Δημήτρης Ψαρράς, Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής

Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, σελ. 471

Μια συμμορία μεγαλώνει

Από την ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ / The Athens Review of Books

Ας ξεκινήσω αναφέροντας ότι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά το μνημονεύει στο προηγούμενο τεύχος της ARB ο Μαρκ Μαζάουερ σε ένα εξαίρετο κείμενό του όπου αναλύει την πολιτική κρίση που διάγει η ελληνική κοινωνία. Ο γνωστός ιστορικός το παραπέμπει ως «απαραίτητη πηγή μελέτης»[1], προφανώς αναγνωρίζοντας στο βιβλίο ότι τα περιεχόμενά του στηρίζονται σε συστηματική και πλουσιότατη τεκμηρίωση σχετικά με την ιστορία, τις νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες, τους συνεργάτες και τις πολιτικές συγγένειες, τις θέσεις και την όλη ιδεολογία της Χρυσής Αυγής (στο εξής ΧΑ).

Βασικό χαρακτηριστικό του βιβλίου του Ψαρρά είναι πράγματι τούτο: δεν είναι δημοσίευμα συγκυριακό, δηλαδή δεν προέκυψε ως αντίδραση στην πρόσφατη και απρόσμενη άνοδο της ΧΑ και την είσοδό της στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο συγγραφέας, καθώς και η ομάδα συνεργατών και συνεργατριών του Ιού της Ελευθεροτυπίας, της οποίας την πολύχρονη ερευνητική εργασία αναφέρει ως βασική πηγή μεγάλου μέρους του βιβλίου[2], έχει ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με την ελληνική ακροδεξιά σε όλες τις εκδοχές της. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας, όπως δείχνει η μακρόχρονη αρθρογραφία του, το προηγούμενο αποκαλυπτικό βιβλίο του για τον Λα.Ο.Σ.[3] και η συστηματική έρευνα για τα ακροδεξιά μορφώματα πολύ πριν βγουν από το πολιτικό περιθώριο, διέβλεψε νωρίς τη σημασία και τους κινδύνους από την πολιτική παρουσία τους. Έτσι αποτελεί εξαίρεση αξιοσημείωτη μέσα στην ευρύτερη ανοχή που συνάντησαν στην ελληνική κοινωνία τα δυο ακροδεξιά κόμματα.

Το βιβλίο τεκμηριώνει ότι η ΧΑ είναι μια «από τις οργανώσεις που ξεπήδησαν από τη μήτρα του Πλεύρη»[4] (εννοεί τον ακραίο φιλοναζιστή Κώστα Πλεύρη) και είναι στενές οι σχέσεις του αρχηγού της και στελεχών του με κατάλοιπα των χουντικών, με την 4η Αυγούστου (τόσο την ιστορική τετραετία της μεταξικής δικτατορίας, όσο και το κόμμα της «4ης Αυγούστου» του Κ. Πλεύρη), την ΕΠΕΝ, ακόμα και την παράδοση των δωσιλόγων κατά τη ναζιστική κατοχή. Η έκδοση του ομώνυμου περιοδικού της ΧΑ, κατά τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο, «υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας μιας ομάδος νέων ανθρώπων που σχεδόν όλοι προερχόμασταν και είχαμε γνωριστεί στο χώρο της 4ης Αυγούστου»[5].

Οι φιλοδικτατορικές αντιλήψεις έχουν θεωρητικό υπόβαθρο τη ναζιστική ιδεολογία, «μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου»[6]. Το βιβλίο αναδεικνύει με συστηματική τεκμηρίωση τη φιλοχιτλερική ιδεολογία της οργάνωσης. Επί χρόνια το ομώνυμο περιοδικό της ΧΑ διαδίδει φιλοναζιστικές θέσεις, προβάλλει τα σύμβολα, θαυμάζει τις αποτρόπαιες πράξεις, υμνεί και μιμείται τη μιλιταριστική δομή των ναζί, τις συμπεριφορές τους και το ύφος τους.

