Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Κ. Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του

Εκδόσεις Κίχλη
Από τις 21 Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κίχλη: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Κ.Π. Καβάφης: Η ποίηση και η ποιητική του» (δοκίμια). Στο εξώφυλλο σχέδιο του Αλέξανδρου Ίσαρη.
ΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ για τον Κ.Π. Καβάφη που συνθέτουν την ύλη του βιβλίου αποτελούν ευρεία επιλογή από δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα που έχει γράψει κατά τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, συστηματικός και αναγνωρισμένος ερευνητής του βίου και του έργου του Αλεξανδρινού ποιητή.
Βασιζόμενος στην εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, προσφέρει μια πανοραμική εικόνα τής μέχρι σήμερα ελληνικής και ξένης φιλολογικής έρευνας. Παρακολουθεί τα πρώτα φανερώματα του Καβάφη, τις δοκιμές και τις δοκιμασίες της κριτικής κατά την πραγμάτευση του έργου του, καθώς και τη σταδιακή πρόσληψη και καθιέρωση της καινοφανούς ποίησής του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Διερευνά, επιπλέον, τα βασικά θέματα της καβαφικής ποίησης και αναδεικνύει την αξία και τη διάρκειά της, παρακολουθώντας συγχρόνως την πολύχρονη διεθνή πορεία που έχει διανύσει το καβαφικό έργο ώς τις μέρες μας.
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, καθώς και βιβλιογραφίες των συγγραφέων και ποιητών: Γιώργου Σεφέρη, Γ.Κ. Κατσίμπαλη, Άγγελου Σικελιανού, Οδυσσέα Ελύτη, Ρόδη Ρούφου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Μανόλη Αναγνωστάκη, Νόρας Αναγνωστάκη, Τίμου Μαλάνου, Ζήσιμου Λορεντζάτου, Κ.Π. Καβάφη κ.ά. Επίσης έχουν εκδοθεί δέκα βιβλία του με φιλολογικά μελετήματα για πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα περί Καβάφη: «Κ.Π. Καβάφης. Σχέδια στο περιθώριο» (1988), «Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων» (1998), «Ο βίος και το έργο του Κ.Π. Καβάφη» (2002, σε συνεργασία με τη Μαρία Στασινοπούλου), «Βιβλιογραφία Κ.Π. Καβάφη. (2003), «Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα» (2003), «Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας. Καβάφης-Σεφέρης» (2006). Έχει επιμεληθεί τον τρίτο τόμο των Δοκιμών του Γ. Σεφέρη, καθώς και τους τόμους της αλληλογραφίας του ποιητή με τον Τίμο Μαλάνο και τον Γ.Κ. Κατσίμπαλη.

