Eric Hobsbawm, Θρυμματισμένοι καιροί

Κουλτούρα και κοινωνία στον 20ό αιώνα

μτφρ.: Νίκος Κούρκουλος
Εκδόσεις Θεμέλιο

Ο Eric Hobsbawm, ένας από τους λαμπρότερους και πιο πρωτότυπους ιστορικούς της εποχής μας, γεννήθηκε πριν σχεδόν εκατό χρόνια και μεγάλωσε στη Βιέννη και το Βερολίνο. Βρέθηκε λοιπόν στην τέλεια θέση για να παρατηρήσει την επερχόμενη εποχή μιας τιτάνιας κοινωνικής και καλλιτεχνικής αλλαγής. Όσο προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η αστική κουλτούρα του fin de siecle ερχόταν αντιμέτωπη με μυριάδες νέα κινήματα και ιδεολογίες, από τον κομμουνισμό και τον ακραίο εθνικισμό ώς τον ντανταϊσμό και την ανάδυση μιας πληροφορικής τεχνολογίας. Στους «Θρυμματισμένους καιρούς» ο Hobsbawm, με το χαρακτηριστικό του νεύρο, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας έναν κατακερματισμένο αιώνα.
Εξετάζει τις συνθήκες που δημιούργησαν την άνθηση της belle epoque, ενώ ταυτόχρονα περιείχαν το σπέρμα της αποσύνθεσής της: πατερναλιστικός καπιταλισμός, παγκοσμιοποίηση και εμφάνιση μιας μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας. Με πάθος, αλλά πάντα χωρίς συναισθηματισμούς, περιφέρεται με άνεση σε όλο το φάσμα του αντικειμένου του: καταγράφει το θάνατο της χρυσής εποχής του «ελεύθερου διανοούμενου» και εξερευνεί τις ζωές λησμονημένων αλλά σπουδαίων φυσιογνωμιών, αναλύει τη σχέση μεταξύ τέχνης κι ολοκληρωτισμού, και ανατέμνει φαινόμενα τόσο διαφορετικά όπως ο σουρεαλισμός, η χειραφέτηση των γυναικών κι ο μύθος του αμερικάνου καουμπόη.
Γραμμένο με πλούσια φαντασία και εξαιρετική επιδεξιότητα, οι «Θρυμματισμένοι καιροί» είναι το τελευταίο βιβλίο ενός από τους σπουδαιότερους στοχαστές του καιρού μας.

*

Συμφέροντα της κουλτούρας και ελεύθερη αγορά
Tης Τιτικας Δημητρουλια στην Καθημερινή 4-5.1.2014