Τη δεκαετία του 1980 ο φιλοναζισμός της ΧΑ είναι απερίφραστος και κραυγαλέος. Σε κάποια φύλλα το ομώνυμο περιοδικό αποκαλείται «Εθνικοσοσιαλιστική Περιοδική Έκδοσις» και παρουσιάζονται υμνητικά οι ηγέτες και οι θεωρητικοί του ναζισμού. Ο Χίτλερ αποκαλείται «οραματιστής της Νέας Ευρώπης», ενώ άρθρο του στελέχους της ΧΑ και σήμερα βουλευτή Χρ. Παππά γράφει μεταξύ άλλων: «Στις καρδιές μας φουντώνει η πίστη στα λόγια του Φύρερ… Στις καρδιές μας φουντώνει η πίστη στη Νίκη… Νίκη που θα σημάνει την εθνικοσοσιαλιστική κοσμογονία και τη συντριβή του δηλητηριαστή όλων των λαών: του διεθνή Ιουδαϊσμού»[7].
Το περιοδικό μνημονεύει «το θαύμα της Γερμανικής Επαναστάσεως του 1933» και ρητά ονομάζει τους χρυσαυγίτες «ναζιστές, παγανιστές, αναρχικούς [sic] και εξτρεμιστές», ενώ ο ίδιος ο αρχηγός υπογράφει κείμενο που περιέχει τη φράση: «Όταν το 1933 ο Δόκτωρ Γκαίμπελς παρέδιδε στην πυρά τα συγγράμματα του Μαρξ και του Φρόυντ, η ανθρωπότης είχε μια λαμπρή ευκαιρία. Δεν την εκτίμησε και δυστυχώς είτε το θέλουμε είτε όχι θα πληρώση πολύ ακριβά τις συνέπειες του μεγάλου της λάθους»[8]. Αντίστοιχα αποτρόπαια περιεχόμενα έχει η «Σειρά Ιδεολογικής Επιμορφώσεως» που αρχίζει με κείμενο του Ν. Μιχαλολιάκου και τίτλο «Σκοποί, στόχοι και ιδεολογία της Χρυσής Αυγής» και ακολουθούν διάφορα για τον εθνικοσοσιαλισμό και τον παγανισμό[9].
Παρά το γεγονός ότι οι χρυσαυγίτες, ιδίως μετά την πρόσφατη είσοδό τους στη Βουλή, αρνούνται ότι είναι φασίστες ή ναζί και αντιλέγουν ότι είναι «έλληνες εθνικιστές», δεν κάνουν ωστόσο μεγάλο κόπο να αποκρύψουν τις φιλοναζιστικές τους ιδέες, όπως π.χ. με τον συνήθη στις εμφανίσεις τους ναζιστικό χαιρετισμό. Αντίθετα συνεχίζουν να αναφέρονται σε αυτές τις αποτρόπαιες ιδέες με ελάχιστα καλυμμένο τρόπο, π.χ. παραπέμπουν σε φράσεις του Χίτλερ, «του Μεγάλου της κοσμοθεωρίας μας», χωρίς να τον ονομάζουν[10], δηλώνοντας έμμεσα πόσο αυτονόητο είναι ποιος είναι ο «μεγάλος» της κοσμοθεωρίας «τους».
Χαρακτηριστική της ιδεολογίας είναι μια όχι πολύ γνωστή πληροφορία, η συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, στο πλευρό Σέρβων που δικάστηκαν για εγκλήματα πολέμου από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η αιτιολόγηση της συμμετοχής σε αυτό τον πόλεμο. Οι χρυσαυγίτες δηλώνουν ότι συμμετείχαν εναντίον του «πραγματικού εχθρού», που «δεν είναι οι Τούρκοι, ή οι όποιοι μουσουλμάνοι ή οι Αλβανοί, οι Σκοπιανοί ή όποιοι άλλοι». Ο «αιώνιος, ύπουλος και μεγάλος, ο πραγματικός εχθρός» είναι «το παγκόσμιο σιωνιστικό κατεστημένο». Τέλος, στα όρια του κωμικού, αν δεν ήταν τραγικό και επικίνδυνο, είναι ότι στη σφαγή της Γιουγκοσλαβίας οι χρυσαυγίτες πολέμησαν, λέει, «για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια ελεύθερη Ευρώπη δίχως μουσουλμάνους και αμερικανοσιωνιστές». Για τη «μεγάλη Ελλάδα», στόχος τους σε αυτό τον πόλεμο ήταν «να γίνουν τα Σκόπια ελληνική επαρχία» και ο ευρύτερος στόχος τους, ως «εθελοντές» στο πλευρό εγκληματιών πολέμου, να επιβάλλουν «την Ευρώπη της Λευκής Φυλής»[11].
Μετά τα παραπάνω, δεν ξαφνιάζει το γεγονός ότι χρησιμοποιούν τον όρο «ρατσιστές» σαν να είναι ιδιότητα τιμητική και αυτοπροσδιορίζονται σε αυτόν με καμάρι. Η ΧΑ προβάλλει το ρατσισμό σαν συστατικό της ελληνικότητας: «Ο Έλληνας, πιστός στις παραδόσεις, είναι ακραιφνής ρατσιστής»[12], με βάση το γεγονός ότι κεντρική ιδεολογική της πηγή είναι η ναζιστική ιδέα για την «καθαρότητα» του αίματος.
Κατά την πρώτη περίοδο της ΧΑ, τη δεκαετία του 1980, κύρια δραστηριότητά της είναι η εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, μέσα από το ομώνυμο έντυπό της και με εκδόσεις βιβλίων ανάλογου περιεχομένου και π.χ. μια ομιλία του Χίτλερ που είχε κυκλοφορήσει η ναζιστική προπαγάνδα κατά την κατοχή[13]. Για χρόνια δεν έχει άλλη πολιτική δραστηριότητα, με εξαίρεση την εμφάνισή της στις διαδηλώσεις για τη Μακεδονία το 1992 και για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες το 2000, έως το 2009 που πρωτοεμφανίζεται με τη μορφή κόμματος και συμμετέχει στις εκλογές για να πάρει 0,29%.
Όλη την περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 λοιπόν η Χρυσή Αυγή δεν έχει πολιτική δραστηριότητα, έχει όμως συστηματική και πλούσια δραστηριότηταοργάνωσης επιθέσεων εναντίον «εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών».
Λειτουργεί με τη μέθοδο συμμορίας, δηλαδή τα μέλη της κυκλοφορούν σε ομάδες, οπλισμένα με μαχαίρια, ρόπαλα και σιδηρολοστούς, παραμονεύουν και επιτίθενται ομαδικά και αστραπιαία σε μεμονωμένους περαστικούς, με στόχο τον εκφοβισμό και την κακοποίηση. Συχνά συνεχίζουν να χτυπάνε και να κλωτσάνε με μπότες στο κεφάλι τα θύματα, ακόμα και πεσμένα αιμόφυρτα στο έδαφος ή λιπόθυμα και ύστερα εξαφανίζονται. Η εγκληματική αυτή δράση ενάντια σε μετανάστες είτε άτομα που έμοιαζαν μετανάστες είναι γενικότερα γνωστή. Άλλωστε επιθέσεις εναντίον μεταναστών η Χρυσή Αυγή όχι μόνο κάνει επώνυμα και τις διεκδικεί, αλλά επιπλέον μετά την είσοδό της στη Βουλή έχει στο ενεργητικό της πολλές τέτοιες εγκληματικές επιθέσεις, σε μερικές μάλιστα με τη συμμετοχή επώνυμων εκπροσώπων της με τον τίτλο του βουλευτή.
Τις επιθέσεις αυτές άσκησης εγκληματικής βίας με φανερή πρόθεση ανθρωποκτονίας, καθώς τα θύματα, όταν δεν μαχαιρώνονται, δέχονται χτυπήματα ιδίως στο κεφάλι, χαρακτηρίζει μίσος ασυγκράτητο. Το μίσος πηγάζει και καλλιεργείται από την ιδεολογία τους, ενώ τα κείμενά τους το προβάλλουν ως προτέρημα του χρυσαυγίτη. Αυτοπροσδιορίζονται με αναφορά στο μίσος ως εξής: «μάθαμε να αγαπούμε και να μισούμε χωρίς μέτρο, αβυσσαλέα και αιώνια… πιστεύουμε στην Αρετή και όχι στην Ηθική, στον πόλεμο και όχι στην ειρήνη…, γιατί η ιστορία γράφεται από παράτολμους δημιουργούς με μεταφυσικές παρορμήσεις και όχι από φιλήσυχα ανθρωπάκια, υπηρέτες της Εβραϊκής σαπίλας». Και εξηγούν ότι εκπροσωπούν «τον άνθρωπο των ηρώων και των ημιθέων, τον αγνό, αφελή και βίαιο άνθρωπο του μύθου και των ενστίκτων»[14].
Κι εδώ είναι που έχει πρωτίστως δίκιο ο Μαζάουερ ονομάζοντας το βιβλίο του Ψαρρά «απαραίτητη πηγή μελέτης». Με δεδομένη όχι μόνο την παρουσία της ΧΑ στη Βουλή με 18 βουλευτές, αλλά και τα εκ των υστέρων ποσοστά που της αποδίδουν διάφορες δημοσκοπήσεις από τις εκλογές έως σήμερα, δύο υποθέσεις μπορεί να κάνει κανείς. Είτε ότι έλληνες πολίτες σε τόσο σημαντικά ποσοστά έγιναν ξαφνικά υπέρμαχοι του δικτατορικού καθεστώτος και φιλοχιτλερικοί, είτε η άνοδος της ΧΑ είναι αποτέλεσμα ενός πλέγματος αιτίων που θυμίζουν με τραγικό τρόπο την άνοδο του ναζισμού.
Όταν το 1933 οι ναζί κήρυξαν την «αποκάθαρση της φυλής» και της πάτριας γης (το περίφημο σύνθημα «αίμα και χώμα»), δεν άσκησαν πολιτική. Χρησιμοποίησαν το ανάθεμα, τη συκοφαντία και την προτροπή στο έγκλημα, προπαγανδίζοντας ότι πρέπει να πάψουν στη Γερμανία «τους» να υπάρχουν όλοι όσοι ονόμαζαν κατώτερους, αρουραίους, μικρόβια, ανήθικους κ.ά. και άσκησαν καθημερινή βία στους δρόμους με επιθέσεις, πογκρόμ, λυντσαρίσματα και δολοφονίες. Ο γερμανικός λαός, μέσα στην οικονομική κρίση της εποχής, τα ανέχτηκε όλα τούτα. Οι πιο πολλοί, καθώς στην αρχή κύριος στόχος των ναζιστών ήταν οι Εβραίοι, νόμισαν ότι δεν τους αφορά. Όταν σύντομα η βία επεκτάθηκε και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης άρχισαν να προστίθενται διανοούμενοι που ονομάστηκαν θηλυπρεπείς, ομοφυλόφιλοι που στιγματίστηκαν διεστραμμένοι, σοσιαλιστές που αποκλήθηκαν ανήθικοι κ.ο.κ., ήταν πια πολύ αργά.
Καθώς οι επιθέσεις και τα πογκρόμ των χρυσαυγιτών που είναι πιο γνωστά αφορούν κυρίως μετανάστες, ένα ποσοστό πολιτών νομίζει ότι αφενός η παραβίαση των νόμων με την αυτοδικία και η βία δεν αφορούν αυτούς τους ίδιους και τα παιδιά τους, αφετέρου εξαιτίας της γενικευμένης κρίσης και της ανεργίας νομίζει ότι αυτές οι επικίνδυνες για όλη την κοινωνία ακρότητες ενδέχεται να «λύσουν» το μεταναστευτικό.
Το βιβλίο του Ψαρρά περιέχει συστηματική τεκμηρίωση των επιθέσεων, επί σχεδόν δυο δεκαετίες, με την ίδια παραπάνω μέθοδο, με ρόπαλα και σιδηρολοστούς ενάντια σε φοιτητές, συνδικαλιστές, αντιρρησίες συνείδησης, νέους με «ακατάλληλη» εμφάνιση και πολλούς μαθητές[15]. Καταγράφει όσα περιστατικά βίας και αυτοδικίας μπορούν βάσιμα να αποδοθούν στη ΧΑ, καθώς για πολλά δεν υπάρχουν αποδείξεις της ταυτότητας των δραστών. Καταγράφει επίσης τις συγκριτικά λίγες περιπτώσεις που έφτασαν στα δικαστήρια και οι χρυσαυγίτες καταδικάστηκαν.
Επιπλέον είναι «πηγή μελέτης» γιατί δείχνει ότι οι χρυσαυγίτες διεκδικούν το δικαίωμα αυτοδικίας και άσκησης βίας ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Για παράδειγμα, σε «πατριωτική» ομιλία του τον Αύγουστο 2012, όταν δηλαδή είναι πλέον βουλευτής, ο χρυσαυγίτης Χρ. Παππάς μεταξύ άλλων κραυγάζει με πάθος: «Είμαστε οι ακραίοι… Είμαστε αυτοί που κάνουμε τις τελετές του μίσους. Ναι! Κάνουμε τελετές μίσους, γιατί μισούμε οτιδήποτε ανθελληνικό… Μισούμε όλους αυτούς τους προδότες και αυτούς θέλουμε να εξοντώσουμε. Μισούμε όλους τους ανθέλληνες, όλα αυτά τα ερυθρά σκουπίδια που είτε είναι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε είναι μέσα στη Βουλή είτε είναι μέσα στην κυβέρνηση μέσω της ΔΗΜΑΡ, που μας υβρίζουν και μας λένε ακραίους…»[16].
Ηάσκηση βίας από τη ΧΑ είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της και είναι μέρος του πολιτικού της σχεδίου. Άλλωστε, όπως στοιχειοθετεί το βιβλίο, ο αρχηγός και στελέχη της ΧΑ έχουν ποινικό μητρώο βεβαρημένο με καταδίκες «για κατάρτιση και συμμετοχή σε τρομοκρατική ομάδα, προς διάπραξη εγκλημάτων δι’ εκρηκτικών υλών», αιματηρές επιθέσεις και άλλα[17]. Επιπλέον το πιο σπάνιο και ίσως μοναδικό χαρακτηριστικό της είναι τούτο: όχι μόνο δεν κρύβουν οι χρυσαυγίτες αυτό το παρελθόν και τις καταδίκες αλλά καμαρώνουν κιόλας για το βεβαρημένο ποινικό τους μητρώο σαν περίπου πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, «εκλεκτοί αγωνιστές της εθνικιστικής ιδέας»που έχουν βρεθεί«στις φυλακές καταδιωκόμενοι από το καραμανλικό καθεστώς»[18].
Ηάσκηση βίας από τη ΧΑ είναι συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας της, έχει στόχο την ανατροπή του κοινοβουλευτικού καθεστώτος και πολιτικό σχέδιο την επιβολή μιας «σπαρτιατικής» πολιτείας, όπου ισχύει «ο νόμος της φύσης», με βάση τον οποίο «οι αδύναμοι δεν έχουν θέση».
Το βιβλίο του Ψαρρά, τέλος, τεκμηριώνει την ευθύνη της αστυνομίας, άλλων αρμόδιων θεσμών και των κρατικών αρχών, καθώς και τον μεγάλο κίνδυνο που ελλοχεύει στην αδιαφορία ή την ανοχή που επί 30 χρόνια τώρα έχει επιδείξει η ελληνική κοινωνία σε αυτή την ομάδα. Μια ομάδα της οποίας ο ίδιος ο αρχηγός και άλλα στελέχη έχουν ποινικό μητρώο βεβαρημένο με εγκληματικές πράξεις. Μια ομάδα που λέει δημόσια, προφορικά και γραπτά, ότι στοχεύει στην «αποκάθαρση του αίματος» αλλά και την «αποκάθαρση της κοινωνίας», από τους πολιτικούς που είναι «προδότες», τους αριστερούς που είναι «ερυθρά σκουπίδια», τους δημοσιογράφους κ.ο.κ. Μια ομάδα που δεν περιορίζεται καν στην προτροπή στη βία αλλά επί χρόνια ασκεί δολοφονική βία ενάντια σε μετανάστες και πολιτικούς της αντιπάλους, και ανενδοίαστα ασκεί αντιποίηση αρχής και αυτοδικία με βάση τη ναζιστική πολιτική θεωρία: «υπεράνω όλων είναι το συμφέρον της φυλής και του έθνους και μπροστά σ’ αυτό το συμφέρον πρέπει να κάμπτονται οι νόμοι του κράτους». Τέλος μια ομάδα με πολιτικό σχέδιο μια πολιτεία όπου θα ισχύει «ο νόμος της φύσης», ότι «οι αδύναμοι δεν έχουν θέση», κι ακόμα πιο ξεκάθαρα μια κοινωνία όπου θα κυβερνάει «ο αγνός, αφελής και βίαιος άνθρωπος του μύθου και των ενστίκτων»[19].
Είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη να αντιδράσουν με βάση τους νόμους οι αρμόδιοι θεσμοί και οι κρατικοί υπεύθυνοι προτού είναι αργά. Εξίσου ζωτικής σημασίας ωστόσο είναι να μην κρύβουν εξαιτίας της κρίσης οι πολίτες το κεφάλι στην άμμο απέναντι στη ναζιστική απειλή, που δεν δικαιολογεί καμία παρανόηση, η απειλή είναι ανατριχιαστικά ξεκάθαρη, οι χρυσαυγίτες κραυγάζουν ότι «θα» μετατρέψουν την κοινωνία σε αγέλη: «θα» την κυβερνάει με τα «ένστικτα» ένα ον «αγνό, αφελές και βίαιο»…

