Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής Νίνιο ντε Γκεβάρα όπως τον ζωγράφισε ο Γκρέκο
Τετρακόσια χρόνια μετά τον θάνατο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου η νουβέλα του Στεφάν Αντρες που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά τον αναδεικνύει σε συμβολική φυσιογνωμία αντίστασης σε κάθε απολυταρχία
Στέφαν Αντρες Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή Mετάφραση Χ. Ε. Μαραβέλιας. Εκδόσεις The Athens Review of Books, 2013, σελ. 78, τιμή 9 ευρώ
«Ξέρετε, είναι μάταιο να σκοτώνουμε τους ιεροεξεταστές. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποτυπώσουμε την όψη αυτών των ατιμαστών του Χριστού». Πίσω από το καβαλέτο του ο Ντομένικος Θεοντοκόπουλος παρατηρεί το πρόσωπο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή Νίνιο ντε Γκεβάρα προτού σύρει τις πρώτες γραμμές στην προσωπογραφία που του παραγγέλθηκε. Ο φοβερός καρδινάλιος, υπεύθυνος για εκατοντάδες θανάτους «αιρετικών», διαβάζει σιωπηλός. Είναι ντυμένος τα βιολετί μάλλινα ράσα της Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Στο στυφό κροκοκίτρινο πρόσωπό του δύο ουρανί μάτια κινούνται πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά με σκούρο σκελετό. Στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης ακούγονται πατημασιές αλόγου. Καθώς ο ήλιος πέφτει, η μακριά πομπή των δομινικανών μοναχών, των μετανοημένων και των πελιδνών αιρετικών, η τρομερή πομπή της Ιεράς Εξέτασης ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Εικαστικά ατμοσφαιρική, ευθέως στοχαστική και εμμέσως πολιτική, η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον μεγάλο ιεροεξεταστή (The Athens Review of Books, 2013) του γερμανού συγγραφέα Στέφαν Αντρες (1906-1970) αναπαριστά τις συνθήκες δημιουργίας του πορτρέτου του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Γράφτηκε με πυρετώδεις ρυθμούς το 1935, εμπνευσμένη από την εικόνα του πίνακα – ο οποίος εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης – σε κάποιο θρησκευτικό περιοδικό και πρωτοκυκλοφόρησε το 1936.
Ο φόβος του Θεού και ο φόβος της πυράς, η εξουσία της Εκκλησίας και η εξουσία του βασιλιά, θρησκευτική ευσέβεια και ιερός τρόμος, βία, αρρώστια και τρέλα, μεγαλείο και αθλιότητα, ελευθερία και καταπίεση συγκατοικούν στην ερεθιστική για την τέχνη περίοδο της Ισπανίας του Φιλίππου Β’(1527-1598) και της Ιεράς Εξέτασης. Στην εποχή αυτή ανατρέχει ο Σίλερ στο δράμα Δον Κάρλος (1787), το οποίο γονιμοποίησε τη φαντασία του Ντοστογέφσκι με κατάληξη την περίφημη παραβολή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή περί ελευθερίας και υποταγής στους Αδελφούς Καραμαζόφ (1880).
Γιος μυλωνά, με σπουδές Θεολογίας, Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής, ο Αντρες χρησιμοποιεί την ίδια εποχή ως πρόσφορο ιστορικό σκηνικό σε μια πολιτική αλληγορία περί φόβου, αντίστασης και ευθύνης του καλλιτέχνη απέναντι στην αναδυόμενη εξουσία του ναζισμού.
Παντρεμένος με εβραία και δίχως πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας για την οικογένειά του, ο Αντρες βιοποριζόταν δύσκολα στη Γερμανία του Χίτλερ. Αδυνατώντας πλέον να εργαστεί σε εφημερίδες, στο θέατρο και στη Ραδιοφωνία της Κολονίας, το 1937 εγκαταλείπει με την οικογένειά του τη Γερμανία και καταφεύγει στο Ποζιτάνο της φασιστικής Ιταλίας. Στη Γερμανία θα επιστρέψει το 1949 για να ξαναφύγει – διαφωνώντας με την πολιτική του καγκελαρίου Αντενάουερ – το 1961 για την Ιταλία, όπου θα ζήσει ως τον θάνατό του.