«Θρυμματισμένοι καιροί»: είκοσι δύο κείμενα, δημοσιευμένα κι αδημοσίευτα, γραμμένα ορισμένα από αυτά λίγο πριν από τον θάνατό του, το κύκνειο άσμα του μεγάλου μαρξιστή και ιστορικού Ερικ Χόμπσμπαουμ, που θεωρώντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ένα άρρηκτο συνεχές, τολμά εδώ και μελλοντολογεί. Καιροί φόβου κι ανησυχίας, «ταραγμένης αμηχανίας», καιροί πλανητικών ρήξεων και τεχνολογικών ανατροπών την ώρα που η πολιτική δράση δεν θεωρείται ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, η τέχνη ακροβατεί ανάμεσα στην ψυχή και την αγορά, το ατομικό και το συλλογικό, την αναγνωρισιμότητα του έργου και τον οικουμενικό θόρυβο του Διαδικτύου και η ίδια της η ταυτότητα τίθεται υπό αίρεση. Κείμενα μιας τριακονταετίας (με εξαίρεση ένα κείμενο του 1964 για την ποπ κουλτούρα), στην οποία ο ιστορικός του μέλλοντος θα αναζητήσει τα πρόδρομα σημεία των μελλοντικών εξελίξεων, καλύπτουν τον μακρό 19ο και τον σύντομο 20ό αιώνα από τη σκοπιά της κουλτούρας: γέννηση και ακμή της αστικής τέχνης, ιστορική της κατάρρευση με τον Μεγάλο Πόλεμο, ρόλος των πρωτοποριών, οι μεγάλες ρήξεις των τελευταίων δεκαετιών με άξονα την τεχνολογία, η μετάβαση από την υψηλή κουλτούρα στην κουλτούρα με την ανθρωπολογική έννοια του όρου.
Ο Χόμπσμπαουμ είναι θαυμάσιος αφηγητής και η ευρυμάθειά του δεν βαραίνει τον λόγο και την ειρωνεία του (οι υψηλές τέχνες όπως η σαμπάνια παραμένουν ευρωκεντρικές ακόμη και στην παγκοσμιοποίηση…). Αποτυπώνοντας με διαύγεια τη σύγχρονη κατάσταση της κουλτούρας, από την αυτοέκφραση του faceboook και τον εξισωτισμό του Διαδικτύου που δεν έχει εκδιπλώσει πλήρως της δυνατότητές του ως το εύφθαρτο των νέων άυλων μέσων αποθήκευσης του κατακλυσμού ήχων, λέξεων και εικόνων που συγκροτούν τη νέα δημιουργικότητα και τη συγκεντροποίηση στον εκδοτικό χώρο, συναντά πάρα πολύ συχνά στις διαπιστώσεις του τον Ζαν Κλαιρ και τον «Χειμώνα στον πολιτισμό» του (εκδ. Μικρή Αρκτος), χωρίς όμως να συμμερίζεται πλήρως την απαισιοδοξία του. Σίγουρα συμφωνεί μαζί του ότι η αστική τέχνη είναι παρελθόν, ότι οι πρωτοπορίες απέτυχαν (αν και από εντελώς διαφορετική σκοπιά σε σχέση με τον αφοριστικό Κλαιρ), ότι η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο, πολλώ μάλλον όταν οι κοινωνίες αναρωτιούνται εναγωνίως «τι είναι τέχνη» και η τεχνοκριτική δεν νοείται πια να μιλάει για «ομορφιά».
Ο Χόμπσμπαουμ ερμηνεύει τη λειτουργία των αψιμαχιών του διανοούμενου ακτιβισμού που φιλοδοξεί να τις μετατρέψει σε μάχες (με παράδειγμα το Occupy Wall Street)· ανατέμνει τη διεθνικότητα (transnationality) των ανθρώπινων μετακινήσεων και τους χώρους της (τους μη τόπους της κατά τον Ωζέ, τους τόσο ωραία απεικονισμένους από τον Ζαν Εσενόζ), αλλά και τον πολλαπλό νέο κόσμο των μεταναστών· τον συγκρητισμό της νέας πολιτισμικής εμπειρίας, που δεν καταργεί το εθνικό αλλά το συνδυάζει ιδιόμορφα και ομογενοποιημένα (από το ρέιβ ώς την κουλτούρα των διεθνών ξενοδοχείων). Κρίνοντας ένα βιβλίο για το αίσθημα ανησυχίας και φόβου στον μεσοπόλεμο, αίσθημα πολύ συχνό στην ευρωπαϊκή ιστορία, όπως τονίζει, σχολιάζει στην ουσία τη σύγχρονη συνθήκη της κρίσης, επισημαίνοντας πόσο οι άνθρωποι είναι η Ιστορία την ώρα που προσπαθούν να επιβιώσουν, αλλά δεν έχουν συνείδηση του συγκεκριμένου γεγονότος. Κατ’ αυτόν, η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική είναι οι παλιές τέχνες που επιβιώνουν, μέσα στον εντεινόμενο ανορθολογισμό που κατακερματίζει τις συλλογικότητες και ακυρώνει τον παραδοσιακό ρόλο της ιντελιγκέντσιας. Στην εποχή που έχει σύμβολό της στο στάδιο, κι ας είναι ο Ζιντάν και η αναγνώρισή του στη Γαλλία σύμβολο κι ελπίδα πολυπολιτισμικής συμβίωσης. Τέσσερις ενότητες που συγκοινωνούν και μία τελική διαπίστωση: «τα συμφέροντα της κουλτούρας όπως και τα συμφέροντα της κοινωνίας δεν μπορεί πια να αφήνονται στην ελεύθερη αγορά». Καλή χρονιά.
Άλλες κριτικές-παρουσιάσεις:

Βασίλειος ΠατσογιάννηςΟ εικοστός αιώνας και οι αντιφάσεις του, «Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 4.8.2013


Στη σκιά του Τρίτου Ράιχ, «Το Βήμα»/ «Βιβλία», 7.7.2013

Γιάννης ΨυχοπαίδηςΌλα για την Ιστορία, «Το Βήμα»/ «Βιβλία», 7.7.2013



 

Ο Γκρέκο, η Ιερά Εξέταση και ο ναζισμός

Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής Νίνιο ντε Γκεβάρα όπως τον ζωγράφισε ο Γκρέκο

Τετρακόσια χρόνια μετά τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου η νουβέλα του Στεφάν Αντρες που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά τον αναδεικνύει σε συμβολική φυσιογνωμία αντίστασης σε κάθε απολυταρχία

Της Λαμπρινής Κουζέλης από την ιστοσελίδα της Athens Review of Books

Στέφαν Αντρες
Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή
Mετάφραση Χ. Ε. Μαραβέλιας.
Εκδόσεις The Athens Review of Books, 2013,
σελ. 78, τιμή 9 ευρώ

«Ξέρετε, είναι μάταιο να σκοτώνουμε τους ιεροεξεταστές.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποτυπώσουμε την όψη αυτών των ατιμαστών του Χριστού». Πίσω από το καβαλέτο του ο Ντομένικος Θεοντοκόπουλος παρατηρεί το πρόσωπο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή Νίνιο ντε Γκεβάρα προτού σύρει τις πρώτες γραμμές στην προσωπογραφία που του παραγγέλθηκε. Ο φοβερός καρδινάλιος, υπεύθυνος για εκατοντάδες θανάτους «αιρετικών», διαβάζει σιωπηλός. Είναι ντυμένος τα βιολετί μάλλινα ράσα της Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Στο στυφό κροκοκίτρινο πρόσωπό του δύο ουρανί μάτια κινούνται πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά με σκούρο σκελετό. Στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης ακούγονται πατημασιές αλόγου. Καθώς ο ήλιος πέφτει, η μακριά πομπή των δομινικανών μοναχών, των μετανοημένων και των πελιδνών αιρετικών, η τρομερή πομπή της Ιεράς Εξέτασης ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Εικαστικά ατμοσφαιρική, ευθέως στοχαστική και εμμέσως πολιτική, η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον μεγάλο ιεροεξεταστή (The Athens Review of Books, 2013) του γερμανού συγγραφέα Στέφαν Αντρες (1906-1970) αναπαριστά τις συνθήκες δημιουργίας του πορτρέτου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Γράφτηκε με πυρετώδεις ρυθμούς το 1935, εμπνευσμένη από την εικόνα του πίνακα – ο οποίος εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης – σε κάποιο θρησκευτικό περιοδικό και πρωτοκυκλοφόρησε το 1936.
Ο φόβος του Θεού και ο φόβος της πυράς, η εξουσία της Εκκλησίας και η εξουσία του βασιλιά, θρησκευτική ευσέβεια και ιερός τρόμος, βία, αρρώστια και τρέλα, μεγαλείο και αθλιότητα, ελευθερία και καταπίεση συγκατοικούν στην ερεθιστική για την τέχνη περίοδο της Ισπανίας του Φιλίππου Β’(1527-1598) και της Ιεράς Εξέτασης. Στην εποχή αυτή ανατρέχει ο Σίλερ στο δράμα Δον Κάρλος (1787), το οποίο γονιμοποίησε τη φαντασία του Ντοστογέφσκι με κατάληξη την περίφημη παραβολή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή περί ελευθερίας και υποταγής στους Αδελφούς Καραμαζόφ (1880).
Γιος μυλωνά, με σπουδές Θεολογίας, Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής, ο Αντρες χρησιμοποιεί την ίδια εποχή ως πρόσφορο ιστορικό σκηνικό σε μια πολιτική αλληγορία περί φόβου, αντίστασης και ευθύνης του καλλιτέχνη απέναντι στην αναδυόμενη εξουσία του ναζισμού.
Παντρεμένος με εβραία και δίχως πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας για την οικογένειά του, ο Αντρες βιοποριζόταν δύσκολα στη Γερμανία του Χίτλερ. Αδυνατώντας πλέον να εργαστεί σε εφημερίδες, στο θέατρο και στη Ραδιοφωνία της Κολονίας, το 1937 εγκαταλείπει με την οικογένειά του τη Γερμανία και καταφεύγει στο Ποζιτάνο της φασιστικής Ιταλίας. Στη Γερμανία θα επιστρέψει το 1949 για να ξαναφύγει – διαφωνώντας με την πολιτική του καγκελαρίου Αντενάουερ – το 1961 για την Ιταλία, όπου θα ζήσει ως τον θάνατό του.
Σε τούτο το σύντομο αφήγημα ο Αντρες φαντάζεται τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο Γκρέκο ζωγράφισε την προσωπογραφία του Νίνιο ντε Γκεβάρα: την επίσκεψη του βοηθού του καρδιναλίου στο εργαστήρι του φημισμένου ζωγράφου στο Τολέδο, την προσταγή να παρουσιαστεί ενώπιον της Πανιερότητάς του, την ανησυχία του ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, το ταξίδι στη Σεβίλλη, τη συνάντηση με τον πανίσχυρο εκκλησιαστικό άνδρα. Δίπλα στον καλλιτέχνη βρίσκουμε τον γιατρό Καζάλα, έμπιστο φίλο και επικίνδυνη γνωριμία, αδελφό του θεολόγου Καζάλα που κάηκε στην πυρά. Οι συζητήσεις τους γίνονται το πεδίο όπου ο Αντρες φιλοσοφεί για το τρομακτικό μεγαλείο του Θεού, για το Καλό και το Κακό, για την αναζήτηση της αλήθειας, για το πώς ο καθένας διαλέγει τη θέση που του αναλογεί στον κόσμο.
«Πιστεύει η Ιερά Εξέταση ότι μαζί με το σώμα μπορούν να καούν και οι φωνές; Η Αγία Εκκλησία έκανε σπόρο το αίμα των μαρτύρων» παρατηρεί ο γιατρός Καζάλα ενώ θεραπεύει τον ασθενή καρδινάλιο, για να λάβει την αλαζονική απάντηση ότι η εξουσία της Εκκλησίας έχει το μονοπώλιο στην αλήθεια. Απέναντί του ο καλλιτέχνης Γκρέκο, φύση ευεπίφορη στην παρατήρηση και στην αφαίρεση, διατυπώνει νόμους με τη μορφή αφορισμών: «Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο σε μέρη, αυτός είναι η αρχή της σοφίας».Ομολογεί πως «ο φόβος μου είναι εκείνος που ζωγραφίζει». Οι πίνακές του «κόβουν τον κόσμο στη μέση» και αποκαλύπτουν το εσωτερικό του. Αυτή είναι η αποστολή της τέχνης και ο Γκρέκο απεικονίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή όπως τον συγκράτησαν τα μάτια του μέσα από τον πυρήνα του φόβου: με φλογερά μεταξωτά κόκκινα άμφια σε σκούρο φόντο, σαν τη «ματωμένη φωτιά της Εκκλησίας» μέσα στη νύχτα.
Στοχασμός και εξπρεσιονιστικές περιγραφές
Ο γερμανός συγγραφέας διατηρεί τη δομή της παραδοσιακής κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφικής αφήγησης και την κεντά με περιγραφές εξαιρετικής εικαστικής δύναμης, βασισμένος σε πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Σοφά επιλεγμένη, η εικονοποιία του συντελεί στη δημιουργία συσχετισμών ανάμεσα στην εποχή του Γκρέκο και στη δική του. Οι παραμορφωμένες φιγούρες και οι δραματικές φωτοσκιάσεις του ζωγράφου από την Κρήτη -το συγκλονιστικό Τολέδο πάνω στο βουνό απειλητικά φωτεινό σε μια φαντασμαγορική στιγμή στην καταιγίδα – εκφράζουν ένταση συναισθήματος συγγενούς υφής με την τέχνη του γερμανικού εξπρεσιονισμού της εποχής του Αντρες.
Ο γλαφυρός ιστορικός διάκοσμος της νουβέλας φαίνεται ότι ξεγέλασε τη ναζιστική λογοκρισία. Tο κείμενο κυκλοφόρησε ευρέως στα χρόνια του και παραμένει το γνωστότερο από τα γραπτά του Αντρες. Στα ελληνικά η μετάφραση του Χ. Ε. Μαραβέλια επιχειρεί επιμελώς να αναπαραστήσει το γλωσσικό περιβάλλον της αφηγούμενης εποχής και θυμίζει σε σημεία την πλούσια γλώσσα του Ερωτόκριτου. Οσο για τον πρωταγωνιστή της αφήγησης, ακριβώς 400 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), φορτωμένος και με το βάρος της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας, φτάνει σε καιρούς πονηρούς ως σύμβολο αντίστασης του καλλιτέχνη απέναντι στην αυθαιρεσία και στη βία του μίσους.

Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές

 
 
I
Η Ω∆Η ΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Το «ξυράφι» που κοιµίζεις µες τα πόδια σου
Ευνουχίζει τα πιο άγρια αρσενικά
Κάθε βράδυ το τροχίζεις µε τα λόγια σου
Και κερδίζεις τη ζωή σου στα στενά
Γύρω απ’ τ’ «Εθνικό» η παράσταση ανεβαίνει
Μαύρη πόρνη η ∆υσδαιµόνα γυµνή βγαίνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές»

Γιαν Χένρικ Σβαν: «Τα μηχανάκια του Μανόλη»

Εκδόσεις Εντευκτηρίου
Τα μηχανάκια του Μανόλη (2008) είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Γιαν Χένρικ Σβαν με ελληνικό θέμα, μετά τη Δράκαινα (2005), που όμως δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Τα μηχανάκια του Μανόλη μόλις κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, σε μετάφραση Μαρίας Φραγκούλη και επιμέλεια μετάφρασης Μαργαρίτα Μέλμπεργκ.
Πρόκειται για ένα υπαρξιακό αφήγημα που εκτυλίσσεται στο νησί της Δράκαινας, πολλά από τα πρόσωπα της οποίας επανεμφανίζονται και εδώ.
Όπως έγραψε ο Όκε Λεγιονχούβεντ (Σιντσβένσκα Νταγκμπλάντετ, 19.2.2008), «Τα μηχανάκια του Μανόλη είναι το συγκινητικό και μεγαλειώδες πορτρέτο ενός ηλικιωμένου Έλληνα, που θα μπορούσε να ήταν ο γραφικός τύπος μιας τουριστικής διαφήμισης ή ενός γαλακτοκομικού προϊόντος, αν δεν του εμφυσούσε ζωή και δεν του έδινε φωνή ο συγγραφέας Γιαν Χένρικ Σβαν. […] Η πλοκή είναι απλή. Σίγουρα ενσυνείδητα […]
.Αυτό που περιγράφεται μάλλον στερείται πλοκής. Η απουσία, οι μνήμες μιας ζωής, ζωής που είχε τις αναλαμπές της. Και τελικά, η προσμονή του θανάτου που τα ακυρώνει όλα. Και τι δεν βάζει ο συγγραφέας στο έργο για να γεμίσει αυτή την απουσία και την προσμονή! Ο Σβαν έχει εντρυφήσει στην καθημερινότητα της ένδειας στην Ελλάδα. Έχει δει το ταλαιπωρημένο και απλό πρόσωπό της, τις παλιές ταβέρνες, τα στεγνά και ανεμοδαρμένα τοπία, τα υγρά σπίτια όπου οι χήρες τουρτουρίζουν από το κρύο στο φως μιας λάμπας ασετυλίνης […]. Ξεχάστε για λίγο όλες τις εγωπαθείς “βασίλισσες” και τους “υπουργούς” αστυνομικών μυθιστορημάτων και απολαύστε ένα βιβλίο που αγγίζει τα έργα της μεγάλης λογοτεχνίας!».
O Γιαν Χένρικ Σβαν γεννήθηκε στη Λουντ της Σουηδίας το 1959. Μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη και φοίτησε στα πανεπιστήμια της Σορβόνης και της Στοκχόλμης. Ζει και εργάζεται στην Στοκχόλμη.
Πεζογράφος, μεταφραστής και κριτικός. Μερικά από τα μυθιστορήματά του: Μπορώ να σταματήσω μια θάλασσα (1986)· Η καταραμένη χαρά (1987 ― ελληνική μετάφραση Γιάννη Αλεξάκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2002)· Έρωτες και περιπέτειες (1991), η τριλογία Τα χρήματα (1996), Ζητιάνοι (1999) και Οι περιπλανώμενοι (2001, βραβείο των κριτικών της εφημερίδας Göteborg Posten ― ελληνική μετάφραση Θεοφανώς Καλογιάννη, Κέδρος 2007· Η Δράκαινα (2005) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, όπως και το αφήγημα Τα μηχανάκια του Μανόλη (2008). Τελευταίο βιβλίο του: Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα (2011).
Μεταφράζει λογοτεχνία από τα δανέζικα, τα γαλλικά, τα πολωνικά, τα αραβικά και τα ελληνικά. Έχει μεταφράσει την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, ποιήματα των Μίλτου Σαχτούρη και Βύρωνα Λεοντάρη, ποιητές της γενιάς του ’70, καθώς και σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Το 2013 εκδόθηκε σε μετάφρασή του Η φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Απόσπασμα μπορείτε να διαβάσετε στο Εντευκτήριο

Ντόρις Λέσινγκ, Άλφρεντ & Έμιλυ Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Καστανιώτη
Μετάφραση: Μαρία-Ρόζα Τραϊκόγλου

Σε αυτό το εκπληκτικό μυθιστόρημα, που υπήρξε και το τελευταίο της, η νομπελίστρια Ντόρις Λέσινγκ εξερευνά τις ζωές των γονιών της που καταστράφηκαν ανεπανόρθωτα από τον Μεγάλο Πόλεμο. Ο πατέρας της λαχταρούσε την απλή ζωή του αγρότη, αλλά μια οβίδα, που τον βρίσκει στα χαρακώματα, τον αναγκάζει να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του με ξύλινο πόδι. Η μητέρα της, από την άλλη πλευρά, ζει τραυματικά τον θάνατο του μεγάλου έρωτα της ζωής της, ενός γιατρού που πνίγηκε στη Μάγχη, γεγονός που τη σπρώχνει να αφιερωθεί στην περίθαλψη τραυματιών στο νοσοκομείο Ρόγιαλ Φρι. Στο πρώτο μισό της αφήγησης, η Ντόρις Λέσινγκ φαντάζεται την ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν οι γονείς της αν δεν είχε υπάρξει ο πόλεμος. Στο δεύτερο μέρος αφηγείται την πραγματική ιστορία των γονιών της, που ξεκινάει με τη συνάντησή τους στη διάρκεια ενός αγώνα κρίκετ, σε ένα χωριό έξω απ’ το Κόλτσεστερ. Ακολουθεί μια διεισδυτική ματιά στη σχέση τους υπό τη σκιά του Μεγάλου Πολέμου, η μετακίνηση της οικογένειας στην Αφρική και ο αντίκτυπος της δικής τους ζωής πάνω στην κόρη τους που αναγκάζεται να μεγαλώσει σε έναν ξένο τόπο.
  • «Ένα άψογα δομημένο βιβλίο, ένας εξαιρετικός στοχασμός για την οικογένεια». -Guardian
  • «Αφήνοντας τους αναγνώστες της να περιπλανηθούν μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας, μεταξύ φόρμας και περιεχομένου, επιβεβαιώνει τη δύναμη και τις δυνατότητες της μυθοπλασίας». -Washington Post

Η Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία, νυν Ιράν, από Βρετανούς γονείς. Μεγάλωσε στη Νότια Ροδεσία, νυν Ζιμπάμπουε. Φτάνοντας στην Αγγλία, το 1949, εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τον τίτλο Tραγουδώντας το χορτάρι, το οποίο σηματοδότησε την αρχή της λαμπρής λογοτεχνικής της σταδιοδρομίας. Από τότε έχει τιμηθεί με πολλές διεθνείς διακρίσεις, όπως τα βραβεία David Cohen Memorial Prize, Prince of Asturias Awards, ST Dupont Golden PEN Award και, βέβαια, το Νόμπελ Λογοτεχνίας (2007) για τη συνολική προσφορά της στη λογοτεχνία. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν άλλα οκτώ βιβλία της. Έφυγε από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2013.