Σάββας Μιχαήλ, Musica ex nihilo

ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Ένα σήμα συναγερμού αντηχεί σε όλο το βιβλίο από τις πρώτες σου σελίδες∙ ο συναγερμός που σήμανε ο Κάφκα και που αντηχεί στον κόσμο τούτο μέχρι τις ταραγμένες μέρες μας. Ένα σήμα που υψώνεται εκατό χρόνια τώρα μέσα από επαναστατικές εφόδους στον ουρανό και ζοφερές καθόδους στον Άδη, σαν ανήκουστη μουσική. Μουσική από τόπους εκμηδένισης, μουσική εκ του μηδενός, Musica ex Nihilo: το αίτημα μιας Δικαιοσύνης άνευ ορίων, άνευ όρων, πέρα από νόμους και κανονιστικά σχήματα.
   Το άκουσμα του ανήκουστου αναζητούν τα κείμενα του βιβλίου. Τη μουσική της σιγής στο έργο του Κάφκα που αντιμάχεται το σιωπηλό τραγούδι των Σειρήνων της καταστροφής. Τη φωνή των χωρίς φωνή στα ναζιστικά στρατόπεδα της εκμηδένισης αλλά και την παιδική χορωδία που τργουδάει την μπετοβενική Ωδή της Χαράς στο Άουσβιτς. Τη σκληρή σαν ατσάλι φωνή του Jean Améry να απαιτεί μια Δικαιοσύνη των Εκμηδενισμένων πέρα από το δίκαιο της ανταπόδοσης. Τον σιωπηλό θρήνο στις εικόνες του Maus, το κλασικό βιβλίο κόμικς του Art Spiegelman. Tο αίτημα της Ζωής, μιας Ζωής άλλης, στα εικαστικά έργα των ψυχικά πασχόντων της Συλλογής Prinzhorn και στη φωτογραφική τέχνη των απεξαρτημένων του 18 ΑΝΩ.
   Γιατί το αίτημα της Ζωής δεν διαχωρίζεται από το αίτημα της Δικαιοσύνης, ασυμβίβαστο απέναντι σε κάθε θάνατο. Μας το δείχνουν, εάν τους ακούσουμε, ποιητές σαν τον William Blake και τον Διονύσιο Σολωμό και στις μέρες μας ο Νίκος Καρούζος κι ο Έκτωρ Κακναβάτος.
   Περί τούτου πολλά θα μας μάθαινε ένας νέος, μη πλατωνικός διάλογος με τον Πλάτωνα και την Πολιτεία του αλλά κι η αδογμάτιστη νέα συνάντηση με τον Μάρξ και τον Τρότσκυ. Το ζητούμενο είναι η διείσδυση στη φύση της ίδιας της μεταβατικής εποχής μας κι η ανακάλυψη του ορίζοντα που κρύβει ο ζόφος, το πρόταγμα ενός Κόσμου που έρχεται. Την εποχή μας δείδε με διαύγεια προφητική, στις απαρχές της, ένας ποιητής σαν τον Κ.Π. Καβάφη. Τη λάμψη του κρυμμένου ορίζοντα μπορεί να τη δείξει η εικαστική ποιητική του φωτός του Stephen Aντωνάκου. Κι ο Κόσμος που έρχεται σαν τον Κόσμο Λαντομίρ του Μελλόντιου ποιητή της Οκτωβριανής Επανάστασης Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ θα σβήσει όλες τις σχέσεις εξουσίας ανθρώπου σε άνθρωπο δίνοντας όλη την εξουσία στον έναστρο ουρανό.
   Η Μουσική εκ του μηδενός λέει ότι θα νικήσει ο έσχατος εχθρός. Όπως λέει και το βιβλίο των Παροιμιών, η Δικαιοσύνη σώζει από το θάνατο.

*
Ο Σάββας Μιχαήλ (Σαμπετάι Μπεν. Μάτσας) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι. Γυναίκα του είναι η Κατερίνα Μάτσα.
Έχει ενεργό δράση στο χώρο της μαρξιστικής αριστεράς από τα χρόνια της Χούντας.
Πέρα από τα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά στην Ελλάδα και διεθνώς, εκδόθηκαν και τα βιβλία του: Περεστρόικα και Οικονομία (Αλλαγή, α΄ έκδοση 1987, β΄έκδοση 1988), Επανάσταση κι Αντεπανάσταση στην Κίνα (Πελεκάνος, 1989), Σολωμός και Χέγκελ (Λέων, 1991), Παλινόρθωση ή Επανάσταση; (Λέων, 1992), Πλους και κατάπλους του «Μεγάλου Ανατολικού» (Άγρα, 1996), Μορφές του Μεσσιανικού (Άγρα, 1999), Ο Τρότσκι ως φιλόσοφος (Λέων, 2001), Μορφές της Περιπλάνησης (Άγρα, 2004), Homo Poëticus (Αγρα, 2006) Γκόλεμ ή Περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων (Άγρα, 2010), Η φρίκη μιας παρωδίας – Τρεις ομιλίες για τη «Χρυσή Αυγή» (Άγρα, 2013)..
Έχει μεταφράσει για τις Εκδόσεις Άγρα βιβλία των Tariq Ali, Edward Said, Alain Badiou, Marx-Engels, Noam Chomsky.