[1] Μαρκ Μαζάουερ, «Μια νέα εποχή των άκρων; Ιστορικοί στοχασμοί για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης», ARB, τχ. 39, Απρίλιος 2013, σ. 56-62, σημ. 7.
[2] Η Μαύρη βίβλος…, σ. 13.
[3] Δ. Ψαρράς, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη: Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
[4] Η Μαύρη βίβλος…, σ. 31.
[5] Ό.π., σ. 30.
[6] Ό.π., κεφ. 3: «Μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου (Η Χρυσή Αυγή και η Νεολαία ΕΠΕΝ, 1981-1985)», σ. 35 κ.ε.
[7] Ό.π., σ. 30.
[8] Ό.π., σ. 40.
[9] Ό.π., σ. 40-41.
[10] Ό.π., σ. 93.
[11] Ό.π., σ. 79, 80, 81 και 80.
[12] Ό.π., σ. 71.
[13] Ό.π., σ. 40.
[14] Ό.π., σ. 39.
[15] Ό.π., για τις επιθέσεις τη δεκαετία του 1990, βλ. σ. 84-87, με την επισήμανση του συγγραφέα: «Αυτός ο κατάλογος περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις που καταγγέλθηκαν ως δράστες Χρυσαυγίτες (γνωστοί ή άγνωστοι) από τα θύματά τους. Δεν αναφέρονται δηλαδή δεκάδες άλλες περιπτώσεις φασιστικών επιθέσεων». Για αργότερα, σ. 118-140 και για την περίοδο μετά την είσοδο της ΧΑ στη Βουλή, κεφ. 17: «Πογκρόμ και λυντσάρισμα», σ. 415 κ.ε.
[16] Ό.π., σ. 214-215.
[17] Ό.π., σ. 21-22 και 96 κ.ε. Για τις περιπτώσεις μελών της ΧΑ που καταδικάστηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια την περίοδο μεταξύ 2002 και 2009 καθώς και για σχετικές δίκες που εκκρεμούν, βλ. σ. 165-176.
[18] Ό.π., σ. 32.
[19] Ό.π., η μία φράση είναι από τη σ. 93, η δεύτερη αναφέρεται παραπάνω στη σημ. 14.

©ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ / The Athens Review of Books 


ARB τεύχος 40
Ευχαριστούμε την ARB για την παραχώρηση

Αφροδίτη Λυμπέρη, Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης -ποίηση

(ποιήματα από τη συλλογή)
Ηνίοχος

Μαστιγώνεις το άπιαστο
με πόθους από ερείπια.
Μοιράζεις μελανιές στις κόρες
που ορέγονται
τους αρρενωπούς σου αντίχειρες.
Με βασκανίες
διαλέγεις
εξιλαστήριο θήραμα.
Φετιχιστής του ομφαλού
κυκλώνεις το σύμπαν.

Σαδιστή
πότε θα στο πούνε;
Ανώφελο το κάλλος
αν δεν υπάρχει άλλος
αν δεν υπάρχει
να το ξορκίσει.

***
 
Επεισόδιο

Σέρνεις το σανδάλι στο μάρμαρο.
Αργά.
Κάθε σου βήμα χάδι στα μάγουλα των δούλων.
Με το χέρι σου σκάβεις μύθους
φυτεύεις τον χιτώνα σου.
Λιοστάσια πλέξαν στον αργαλειό
τις μπούκλες σου.
Κοιτάς τον χρησμό σου να σκηνοθετεί
κι εσύ γράφεις υπότιτλους
από μέλανα ζωμό.
Ταξιθέτης στους τυφλούς κίονες
ορίζεις τις μέρες σου
βγαίνοντας απ΄την ωραία πύλη.

***
 
Rec-vie-M

——————-Μοιάζω να’χω σώμα μέλισσας
———–με κίτρινο κάλυπτα τ’άσπρα μαλλιά
—————-τα γδαρμένα γόνατα με μαύρο
——–Κυνηγούσα τις απολαύσεις με μανία.
——Λάτρεψα την αναρρίχηση στους μίσχους
—————-σιχάθηκα τ’ανυπόμονα μπουμπούκια.
————–Δε με συγκίνησε ποτέ το μέλι.
—————–Άλλες γεννιούνται για μανάδες
—————–κι άλλες για φτερωτές μοιχαλίδες.
————–Ρουφώντας το κεντρί της μοναξιάς
—————δηλητηρίαζα ερωτικά τα μάτια
——που γλεντούσαν με αλκοολούχο μίσος.
—————-Και τώρα εγώ νεκρικά μυστηριώδης
———————-ανοίγω δειλά την μπαλκονόπορτα
——————-και πορεύομαι ξανά μετέωρη

c’est la vie
αυτό να γραφεί
στην τελευταία μου κηρήθρα.

Είπαν
πως κάποιος είχε πατήσει το rec στο μαγνητόφωνο
για να καταγράψει την Iεροτελεστία της Άνοιξης.
Μάταια.

Ένας μονόλογος κι ένα νανούρισμα
μόνο ακουγόταν για άγρια παιδιά
κι ευαίσθητα θηρία.
Τραγούδι από πληγωμένες κεραίες
και βραχυκυκλωμένα φτερά
που σέρνονται σε περαστικές ρόδες τυχαίων αμαξιών.

***

©Αφροδίτη Λυμπέρη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Het Overijsche Huisje» 2010

***


Αφροδίτη Λυμπέρη
Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης
Εκδόσεις Θράκα

Η Αφροδίτη Λυμπέρη γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Είναι τελειόφοιτη του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Παράλληλα,έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ποίησης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. με τον Στρατή Πασχάλη και του Νεανικού Εργαστηρίου Ποίησης “Τάκη Σινόπουλου” με την Τασούλα Καραγεωργίου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά ποίησης.Πρόκειται για την πρώτη της ποιητική συλλογή.

Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013 Τα τραγούδια -Παρουσίαση

1963-2013. Πενήντα χρόνια τραγούδια. Μια έκδοση με τους στίχους των τραγουδιών που έγραψε ο ποιητής Μάνος Ελευθερίου, μελοποίησαν σημαντικοί παλαιότεροι και νέοι συνθέτες κι ερμήνευσαν αγαπημένοι τραγουδιστές. Λόγια που τραγουδήσαμε, που τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται.

Ο IANOS και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των στίχων του Μάνου Ελευθερίου

Τα τραγούδια την Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013, στις 8:30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο IANOS (Σταδίου 24, Αθήνα).