Βιβλιογραφία
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Το χρυσό σημειωματάριο (ePUB), 2011
Το χρυσό σημειωματάριο, 2010
Το πέμπτο παιδί, 2010
Το πιο γλυκό όνειρο, 2009
Η Σχισμή, 2008
Το πέμπτο παιδί, 2007
Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι, 2007
Αναμνήσεις ενός επιζώντος, 2007
Ο Μπεν στον κόσμο, 2007
Οι γιαγιάδες, 2007

Βραβεία
2007 ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Σταύρος Σταυρόπουλος, Καπνισμένο κόκκινο

Εκδόσεις Σμίλη

Ό, τι υπήρξε πριν τον άνθρωπο θα υπάρξει ξανά.

 
Το ερώτημα της ζωής και της ύπαρξης ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το τέλος του. Εκκινώντας από αυτό το τέλος και χρησιμοποιώντας ως καταχρηστικό φακό του την διατύπωση του Alain Badiou ότι ο άνθρωπος είναι μια αθάνατη ενικότητα, ο αφηγητής αυτού του — σαν τελευταίο — βιβλίου προσπαθεί να αναπλάσει έναν αποπλεύσαντα κόσμο από το δικό του μηδέν. Θέλει να παραστεί σαν μοναδικός μάρτυρας απογραφής του είδους που θα προκύψει, παρατηρώντας τα γεγονότα να συμβαίνουν. Από μια φλεγόμενη θέληση. Με τα μάτια να παραληρούν.
Υπάρχει μια τεράστια εμπλοκή της θάλασσας. Ένα γυναικείο ερωτικό πορτρέτο. Μια υφέρπουσα νεκροφάνεια. Το νερό θα γεννήσει, με τον δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο, σαν πίδακας, τη νέα ζωή. Θα υπάρξει εκεί, ανεπανάληπτα, με αχρησιμοποίητη σάρκα. Θα προέλθουν πατημασιές αθώες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά. Και μέσα στην αμαρτία.
Τελικά η θάλασσα, από χτισμένος τάφος υγρός, θα σκαρφαλώσει σε απέραντη μονάδα ζωής, εξαγνίζοντας την υποκειμενική μήτρα. Η έκσταση θα γεννήσει επιθυμία. Η επιθυμία, ως παιδικό πείσμα, θα γίνει ο χορός μιας τραγωδίας που ολοκληρώνεται. Ο ανθρώπινος θρίαμβος θα δοθεί απ’ τη θάλασσα, αλλά και εντός της.

Το τέλος μπορεί να έχει συμβεί ήδη αλλού. Πριν.
Όμως εδώ είναι η αρχή του.

 

Χαβιέρ Θέρκας, Ο ένοικος

Εκδόσεις Πατάκη
Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη

Την ίδια μέρα που γνωρίζει τον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, νέο του γείτονα και συνάδελφο, ο Μάριο Ρότα, καθηγητής φωνολογίας ενός πανεπιστημίου των μεσοδυτικών ΗΠΑ, παθαίνει διάστρεμμα. Τα δύο αυτά ξαφνικά συμβάντα σηματοδοτούν την έναρξη μιας περιόδου κακοτυχίας και αναστάτωσης στη μονότονη ζωή του, κυρίως όμως πυροδοτούν έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη γεμάτο απειλές, οιωνούς και σημάδια, κατά τον οποίο ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συντροφέψει τον Ρότα μέχρι το εκπληκτικό τέλος της περιπέτειάς του.
Πρόκειται για το θέμα ενός μυθιστορήματος το οποίο κατάφερε να τραβήξει την προσοχή αναγνωστών όπως ο Φρανθίσκο Ρίκο, ο οποίος σε μια συνέντευξή του για την εφημερίδα El Pais το συμπεριέλαβε στα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ή ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο οποίος το χαρακτήρισε «ένα μυθιστόρημα καταπληκτικό, από ένα συγγραφέα με ασυνήθιστο ταλέντο».

Κριτική παρουσίαση της Τέσυ Μπάιλα στο Culture Now:

Ο καθηγητής Μάριο Ρότα ζει μια ζωή ήρεμη, χωρίς εκπλήξεις, βουτηγμένη στη ρουτίνα και στη συνήθεια. Μια μέρα όμως θα είναι αρκετή για να ανατραπεί η ζωή του. Το διάστρεμμα που θα πάθει τρέχοντας θα είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια θα αναγκαστεί να δώσει το γραφείο του στον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, το νέο του γείτονα που από τη στιγμή που μπαίνει στη ζωή του όλα αλλάζουν δραματικά.

Όλοι έλκονται από τον άνθρωπο αυτόν, οι συνάδελφοί του ακόμη και η κοπέλα του δείχνουν να είναι γοητευμένοι μαζί του. Αυτό όμως που θα κάνει τον Ρότα να αρχίσει κυριολεκτικά να κλονίζεται είναι όταν θα αντικρίσει το σπίτι του ανθρώπου αυτού και θα δει ότι πρόκειται για ένα αντίγραφο του δικού του σπιτιού. Τα αντικείμενα. Οι πίνακες, τα έπιπλα όλα είναι πιστά αντίγραφα των δικών του και ο Ρότα αρχίζει να πιστεύει ότι ζει έναν εφιάλτη, ότι η πνευματική του ισορροπία έχει κλονιστεί και ότι όλα γύρω του έχουν πάρει μια ανεξέλεγκτη τροπή.

Διαβάστε τη συνέχεια >>>>>

Artemis Cooper, Πάτρικ Λη Φέρμορ: μια περιπέτεια

Εκδόσεις Μεταίχμιο
Μετάφραση: Ηλίας Μαγκλίνης 

Ο βρετανός Πάτρικ Λη Φέρμορ (1915-2011) θεωρείται ο μεγαλύτερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της εποχής μας και μια θρυλική φυσιογνωμία που συνέδεσε τη ζωή του με την Ελλάδα.
Οι περιπλανήσεις του ξεκινούν από την ηλικία των 18 ετών, το 1933, όταν αντί να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν, πέρασε τη Μάγχη και ξεκίνησε να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Υποκινημένος από την ασίγαστη περιέργειά του για τον κόσμο, πραγματοποίησε αυτό το μυθικό κατόρθωμα, περνώντας από διάφορες δοκιμασίες.
Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά του 1935. Από εκεί πέρασε στην Ελλάδα, έμεινε στον Άθω και ταξίδεψε στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα μαθαίνοντας τα ήθη και τη γλώσσα της χώρας που έμελλε να γίνει δεύτερη πατρίδα του.
Όταν κηρύχθηκε ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος επέστρεψε στην Αγγλία και κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά και στη συνέχεια, λόγω της γνώσης του των ελληνικών, τοποθετήθηκε ως σύνδεσμος-αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό. Με την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου βρέθηκε στην Κρήτη. Εκεί, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, έζησε δύο χρόνια στα βουνά, οργανώνοντας τον αγώνα των ανταρτών. Ηγήθηκε της ομάδας που απήγαγε τον γερμανό διοικητή, τον στρατηγό Κράιπε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ αναφερθεί στο περιστατικό στα βιβλία του, τα οποία αγαπήθηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε τα βιβλία Μάνη, Ρούμελη, Η εποχή της δωρεάς, Ανάμεσα στα δάση και τα νερά.
Μέχρι τον θάνατό του ζούσε στη Μάνη, σ’ ένα σπίτι που σχεδίασαν μαζί με τη γυναίκα του, την αξέχαστη φωτογράφο Τζόαν Λη Φέρμορ, της οποίας οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στα βιβλία του συγγραφέα Μάνη και Ρούμελη. Ως αναγνώριση της προσφοράς του στον χώρο των Γραμμάτων του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη από τη βασίλισσα της Αγγλίας.
ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ.

Σε τι συνίσταται η γοητεία του; Στην περίπτωση του Πάτρικ Λη Φέρμορ η γοητεία του συνίσταται στην ακόρεστη περιέργειά του για τους άλλους ανθρώπους: αντιμετωπίζει τους βούλγαρους χωρικούς και τους άγγλους δούκες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο… Ήρωας του πολέμου, γλωσσολόγος, ερευνητής, είναι κατά βάση ένας μεγάλος αφηγητής.
Μαξ Χέιστινγκς, συγγραφέας