Δημήτρης Χαντζόπουλος, Στο Τούνελ, σκίτσα 2010-2013

Εκδόσεις Άγρα
Οι πολιτικές γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου, δημοσιευμένες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ από το 2010 έως το 2013.
Είναι ένας αμείλικτος – και χωρίς κανένα καθωσπρεπισμό – σχολιασμός της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής της κρίσης, με το εξαίρετο και πολυσύνθετο σκίτσο ενός από τους σπουδαιότερους γελοιογράφους της Ελλάδας.
Ομιλία του Α. Πετρουλάκη από την παρουσίαση του βιβλίου(10/12/13, Βιβ/λείο IANOS)
Η γελοιογραφία είναι το πιο ανυπεράσπιστο είδος της δημοσιογραφίας. Γεννιέται εξ αρχής απογαλακτισμένη από τον δημιουργό της και υποχρεωτικά ενήλικη, προορισμένη να διαχειριστεί μόνη την τύχη της, με ό,τι εφόδια ήδη της έχουν δοθεί. Ο γελοιογράφος ποτέ δεν μπορεί να επανέλθει για να τη στηρίξει όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει κάθε άλλος στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορεί να πει «εννοούσα αυτό», «δεν είχα αυτήν την πρόθεση», «παρερμηνεύτηκε» κ.λπ.- πολύ περισσότερο δεν μπορεί να πει «είναι αστείο, δεν το βλέπεις;». Για αυτό οι δημιουργοί προσπαθούν να τη θωρακίσουν με όσο περισσότερη σαφήνεια επιτρέπει η σχολή και η αισθητική του καθενός, έτσι που η ιδέα να είναι εύληπτη κατά το δυνατόν, χωρίς περιττές συγχύσεις και αινίγματα, εκτός αν είναι στις προθέσεις τους.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα της γελοιογραφίας είναι να κερδίσει την πρώτη ανάγνωση, που συχνά είναι και η τελευταία, και να προλάβει στον λίγο χρόνο της να εξασφαλίσει την πιρουέτα του μυαλού του αναγνώστη, δηλαδή την έκπληξη, το γέλιο, το σάστισμα, το ξέφωτο στη σκέψη του. Σαν πρωινός αγώνας ταχύτητας της ματιάς, ένα είδος χάρτινου κεραυνοβόλου έρωτα που μισεί τις παρανοήσεις. Εκείνη τη στιγμή είναι που θέλει ο γελοιογράφος να παγιδεύσει, μετά ο χρόνος έρχεται με το μέρος του γιατί ο αναγνώστης πια καθηλώθηκε και τώρα είναι εκείνος που δεν θέλει να του ξεφύγει καμιά από τις λεπτομέρειες που συχνά απογειώνουν την καλή ιδέα.
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος ενδιαφέρεται για αυτό λιγότερο, ίσως και από όλους τους συναδέλφους του. Είναι ο πιο φιλελεύθερος γονιός των σκίτσων του, τα εμπιστεύεται να φύγουν από κοντά του και να περιπλανηθούν χωρίς καμιά περιττή αποσκευή, με ελάχιστες επενδύσεις και επεξηγήσεις, γεννημένα εξ αρχής για δύσκολους προορισμούς, για δύσβατα μονοπάτια σκέψης, δηλαδή για απαιτητικούς αναγνώστες. Πολλές φορές το σκίτσο του Χαντζόπουλου δεν απευθύνεται μόνο στον ευφυή και πληροφορημένο για την επικαιρότητα αναγνώστη αλλά και στον μορφωμένο, που γνωρίζει λογοτεχνία, θέατρο, σινεμά, εικαστική τέχνη, μουσική. Δεν συμβαίνει πάντα, δεν είναι εστέτ δημιουργός, αλλά δίνει την εντύπωση ότι κάποιες φορές δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια εμπνευσμένη αναγωγή που θα κάνει και κάποιους από τους φίλους της δουλειάς του να αναρωτηθούν τι λείπει από το δικό τους παζλ. Δεν είστε μόνο εσείς απαιτητικοί αναγνώστες, τους λέει, είμαι και εγώ απαιτητικός γελοιογράφος. Τις φορές εκείνες δεν ενδιαφέρεται για την κεραυνοβόλο πρώτη ματιά, θέλει να γλεντήσει το φλερτ.
