Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Tι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Πώς η παρασκευή της μαρμελάδας τριαντάφυλλου ενώνει ερωτικά δυο άντρες; Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα; Είναι ικανό ένα γράμμα να στηρίξει μιαν ολόκληρη ζωή; Tι επιδιώκει ο κ. Μπιφ περιφερόμενος με μια τρύπια καρέκλα που μόλις κληρονόμησε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, ΑφηΓΗματα αναΔρομων πΛεξεων»
Πώς μπορεί έναν άνθρωπο που γεννήθηκε σε ένα ελληνικό νησί το 1850 να τον γνωρίζουν οι πάντες στην Ιαπωνία σήμερα; Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία του Λευκάδιου Χερν, του οποίου η ζωή ήταν διεθνής,διαφυλετική και πολυπολιτισμική έναν αιώνα πριν γίνουν της μόδας οι έννοιες αυτές. Χωρίς να το ξέρει, ο Χερν είχε γίνει ο ίδιος ένα πρώτο μοντέλο ανθρώπου του εικοστού πρώτου αιώνα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λευκάδιος Χερν: Ζώντας μπροστά από την εποχή του [χαμένου Αρχείου]»
Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες, «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας» γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα: Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη -κριτική παρουσίαση [Αρχείου]»
«Αυτά τα χέρια μπορεί καμιά φορά να χαιρετούν έτσι, αλλά είναι καθαρά χέρια. Δεν είναι βρόμικα, δεν έχουν κλέψει». Όταν ο Αρχηγός της Χρυσής Αυγής είπε αυτά τα λόγια χαιρετώντας φασιστικά, όλοι στάθηκαν στην απροσχημάτιστη παραδοχή της φασιστικής του ταυτότητας. Λίγοι επισήμαναν πως το «ακόμα και φασίστες ή νεοναζί, αλλά πάντως καθαροί και έντιμοι» αποτελεί κεντρικό άξονα επικοινωνίας της Χρυσής Αυγής. Η καθαρότητα αποτελεί κομβικό σημείο στην πρόσληψη του ναζιστικού φαινομένου γενικά, και του ελληνικού νεοναζισμού ειδ
Ο Eric Hobsbawm, ένας από τους λαμπρότερους και πιο πρωτότυπους ιστορικούς της εποχής μας, γεννήθηκε πριν σχεδόν εκατό χρόνια και μεγάλωσε στη Βιέννη και το Βερολίνο. Βρέθηκε λοιπόν στην τέλεια θέση για να παρατηρήσει την επερχόμενη εποχή μιας τιτάνιας κοινωνικής και καλλιτεχνικής αλλαγής. Όσο προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η αστική κουλτούρα του fin de siecle ερχόταν αντιμέτωπη με μυριάδες νέα κινήματα και ιδεολογίες, από τον κομμουνισμό και τον ακραίο εθνικισμό ώς τον ντανταϊσμό και την ανάδυση μιας πληροφορικής τεχνολογίας. Στους «Θρυμματισμένους καιρούς» ο Hobsbawm, με το χαρακτηριστικό του νεύρο, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας έναν κατακερματισμένο αιώνα.
Εξετάζει τις συνθήκες που δημιούργησαν την άνθηση της belle epoque, ενώ ταυτόχρονα περιείχαν το σπέρμα της αποσύνθεσής της: πατερναλιστικός καπιταλισμός, παγκοσμιοποίηση και εμφάνιση μιας μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας. Με πάθος, αλλά πάντα χωρίς συναισθηματισμούς, περιφέρεται με άνεση σε όλο το φάσμα του αντικειμένου του: καταγράφει το θάνατο της χρυσής εποχής του «ελεύθερου διανοούμενου» και εξερευνεί τις ζωές λησμονημένων αλλά σπουδαίων φυσιογνωμιών, αναλύει τη σχέση μεταξύ τέχνης κι ολοκληρωτισμού, και ανατέμνει φαινόμενα τόσο διαφορετικά όπως ο σουρεαλισμός, η χειραφέτηση των γυναικών κι ο μύθος του αμερικάνου καουμπόη.
Γραμμένο με πλούσια φαντασία και εξαιρετική επιδεξιότητα, οι «Θρυμματισμένοι καιροί» είναι το τελευταίο βιβλίο ενός από τους σπουδαιότερους στοχαστές του καιρού μας.