Σε τούτο το σύντομο αφήγημα ο Αντρες φαντάζεται τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο Γκρέκο ζωγράφισε την προσωπογραφία του Νίνιο ντε Γκεβάρα: την επίσκεψη του βοηθού του καρδιναλίου στο εργαστήρι του φημισμένου ζωγράφου στο Τολέδο, την προσταγή να παρουσιαστεί ενώπιον της Πανιερότητάς του, την ανησυχία του ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, το ταξίδι στη Σεβίλλη, τη συνάντηση με τον πανίσχυρο εκκλησιαστικό άνδρα. Δίπλα στον καλλιτέχνη βρίσκουμε τον γιατρό Καζάλα, έμπιστο φίλο και επικίνδυνη γνωριμία, αδελφό του θεολόγου Καζάλα που κάηκε στην πυρά. Οι συζητήσεις τους γίνονται το πεδίο όπου ο Αντρες φιλοσοφεί για το τρομακτικό μεγαλείο του Θεού, για το Καλό και το Κακό, για την αναζήτηση της αλήθειας, για το πώς ο καθένας διαλέγει τη θέση που του αναλογεί στον κόσμο.
«Πιστεύει η Ιερά Εξέταση ότι μαζί με το σώμα μπορούν να καούν και οι φωνές; Η Αγία Εκκλησία έκανε σπόρο το αίμα των μαρτύρων» παρατηρεί ο γιατρός Καζάλα ενώ θεραπεύει τον ασθενή καρδινάλιο, για να λάβει την αλαζονική απάντηση ότι η εξουσία της Εκκλησίας έχει το μονοπώλιο στην αλήθεια. Απέναντί του ο καλλιτέχνης Γκρέκο, φύση ευεπίφορη στην παρατήρηση και στην αφαίρεση, διατυπώνει νόμους με τη μορφή αφορισμών: «Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο σε μέρη, αυτός είναι η αρχή της σοφίας».Ομολογεί πως «ο φόβος μου είναι εκείνος που ζωγραφίζει». Οι πίνακές του «κόβουν τον κόσμο στη μέση» και αποκαλύπτουν το εσωτερικό του. Αυτή είναι η αποστολή της τέχνης και ο Γκρέκο απεικονίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή όπως τον συγκράτησαν τα μάτια του μέσα από τον πυρήνα του φόβου: με φλογερά μεταξωτά κόκκινα άμφια σε σκούρο φόντο, σαν τη «ματωμένη φωτιά της Εκκλησίας» μέσα στη νύχτα.
Στοχασμός και εξπρεσιονιστικές περιγραφές
Ο γερμανός συγγραφέας διατηρεί τη δομή της παραδοσιακής κεντροευρωπαϊκής φιλοσοφικής αφήγησης και την κεντά με περιγραφές εξαιρετικής εικαστικής δύναμης, βασισμένος σε πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Σοφά επιλεγμένη, η εικονοποιία του συντελεί στη δημιουργία συσχετισμών ανάμεσα στην εποχή του Γκρέκο και στη δική του. Οι παραμορφωμένες φιγούρες και οι δραματικές φωτοσκιάσεις του ζωγράφου από την Κρήτη -το συγκλονιστικό Τολέδο πάνω στο βουνό απειλητικά φωτεινό σε μια φαντασμαγορική στιγμή στην καταιγίδα – εκφράζουν ένταση συναισθήματος συγγενούς υφής με την τέχνη του γερμανικού εξπρεσιονισμού της εποχής του Αντρες.