O Μάνος Ελευθερίου γιορτάζει 50 χρόνια με στίχους και τραγούδια που αγαπήσαμε.

Για το βιβλίο και τον δημιουργό θα μιλήσουν ο κύριος Νίκος Κωνσταντόπουλος και η κυρία Άννα Νταλάρα.

Στίχους του Μάνου Ελευθερίου θα διαβάσουν σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

1963-2013. Πενήντα χρόνια τραγούδια. Οι στίχοι των τραγουδιών που έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου, μελοποίησαν σημαντικοί παλαιότεροι και νέοι συνθέτες κι ερμήνευσαν αγαπημένοι τραγουδιστές.
«Το παλικάρι έχει καημό», «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», «Άλλος για Χίο τράβηξε», «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», «Κάτω απ’ τη μαρκίζα», «Ναύτης βγήκε στη στεριά», «Παραπονεμένα λόγια», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» κι αμέτρητα άλλα τραγούδια που, όπως όλα τα σπουδαία έργα, κερδίζουν με τον καιρό τη μεγαλύτερη αναγνώριση, περνώντας στον χώρο της ανωνυμίας των δημιουργών τους, σαν τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια.
Γιατί από εκεί, από τα ηρωικά δημοτικά τραγούδια και τ’ αθάνατα λαϊκά, έρχεται ως στιχουργός ο Μάνος Ελευθερίου. Ένας άνθρωπος που μας έμαθε να τραγουδάμε τα «Μαλαματένια λόγια», «Του Κάτω Κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια», «Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά», «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» και «Στων αγγέλων τα μπουζούκια». Λόγια που τραγουδήσαμε, που τραγουδιούνται και θα τραγουδιούνται.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ

Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, τόμους με πεζά, λευκώματα και τέσσερις τόμους για το «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ό αιώνα, 1901-1921», καθώς και την ανθολογία Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004) και το χρονικό Μαύρα μάτια: Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία τα χρόνια 1905-1920 (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2013). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του O καιρός των χρυσανθέμων (METAIXMIO, 2004). Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους έλληνες συνθέτες. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές (2006), Άνθρωπος στο πηγάδι (2008), καθώς και η συλλογή διηγημάτων του Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ (2007). Επίσης το φθινόπωρο του 2010 κυκλοφόρησαν η ποιητική του συλλογή Ο νοητός λύκος καθώς και ο θεατρικός μονόλογος Ο γέρος χορευτής.

Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα

Εκδόσεις Τόπος
Επιμέλεια: Θανάσης Θ. Νιάρχος
Πρόλογος: Βασίλης Παπαβασιλείου – Δηώ Καγγελάρη

Σελ.: 288 • Σχήμα: 17×24
ISBN: 978-960-499-088-7 • Τιμή: 19,00€
1η έκδοση: Νοέμβριος 2013

Το θέατρο έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των νεοελλήνων. Το ίδιο η ζωή και η εργασία των σκηνοθετών. Είτε συζητάμε για μεγαλοφυείς και αριστουργηματικές παραστάσεις είτε για παταγώδεις αποτυχίες, ο σκηνοθέτης θεωρείται ο κατ’ εξοχήν πρωταγωνιστής και ο σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνος για την επιτυχία ή την αποτυχία. Θα έλεγε κανείς ότι η «μοίρα» του θεάτρου στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη των σκηνοθετών. Πασίγνωστοι, απλώς γνωστοί ή άγνωστοι στο ευρύ κοινό, σπουδαγμένοι, με καριέρες συχνά ακαδημαϊκές, ή εμπειροτέχνες, άλλοτε ηθοποιοί που μεταπήδησαν στην σκηνοθεσία, ή παρέμειναν και στον χώρο της υποκριτικής, οι σκηνοθέτες παραμένουν ο θεμέλιος λίθος, που πάνω του οικοδομήθηκε το νεοελληνικό θέατρο.
Ο τόμος Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα αποσκοπεί ακριβώς να καλύψει το μεγάλο κενό που υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία σε σχέση με την καλλιτεχνική και επιστημονική κωδικοποίηση του επαγγέλματος του σκηνοθέτη. Με κείμενα άλλοτε προσωπικά και άλλοτε θεωρητικής υφής, πάντοτε όμως συγκινημένα και τρυφερά, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, θεωρητικοί του θεάτρου, επιχειρούν να μας γνωρίσουν δημιουργούς που το χνάρι τους παραμένει τόσο βαθύ όσο το αντίστοιχο ενός συγγραφέα ή ενός ζωγράφου. Με γνώμονα τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Δικαιοσύνη. Κανείς δεν τους θυμάται», ο τόμος Έλληνες σκηνοθέτες του 20ού αιώνα φιλοδοξεί να αποτελέσει μια κιβωτό. Ώστε μαζί με τα ονόματα και την ύπαρξη γνωστών σκηνοθετών όπως οι Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Φώτος Πολίτης, Κάρολος Κουν, Δημήτρης Ροντήρης, Αλέξης Μινωτής, Αλέξης Σολομός, Μίνως Βολανάκης, Ανδρέας Βουτσινάς, να διασωθούν από τον κατακλυσμό των επερχόμενων καιρών και σκηνοθέτες μικρότερης ενδεχομένως εμβέλειας, αλλά με τεράστιας σημασίας προσφορά. Όλοι μαζί, σκηνοθέτες διάσημοι, απλώς γνωστοί ή άλλοι που ο χρόνος κατέστησε, χωρίς να το αξίζουν, σχεδόν αφανείς, συγκροτούν αυτόν τον ολάνθιστο κήπο, παρηγορία σε μια εποχή που χαρακτηρίζει ορισμένη ξηρασία.

Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται κείμενα για τους σκηνοθέτες:
Θωμά Οικονόμου, Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, Βασίλη Ρώτα, Φώτο Πολίτη, Λίνο Καρζή, Δημήτρη Ροντήρη, Αλέξη Μινωτή, Κώστα Μουσούρη, Σωκράτη Καραντινό, Πέλο Κατσέλη, Κάρολο Κουν, Δημήτρη Μυράτ, Τάκη Μουζενίδη, Τίτο Φαρμάκη, Γιάννη Τσαρούχη, Μήτσο Λυγίζο, Κυριαζή Χαρατσάρη, Κωστή Μιχαηλίδη, Γιώργο Σεβαστίκογλου, Λυκούργο Καλλέργη, Αλέξη Σολομό, Μάριο Πλωρίτη, Μιχάλη Κακογιάννη, Νίκο Χατζίσκο, Κωστή Λειβαδέα, Χρήστο Βαχλιώτη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Μίνω Βολανάκη, Γιώργο Λαζάνη, Κώστα Μπάκα, Αντρέα Βουτσινά, Μίμη Κουγιουμτζή, Δημήτρη Ποταμίτη, Λευτέρη Βογιατζή.

Σωτήρης Γάκος, «Επί σκηνής» -παρουσίαση

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Επί σκηνής» του Σωτήρη Γάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica

Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνουμε και σας προσκαλούμε στην παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής «Επί σκηνής» της Σωτήρη Γάκου που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013 στις 19:00 στο Καφενείο «το Λουξ» Ολύμπου 83 στη Θεσσαλονίκη.

Για τον συγγραφέα και το έργο του θα μιλήσουν:

  • η Δώρα Κασκάλη συγγραφέας, ποιήτρια
  • και η Αναστασία Γκίτση, ποιήτρια

Το βιβλίο:
Αυτή η μικρή ποιητική συλλογή του Σωτήρη Γάκου περιλαμβάνει 32 ποιήματα για το θέατρο τον ηθοποιό, την σκηνή, τα παρασκήνια και τους θεατές.
Ποίηση για το θέατρο, αλλά και για τη ζωή που πολλές φορές μπερδεύονται στα μάτια των ηθοποιών, των θεατών και των ανθρώπων. Μια ποιητική συλλογή που υποδόρια προσπαθεί να μας υπενθυμίσει, αν μη τι άλλο, ότι η ζωή είναι μια παράσταση, η δική μας παράσταση, ή ότι το θέατρο δεν αντιγράφει τη ζωή αλλά έχει μια αυτόνομη ζωή που πρέπει να ανακαλύψουμε.
Μια ποιητική συλλογή με 23 ποιήματα που συνοδεύονται από 4 θεατρικά σκίτσα του Χάρη Παπαπέτρου.

Ο συγγραφέας:
Ο Σωτήρης Γάκος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980, όπου και ζει. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. στην κατεύθυνση Γενικής & Συγκριτικής Γραμματολογίας. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι αρχισυντάκτης του ηλεκτρονικού περιοδικού «I act cultural e – magazine» και μέλος της Ομάδας Καλλιτεχνών SourLiBoom.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ
Είναι δύσκολο να ζήσεις το διαφορετικό
εκείνο που δεν έμαθες ακόμα, εκείνο που δεν ένιωσες.
Πρόβα στις ζωές των άλλων δεν έμαθα να κάνω.
Είναι σκληρό να πονάς για άλλους μέσα από σένα!
Είναι οδυνηρό να γελάς για άλλους κι όχι για σένα!
«Σαρξ εκ της σαρκός μου».
Κι οι λέξεις γίνονται δικές μου. Δεν υπάρχει ρόλος.
Τα ψέματα τελείωσαν, «η παράσταση αρχίζει».

Η ΑΦΙΣΑ
Κολλάω τη ζωή μου πάνω σε τοίχους
πάνω σε μια κόλλα ιλουστρασιόν
τετραχρωμία σε μεγάλη διάσταση.
Η διαφήμισή μου επαφίεται στη θέληση του κάθε αφεντικού,
της κάθε σερβιτόρας.
Ντελάλης των ονείρων μου, ο κανένας.
Ένα φύλλο χαρτί μόνο φωνάζει:
«Έλα να με δεις που κλαίω, που γελώ, που γεννιέμαι και πεθαίνω».
Ένα σαββατοκύριακο γεμάτο υποσχέσεις στη συγκεκριμένη πάντα ώρα!
Όνειρο ήταν, πάει. και πάλι αναμονή,
αβέβαιο μέλλον γεμάτο αισιόδοξη ανεργία.

ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ
Μη! Μη σβήνετε τα φώτα!
Ξέχασα κάπου τον εαυτό μου,
πίσω από ένα κουστούμι
και τώρα το σώμα αναζητά την ψυχή μου.
Μη! Μην αφήνετε το χειροκρότημά σας.
Εγώ ζω για την τρομακτική αναμονή το

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Οι Μπούντενμπροκς του Τόμας Μαν

Τόμας Μαν, εκδ. Οδυσσέας, μτφ. Τούλα Σιέτη.

«Δεν υπάρχουν υποκείμενα… κάθε υποκείμενο είναι εκπρόσωπος ενός ολόκληρου είδους«.
Γκαίτε

 

Τι το κοινό

έχουν μυθιστορήματα σαν το Paradiso του Λίμα, το Middlemarchτης Έλιοτ, το Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ, τον Οδυσσέα του Τζόυς, τοΘάνατο του Βιργιλίου του Μπροχ, το Ζοφερό οίκο του Ντίκενς και τους Μπούντενμπροκς του Μαν; Η προφανής απάντηση είναι ότι πιάνουν απίστευτο χώρο σε μια βιβλιοθήκη αφού ξεπερνούν τις 800 σελίδες το καθένα, είναι υπεύθυνα για τη μη αναστρέψιμη κυρτότητα των ραφιών της καθώς και για την γκρίνια που προκαλεί η έλλειψη ελεύθερου χώρου στο σπίτι ενός βιβλιόφιλου…

 Πάντα αναρωτιόμουνα γιατί τα περισσότερα μυθιστορήματα απ’ αυτά που θεωρούνται αριστουργήματα είναι τόσο ογκώδη, λες και η ποιότητά τους εξαρτάται από την ποσότητα των λέξεων που περιέχουν. Ενώ το λιλιπούτειο Πέδρο Πάραμο, δεκάρι με τα όλα του, που βρίσκεται απομονωμένο σε κάποια αδιευκρίνιστη γωνιά της βιβλιοθήκης μου, θα έδειχνε τόσο λίγο πλάι τους. Μήπως γιατί η περιπλάνηση σε ένα δάσος μου φαίνεται πιο γοητευτική από μια βόλτα σε έναν κήπο, όσο εξαίσιος κι αν είναι αυτός; Ή μήπως γιατί με έλκουν τα μυθιστορήματα-εγκυκλοπαίδειες, στα οποία προσδοκώ να βρω απαντήσεις για ένα σωρό ερωτήματα;
  «Οι Μπούντενμπροκς» είναι η ιστορία μιας ισχυρής και παραδοσιακής οικογένειας της Λυβέκης, που αρχίζει στα 1835 με τον γέρο Γιόχαν Μπούντενμπροκ και τελειώνει με τον Χάννο, τον δισέγγονό του στα 1877. Στην ουσία όμως η αφήγηση επικεντρώνεται στα τρία εγγόνια του Γιόχαν: τον Τόμας, που αναλαμβάνει τα ηνία της εμπορικής φίρμας της οικογένειας, τον Κρίστιαν και την Τόνυ. Ο Τόμας Μαν μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την οικονομική, τη φυσική και την πνευματική παρακμή τους. Παρόλο που θεωρητικά είχαν όλες τις δυνατότητες να ευτυχήσουν κανείς τους δεν τα κατάφερε. Ούτε αυτοί που θυσίασαν τις επιθυμίες τους για χάρη του ονόματος που έφεραν αλλά ούτε αυτοί που δεν το έκαναν. Θα έλεγε κανείς ότι τους εμπόδιζε μια ανώτερη δύναμη ή μάλλον γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η παρακμή ενός ατόμου είναι συνέπεια μιας κοινωνικής και ιστορικής παρακμής καθώς αντιστοιχεί στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όλες οι προσπάθειες του Τόμας Μπούντενμπροκ, τέκνου μιας άλλης εποχής, να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα της οικονομικής ανάπτυξης είναι μάταιες και τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Η εποχή των οικογενειακών εταιριών με ηθικούς κώδικες και μέριμνα για τα κοινά είχε παρέλθει. Οι πολίτες της Βασίλισσας του Χάνζε, της πόλης-κράτους Λυβέκης, έδιναν τη θέση τους στους αδίστακτους Γερμανούς αστούς του τέλους του 19ου αιώνα.
«Εμείς, αγαπημένη μου κόρη, δεν γεννηθήκαμε γι’ αυτό που, μυωπικά βλέποντας, θεωρούμε ότι αποτελεί τη δική μας, μικρή, προσωπική ευτυχία, γιατί δεν είμαστε ξεκομμένα, ανεξάρτητα, μεμονωμένα όντα που υπάρχουν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά οι κρίκοι μιας αλυσίδας, και θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξή μας, αυτή η μορφή ύπαρξής μας, δίχως τη σειρά όλων εκείνων που προηγήθηκαν και που μας έδειξαν το δρόμο, ακολουθώντας κι αυτοί με τη σειρά τους μια δοκιμασμένη και άξια σεβασμού παράδοση με αυστηρότητα και δίχως παρεκκλίσεις«.
  Ο Τόμας Μαν, γόνος μιας αντίστοιχης οικογένειας της Λυβέκης, χρησιμοποιώντας τον ρεαλισμό του ως «καθρέφτη της ζωής», μας παραδίδει μοναδικά πορτρέτα χαρακτήρων συνθέτοντας μια ολοζώντανη τοιχογραφία εκείνης της εποχής. Όλα κυλούν τόσο φυσικά, τόσο αβίαστα, που έχεις την αίσθηση ότι τίποτα δε θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, αμέτρητοι συμβιβασμοί χάριν του καθήκοντος και της οικογενειακής φίρμας και οικογενειακές συγκρούσεις περιγράφονται χωρίς την παραμικρή παραχώρηση στο ρομαντισμό ή στην κοινοτοπία.
  Το κύριο αφηγηματικό όπλο του Μαν είναι η λεπτή του ειρωνεία. Μια ειρωνεία μοναδική, που λειτουργεί ως φίλτρο μέσα απ’ το οποίο περνάει όλη του η αφήγηση. Έτσι ο Γερμανός δημιουργός καταφέρνει να διατηρεί αποστάσεις απ’ όλους τους χαρακτήρες του, ενισχύοντας την αντικειμενικότητα της αφήγησης ενώ ο αναγνώστης τους γνωρίζει μέσα από τις αντιφάσεις τους. Δεν υπάρχουν θετικοί ή αρνητικοί χαρακτήρες. Όλοι τους είναι απλά άνθρωποι.
  «Οι Μπούντενμπροκς» είναι για μένα ο ορισμός του μυθιστορήματος. Στέρεο, ακλόνητο, κλασικό σαν τα παλιά κτήρια της Λυβέκης. Φτιαγμένο να διαρκέσει αιώνια. Ο Φώκνερ το είχε χαρακτηρίσει ως το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Γνωρίζοντας όμως και την μάλλον αντίθετη άποψή του για τον»Οδυσσέα» θα αναφωνούσα: Ζήτω ο ορισμός αλλά ζήτω και η εξαίρεσή του!
«_Μα τι τρέχει Τομ; Θα ‘πρεπε να ήσουν χαρούμενος! Όλα πάνε καλά. Εδώ σεργιανάμε στον κήπο σου και όλα μοσχοβολάνε. Εκεί είναι το καινούριο σπίτι σου, ένα σπίτι όνειρο. Όλα αυτά εσύ τα κατάφερες…
_Ναι, είναι σχεδόν παραπάνω απ’ όσο πρέπει ωραίο, Τόνυ. Μού δίνει μεγάλη χαρά η προοπτική όλων αυτών, όμως η προκαταβολική αυτή χαρά ήταν, όπως πάντα, το καλύτερο, γιατί το καλό έρχεται πάντα πολύ αργά, ολοκληρώνεται πάντα πολύ αργά, όταν πια δεν μπορείς να το χαρείς σωστά… Τι είναι επιτυχία; Μια μυστική, απερίγραπτη δύναμη, περίσκεψη, ετοιμότητα… η συνείδηση ότι ασκώ απλά και μόνο με την ύπαρξή μου κάποια πίεση στις κινήσεις της ζωής γύρω μου… Η πίστη ότι χειραγωγείται η ζωή προς όφελός μου… Ευτυχία και επιτυχία βρίσκονται μέσα μας. Πρέπει να τις κρατήσουμε:γερά, βαθιά… Βλέπεις, Τόνυ… Ξέρω ότι συχνά τα εξωτερικά, ορατά και απτά γνωρίσματα και σύμβολα της ευτυχίας και της ανόδου εμφανίζονται τότε όταν στην πραγματικότητα έχουν πάρει όλα πάλι την κατιούσα. Αυτά τα εξωτερικά γνωρίσματα χρειάζονται χρόνο μέχρι να φτάσουν, όπως το φως ενός αστεριού σαν κι αυτά κει ψηλά, που δεν ξέρουμε, όταν ακτινοβολεί φωτεινότατο, αν ετοιμάζεται να σβήσει ή αν είναι ήδη σβησμένο..

*

Τόμας Μαν  
Οι Μπούντενμπροκς 
Εκδόσεις Οδυσσέας
μτφ. Τούλα Σιέτη

*

©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου

Δημήτρης Φύσσας, «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

Χρονογράφος μεγάλου αναστήματος

(Αναδημοσίευση) Κριτική του συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα στην Athens Voice

Για το βιβλίο «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

H

χρονογραφία είναι είδος με μακρά παράδοση στον ελληνικό Τύπο. Αφήνοντας στην άκρη τους έμμετρους, καθώς ο Σουρής, το μυαλό μας πάει, βέβαια, αρχικά στους πούρους χρονογράφους, που έγραψαν χρονογραφήματα κι έμειναν πιστοί πλήρως ή σχεδόν πλήρως σ΄ αυτά, όπως ο Σταμ. Σταμ. ή ο Παλαιολόγος. Υπάρχουν σπουδαίοι συγγραφείς που έχουν διαπρέψει στο χρονογράφημα (Κονδυλάκης, Νιρβάνας κλπ), ενώ ορισμένα διηγήματα άλλων ρέπουν τόσο πολύ προς το είδος, ώστε είναι αρκετό δύσκολο να ξεχωριστούν απ΄ αυτό (π.χ. Μητσάκης, Ροϊδης, Παπαδιαμάντης κλπ). Υπάρχουν κι άλλοι που ενώ είναι αφόρητοι ως συγγραφείς, είναι μια χαρά ως χρονογράφοι, με πρώτο το Μελά. Υπάρχουν φυσικά και όσοι ξεκίνησαν χρονογραφώντας, για να περάσουν αργότερα στην πεζογραφία (Γερμανός), το θέατρο (Παπαδούκας) ή αλλά είδη (Στεφανοπούλου). Υπάρχουν και οι all around, όπως ο Ψαθάς ή η Βλάχου. Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται αναφορές κάποιας ηλικίας, στους σύγχρονούς μας θα μπορούσα ν΄ αναφέρω τη Δαμιανίδη ή το Μανταίο. Κι όλα αυτά ενδεικτικά, οι καλλιεργητές του είδους είναι πολλοί και καλοί, ενίοτε δε η χρονογραφική τους ιδιότητα είναι επιμελώς υποφωτισμένη (Ψυχογιός, Θεοδωρόπουλος, Χωμενίδης, Τριανταφύλλου, Ζαχαριάδης, Παπαδάκη, Γιαννακίδης κλπ).

 

Πολλές βαριάντες έχουν εμφανιστεί, αλλά η κεντρική συνταγή παραμένει, εκατόν τόσα χρόνια και βάλε, η ίδια: ολίγη από επικαιρότητα, λοξός σχολιασμός της, φευγαλέα δοκιμιακότητα, χιούμορ, πικρόχολη διάθεση, πυκνότητα γραφής, αυτοσαρκασμός, εύρος γνώσεων, αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος (το τελευταίο το δυσκολότερο απ΄ όλα). Κι όλα αυτά γιατί; Για να σκάσει στην καλύτερη περίπτωση ένα χαμογελάκι ή για να κάνει μια φευγαλέα καινούργια σκέψη ένας, πιθανότατα κακοδιάθετος ή τζαναμπέτης, αναγνώστης. Αχάριστο είδος το χρονογράφημα, ξέρει ότι δεν πρόκειται να γράψει ιστορία, σαν το κύριο άρθρο, έχει όμως την αξίωση να το θυμούνται περισσότερο από το μικρό σχόλιο. Γι΄ αυτό και το δυσκολότερο, ίσως, στη δημοσιογραφία. Γι΄ αυτό και η στήλη του χηρεύει σε πολλά μίντια.
Έχοντας χωνέψει καλά όλα τα παραπάνω στοιχεία, η Ρούλα Γεωργακοπούλου χρονογραφεί από χρόνια στα «Νέα» και τον «Ταχυδρόμο». Τώρα, η Ρ.Γ. (που να το γράφεις όλο!), πολύ καλά έκανε κι έβγαλε μια ανθολογία 200 περίπου κομματιών της σε βιβλίο, σε μη χρονολογική σειρά για να μη δείχνει, όπως λέει η ίδια «την όποια εξέλιξη της». Καλλιεργώντας το δύσκολο αυτό είδος, η Ρ.Γ. ταυτόχρονα το ανανεώνει, προσφέροντας τα εξής νέα στοιχεία τουλάχιστον:
Α. Σουρεαλίζουσα διάθεση, που φαίνεται στις αναπάντεχες, αλά αυτόματη γραφή συνειρμικές συνδέσεις της
Β. Πλήθος λογοτεχνικών, ιστορικών, θεατρικών, κινηματογραφικών, πολιτικών μουσικών, αθλητικών, (ημι)επιστημονικών κλπ αναφορών, για όποιον θέλει να εμβαθύνει λίγο περισσότερο
Γ. Άριστη χρήση της αναλογίας και της παραβολής, τόσο, που καμιά φορά χρειάζεται δεύτερο και τρίτο διάβασμα για να είσαι σίγουρος ποιο σημείο της επικαιρότητας κατακρεουργείται (ή έστω σχολιάζεται κάθε φορά)
Δ. Κίνηση σε όλο το εύρος της ελληνική γλώσσας, από τις λαϊκότερες μέχρι τις λογιότερες εκφράσεις της
Ε. Συνήθως, μπόνους για το τέλος, σα δώρο και ταυτόχρονα σαν κατακεφαλιά στον αδημονούντα αναγνώστη, το ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο του σχολιασμού
ΣΤ. Ιδανική τιτλοφόρηση. Ιδού ένα απάνθισμα τίτλων: «Ανδρός πεσούσης», «Σουτιέν περίπτωση», «Για μια φέτα καλοριφέρ, ξεροψημένη», «Γιατρέ μου, θα ζήσω; », « Νιψονανομηματαμημονανόψιν», «Στενογραφία ή θάνατος», «Και ο Θεός έπλασε την Κάστερ Σεμένια», «Κλινήρης και φρουρούμενος», «Όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) », «Στων Καννών την ολόμαυρη ράχη», «Επιστροφή στους μεντρεσέδες», «Το καριοφίλι, μάνα μου», «Puttana industriale, «Από τον Τζιμπούρ στον Πετσάλνικο», «Άντρες στον ένατο μήνα», «Σου βάζω δύσκολα, μα σκέψου πόσα πέρασα», «Η θανάσιμη αγωνία του Τσετίν Μάντατζη, «Ευτυχισμένο το 2051! », «Κλινοφιλία», «Ζεράρ λυόμενος», «Πες στην αδρεναλίνη, ακόμα την ψάχνω», «Φύλακες στη σίκαλη, μόνοι σας τώρα», « Κοιµήθηκε, πέθανε ή τα κακάρωσε;» «Στο Μπελμόν, αδελφές μου, στο Μπελμόν», « Στον όγδοο ουρανό», «Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου», «Πρόσεχε πού πατάς», «Χτύπα κι άλλο», «Ιστορίες του WC», «Tελευταίο ταγκό στο Παγκράτι», «Τo καρτέλ της γομολάστιχας», «Εγώ, ο κλώνος», «Η σέχτα της σελινόριζας», «Δεν είσαι καθόλου εντάξει» (ρίξτε μια δεύτερη ματιά στους παραπάνω, επιλεγμένους από μένα τίτλους- σε συνάρτηση με τα παραπάνω πέντε σημεία που επισήμανα).
Και τώρα, μετά από τούτη τη μακρά προεξαγγελτική παράθεση, το κυρίως πιάτο: Μια επιλογή ελάχιστων, οχτώ μονάχα, από τα περίπου 200, εξαιρετικά χρονογραφήματα της λαμπρής συναδέλφισσας:

 

«Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013

1. Μας πήραν το Παγκράτι

Όταν σφίγγουν τα πράγματα καταφεύγω στις αναμνήσεις της μάνας μου από την Κατοχή. Πολύ κακώς δεν έδινα σημασία τότε που τα είχε πιο πρόσφατα και μπορούσα να την τσεκάρω. Τώρα είμαι υποχρεωμένη να δεχτώ τη δική της στρογγυλεμένη εκδοχή ότι, και καλά, πέρασε μια φυματίωση στο πόδι κουτρουβαλώντας με τις τακουνάρες της από τα υψίπεδα του Παγκρατίου στη Λυρική και επέστρεφε από εκεί ποδαράτα, τραγουδώντας στη διαπασών.
Αυτά σκεφτόμουν την Κυριακή το βράδυ, όταν έβγαινα από το Θέατρο Ολύμπια με την άρια «Una furtiva lagrima» ακόμη στα αυτιά μου και τη νέα αθλιότητα της Αθήνας να περφορμάρει μπροστά στα μάτια μου. Πόσο ανόητη υπήρξα που δεν εκτίμησα, στον καιρό μου, την προωθητική δύναμη των ψηλοτάκουνων;
Ανέβηκα στο Παγκράτι με ταξί κι άρχισα να ψάχνω σαν μανιακή στα ορεινά της βιβλιοθήκης μου. Πολύ κακώς είχα διαβάσει στεγνά λογοτεχνικά τον «Κουτσό Άγγελο» του Αλέξη Πανσέληνου. Η μετάκληση του φοβερού Γερμανού μαέστρου Μπόντο Φρόμπεργκερ που είχε έρθει να διευθύνει τον «Χρυσό του Ρήνου» στην παγωμένη αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με μουσικούς και πριμαντόνες στα πρόθυρα της ασιτίας, είχε αρχίσει κιόλας να δουλεύει μέσα μου. Αύριο, το πολύ μεθαύριο, θα πάω να αγοράσω και τις γόβες. 26.10.2011
2. Σταδίου 23
Θέλω να δω τους δύο που κατηγορούνται για τη Marfin. Δεν θέλω να τους ακούσω. Να τους δω θέλω μόνο. Να μπω στο νόημα, να καταλάβω. Έχουν μάτια, μύτη, χείλη, αυτιά, κούτελο; Περπατούν, κάθονται, χειρονομούν, χασμουριούνται όπως εγώ, εσείς και οι άλλοι; Μακραίνουν τα νύχια τους και τα μαλλιά τους; Τρώνε, κοιμούνται, βήχουν, φταρνίζονται, αποπατούν; Έχουν τις ίδιες λειτουργίες με τον κοινό ανθρώπινο οργανισμό ή παίζει τίποτα αλλιώτικο; Το τεκμήριο της αθωότητας θα το σεβαστώ οπωσδήποτε, όπως άλλωστε έχω σκοπό να σεβαστώ και αυτούς που θα μαζευτούν να τους αθωώσουν διά βοής έξω από τα δικαστήρια. Θα σεβαστώ ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πειστεί η έδρα και τελικά τους αφήσει να φύγουν λόγω αμφιβολιών ή λόγω παρέλευσης του δεκαοκτάμηνου προφυλάκισης όπως ορίζει ο νόμος. Τι άλλο να κάνω; Η Δημοκρατία, για μένα, είναι πόλεμος. Πόλεμος κατά του κακού, του μοχθηρού, του βάρβαρου, του πρωτόγονου που έχω μέσα μου. Θα καθίσω λοιπόν στ’ αυγά μου, προσεκτικά να μην τα σπάσω, και θα περιμένω να τους δω σιγοτραγουδώντας τον προσωπικό μου εφιάλτη: «Ανέβηκα σ’ ένα βουνό και είδα ένα γαϊδούρι/ το κοίταζα με κοίταζε/ και μου ‘μοιαζε στη μούρη».
Έχω κι άλλα χιτάκια εσωτερικής χρήσεως αλλά δεν πρόκειται να σας τα τραγουδήσω εδώ, όλα μαζεμένα. Θα συμπληρώσω απλώς το παραπάνω: «Γω-γω, συ-συ, τα φυλάς εσύ». Μόνοι σας τώρα. 1.2.2013
 