Η γελοιογραφία ξεκινά το πρωινό της ταξίδι με προορισμό να σερφάρει σαν ιστιοσανίδα στο κύμα, στον αφρό της μέρας. Η επικαιρότητα είναι η ευχή και η κατάρα της. Όμως ο υπόγειος εαυτός του δημιουργού τη θέλει και τρικάταρτο που δεν θα βουλιάξει το βράδυ, θα μείνει στην επιφάνεια, θα απομακρυνθεί στα ανοιχτά και θα αρμενίσει στο πέλαγος του χρόνου. Εκεί η δουλειά μας συγγενεύει με την Τέχνη. Αυτός ο υπόγειος εαυτός του Δημήτρη Χαντζόπουλου φαίνεται να τον βασανίζει περισσότερο από άλλους. Κυρίως στη δεύτερη περίοδό του.
Γιατί, για να κάνουμε εδώ μια παρένθεση, ο Χαντζόπουλος κατέχει μία μοναδικότητα στη ελληνική γελοιογραφία. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του διανύουν μια λίγο πολύ ευθύγραμμη διαδρομή εξέλιξης και ωρίμανσης της δουλειάς τους, την οποία εμπλούτισαν βέβαια με νέα στοιχεία στην πορεία, που ενίσχυαν όμως την ταυτότητα και την αναγνωρισιμότητα του καθενός τους, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος έχει δύο εποχές. Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε στην κορυφή της ελληνικής γελοιογραφίας, και εκεί ο Δημήτρης τον εγκατέλειψε. Ήταν ένας κύκλος πιο χειροποίητος σχεδιαστικά, το πλάνο του ήταν πιο κοντινό και χωρίς φόντο, εστίαζε στα πρόσωπα και στην ακινησία τον σωμάτων, που τα κάρφωνε γερά στο έδαφος με υπερμεγέθη πέλματα σαν να μαγνήτιζαν τη στιγμή. Δηλαδή την επικαιρότητα.
Αν δεν διατηρούσε την ίδια χειρόγραφη γραμματοσειρά, την πιο φροντισμένη στο ελληνικό σκίτσο, ο βιαστικός αναγνώστης θα δυσκολευόταν να ταυτίσει την παλιά του δουλειά με τον Χαντζόπουλο της δεύτερης εποχής. Το πλάνο του μεγάλωσε και γέμισε, κάνει πολύ μεγαλύτερη χρήση συμβόλων και σκηνικών, τα σώματα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν, έγιναν σκιές και απέκτησαν υπαινικτική κίνηση, σκιές με εκπληκτική σχεδιαστική ακρίβεια έγιναν και τα αντικείμενα, χρησιμοποιεί τώρα πολύ περισσότερο το κομπιούτερ και χρώμα. Στυλιστικά μπήκε στη νέα εποχή πρώτος από τη γενιά του.
Νομίζω είναι αυτός ο υπόγειος γελοιογραφικός εαυτός του Χαντζόπουλου που σας έλεγα, που αφού απέδειξε τι μπορεί να κάνει στην πρώτη του περίοδο, τώρα θέλει να αναμετρηθεί με τον χρόνο. Θέλει να κάνει γελοιογραφία που αντέχει, που είναι κατά το δυνατόν απελευθερωμένη από τα δεσμά της επικαιρότητας. Τα πρόσωπα υποθέτεις ποια είναι, αυτός δεν σε βοηθά, τα διατηρεί στη σκιά γιατί στη νέα του περίοδο σατιρίζει περισσότερο αποπροσωποποιημένες συμπεριφορές ανθρωποτύπων και λιγότερο τον Σαμαρά και τον Τσίπρα. Οι διάλογοι τώρα είναι πιο απλωμένοι, με μικρότερη πυκνότητα από πριν και μεγαλύτερους εσωτερικούς χρόνους, λιγότερο γελοιογραφικοί, έτσι που να μπορούσαν να σταθούν και εκτός σκίτσου. Για αυτό