Ο γλαφυρός ιστορικός διάκοσμος της νουβέλας φαίνεται ότι ξεγέλασε τη ναζιστική λογοκρισία. Tο κείμενο κυκλοφόρησε ευρέως στα χρόνια του και παραμένει το γνωστότερο από τα γραπτά του Αντρες. Στα ελληνικά η μετάφραση του Χ. Ε. Μαραβέλια επιχειρεί επιμελώς να αναπαραστήσει το γλωσσικό περιβάλλον της αφηγούμενης εποχής και θυμίζει σε σημεία την πλούσια γλώσσα του Ερωτόκριτου. Οσο για τον πρωταγωνιστή της αφήγησης, ακριβώς 400 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614), φορτωμένος και με το βάρος της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας, φτάνει σε καιρούς πονηρούς ως σύμβολο αντίστασης του καλλιτέχνη απέναντι στην αυθαιρεσία και στη βία του μίσους.
Το «ξυράφι» που κοιµίζεις µες τα πόδια σου
Ευνουχίζει τα πιο άγρια αρσενικά
Κάθε βράδυ το τροχίζεις µε τα λόγια σου
Και κερδίζεις τη ζωή σου στα στενά
Γύρω απ’ τ’ «Εθνικό» η παράσταση ανεβαίνει
Μαύρη πόρνη η ∆υσδαιµόνα γυµνή βγαίνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές»
Τα μηχανάκια του Μανόλη (2008) είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Γιαν Χένρικ Σβαν με ελληνικό θέμα, μετά τη Δράκαινα (2005), που όμως δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Τα μηχανάκια του Μανόλη μόλις κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, σε μετάφραση Μαρίας Φραγκούλη και επιμέλεια μετάφρασης Μαργαρίτα Μέλμπεργκ.
Πρόκειται για ένα υπαρξιακό αφήγημα που εκτυλίσσεται στο νησί της Δράκαινας, πολλά από τα πρόσωπα της οποίας επανεμφανίζονται και εδώ.
Όπως έγραψε ο Όκε Λεγιονχούβεντ (Σιντσβένσκα Νταγκμπλάντετ, 19.2.2008), «Τα μηχανάκια του Μανόλη είναι το συγκινητικό και μεγαλειώδες πορτρέτο ενός ηλικιωμένου Έλληνα, που θα μπορούσε να ήταν ο γραφικός τύπος μιας τουριστικής διαφήμισης ή ενός γαλακτοκομικού προϊόντος, αν δεν του εμφυσούσε ζωή και δεν του έδινε φωνή ο συγγραφέας Γιαν Χένρικ Σβαν. […] Η πλοκή είναι απλή. Σίγουρα ενσυνείδητα […] .Αυτό που περιγράφεται μάλλον στερείται πλοκής. Η απουσία, οι μνήμες μιας ζωής, ζωής που είχε τις αναλαμπές της. Και τελικά, η προσμονή του θανάτου που τα ακυρώνει όλα. Και τι δεν βάζει ο συγγραφέας στο έργο για να γεμίσει αυτή την απουσία και την προσμονή! Ο Σβαν έχει εντρυφήσει στην καθημερινότητα της ένδειας στην Ελλάδα. Έχει δει το ταλαιπωρημένο και απλό πρόσωπό της, τις παλιές ταβέρνες, τα στεγνά και ανεμοδαρμένα τοπία, τα υγρά σπίτια όπου οι χήρες τουρτουρίζουν από το κρύο στο φως μιας λάμπας ασετυλίνης […]. Ξεχάστε για λίγο όλες τις εγωπαθείς “βασίλισσες” και τους “υπουργούς” αστυνομικών μυθιστορημάτων και απολαύστε ένα βιβλίο που αγγίζει τα έργα της μεγάλης λογοτεχνίας!».
O Γιαν Χένρικ Σβαν γεννήθηκε στη Λουντ της Σουηδίας το 1959. Μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη και φοίτησε στα πανεπιστήμια της Σορβόνης και της Στοκχόλμης. Ζει και εργάζεται στην Στοκχόλμη.
Πεζογράφος, μεταφραστής και κριτικός. Μερικά από τα μυθιστορήματά του: Μπορώ να σταματήσω μια θάλασσα (1986)· Η καταραμένη χαρά (1987 ― ελληνική μετάφραση Γιάννη Αλεξάκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2002)· Έρωτες και περιπέτειες (1991), η τριλογία Τα χρήματα (1996), Ζητιάνοι (1999) και Οι περιπλανώμενοι (2001, βραβείο των κριτικών της εφημερίδας Göteborg Posten ― ελληνική μετάφραση Θεοφανώς Καλογιάννη, Κέδρος 2007· Η Δράκαινα (2005) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, όπως και το αφήγημα Τα μηχανάκια του Μανόλη (2008). Τελευταίο βιβλίο του: Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα (2011).
