Γιάννης Πρίμπας, Άρρωστος στο κρεβάτι

Αρχείο 28/09/2012

Μια μέρα έπεσα άρρωστος στο κρεβάτι, και δε σηκώθηκα από εκεί, παρά μετά από ένα μήνα. Εκτός από τη γυναίκα μου, ουδείς άλλος συγγενής ενδιαφέρθηκε. Μέρες και νύχτες τα σύγκρυα κατάκλυζαν το ανήμπορο κορμί μου, κρύωνα, κι οι σάρκες μου έλιωναν εξαιτίας της μακράς μου κατάκλισης. Ο ολοένα αυξανόμενος εκνευρισμός μου σε συνδυασμό με τις οξύτατες ημικρανίες, με οδήγησαν σε πράξεις ολικού παροξυσμού, στην προσπάθεια μου ν’ ανακουφιστώ έστω για λίγο.

Έτσι ένα πρωί, με μια απότομη κίνηση, πέταξα ξάφνου μακριά όλα τα σκεπάσματα. Μ’ ένα μαχαίρι που είχα στο κομοδίνο για τα φρούτα, άνοιξα προσεκτικά το κρανίο μου, κατά τρόπο ώστε καθαρά να φανούν τα πονεμένα κύτταρα του εγκεφάλου μου. Το ίδιο κατόπιν έπραξα αποκαλύπτοντας τα ενδότερα του γδαρμένου μου λαιμού και της πρησμένης μου κοιλιάς. Βγάζοντας τους ιστούς και τα όργανα στη φόρα, ανέμενα κι αυτά μαζί με μένα να κραυγάσουν τον αφόρητο πόνο τους.

Αντί όμως για τις κραυγές που περίμενα, τα όργανα παρέμειναν τελείως σιωπηλά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άρχισαν να αιμορραγούν τόσο πολύ που αναγκάστηκα αμέσως να τα ξανακλείσω στο σκοτάδι τους. Όση ώρα με έραβα ήταν τόση η οργή μου που με τις χειρότερες βρισιές καταριόμουν το σώμα μου μαζί και όλα τα όργανά του. Η αναπόφευκτη για τη διατήρησή μου στη ζωή σύνδεση μου με ανόητα κύτταρα και ιστούς, κι ο αφόρητος πόνος μου εξαιτίας της δυσλειτουργίας τους, γέμιζε την ψυχή μου με οργή γι’ αυτή την αδικία.

Για να τιμωρήσω το ανόητο κορμί μου, σκέφτηκα να το υποβάλω σε μια νέα, ακόμη χειρότερη γι’ αυτό δοκιμασία. Ξεκίνησα λοιπόν να το γεμίζω απότομα με χιλιάδες εικόνες, λέξεις και μουσικές, με υλικά και με στοιχεία της ψυχής. Όσες εικόνες και μουσικές δε χωρούσαν, με τα πόδια μου τις έσπρωχνα, τις κλωτσούσα και τις πίεζα, ώστε μέσα στο κορμί μου να μπορέσουν να χωθούν. Ολοκληρώνοντας το παράλογό μου έργο, του σώματός μου εξήλθα, κι από ένα σημείο ψηλά του δωματίου, στάθηκα αιωρούμενος να παρατηρώ τι θα συμβεί.

Το σώμα μου τότε άρχισε εμφανώς να ασφυκτιά, μέσα στα προκαθορισμένα όριά του. Για ν’ αντέξει την τρομερή πίεση, αγωνιζόταν να μεταβάλει το περίγραμμά του. Φούσκωσε κι έτρεμε, μελάνιασε τόσο, που κόντευε να εκραγεί. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του όμως, υπό τον τρόμο της πλήρους αυτοδιάλυσης λειτούργησε, κατευθύνοντάς το αντανακλαστικά στο να εμέσει τα υλικά της ψυχής με τα οποία το είχα πληρώσει. Απέβαλλε λοιπόν βίαια εικόνες, λέξεις, μουσικές, ανακατεμένα με υγρά γαστρικά. Όταν άδειασε τα πάντα από μέσα του, έπεσε στο κρεβάτι αποκαμωμένο, διπλωμένο από τον σπλαχνικό πόνο που του προκάλεσε ο εμετός.

Μ’ απέχθεια και σιχασιά αναγκάστηκα να ξαναεισέλθω στο ταλαίπωρο σώμα μου. Μα για ακόμα μια φορά δεν παρέμεινα ήσυχος. Μόλις μπήκε η γυναίκα μου στο δωμάτιο για να μου δώσει τα φάρμακα και το ζεστό μου τσάι, ξεκίνησα σαν άγριο ζώο να ουρλιάζω. Έξαλλος άρχισα να τη βρίζω, να της πετάω τα φάρμακα, τα ποτήρια, να φτύνω, να λερώνω το κρεβάτι. Εκείνη όμως, χωρίς να μου δίνει σημασία, βάλθηκε να μου σκουπίζει το μέτωπο και να μου χαϊδεύει το πρόσωπο τρυφερά. Όσο πιο πολύ την έβριζα και τη χτυπούσα, τόσο πιο πολύ εκείνη με χάιδευε και με γλυκοπαρηγορούσε. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, ώσπου στο τέλος δεν άντεξα. Άρχισα να κλαίω σαν παιδί, να της φιλώ ευλαβικά τα χέρια και τα πόδια.

***

Copyright©Γιάννης Πρίμπας

φωτο-χαρακτικό: ”Encyclopédie, ou dictionnaire raisonné des sciences, des arts et des métiers” -Diderot, 1751.