τους έχει απελευθερώσει από τη φούσκα- όσο ασαφής έχει γίνει τώρα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών άλλο τόσο η σειρά που μιλούν. Το καθημερινό του εγχείρημα τώρα γίνεται νομίζω δυσκολότερο, κάποιες φορές περπατά σε τεντωμένο σκοινί, τις περισσότερες το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερο πλούτο και πυκνότητα από πριν. Και συχνότερα τώρα κερδίζει τη μάχη του χρόνου και κάνει γελοιογραφίες που θα μπορούσαν να γίνουν πίνακες ποπ αρτ.
Το βιβλίο του δεν είναι ούτε σκίτσα σαν χίλιες λέξεις, ούτε το καυστικό πενάκι και η διεισδυτική ματιά του γελοιογράφου, ούτε κανένα άλλο από τα παρόμοια γενικόλογα κλισέ που τα ακούμε εμείς οι γελοιογράφοι και σκεφτόμαστε «δεν κατάλαβες τίποτα». Γιατί γελοιογράφος δεν είναι ιδιότητα, είναι υπογραφή.
Το βιβλίο είναι Χαντζόπουλος. Δηλαδή ένας παράλληλος κόσμος που αντανακλά τον πραγματικό με τρόπο που κανείς άλλος δεν θα το κάνει. Τα σκίτσα που το απαρτίζουν θα μπορούσε να είναι και άλλα- ο Δημήτρης σε αυτό το διάστημα έκανε πέντε φορές τόσα. Ο ερανισμός είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή για τον κάθε γελοιογράφο. Διαλέγεις σκίτσα που έχουν ήδη φύγει από σένα και τώρα τα ξαναβλέπεις μετά την περιπλάνησή τους. Είναι ένας πειρασμός να περιλάβεις στο λεύκωμα περισσότερο αυτά που αγάπησαν άλλοι από αυτά που αγάπησες εσύ. Νομίζω ο Δημήτρης το έκανε αλλά είναι και αναπόφευκτο- δεν τα φτιάχνουμε για τον εαυτό μας. Επίσης νομίζω ότι επεκράτησε στη μάχη της επιλογής η δεύτερη περίοδός του, μια που στο διάστημα της τριετίας είναι που πραγματοποιήθηκε η στροφή του. Και αυτό ήταν αναμενόμενο αφού ένα βιβλίο θέλει να νικήσει τον χρόνο περισσότερο από ένα τετράστηλο.
Κοινό στις δύο περιόδους είναι το βιτριολικό, ενήλικο, σουρεαλιστικό χιούμορ του, λιγότερο αθώο και υπαινικτικό από άλλων συναδέλφων του. Γιατί έχει και αυτό το χαρακτηριστικό- δεν λειτουργεί σε περιβάλλον αθωότητας όπως συχνά κάνει η σάτιρα για να υπνωτίσει τον αποδέκτη της και να τον αιφνιδιάσει απροετοίμαστο. Ο Χαντζόπουλος είναι πιο σκληρός, είναι πιο ροκ, με εξ αρχής απαραίτητη τη γονική συναίνεση. Αλλά κανενός άλλου. Ούτε των τρεχόντων ρευμάτων και πλειοψηφιών, ούτε της λεγόμενης κοινής γνώμης, ούτε πολιτικών, ούτε εχθρών ούτε φίλων. Χωρίς άλλες απαραίτητες συναινέσεις περιφρουρεί τη δημιουργική του μοναχικότητά στο πιο μοναχικό, μετά του φαροφύλακα, επάγγελμα που υπάρχει.
*Πρόκειται για την παρουσίαση που έκανα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χαντζόπουλου «Στο Τούνελ».
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πάτρα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινούμενα σχέδια στο Emily Carr University of Art +Design στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται ως σκιτσογράφος στην εφημερίδα Τα Νέα.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: Αι Αγαπώσαι (1991), Άχ, και να ‘ξερες τι μου θύμισες(1991) και Εις Άγραν Ρεθύμνου (1999)

Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων

Εκδόσεις ΠόλιςΙστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που «τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα», εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα…

Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον «Επιτάφιο για ένα σκύλο» του Μπάιρον. δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων -σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου- παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.
Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και «καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή».


Έγραψαν για το βιβλίο:
Οι σκύλοι δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν και η απουσία ακριβώς αυτής της επίγνωσης αποτελεί το κλειδί για την είσοδό τους στο βασίλειο της αθανασίας. Το μοτίβο αυτό επανέρχεται ποικιλοτρόπως, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα, στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή που αποτελείται από 69 πολύ σύντομα (τρισέλιδα ή τετρασέλιδα) κείμενα στα οποία οι σκύλοι έχουν την τιμητική τους.

Σκύλοι όπως τους έχουμε ακούσει ή διαβάσει σε μύθους και παραμύθια, σκύλοι που παρά την ανωνυμία τους κατέκτησαν μια περίοπτη θέση στη λογοτεχνία (ας θυμηθούμε τον Τσέχοφ), σκύλοι που πρωταγωνίστησαν σε πίνακες, αφήνοντας για πάντα αποτυπωμένη τη στάση τους στο βλέμμα του θεατή, σκύλοι που απαθανατίστηκαν σε πολιτικές φωτογραφίες (ένα παράξενο φόντο σε μια γρήγορα λησμονημένη δημόσια σκηνή), σκύλοι που έγιναν σήμα φωνογραφικών εταιρειών (ποιος να ξεχάσει τη His Master’s Voice;), αλλά και σκύλοι που έδωσαν τη μορφή τους σε γλυπτά τα οποία για να δούμε αρκεί η τυχαία περιήγηση σ’ ένα αστικό πάρκο.

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου συνέχεια στο Βήμα

*

«[…]στα 69 μικρά αφηγήματα του τόμου παρακολουθούμε μια περιπτωσιολογία σαν και τον σκύλο που βλέπουμε δεμένο στον τροχό ενός κάρου στη Βιριδιάνα. «Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το Τείχος του Βερολίνου; Απάντηση: σε αντίθεση με τους Βερολινέζους που λίγο πολύ το ξέχασαν, οι σκύλοι βάδιζαν με βεβαιότητα σε μιαν αθέατη ευθεία, σαν να αναγνώριζαν ή να νοσταλγούσαν κάτι…». Από κείμενο σε κείμενο ο αναγνώστης –πέρα από τον αισθητισμό– συμφιλιώνεται με ένα σκυλίσιο σύμπαν που μοιάζει, θα έλεγε κανείς, με κείνο του ανθρώπου. Γράφει ο Μαυρουδής: «Ήταν δυνατόν ο σκύλος, την ώρα που πλησίαζε ένα σκουπιδοτενεκέ, να ζούσε κάτι ανάλογο με την ονειροπόληση ενός άνδρα που μυρίζει στον γυναικείο λαιμό ένα γαλλικό άρωμα; Ο άνθρωπος ανοίγει την εφημερίδα να πληροφορηθεί. Ο σκύλος μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς, για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού». Προφανώς ο Μαυρουδής δεν έχει καμιά αγάπη για τα αγριόσκυλα που μπορούν να ξεσκίσουν έναν άνθρωπο. Το αίσθημά του περιγράφει τον σκύλο που δεν μιλάει αλλά έχει τρόπο να υποβάλει κάποια συμπάθεια, αν όχι κατιτίς ανώτερο. […]

Κωστής Παπαγιώργης, συνέχεια: Lifo 19.12.2013

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Αρχείο 21/12/2013

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους»

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας
Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Τοπική Ιστορία – 2
Άργος, Δεκέμβριος, 2013.
148 σελίδες
ISBN 978-960-9650-05-2

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το σπουδαίο και μοναδικό βιβλίο του Κώστα Δάρμου, «Οι αρχαίοι ποταμοί της Αργολίδας» στο οποίο – για πρώτη φορά -καταγράφονται όλοι οι αρχαίοι ποταμοί της Αργολίδας.
Ο Κώστας Δάρμος, μετά από επίπονη και απολύτως τεκμηριωμένη έρευνα, με γλαφυρότητα και σαφήνεια μας ταξιδεύει στην αρχαία Αργολίδα, στους ποταμούς της και στους μύθους που συνδέονται με αυτούς.
Πιστέψαμε εξ’ αρχής ότι η έκδοση αυτή θα αποτελούσε ένα ακόμη σημαντικό απόκτημα της τοπικής ιστορίας και θα εμπλούτιζε την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία, η οποία αναφέρεται στο πολυτιμότερο για την επιβίωση του ανθρώπου στοιχείο, το νερό.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας»