Μεταφράζει λογοτεχνία από τα δανέζικα, τα γαλλικά, τα πολωνικά, τα αραβικά και τα ελληνικά. Έχει μεταφράσει την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, ποιήματα των Μίλτου Σαχτούρη και Βύρωνα Λεοντάρη, ποιητές της γενιάς του ’70, καθώς και σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Το 2013 εκδόθηκε σε μετάφρασή του Η φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Σε αυτό το εκπληκτικό μυθιστόρημα, που υπήρξε και το τελευταίο της, η νομπελίστρια Ντόρις Λέσινγκ εξερευνά τις ζωές των γονιών της που καταστράφηκαν ανεπανόρθωτα από τον Μεγάλο Πόλεμο. Ο πατέρας της λαχταρούσε την απλή ζωή του αγρότη, αλλά μια οβίδα, που τον βρίσκει στα χαρακώματα, τον αναγκάζει να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του με ξύλινο πόδι. Η μητέρα της, από την άλλη πλευρά, ζει τραυματικά τον θάνατο του μεγάλου έρωτα της ζωής της, ενός γιατρού που πνίγηκε στη Μάγχη, γεγονός που τη σπρώχνει να αφιερωθεί στην περίθαλψη τραυματιών στο νοσοκομείο Ρόγιαλ Φρι. Στο πρώτο μισό της αφήγησης, η Ντόρις Λέσινγκ φαντάζεται την ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν οι γονείς της αν δεν είχε υπάρξει ο πόλεμος. Στο δεύτερο μέρος αφηγείται την πραγματική ιστορία των γονιών της, που ξεκινάει με τη συνάντησή τους στη διάρκεια ενός αγώνα κρίκετ, σε ένα χωριό έξω απ’ το Κόλτσεστερ. Ακολουθεί μια διεισδυτική ματιά στη σχέση τους υπό τη σκιά του Μεγάλου Πολέμου, η μετακίνηση της οικογένειας στην Αφρική και ο αντίκτυπος της δικής τους ζωής πάνω στην κόρη τους που αναγκάζεται να μεγαλώσει σε έναν ξένο τόπο.
«Ένα άψογα δομημένο βιβλίο, ένας εξαιρετικός στοχασμός για την οικογένεια». -Guardian
«Αφήνοντας τους αναγνώστες της να περιπλανηθούν μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας, μεταξύ φόρμας και περιεχομένου, επιβεβαιώνει τη δύναμη και τις δυνατότητες της μυθοπλασίας». -Washington Post
Η Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία, νυν Ιράν, από Βρετανούς γονείς. Μεγάλωσε στη Νότια Ροδεσία, νυν Ζιμπάμπουε. Φτάνοντας στην Αγγλία, το 1949, εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τον τίτλο Tραγουδώντας το χορτάρι, το οποίο σηματοδότησε την αρχή της λαμπρής λογοτεχνικής της σταδιοδρομίας. Από τότε έχει τιμηθεί με πολλές διεθνείς διακρίσεις, όπως τα βραβεία David Cohen Memorial Prize, Prince of Asturias Awards, ST Dupont Golden PEN Award και, βέβαια, το Νόμπελ Λογοτεχνίας (2007) για τη συνολική προσφορά της στη λογοτεχνία. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν άλλα οκτώ βιβλία της. Έφυγε από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2013.
Βιβλιογραφία
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Το χρυσό σημειωματάριο (ePUB), 2011
Το χρυσό σημειωματάριο, 2010
Το πέμπτο παιδί, 2010
Το πιο γλυκό όνειρο, 2009
Η Σχισμή, 2008
Το πέμπτο παιδί, 2007
Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι, 2007
Αναμνήσεις ενός επιζώντος, 2007
Ο Μπεν στον κόσμο, 2007
Οι γιαγιάδες, 2007
Το ερώτημα της ζωής και της ύπαρξης ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το τέλος του. Εκκινώντας από αυτό το τέλος και χρησιμοποιώντας ως καταχρηστικό φακό του την διατύπωση του Alain Badiou ότι ο άνθρωπος είναι μια αθάνατη ενικότητα, ο αφηγητής αυτού του — σαν τελευταίο — βιβλίου προσπαθεί να αναπλάσει έναν αποπλεύσαντα κόσμο από το δικό του μηδέν. Θέλει να παραστεί σαν μοναδικός μάρτυρας απογραφής του είδους που θα προκύψει, παρατηρώντας τα γεγονότα να συμβαίνουν. Από μια φλεγόμενη θέληση. Με τα μάτια να παραληρούν.
Υπάρχει μια τεράστια εμπλοκή της θάλασσας. Ένα γυναικείο ερωτικό πορτρέτο. Μια υφέρπουσα νεκροφάνεια. Το νερό θα γεννήσει, με τον δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο, σαν πίδακας, τη νέα ζωή. Θα υπάρξει εκεί, ανεπανάληπτα, με αχρησιμοποίητη σάρκα. Θα προέλθουν πατημασιές αθώες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά. Και μέσα στην αμαρτία.
Τελικά η θάλασσα, από χτισμένος τάφος υγρός, θα σκαρφαλώσει σε απέραντη μονάδα ζωής, εξαγνίζοντας την υποκειμενική μήτρα. Η έκσταση θα γεννήσει επιθυμία. Η επιθυμία, ως παιδικό πείσμα, θα γίνει ο χορός μιας τραγωδίας που ολοκληρώνεται. Ο ανθρώπινος θρίαμβος θα δοθεί απ’ τη θάλασσα, αλλά και εντός της.
Το τέλος μπορεί να έχει συμβεί ήδη αλλού. Πριν. Όμως εδώ είναι η αρχή του.
Την ίδια μέρα που γνωρίζει τον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, νέο του γείτονα και συνάδελφο, ο Μάριο Ρότα, καθηγητής φωνολογίας ενός πανεπιστημίου των μεσοδυτικών ΗΠΑ, παθαίνει διάστρεμμα. Τα δύο αυτά ξαφνικά συμβάντα σηματοδοτούν την έναρξη μιας περιόδου κακοτυχίας και αναστάτωσης στη μονότονη ζωή του, κυρίως όμως πυροδοτούν έναν ανατριχιαστικό εφιάλτη γεμάτο απειλές, οιωνούς και σημάδια, κατά τον οποίο ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συντροφέψει τον Ρότα μέχρι το εκπληκτικό τέλος της περιπέτειάς του.
Πρόκειται για το θέμα ενός μυθιστορήματος το οποίο κατάφερε να τραβήξει την προσοχή αναγνωστών όπως ο Φρανθίσκο Ρίκο, ο οποίος σε μια συνέντευξή του για την εφημερίδα El Pais το συμπεριέλαβε στα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ή ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο οποίος το χαρακτήρισε «ένα μυθιστόρημα καταπληκτικό, από ένα συγγραφέα με ασυνήθιστο ταλέντο».
Κριτική παρουσίαση τηςΤέσυ Μπάιλα στο Culture Now:
Ο καθηγητής Μάριο Ρότα ζει μια ζωή ήρεμη, χωρίς εκπλήξεις, βουτηγμένη στη ρουτίνα και στη συνήθεια. Μια μέρα όμως θα είναι αρκετή για να ανατραπεί η ζωή του. Το διάστρεμμα που θα πάθει τρέχοντας θα είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια θα αναγκαστεί να δώσει το γραφείο του στον Ντάνιελ Μπέρκοβιτς, το νέο του γείτονα που από τη στιγμή που μπαίνει στη ζωή του όλα αλλάζουν δραματικά.
Όλοι έλκονται από τον άνθρωπο αυτόν, οι συνάδελφοί του ακόμη και η κοπέλα του δείχνουν να είναι γοητευμένοι μαζί του. Αυτό όμως που θα κάνει τον Ρότα να αρχίσει κυριολεκτικά να κλονίζεται είναι όταν θα αντικρίσει το σπίτι του ανθρώπου αυτού και θα δει ότι πρόκειται για ένα αντίγραφο του δικού του σπιτιού. Τα αντικείμενα. Οι πίνακες, τα έπιπλα όλα είναι πιστά αντίγραφα των δικών του και ο Ρότα αρχίζει να πιστεύει ότι ζει έναν εφιάλτη, ότι η πνευματική του ισορροπία έχει κλονιστεί και ότι όλα γύρω του έχουν πάρει μια ανεξέλεγκτη τροπή.
Ο βρετανός Πάτρικ Λη Φέρμορ (1915-2011) θεωρείται ο μεγαλύτερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της εποχής μας και μια θρυλική φυσιογνωμία που συνέδεσε τη ζωή του με την Ελλάδα.
Οι περιπλανήσεις του ξεκινούν από την ηλικία των 18 ετών, το 1933, όταν αντί να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν, πέρασε τη Μάγχη και ξεκίνησε να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Υποκινημένος από την ασίγαστη περιέργειά του για τον κόσμο, πραγματοποίησε αυτό το μυθικό κατόρθωμα, περνώντας από διάφορες δοκιμασίες. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά του 1935. Από εκεί πέρασε στην Ελλάδα, έμεινε στον Άθω και ταξίδεψε στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα μαθαίνοντας τα ήθη και τη γλώσσα της χώρας που έμελλε να γίνει δεύτερη πατρίδα του.
Όταν κηρύχθηκε ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος επέστρεψε στην Αγγλία και κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά και στη συνέχεια, λόγω της γνώσης του των ελληνικών, τοποθετήθηκε ως σύνδεσμος-αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό. Με την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου βρέθηκε στην Κρήτη. Εκεί, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, έζησε δύο χρόνια στα βουνά, οργανώνοντας τον αγώνα των ανταρτών. Ηγήθηκε της ομάδας που απήγαγε τον γερμανό διοικητή, τον στρατηγό Κράιπε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ αναφερθεί στο περιστατικό στα βιβλία του, τα οποία αγαπήθηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε τα βιβλία Μάνη, Ρούμελη, Η εποχή της δωρεάς, Ανάμεσα στα δάση και τα νερά.
Μέχρι τον θάνατό του ζούσε στη Μάνη, σ’ ένα σπίτι που σχεδίασαν μαζί με τη γυναίκα του, την αξέχαστη φωτογράφο Τζόαν Λη Φέρμορ, της οποίας οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στα βιβλία του συγγραφέα Μάνη και Ρούμελη. Ως αναγνώριση της προσφοράς του στον χώρο των Γραμμάτων του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη από τη βασίλισσα της Αγγλίας.
ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ.
Σε τι συνίσταται η γοητεία του; Στην περίπτωση του Πάτρικ Λη Φέρμορ η γοητεία του συνίσταται στην ακόρεστη περιέργειά του για τους άλλους ανθρώπους: αντιμετωπίζει τους βούλγαρους χωρικούς και τους άγγλους δούκες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο… Ήρωας του πολέμου, γλωσσολόγος, ερευνητής, είναι κατά βάση ένας μεγάλος αφηγητής.
Μαξ Χέιστινγκς, συγγραφέας
«Ο επαναστατημένος άνθρωπος», «Γράμματα σ΄ένα φίλο Γερμανό», «Το καλοκαίρι» (όλα από τις εκδόσεις Πατάκη)
ΤουΔημήτρη Φύσσα
Αν ήμουνα υποχρεωμένος να διαλέξω μόνο τρία πεζά που να μπορώ να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω στη υπόλοιπη ζωή μου, αυτά είναι το «Κατς -22» του Τζόζεφ Χέλερ, ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ και «Η πανούκλα» του Αλμπέρ Καμί. Διόλου τυχαία, στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, τον «Αναγνώστη του Σαββατοκύριακου», το πρώτο βιβλίο του οποίου αναφέρεται απόσπασμα (μάλιστα: δυο αποσπάσματά του) είναι ακριβώς «Η πανούκλα». Και συνολικά τη λογοτεχνία του Καμί, τόσο τα πεζά όσο και τα θεατρικά, εννοείται ότι τα έχω διαβάσει και εκτιμήσει δεόντως.
Από την άλλη, λόγω δηλωμένης απώθησής μου για τα βιβλία της Φιλοσοφίας, δεν είχα αγγίξει μέχρι τώρα τα φιλοσοφικά έργα του μεγάλου Γάλλου. Μέχρι που αποφάσισα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin, λαμπρή δουλειά) που ξανάβγαλαν φέτος, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Καμί, οι εκδόσεις Πατάκη (δέκατη έκδοση).
Δεν έχω ποτέ μου ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο. Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι σκέτα φιλοσοφικό. Είναι ταυτόχρονα: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (και ειδικά στο μαρξισμό, το μηδενισμό, το παράλογο της ύπαρξης και την ελευθερία), Εισαγωγή στη Λογοτεχνία, Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη (μια ειδικά στον αντι-ολοκληρωτισμό), Εισαγωγή στην Ιστορία (και ειδικά στην Ιστορία των Επαναστάσεων), Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία, Εισαγωγή στη Μυθολογία και Εισαγωγή στην Αισθητική, ενώ «πιάνει» και πολλές άλλες πλευρές. Η δε «Εργοβιογραφία» που επιτάσσεται βοηθάει πολύ- άσε που η ίδια η ζωή του Καμί (1913 – 1960) είναι σα μυθιστόρημα: φτωχόπαιδο από την Αλγερία, αντιστασιακός στη κατοχή, κορυφαίος δημοσιογράφος, ο σημαντικότερος συγγραφέας της Γαλλίας στα 40 του, νομπελίστας στα 44 του, σκοτωμένος σε αυτοκινητικό δυστύχημα στα 47 του.
Επιπλέον, το βιβλίο είναι και συναρπαστικά γραμμένο, καθόλου βαρετό, με συνεχή παραδείγματα απ΄ όλους τους παραπάνω (και άλλους) τομείς, με αξιοσημείωτες αποφθεγματικές διατυπώσεις, με συχνές αναφορές στην επικαιρότητα- και, πάντως, στον αληθινό υλικό κόσμο, όχι στις μπούρδες των απόλυτων a priori φιλοσοφικών ιδεών. Μου πήρε ένα μήνα να το τελειώσω και σίγουρα θα επανέρχομαι ξανά και ξανά. Στο μικρόκοσμό μου όχι ως δημοσιογράφου ή συγγραφέα, μα ως αναγνώστη, ήταν το μη λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς.
Μαζί με τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο», επίσης:
· «Γράμματα σ΄ ένα φίλο Γερμανό» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Douge και Μαρία Κασαμπαλόγλου -Roblin). Τέσσερα γράμματα, από το Ιούλιο του ΄43 μέχρι τον Ιούλιο του ΄44, που βγήκαν λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα «Γράμματα» έχουν ξανακυκλοφορήσει στα ελληνικά με ορθότερο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τίτλο: «Γράμματα σ΄ένα Γερμανό φίλο». Το βιβλίο είναι καρπός πολεμικής στράτευσης, ταυτόχρονα όμως προάγγελος ανθρωπιστικού ευρωπαϊσμού
· «Το καλοκαίρι» (μετάφραση: Νίκη Κασαμπάκη – Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου – Ρομπλέν. Εδώ το δεύτερο επώνυμο των μεταφραστριών στα ελληνικά). Φιλοσοφίζοντα κείμενα γραμμένα από το 1939-1953, σε δέκατη έκδοση, με ζωντανά θέματα: πολύ Οράν (η γενέτειρά του στην Αλγερία) και γενικά πολλή Μεσόγειος, πολλή Αρχαία Ελλάδα, ξανά το παράλογο και, μπόνους στο τέλος, το λογοτεχνικότατο «Η θάλασσα μες στα χέρια μας» με υπότιτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος». Η ίδια «Εργοβιογραφία» επιτάσσεται και σ΄ αυτό το βιβλίο
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.