*
Συμφέροντα της κουλτούρας και ελεύθερη αγορά TηςΤιτικας Δημητρουλια στην Καθημερινή 4-5.1.2014
«Θρυμματισμένοι καιροί»: είκοσι δύο κείμενα, δημοσιευμένα κι αδημοσίευτα, γραμμένα ορισμένα από αυτά λίγο πριν από τον θάνατό του, το κύκνειο άσμα του μεγάλου μαρξιστή και ιστορικού Ερικ Χόμπσμπαουμ, που θεωρώντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ένα άρρηκτο συνεχές, τολμά εδώ και μελλοντολογεί. Καιροί φόβου κι ανησυχίας, «ταραγμένης αμηχανίας», καιροί πλανητικών ρήξεων και τεχνολογικών ανατροπών την ώρα που η πολιτική δράση δεν θεωρείται ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, η τέχνη ακροβατεί ανάμεσα στην ψυχή και την αγορά, το ατομικό και το συλλογικό, την αναγνωρισιμότητα του έργου και τον οικουμενικό θόρυβο του Διαδικτύου και η ίδια της η ταυτότητα τίθεται υπό αίρεση. Κείμενα μιας τριακονταετίας (με εξαίρεση ένα κείμενο του 1964 για την ποπ κουλτούρα), στην οποία ο ιστορικός του μέλλοντος θα αναζητήσει τα πρόδρομα σημεία των μελλοντικών εξελίξεων, καλύπτουν τον μακρό 19ο και τον σύντομο 20ό αιώνα από τη σκοπιά της κουλτούρας: γέννηση και ακμή της αστικής τέχνης, ιστορική της κατάρρευση με τον Μεγάλο Πόλεμο, ρόλος των πρωτοποριών, οι μεγάλες ρήξεις των τελευταίων δεκαετιών με άξονα την τεχνολογία, η μετάβαση από την υψηλή κουλτούρα στην κουλτούρα με την ανθρωπολογική έννοια του όρου.
Ο Χόμπσμπαουμ είναι θαυμάσιος αφηγητής και η ευρυμάθειά του δεν βαραίνει τον λόγο και την ειρωνεία του (οι υψηλές τέχνες όπως η σαμπάνια παραμένουν ευρωκεντρικές ακόμη και στην παγκοσμιοποίηση…). Αποτυπώνοντας με διαύγεια τη σύγχρονη κατάσταση της κουλτούρας, από την αυτοέκφραση του faceboook και τον εξισωτισμό του Διαδικτύου που δεν έχει εκδιπλώσει πλήρως της δυνατότητές του ως το εύφθαρτο των νέων άυλων μέσων αποθήκευσης του κατακλυσμού ήχων, λέξεων και εικόνων που συγκροτούν τη νέα δημιουργικότητα και τη συγκεντροποίηση στον εκδοτικό χώρο, συναντά πάρα πολύ συχνά στις διαπιστώσεις του τον Ζαν Κλαιρ και τον «Χειμώνα στον πολιτισμό» του (εκδ. Μικρή Αρκτος), χωρίς όμως να συμμερίζεται πλήρως την απαισιοδοξία του. Σίγουρα συμφωνεί μαζί του ότι η αστική τέχνη είναι παρελθόν, ότι οι πρωτοπορίες απέτυχαν (αν και από εντελώς διαφορετική σκοπιά σε σχέση με τον αφοριστικό Κλαιρ), ότι η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο, πολλώ μάλλον όταν οι κοινωνίες αναρωτιούνται εναγωνίως «τι είναι τέχνη» και η τεχνοκριτική δεν νοείται πια να μιλάει για «ομορφιά».
Ο Χόμπσμπαουμ ερμηνεύει τη λειτουργία των αψιμαχιών του διανοούμενου ακτιβισμού που φιλοδοξεί να τις μετατρέψει σε μάχες (με παράδειγμα το Occupy Wall Street)· ανατέμνει τη διεθνικότητα (transnationality) των ανθρώπινων μετακινήσεων και τους χώρους της (τους μη τόπους της κατά τον Ωζέ, τους τόσο ωραία απεικονισμένους από τον Ζαν Εσενόζ), αλλά και τον πολλαπλό νέο κόσμο των μεταναστών· τον συγκρητισμό της νέας πολιτισμικής εμπειρίας, που δεν καταργεί το εθνικό αλλά το συνδυάζει ιδιόμορφα και ομογενοποιημένα (από το ρέιβ ώς την κουλτούρα των διεθνών ξενοδοχείων). Κρίνοντας ένα βιβλίο για το αίσθημα ανησυχίας και φόβου στον μεσοπόλεμο, αίσθημα πολύ συχνό στην ευρωπαϊκή ιστορία, όπως τονίζει, σχολιάζει στην ουσία τη σύγχρονη συνθήκη της κρίσης, επισημαίνοντας πόσο οι άνθρωποι είναι η Ιστορία την ώρα που προσπαθούν να επιβιώσουν, αλλά δεν έχουν συνείδηση του συγκεκριμένου γεγονότος. Κατ’ αυτόν, η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική είναι οι παλιές τέχνες που επιβιώνουν, μέσα στον εντεινόμενο ανορθολογισμό που κατακερματίζει τις συλλογικότητες και ακυρώνει τον παραδοσιακό ρόλο της ιντελιγκέντσιας. Στην εποχή που έχει σύμβολό της στο στάδιο, κι ας είναι ο Ζιντάν και η αναγνώρισή του στη Γαλλία σύμβολο κι ελπίδα πολυπολιτισμικής συμβίωσης. Τέσσερις ενότητες που συγκοινωνούν και μία τελική διαπίστωση: «τα συμφέροντα της κουλτούρας όπως και τα συμφέροντα της κοινωνίας δεν μπορεί πια να αφήνονται στην ελεύθερη αγορά». Καλή χρονιά.
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής Νίνιο ντε Γκεβάρα όπως τον ζωγράφισε ο Γκρέκο
Τετρακόσια χρόνια μετά τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου η νουβέλα του Στεφάν Αντρες που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά τον αναδεικνύει σε συμβολική φυσιογνωμία αντίστασης σε κάθε απολυταρχία
Στέφαν Αντρες Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή Mετάφραση Χ. Ε. Μαραβέλιας. Εκδόσεις The Athens Review of Books, 2013, σελ. 78, τιμή 9 ευρώ
«Ξέρετε, είναι μάταιο να σκοτώνουμε τους ιεροεξεταστές. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποτυπώσουμε την όψη αυτών των ατιμαστών του Χριστού». Πίσω από το καβαλέτο του ο Ντομένικος Θεοντοκόπουλος παρατηρεί το πρόσωπο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή Νίνιο ντε Γκεβάρα προτού σύρει τις πρώτες γραμμές στην προσωπογραφία που του παραγγέλθηκε. Ο φοβερός καρδινάλιος, υπεύθυνος για εκατοντάδες θανάτους «αιρετικών», διαβάζει σιωπηλός. Είναι ντυμένος τα βιολετί μάλλινα ράσα της Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Στο στυφό κροκοκίτρινο πρόσωπό του δύο ουρανί μάτια κινούνται πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά με σκούρο σκελετό. Στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης ακούγονται πατημασιές αλόγου. Καθώς ο ήλιος πέφτει, η μακριά πομπή των δομινικανών μοναχών, των μετανοημένων και των πελιδνών αιρετικών, η τρομερή πομπή της Ιεράς Εξέτασης ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Εικαστικά ατμοσφαιρική, ευθέως στοχαστική και εμμέσως πολιτική, η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον μεγάλο ιεροεξεταστή (The Athens Review of Books, 2013) του γερμανού συγγραφέα Στέφαν Αντρες (1906-1970) αναπαριστά τις συνθήκες δημιουργίας του πορτρέτου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Γράφτηκε με πυρετώδεις ρυθμούς το 1935, εμπνευσμένη από την εικόνα του πίνακα – ο οποίος εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης – σε κάποιο θρησκευτικό περιοδικό και πρωτοκυκλοφόρησε το 1936.
Ο φόβος του Θεού και ο φόβος της πυράς, η εξουσία της Εκκλησίας και η εξουσία του βασιλιά, θρησκευτική ευσέβεια και ιερός τρόμος, βία, αρρώστια και τρέλα, μεγαλείο και αθλιότητα, ελευθερία και καταπίεση συγκατοικούν στην ερεθιστική για την τέχνη περίοδο της Ισπανίας του Φιλίππου Β’(1527-1598) και της Ιεράς Εξέτασης. Στην εποχή αυτή ανατρέχει ο Σίλερ στο δράμα Δον Κάρλος (1787), το οποίο γονιμοποίησε τη φαντασία του Ντοστογέφσκι με κατάληξη την περίφημη παραβολή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή περί ελευθερίας και υποταγής στους Αδελφούς Καραμαζόφ (1880).
Γιος μυλωνά, με σπουδές Θεολογίας, Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής, ο Αντρες χρησιμοποιεί την ίδια εποχή ως πρόσφορο ιστορικό σκηνικό σε μια πολιτική αλληγορία περί φόβου, αντίστασης και ευθύνης του καλλιτέχνη απέναντι στην αναδυόμενη εξουσία του ναζισμού.
Παντρεμένος με εβραία και δίχως πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας για την οικογένειά του, ο Αντρες βιοποριζόταν δύσκολα στη Γερμανία του Χίτλερ. Αδυνατώντας πλέον να εργαστεί σε εφημερίδες, στο θέατρο και στη Ραδιοφωνία της Κολονίας, το 1937 εγκαταλείπει με την οικογένειά του τη Γερμανία και καταφεύγει στο Ποζιτάνο της φασιστικής Ιταλίας. Στη Γερμανία θα επιστρέψει το 1949 για να ξαναφύγει – διαφωνώντας με την πολιτική του καγκελαρίου Αντενάουερ – το 1961 για την Ιταλία, όπου θα ζήσει ως τον θάνατό του.
Σε τούτο το σύντομο αφήγημα ο Αντρες φαντάζεται τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο Γκρέκο ζωγράφισε την προσωπογραφία του Νίνιο ντε Γκεβάρα: την επίσκεψη του βοηθού του καρδιναλίου στο εργαστήρι του φημισμένου ζωγράφου στο Τολέδο, την προσταγή να παρουσιαστεί ενώπιον της Πανιερότητάς του, την ανησυχία του ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, το ταξίδι στη Σεβίλλη, τη συνάντηση με τον πανίσχυρο εκκλησιαστικό άνδρα. Δίπλα στον καλλιτέχνη βρίσκουμε τον γιατρό Καζάλα, έμπιστο φίλο και επικίνδυνη γνωριμία, αδελφό του θεολόγου Καζάλα που κάηκε στην πυρά. Οι συζητήσεις τους γίνονται το πεδίο όπου ο Αντρες φιλοσοφεί για το τρομακτικό μεγαλείο του Θεού, για το Καλό και το Κακό, για την αναζήτηση της αλήθειας, για το πώς ο καθένας διαλέγει τη θέση που του αναλογεί στον κόσμο.
«Πιστεύει η Ιερά Εξέταση ότι μαζί με το σώμα μπορούν να καούν και οι φωνές; Η Αγία Εκκλησία έκανε σπόρο το αίμα των μαρτύρων» παρατηρεί ο γιατρός Καζάλα ενώ θεραπεύει τον ασθενή καρδινάλιο, για να λάβει την αλαζονική απάντηση ότι η εξουσία της Εκκλησίας έχει το μονοπώλιο στην αλήθεια. Απέναντί του ο καλλιτέχνης Γκρέκο, φύση ευεπίφορη στην παρατήρηση και στην αφαίρεση, διατυπώνει νόμους με τη μορφή αφορισμών: «Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο σε μέρη, αυτός είναι η αρχή της σοφίας».Ομολογεί πως «ο φόβος μου είναι εκείνος που ζωγραφίζει». Οι πίνακές του «κόβουν τον κόσμο στη μέση» και αποκαλύπτουν το εσωτερικό του. Αυτή είναι η αποστολή της τέχνης και ο Γκρέκο απεικονίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή όπως τον συγκράτησαν τα μάτια του μέσα από τον πυρήνα του φόβου: με φλογερά μεταξωτά κόκκινα άμφια σε σκούρο φόντο, σαν τη «ματωμένη φωτιά της Εκκλησίας» μέσα στη νύχτα.
Στοχασμός και εξπρεσιονιστικές περιγραφές
Ο γερμανός συγγραφέας διατηρεί τη δομή της παραδοσιακής κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφικής αφήγησης και την κεντά με περιγραφές εξαιρετικής εικαστικής δύναμης, βασισμένος σε πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Σοφά επιλεγμένη, η εικονοποιία του συντελεί στη δημιουργία συσχετισμών ανάμεσα στην εποχή του Γκρέκο και στη δική του. Οι παραμορφωμένες φιγούρες και οι δραματικές φωτοσκιάσεις του ζωγράφου από την Κρήτη -το συγκλονιστικό Τολέδο πάνω στο βουνό απειλητικά φωτεινό σε μια φαντασμαγορική στιγμή στην καταιγίδα – εκφράζουν ένταση συναισθήματος συγγενούς υφής με την τέχνη του γερμανικού εξπρεσιονισμού της εποχής του Αντρες.
Ο γλαφυρός ιστορικός διάκοσμος της νουβέλας φαίνεται ότι ξεγέλασε τη ναζιστική λογοκρισία. Tο κείμενο κυκλοφόρησε ευρέως στα χρόνια του και παραμένει το γνωστότερο από τα γραπτά του Αντρες. Στα ελληνικά η μετάφραση του Χ. Ε. Μαραβέλια επιχειρεί επιμελώς να αναπαραστήσει το γλωσσικό περιβάλλον της αφηγούμενης εποχής και θυμίζει σε σημεία την πλούσια γλώσσα του Ερωτόκριτου. Οσο για τον πρωταγωνιστή της αφήγησης, ακριβώς 400 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), φορτωμένος και με το βάρος της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας, φτάνει σε καιρούς πονηρούς ως σύμβολο αντίστασης του καλλιτέχνη απέναντι στην αυθαιρεσία και στη βία του μίσους.
Το «ξυράφι» που κοιµίζεις µες τα πόδια σου
Ευνουχίζει τα πιο άγρια αρσενικά
Κάθε βράδυ το τροχίζεις µε τα λόγια σου
Και κερδίζεις τη ζωή σου στα στενά
Γύρω απ’ τ’ «Εθνικό» η παράσταση ανεβαίνει
Μαύρη πόρνη η ∆υσδαιµόνα γυµνή βγαίνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές»
Τα μηχανάκια του Μανόλη (2008) είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Γιαν Χένρικ Σβαν με ελληνικό θέμα, μετά τη Δράκαινα (2005), που όμως δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Τα μηχανάκια του Μανόλη μόλις κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, σε μετάφραση Μαρίας Φραγκούλη και επιμέλεια μετάφρασης Μαργαρίτα Μέλμπεργκ.
Πρόκειται για ένα υπαρξιακό αφήγημα που εκτυλίσσεται στο νησί της Δράκαινας, πολλά από τα πρόσωπα της οποίας επανεμφανίζονται και εδώ.
Όπως έγραψε ο Όκε Λεγιονχούβεντ (Σιντσβένσκα Νταγκμπλάντετ, 19.2.2008), «Τα μηχανάκια του Μανόλη είναι το συγκινητικό και μεγαλειώδες πορτρέτο ενός ηλικιωμένου Έλληνα, που θα μπορούσε να ήταν ο γραφικός τύπος μιας τουριστικής διαφήμισης ή ενός γαλακτοκομικού προϊόντος, αν δεν του εμφυσούσε ζωή και δεν του έδινε φωνή ο συγγραφέας Γιαν Χένρικ Σβαν. […] Η πλοκή είναι απλή. Σίγουρα ενσυνείδητα […] .Αυτό που περιγράφεται μάλλον στερείται πλοκής. Η απουσία, οι μνήμες μιας ζωής, ζωής που είχε τις αναλαμπές της. Και τελικά, η προσμονή του θανάτου που τα ακυρώνει όλα. Και τι δεν βάζει ο συγγραφέας στο έργο για να γεμίσει αυτή την απουσία και την προσμονή! Ο Σβαν έχει εντρυφήσει στην καθημερινότητα της ένδειας στην Ελλάδα. Έχει δει το ταλαιπωρημένο και απλό πρόσωπό της, τις παλιές ταβέρνες, τα στεγνά και ανεμοδαρμένα τοπία, τα υγρά σπίτια όπου οι χήρες τουρτουρίζουν από το κρύο στο φως μιας λάμπας ασετυλίνης […]. Ξεχάστε για λίγο όλες τις εγωπαθείς “βασίλισσες” και τους “υπουργούς” αστυνομικών μυθιστορημάτων και απολαύστε ένα βιβλίο που αγγίζει τα έργα της μεγάλης λογοτεχνίας!».
O Γιαν Χένρικ Σβαν γεννήθηκε στη Λουντ της Σουηδίας το 1959. Μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη και φοίτησε στα πανεπιστήμια της Σορβόνης και της Στοκχόλμης. Ζει και εργάζεται στην Στοκχόλμη.
Πεζογράφος, μεταφραστής και κριτικός. Μερικά από τα μυθιστορήματά του: Μπορώ να σταματήσω μια θάλασσα (1986)· Η καταραμένη χαρά (1987 ― ελληνική μετάφραση Γιάννη Αλεξάκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2002)· Έρωτες και περιπέτειες (1991), η τριλογία Τα χρήματα (1996), Ζητιάνοι (1999) και Οι περιπλανώμενοι (2001, βραβείο των κριτικών της εφημερίδας Göteborg Posten ― ελληνική μετάφραση Θεοφανώς Καλογιάννη, Κέδρος 2007· Η Δράκαινα (2005) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, όπως και το αφήγημα Τα μηχανάκια του Μανόλη (2008). Τελευταίο βιβλίο του: Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα (2011).
Μεταφράζει λογοτεχνία από τα δανέζικα, τα γαλλικά, τα πολωνικά, τα αραβικά και τα ελληνικά. Έχει μεταφράσει την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, ποιήματα των Μίλτου Σαχτούρη και Βύρωνα Λεοντάρη, ποιητές της γενιάς του ’70, καθώς και σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Το 2013 εκδόθηκε σε μετάφρασή του Η φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.