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Εκείνο που δεν ξέραμε ήταν ότι η απήχησή του είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο πιστεύουμε. Όσο κι αν μοιάζει ανεξήγητο, είναι από τα πλέον πολυδιαβασμένα βιβλία στην Ελλάδα. Αυτό αποκαλύπτεται από τη συστηματική έρευνα στα ντοκουμέντα 90 ετών όπου ανατρέχει ο Δημήτρης Ψαρράς, ο οποίος έγραψε ένα πρωτότυπο βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφίας με ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική σημασία.
Τα Πρωτόκολλα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να «καταρρακωθεί» η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα της «παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας» ως υπεύθυνης για όλα μας τα δεινά δεν είναι δημοφιλής μόνο ανάμεσα στους εθνικιστικούς κύκλους αλλά και σε κάποιους αντίστοιχους της λεγόμενης «πατριωτικής Αριστεράς». Η ανάπτυξη του αντισημιτικού ρεύματος τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας είναι συνδεδεμένη με τα Πρωτόκολλα, που χρησιμοποιούνται για την εμπέδωση ποικίλων θεωριών συνωμοσίας. Στην περίοδο κρίσης που διερχόμαστε μάλιστα οι θεωρίες αυτές βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε λοιπόν όχι μόνο το διεθνές ιστορικό υπόβαθρο των Πρωτοκόλλων αλλά και τις απηχήσεις τους στην ελληνική κοινωνία που διέρχεται βαθιά κρίση, έτοιμη να δεχθεί κάθε ψέμα και κάθε παραλογισμό ως αιτία των δεινών της. Βέβαια, πίσω από τη διάδοση των Πρωτοκόλλων στην Ελλάδα υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όλοι τους κατονομάζονται ευθέως από τον Ψαρρά, με την ευθύτητα και την ακρίβεια που απαιτεί η ιστορική και δημοσιογραφική δεοντολογία.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Τηλεφωνήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο

Εκδόσεις Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου

«Η μυστική ιστορία είναι εκείνη που δεν θα μάθουμε ποτέ, αυτή που ζούμε κάθε μέρα, ενώ σκεφτόμαστε ότι ζούμε, ενώ σκεφτόμαστε ότι τα έχουμε όλα υπό έλεγχο, ότι δεν μας διαφεύγει τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό. Όμως όλα είναι σημαντικά, γαμώτο! Το ζήτημα είναι πως δεν το αντιλαμβανόμαστε«.
(Ρ. Μπολάνιο)
Περιπέτειες
 Κάθε ανάγνωση είναι μια περιπέτεια και κάθε διήγημα του Μπολάνιο έχεις την αίσθηση ότι αφηγείται μια περιπέτειά του. Αλλά και η γνωριμία μου με τον Μπολάνιο υπήρξε περιπετειώδης. Ποιος ήταν αυτός ο Χιλιανός που εμφανίζεται σαν μετεωρίτης και με τη μία έρχεται να θρονιαστεί στην πρώτη σειρά των Λατινοαμερικάνων συγγραφέων; Πρόκειται για έναν συγγραφέα, που ενώ ταλανίζεται από χίλια μύρια βιοποριστικά προβλήματα και βαδίζει ολοταχώς προς το θάνατο, αποφασίζει ξαφνικά να γράψει σε ρυθμούς πυρετώδεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο, ως παρακαταθήκη στον αιώνα που ακολουθεί. Αναμφίβολα, δεν ήταν ο πρώτος μεγάλος συγγραφέας που έγραφε με τέτοιο ρυθμό, έχοντας ήδη υπογράψει συμβόλαιο με τον διάβολο, ωστόσο, έχουμε ποτέ αναρωτηθεί, πόσα αριστουργήματα γράφτηκαν με την ψυχή στο στόμα;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Τηλεφωνήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο»