ρωμαϊκά μνημεία, στις ιουδαϊκές συναγωγές, στα επιβλητικά ρύγχη των αναγεννησιακών ναών. Οι θαλασσινές πολιτείες, τα χιόνια στη σκεπή, οι γυναίκες, το άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, οι αναγεννημένες αισθήσεις, όλα τούτα πράγματα και ονειροπολήσεις καταργημένες στα καινούρια, ασφάλτινα χρόνια, με τη μαιναδική επιστημοσύνη να φλέγει τις άπειρες στις νέες τοπογραφίες ζωές. Οι αιώνες πριν την ποιητική διατύπωση του Μπρεχτ, με τις ανακατατάξεις, τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς τους τίποτε δεν δίδαξαν τον άνθρωπο, μήτε την ιερογλυφική ιερότητα της ύπαρξής του, την έννοια του δίκαιου και την υποχρέωση ενός απαραβίαστου αγώνα. Όλες οι ελπίδες μορφές ριγμένες, ο Αχιλλέας, η μυθική Μέδουσα, η όψη του Πρωτέα, παλλαϊκοί πια χαρακτήρες στις καινούριες μας ασπίδες. Δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί η ιδιότητα του ενδεικτικού στις ποιητικές κρίσεις του Μπρεχτ, μια κρίση ευθεία και περιεκτική της ιστορικής αγωνίας.

 

   Αγαπημένε φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, εσύ ανήκεις πια στους ρομαντικούς, με οράματα αρχαία και φόβους αδύναμους, το ιερό βάρος που σήκωσες μονάχος, τόσους αιώνες σε εξορίες, όπως τα πολωνικά παιδιά της ποίησής σου που τραβώντας κατά το νότο θα βρουν το θάνατο. Αγαπημένη φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, μαρμαρωμένος σαν νεκρός, με την ιδεολογία της ανθρωπιάς ριγμένα φύλλα στους ενταφιασμούς σου, νεκρός στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Εκουαδόρ, με την Ρόζα ο ποιητής αγκαλιασμένοι στις μεγάλες λεωφόρους, προτού χαθεί το ανυπόταχτο κορμί της, ο Μπέρτολντ ανασαίνοντας κρύο άνεμο στα πιο σκοτεινά δάση, οιωνοσκόπος, μες στους κατάλληλους φωτισμούς των παγκόσμιων θεάτρων. Αγαπημένε Μπέρτολντ, απελπισμένος μες στους κύκλους, κιμωλία στα αυλακωμένα μάτια σου, μάτια καλού στρατιώτη, χιόνια στο Μανχάταν και ο σοσιαλισμός που πνίγεται μες στα φώτα νέον και τις τυχοδιωκτικές μαρκίζες. Αγαπημένε Μπρεχτ, φίλε παλιέ και τίμιε ξοδεμένε στις χιλιόχρονες εξορίες στα αποστολικά σου κηρύγματα, αχνό φως μες στα τρομερά σκοτάδια, μοιάζει πως έληξε πια η εποχή σου. Και όμως, εσύ με μια από εκείνες τις θολές όψεις καταφτάνεις μέσα από τα συντρίμμια του παλιού μας κόσμου, οπλισμένος με στίχους λεπίδες, φυτεμένα στο στόμα σου και μες στα χέρια που φλέγονται, φλέγονται τα χέρια σου φίλε Μπέρτολντ, ένας άγιος των ορθόδοξων εργατών, ένας προφήτης με τα γυμνά του πόδια και τα στρατιωτικά αμπέχονα  όλο χιόνι στις πλάτες του ο Μπέρτολντ, παράξενες οδοσημάνσεις, ακατανόητες πια Μπέρτολντ, μα καθώς φτάνεις, πελώριος με την αλήθεια σου στα χέρια, μικρό, ελπιδοφόρο παιδί και εμείς κοιτούμε πίσω μας τα αγαπημένα ηρωικά κοπάδια των εργατών, νεαροί αγρότες με χώμα μες στα νύχια και μες στα στόματα, εσύ Μπέρτολντ πελώριος, ασύρματος να πιάνεις επαφή με τις δικές μας, ακραίες στιγμογραφίες, γνωρίζοντας σε βάθος και σε ουσία την ανθρώπινη γεωγραφία. Μπέρτολντ Μπρεχτ, χαραγμένη πάνω στη γλώσσα σου και αληθινά πορφυρό, κόκκινο αγκάθι, αδίσταχτο μες στα μάτια σου και τα δικά μας μάτια, η όψη σου με το κεραμίδι στα χέρια, να δείχνεις συγκινημένος πώς ήταν κάποτε τα σπίτια μας.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»

Σκοτεινές οι γυναίκες της Ελευσίνας προχωρούν προς το ναό του προφήτη. Κρατούν σπονδές, φορούν τα κατάμαυρα, λαδωμένα φορέματα και ανέχονται με υπομονή το σκληρό μεσημέρι. Στο βάθος ο μαύρος ήλιος της Μεσογείου που είναι θάνατος και ευθύνη μαζί. Καμιά τους δεν γελά, μόνο σκοτεινές, μαινάδες ενός άλλου καιρού οι γυναίκες ανέρχονται την αρχαία κλίμακα και στο βάθος ο προφήτης, γέρος και ειρηνικός, καθισμένος στον παχύ ίσκιο του πεύκου τους γνέφει να φτάσουν κοντά του. Εκείνες δίχως δισταγμό, τραβούν τη σκληρή τους πορεία. Σέρνουν τα σάβανα, σφιγμένα στόματα, απελπισμένα και όλα τούτα για τη μνήμη του αγίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες

Διατηρούσε μια αισιοδοξία, πως ίσως ετούτη η λογοτεχνική διατύπωση θα μπορούσε να αποδώσει το θεμελιακό νόημα του μύθου. Εξαντλούταν μες στο σκιερό δωμάτιο, συχνά τον επισκέπτονταν γνωστοί και φίλοι και έπειτα αποχωρούσαν λυπημένοι, λέγοντας ετούτος ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ήδη νεκρός. Ο συγγραφέας στεκόταν μες στις σκιές, σπανίως εξέφραζε μια απαίτηση, ενώ είχε κατορθώσει μες στην τόση περισυλλογή του να ατονήσει στο έπακρο την ανθρώπινη βιολογία του. Μόνο τα απογεύματα ανέβαλλε το σκεπτικισμό του και εγκατέλειπε το σπίτι για έναν από εκείνους τους μακριούς περιπάτους ως το λιμάνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «TEST ME»

Μια αυθαίρετη προσέγγιση στην αντιηρωική μυθιστορία.
Η πρώτη υποτίμηση της εικόνας και άλλες επισημάνσεις.

Το νυχτερινό κατάστημα «Test Me» βρίσκεται στην οδό Πιπίνου. Κάποτε εδώ συνέβη ένα φριχτό έγκλημα. Το μαγαζί έκλεισε, ώσπου να ολοκληρωθούν οι ανακρίσεις, οι έλεγχοι, να τακτοποιηθούν όλα τα νομικά ζητήματα. Ο ανακριτής επέβαλε να σφραγιστεί το κατάστημα και έτσι σκόρπισαν σαν πουλιά οι νεαροί Άραβες, χάθηκαν στην οδό Φυλής, έπεσαν στους τάφους της πόλης, καθώς εκείνο το υπέροχο παιδί της Κλαυδιόπολης, το ηδονικό, πνιγμένο αγόρι. Μα ετούτες οι αντιστοιχίες είναι για τους ποιητές μονάχα και άλλωστε πέρασαν χρόνια από εκείνο το χαμό και απόψε το κατάστημα «Test Me» επαναλειτουργεί. Στέκει λευκό πλάι στις εισόδους των πολυκατοικιών, τα αγόρια χαιρετούν τους εραστές της Αχαΐας που έχουν συρρεύσει ευτυχισμένοι για την ολονύχτια, ερωτική προοπτική. Καταφτάνουν τα παιδιά του Άτλαντα με τα ερεθιστικά αρώματα, τις αποτυπώσεις των τατουάζ στα χέρια και αλλού στα ωραία σώματα. Απόψε θα χορταστεί ο έρωτας, λένε όσοι γνωρίζουν με τι πάθος αγαπούν ετούτοι οι άνθρωποι, πόσο απεγνωσμένοι φτάνουν από τις ασφυκτικές, επαρχιακές πόλεις. Ίσως απόψε να γεννηθεί στην οδό Πιπίνου ένας Χριστός. Όταν θα μαρτυρήσει πώς σπαράζονται οι ψυχές, πώς καίγονται τα σώματα, ο Χριστός εκείνος θα επιβάλλει μια αγάπη ικανή να θεραπεύσει τα νυχτερινά αμαρτήματα. Ο Χριστός ετούτος πνιγμένος μες στο κίτρινο φως της οδού Πιπίνου θα αναλογιστεί τις φοβερές τροπές της μοίρας μας, τα λιονταρίσια, ανθρώπινα πάθη, τη λιονταρίσια πόλη μας θα συλλογιστεί, την τρομερή τραγωδία θα αναλογιστεί, γιατί εδώ και χρόνια οι φίλοι μας δεν γνωρίζουν πώς να πεθάνουν και όλο εξαντλούνται. Απόψε να θηλάσουμε τη νύχτα, είπε κάποιος και απέμεινε ακίνητος σαν τα μεγάλα πουλιά άλμπατρος που ξημερώνουν στα πλοία.Μεγάλωνε η νύχτα και η λύπη.

 

     Στο πατάρι του μαγαζιού ο Παύλος, ο Τζων Φάντεν, ο Σκαρίμπας και ένας νέος ονόματι Ροΐδης δεν μιλούν, μόνο πετούν χρώματα στους τοίχους και με τίποτα δεν είναι ερωτευμένοι. Το πρόσωπό τους τείνει πάντα προς το χώμα, έξω μαίνεται ο αιώνας των θορύβων και των μηχανών, έξω ποτάμι οι εραστές και οι δολοφόνοι τραβούν με τα μεγάλα κεριά κατά τους μυστικούς ναούς και όλο δυναμώνει η βουή και βελούδο η νύχτα σκεπάζει τη γύμνια της πόλης. Άλεν, έλα κάθισε κοντά μας, γνέφει ο Παύλος που απόψε μας ζήτησε να τον αποκαλούμε Ερμή ή Μύρτο και εξηγεί με εμμονή την αγάπη του για τις λεύκες. Άλεν, έλα, και ο Αμερικάνος τρικλίζοντας με τα εξωφρενικά του μάτια μας δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γυμνού αγοριού και έπειτα στο φόντο μια πέτρινη πολιτεία και οι τρούλοι της. Καθώς γυρίζει προς τη μεριά μας, κοιτούμε έκπληκτοι την απάνθρωπη όψη του, μια γλώσσα αλλόκοτη, το διάφανο σώμα με όλες τις επίσημες πληγές του, τα μάτια από κόκκαλα. Μην τρομάζεται σημειώνει ο Σκαρίμπας και ετοιμάζεται να θυσιάσει εαυτόν, διότι τέχνη δεν γίνεται άνευ πυρός και άνευ σιδήρου. Άλλωστε ο νεαρός Ροΐδης, πολύ εύστοχα σημειώνει την ώρα εκείνη, την επισήμανση του Κίμωνα Φράιερ, για το πρόσωπο και το έργο που απαιτεί να φέρει τη δική του διάλεκτο. Και σαν να μεταλαβαίνουμε, όλοι μαζί επαναλαμβάνουμε τα λόγια. Να είναι η λαλιά ολοδική μας, να είναι ξένη ομιλία, μια απόκλιση αισθητική και ιδεολογική. Έτσι αποκαλύπτονται οι φωτιές και ας περπατούμε εμείς μες στους αιώνες σκυφτοί κάτω από κληματίδες και υγρούς μαντρότοιχους.
     Όποιος αγαπά, ας πεθάνει αναφωνούμε όλοι και κάπου ακούστηκε μια φωνή και έσπασε σε ρωγμές το σκεύος της νύχτας και όλοι έπαψαν τους έρωτες και τις διεκδικήσεις, τις λαθροχειρίες των πεσσών, οι εξαρθρώσεις αφέθηκαν και όλοι αρπαχτικοί και ωραίοι χυθήκαμε στους δρόμους. Κάποιες γυναίκες έφευγαν πέρα, σαν μέσα στα νερά και σαν μέσα στους ελαιώνες και ο Άλεν σωριάστηκε σαν βόμβα μες στις εποχές. Ξεκίνησε να ουρλιάζει και θυμόταν όσους σφαγιάστηκαν μες στις μεγάλες πόλεις, Χριστούς, ακέφαλους θεούς που ανακαλύφθηκαν τυχαία μες στα νερά του Νείλου, τη νεότητα που σωριάζεται μες στην ατομική της ιστορία και έτσι φθείρεται και πάει. Και μας έπιασε μια ταραχή και είπαμε στα κομμάτια ο κόσμος ετούτος και κοιτάξαμε όλοι κατά τα νεφελώματα. Ο Ερμής είπε, να, ο Αλδεβαράν,ο Ροΐδης επέμεινε πως οφείλουμε να φανούμε πιστοί στις πεποιθήσεις μας και έπειτα μας ανακοίνωσε ότι απόψε, λέει, φεύγει με το πλοίο «Κατερίνη» για την Σύρο και πως πολύ εχάρηκε που τα είπαμε και δεν θα μας λησμονήσει ποτέ. Τέλος χάθηκε, σαν να ανατινάχθηκε. Εμείς κοιταχτήκαμε με όλη την ηδονή του κόσμου.Πάει να πει συλλογιστήκαμε το χρέος μας και είπαμε στο διάβολο οι ηθικές και οι οφειλές προς το πνεύμα, το πιο άγριο ζώο είναι η μονάχη ψυχή μας και ορίσαμε εαυτούς απόκληρους και περιθώρια και είπαμε θα μετρηθούμε με ευθύτητα με εκείνα τα κατάμαυρα πουλιά που ξεπηδούν από τις χαράδρες κάθε τόσο και κλείνουν τις οδούς. Ο Σκαρίμπας θυμήθηκε τότε έναν Ισπανό μυθιστοριογράφο, ονόματι Ορτελάνο και αναπαρήγαγε με στόμφο τις διαπιστώσεις του, πως δηλαδή θα πρέπει η γραφή να είναι αντισηπτική, η γλώσσα μας ανάλογη, άλλος δρόμος για τις ζωές μας δεν υπάρχει. Μια ποίηση υπερβατική, ακμαία στους αιώνες που θα ανακαλύπτει μια ζωή πλουσιότερη από εκείνη της φαινομενικής πραγματικότητας. Ύστερα, συμφωνήσαμε με το λόγο μας, να περιφρονήσουμε τις προσευχές, όλος ο κόσμος στάζει το υλικό του μες στο τυφλό σημείο του καθρέφτη, τρέξαμε όλοι προς τα εκεί, είδαμε πράγματα σπουδαία, δεν αποκαλύψαμε τίποτε. Μαζέψαμε γρήγορα τα πράγματά μας και ο καθένας έφυγε για να ζήσει. Ο Αμερικάνος, μόνον Άλεν Γκίνσμπεργκ στάθηκε ξανά στον εξώστη, δεν μας χαιρέτησε, έβλεπε το μέλλον που κυμάτιζε. Απ΄όσο θυμούνται αγαπούσε τη Βιρτζίνια Γουλφ, ίσως γιατί η γυναίκα ετούτη έτεινε πάντα προς τη σιωπή και στις πιο σπουδαίες παραφορές της μιμήθηκε με ακρίβεια και φυσικότητα βιωματική τις μονοσύλλαβες, ερωτικές ομιλίες. Έπειτα άφησε μια ανάσα πανικού, η νύχτα θα τέλειωνε, χαθήκαμε, ακούσαμε τον Άλαν που ούρλιαζε εκκωφαντικά και ήταν ολάκερο το πατάρι ένα παρανάλωμα αγωνίας.
     Κάτω στο μαγαζί, κυριαρχούσε η βαρύτητα των σωμάτων. Τα αγάλματα της νυκτός ήσυχα καθώς πάντα, όμως ένα πορφυρό χρώμα στο βάθος του ορίζοντα μαρτυρά πως κάποιος αιμορράγησε. Σκεφτήκαμε τότε τις ρωγμές, όλες οι πόρτες κλειστές, όπως τα πρώτα χρόνια του αποικισμού, μες στην πόλη κανείς να μοιραστούμε το φοβερό μυστικό. Σε λίγο ο ήλιος θα μας λιώνει σαν τις πέτρες, σε λίγη ώρα. Άλεν, μην κλαις, θα πάμε να δούμε τα χαλάσματα πέρα στα ναυπηγεία, τα ηλιακά σημάδια των νεκροταφείων, ίσως μάλιστα κάποτε να σταθούμε ήρεμοι και νέοι στις μεγάλες βάρκες της πατρίδας σου. Ως τότε Άλεν δεν μπορούμε παρά να τραγουδούμε για όλα όσα είδαμε και μάθαμε.
     Ένας νέος με ωραίο σώμα και όλο του το βλέμμα στο άδειο, μιλούσε σε έναν μεσόκοπο άνδρα για τα κορελένια δάση των Βερμούδων. Και όλο ρύθμιζε ένα τεταρτοκύκλιο όργανο εκείνος πάνω στο χάρτη και ο άλλος γελούσε τρανταχτά. Πέρα οι φωνές των διαλαλητών, οι καμπάνες του όρθρου, ο Άλεν που στέκει και απαγγέλλει το φοβερό χρονικό του ήλιου και τσίγκινο φεγγάρι σπασμένο και όλα τα σκηνικά τα θεατρικά στοιβαγμένα. Η ωραία ακαταστασία της σκέψης μας, μικρό παιδί μες στη θέρμη του παιχνιδιού.
*
©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Στράτος Φουντούλης, «Jazz Bar», Βρυξέλλες, 2011

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»

Να συλλογιστούμε με τα τωρινά μέσα, τις παραστάσεις, τις ποικίλες, εξειδικευμένες συγκινήσεις, πόσο σπουδαιότερο και ευρύτερο θα είχε σταθεί το έργο του Κάφκα ή του Πορτογάλου Πεσσόα. Να αναλογιστούμε την ψυχολογική εμβάθυνση με την οποία θα προίκιζαν το έργο τους, λαμβάνοντας υπόψη τις επίκαιρες συνθήκες, τις καινούριες αγωνίες, το ανθρώπινο αδιέξοδο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»»

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Απόστολος Θηβαίος, «Τις Νύχτες της Κυριακής και ποτέ άλλοτε»

Ισπανικές υδατογραφίες, κορίτσια της Μαδρίτης καμωμένα από χειροβομβίδες και σπαρμένα μέλη, ανθρώπινα, σπαρακτικά τα θεάματα του αιώνα μας. Και έπειτα η σύνοψη των εποχών, τα δράματα, οι ελπίδες και τα κρίματα, σκοτωμένα πλάι στα εμπορικά της οδού Μητροπόλεως με τους γωνιακούς έρωτες και τα ανθοπωλεία και οι αναρίθμητες ήπειροι σταματημένες σε χαμηλά τοιχία και καταστήματα εποχιακών. Ο ηλικιωμένος άνδρας διαδραματίζει μια σπουδαία θέση στην αστική σκηνογραφία, έτσι με το βιολί του, τότε μονόχειρας, σήμερα με πολύσπαστα, μεταλλικά πόδια και προσφυγικές ιστορίες που λέγονται μόνο στις φωσφορικές κουζίνες των ιπτάμενων σχεδίων της οδού Πατησίων και ακόμα περισσότερο, όπου σφύζει η ανθρώπινη βιολογία και τα βήματα των οδοιπόρων. Δεν παραθέτω παρά σκόρπιες, αυθόρμητες εικόνες καταστροφών. Και εξακολουθώ να αφιερώνομαι στην παρασκευή ανεμοστρόβιλων και σε άλλες εργασίες χαρακτήρος βιομηχανικού, καθώς κατώτεροι θεοί κραυγάζουν απελπισμένοι «Ορέστη, Ορέστη!» και γκρεμίζονται από τους υψηλούς εξώστες του μοτέλ Νέα Βικτωρία στην ομώνυμη πλατεία με τα σκόρπια, τα σκισμένα φτερά των αδικοχαμένων Τρώων.

*

©Απόστολος Θηβαίος