3. Αγγέλω, η βασίλισσα της κερκίδας
Τις αθώες εποχές, τότε που ο Μπέος και ο Κούγιας δεν ήταν ακόμη σελέμπριτι της μπάλας, η Αγγέλω ήταν η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της Μαύρης Θύελλας. Μες στο τεράστιο σώμα της είχε μια αθώα καρδιά που χτυπούσε κάθε Κυριακή μεσημεράκι για τη «σκληρή» νότια κερκίδα του Π.Σ. Καλαμάτα. Η Αγγέλω Σμυρνιού, εργάτρια στου Καρέλια, πέθανε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 64 ετών. Έφηβη ακόμη ξεσήκωνε με τις διονυσιακές ατάκες της την τοπική ομάδα του Απόλλωνα, η οποία εξέφραζε το συντηρητικό κομμάτι της καλαματιανής κοινωνίας. Από το 1967, όταν ο Απόλλων συνενώθηκε με την αριστερή ομάδα της πόλης, τα θρυλικά Πράσινα Πουλιά, εκλέχτηκε διά βοής αρχηγός της ανδροκρατούμενης κερκίδας.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, μάλλον γιατί δεν το χρειαζόταν. «Ήταν αδιανόητο να παίξουμε χωρίς να την ακούμε» λέει ο Άγγελος Σκαφιδάς, αρχηγός της ιστορικής ομάδας. «Στο πρώτο ματς με τον Ολυμπιακό, στο Καραϊσκάκη, καθόταν κοντά στη Θύρα 7. Οι φωνές της κόντραραν την τρομπέτα του Αττίλιο. Προηγηθήκαμε στο σκορ, πετάχτηκε να πανηγυρίσει κι έφαγε τόσες κλωτσιές, που μέτρησε με το κεφάλι τα σκαλιά της κερκίδας κι έσπασε το χέρι της».
Το 1972 η Καλαμάτα, με βασικό αντίπαλο τον Ίκαρο Νέας Ιωνίας, ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Η πόλη παραληρούσε στο «ξερό» του Μεσσηνιακού, με τις τσιμεντένιες κερκίδες και τα ασοβάτιστα αποδυτήρια. Εκεί ήταν το βασίλειό της και από εκεί δίδασκε, χωρίς να το ξέρει, κι εμάς, τα δυο τρία μαμμόθρεφτα που τολμήσαμε να σκάσουμε μύτη την ίδια εποχή, στην ίδια κερκίδα.
Μαθαίνω ότι στην κηδεία της έστειλε στεφάνι ο πρωθυπουργός και ότι ο τότε πρόεδρος της ομάδας τη χαρακτήρισε «Βέμπο της Μαύρης Θύελλας». Εμείς την ευχαριστούμε από εδώ. Για τη χαρά του παιχνιδιού και για τις αναμνήσεις. 21.12.2012
4. Ποιος νίκησε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας
Άβυσσος οι βιορυθμοί των «γνωστών αγνώστων». Η επέτειος του Πολυτεχνείου γιορτάστηκε φέτος χωρίς σπέσιαλ εφέ. Εν τω μεταξύ, το άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη ανέλαβε να τονώσει το κλίμα λανσάροντας ένα ακόμη δίλημμα μέσα στα τόσα: Ήταν όντως μια λαϊκή εξέγερση, έτσι όπως την αφηγείται η Αριστερά, ή πρόκειται για έναν «καθεστωτικό μύθο» από τον οποίο επωφελήθηκε κυρίως η ίδια;
Χαίρομαι που ο όρος «καθεστωτικός μύθος» δεν ανέβασε στα κάγκελα τους συνήθεις κοκορίκους. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο με οποιαδήποτε διατύπωση επιχειρεί (εύστοχα ή άστοχα) να ανακατασκευάσει τη «χαμένη ιστορία». Δεν ξέρω αν το αποτέλεσμα είναι αληθινό, βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι θα είναι πάντως θεραπευτικό.
Με εξαίρεση τον Λάκη Λαζόπουλο και τις θείες του από τη Λάρισα, η Ιστορία του καθενός δεν είναι μια βεβαιότητα που τη βαστά σαν ρόπαλο κατά παντός διερχομένου. Απεναντίας είναι μια πληγή, μια έλλειψη, ένας τραυματισμένος ιστός, ένα πάτσγουορκ απωθήσεων, εξιδανικεύσεων και αποκρύψεων που ζητάει απεγνωσμένα την ανασύνθεσή του. Για μένα, κάθε συνδετικό υλικό είναι καλοδεχούμενο αρκεί να είναι αυθεντικό, όπως επί παραδείγματι το χιούμορ ή το τυχαίο.
Σας απoχαιρετώ με μια αληθινή ιστορία. Βρισκόμαστε στο 1968, στην καρδιά της χούντας, και οι μαθητές της Κούλουρης με κανό και ποδήλατα θαλάσσης αναπαριστούν ενώπιον των Αρχών τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Θες επειδή φύσαγε ανάποδα, θες επειδή τους Έλληνες τους υποδύονταν οι σπασίκλες και τους εχθρούς οι περπατημένοι, πάντως εκείνη τη χρονιά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας την κέρδισαν οι Πέρσες. 21.11.2012
5. Το µαγαζάκι του τρόµου
O πατέρας µου, µύρο το κύµα που τον τύλιξε, δεν ήθελε να γίνω ναυτικός. Απεναντίας ήθελε µετ’ επιτάσεως να γίνω φαρµακοποιός. Κι αφού του ΄κανα τη χάρη να παιδευτώ επί δεκαπενθήµερο µε τη Φυσική του Περιστεράκη, τελικά το πουλάκι πέταξε και να πού φτάσαµε σήµερα. Να ξεφτιλίζοµαι ως επαγγελµατίας και ως άνθρωπος για έναν ουροσυλλέκτη εν µέσω απεργιακού κύµατος. Και σε ποιον δεν τηλεφώνησα και σε ποιον δεν κλάφτηκα για ένα αποστειρωµένο πλαστικό φιαλίδιο συν µια καρτέλα αντιβιοτικά ευρέος φάσµατος. Και να πεις πως δεν σέβοµαι και δεν τιµώ το φωτεινό σταυρουδάκι της κάθε γωνίας; Καθηµερινά και απαρεγκλίτως. Μα θα χρειαστώ, ώρα µεσάνυχτα, κανένα αναλγητικό αναβράζον από εκείνα που δεν πουλάνε τα περίπτερα, µα θα µου ᾽χει ρουφήξει η ηλεκτρική σκούπα το θερµόµετρο, µα θα καίγοµαι για κανένα πακετάκι ντεµακιγιάζ και για ανατοµικούς πάτους µε διπλό διαφορικό και αντικραδασµικό σασί. Πώς να σας το πω για να το καταλάβετε; Εµείς τα έχουµε χτίσει αυτά τα µαγαζιά κι ας λειτουργούν όποτε ευκολύνονται. Προσωπικά το είχα συνηθίσει να ψοφολογάω σύµφωνα µε το ωράριό τους και να ξεµένω από µπατονέτες ανάλογα µε τα ρεπό τους. Αλλά αυτό το πρόσφατο, να ρίχνουν «πόρτα» σε διαβητικούς, καρδιοπαθείς και ασθµατικούς, µου φαίνεται πολύ βαρύ. Πιο βαρύ από τις βαρύγδουπες δηλώσεις των εκπροσώπων τους στην τηλεόραση, βαρύτερο και από την έλλειψη ουροσυλλέκτη που λέγαµε παραπάνω. 24.1.2011
6. Η στάση της ιεραποστόλου
Αν κατάλαβα καλά, ο νοµικός σάλος ξεκίνησε όταν µια Σουηδέζα κελάηδησε από το τουίτερ της αυτήν (περίπου) την ατάκα. «Χτες βράδυ έκανα πρωκτικό σεξ µε τον φίλο µου και σήµερα το πρωί διείσδυσε µέσα µου χωρίς προφυλακτικό και χωρίς τη συναίνεσή µου». Να τον µηνύσω ή να τον πλακώσω στο ξύλο;
Η τελευταία ερώτηση είναι δική µου, µέσα µου όµως έχω κι άλλες πολύ πιο επείγουσες. Μπορώ άνετα να µαντέψω το ποιόν του συγκεκριµένου βρωµιάρη που ξέχασε να κάνει µπιντέ, µου είναι αδύνατον όµως να κατανοήσω τη στάση της παθούσας, η οποία καίτοι Σουηδέζα «ντράπηκε», λέει, να τον κόψει πάνω στο καλύτερο και ιδού πού φτάσαµε. ∆εκαετίες µετά τη σεξουαλική επανάσταση και τον φεµινισµό να συζητάµε ξανά για τη «συναίνεση», τις «γκρίζες ζώνες» στον έρωτα, την ελευθερία, τη σεξουαλική αυτοδιάθεση και τη συνενοχή.
Κι ενώ κάλλιστα θα είχε αποσοβηθεί το µοιραίο µε ένα απλό –απλούστατο– «δε γουστάρω ρε φίλε», οι πιο απελευθερωµένες γυναίκες της Ευρώπης επαναφέρουν το κώλυµα της «υποµονής» και της «ντροπής», οι οποίες στο ρεπερτόριο των αντρών ερµηνεύονται ως «λεβεντόπαιδο Αρίστο µπες στο µαγαζί και κλείσ’ το».
Στοιχειώδες αγαπητέ Γουότσον. Ο δυτικοευρωπαϊκός αυτισµός φτάνει σε σηµεία εκζήτησης, την ίδια ώρα που οι γυναίκες ενός άλλου ανοµολόγητου κόσµου λιθοβολούνται δηµοσίως και ακρωτηριάζονται σεξουαλικά επειδή στραβοπάτησαν και φάνηκε ο αστράγαλός τους. Αυτά… 14.2.2011
7. Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Φέτος γιόρτασα την Εργατική Πρωτομαγιά στην πλαζ του Φλοίσβου. Με τον γιακά της καμπαρντίνας μου σηκωμένο, μέτραγα κεφαλάκια να ξεμυτίζουν από την παγωμένη θάλασσα και περήφανους γλουτούς να λιάζονται στην παραλία. Προσεκτικά, μη με πάρουν είδηση, εξέταζα ωραίους μεσήλικες μέσα στα αθλητικά τους παπούτσια και απελεύθερα παιδιά και σκυλάκια να λιχνίζουν την απάτητη άμμο α βολοντέ.
Μα πιο πολύ από όλους τους διαδηλωτές μου έκαναν εντύπωση οι νεαροί γονείς που βόλταραν στην προκυμαία. Τόση μοναξιά, τόση ψυχική απόσταση πάνω από το ίδιο καροτσάκι, πάνω από τον ίδιο μπέμπη, τόση δυσοίωνη σιωπή ανάμεσα στα δύο συμβαλλόμενα μέρη…
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί και να έφταιγε το ύπουλο ανοιξιάτικο αεράκι, πάντως αυτή η κατά ζεύγη σιωπηλή διαμαρτυρία μου πάγωσε την ψυχή. Χίλιες φορές καλύτερα να παρακολουθώ τα σλάλομ που έκαναν με τα πατίνια τους ένα ζευγάρι Ρώσων ντεσπεράντος σύρριζα στις γραμμές του τραμ. Αυτοί τουλάχιστον είχαν την όρεξη να φλυαρούν μεταξύ τους και να χαζογελάνε παρά το λαχάνιασμα, παρά τα κάποια ανεπαίσθητα φρεναρίσματα στο κράσπεδο.
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί να συνέβαλαν τα κασκέτα και οι επιγονατίδες που φορούσαν, πάντως από όλα τα πανό της φετινής Πρωτομαγιάς αυτό ήταν το μόνο που κέρδισε την εμπιστοσύνη μου. Τους παρακολούθησα με το μάτι όσο ήταν δυνατόν και μετά γύρισα σπίτι σφυρίζοντας τα θούρια της ημέρας σε ρυθμό βαλς εζιτασιόν. 4.5.2009
8. Ήρθα στο σπίτι
Είμαι εξαρτημένη από ένα τόσο δα ραδιοφωνάκι. Το φορτώνω στον δίσκο με τον καφέ μου και πηγαίνει όπου πάω. Ακόμη και στο ντους, που λέει ο λόγος, χρειάζομαι απολύτως τη μουρμούρα του. Οι οικείοι μου έχουν κάθε δίκιο να ενοχλούνται και να το ανταγωνίζονται. Στην αρχή διακριτικά και στη συνέχεια αγανακτισμένα, μου εκθέτουν τις βλαβερές συνέπειες της ακατάσχετης ενημέρωσης. Πού να τους εξηγώ… Ακόμη κι εγώ η ίδια δεν καταλαβαίνω από πού την ψώνισα αυτή τη μανία να ακούω δελτία ειδήσεων που στην ουσία πιο πολύ με ψυχαγωγούν παρά με ενημερώνουν.
Η φετινή χρονιά δεν είναι καλή για τους ενημερωτικούς σταθμούς. Το εξασκημένο αυτάκι μου έπιασε ίχνη κοπώσεως, για να μην πω σημάδια γενικού ξεχαρβαλώματος στις δημοσιογραφικές εκπομπές και στα μαγκαζίνο. Για να μην αποσταθεροποιηθώ εντελώς, γύρισα το κουμπί σε άλλες, μουσικές αυτή τη φορά, συχνότητες. Πήρα αμπάριζα από το Δεύτερο Πρόγραμμα και σιγά σιγά ξεχύθηκα και σ’ άλλους παρόμοιους σταθμούς. Ακούω πρώιμο Στέλιο Καζαντζίδη και ύστερο Λάκη Παπαδόπουλο. Στα γκόσπελ του Άκη Πάνου και στα ιδιόμελα του Μάνου Χατζιδάκι μου ‘ρχεται να σταθώ «προσοχή». Στην «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση δίνω τα ρέστα μου και με το «Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά» του Θεοδωράκη κυριολεκτικά ξελαρυγγιάζομαι. Θυμάμαι κάτι φίλους από την εφηβεία που τώρα μούστωσαν, τότε όμως ήταν περιωπής τραγουδισταράδες. Τους καλώ σε φανταστικές τετραφωνίες και τέρτσα αυτοσχέδια. Κι όπως έχω ξεμάθει να αναπνέω σωστά, μου πέφτει η πίεση και ζαλίζομαι, αλλά τι πειράζει; Επιτέλους γύρισα σπίτι…

© Δημήτρης Φύσσας και  Athens Voice

Στέφαν Άντρες, Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή

Στέφαν Άντρες (StefanAndres)

Ο ΓΚΡΕΚΟ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗ

Μετάφραση – επίμετρο: Χ. Ε. Μαραβέλιας

Έκδοση της Athens Review of Books

Ησημαντική νουβέλα του Στέφαν Άντρες Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή παρέμενε σχεδόν παντελώς άγνωστη στη χώρα μας για κάπου ογδόντα χρόνια από την αρχική της δημοσίευση το 1936. Ωστόσο πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο προφανώς μας αφορά – από πολλές πλευρές. Σημειώνουμε ότι στις 7 Απριλίου 2014 κλείνουν 400 ακριβώς χρόνια από την ημέρα που ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έκλεισε για πάντα τα ανήσυχα μάτια του.

Όταν γίνεται λόγος για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, το μυαλό μας πηγαίνει, σχεδόν αυτόματα, όχι σε κάποια συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα που κατείχαν αυτό το αιμοσταγές αξίωμα, αλλά σε κάποιο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο. Συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει στο θρύλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από το πέμπτο βιβλίο των Αδελφών Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκι (έργο του 1879-1880), το οποίο μπορεί να διαβαστεί και ως αυτοτελής νουβέλα εγκιβωτισμένη μέσα στο εκτενές μυθιστόρημα. Επίσης πηγαίνει στον διάσημο πίνακα του Γκρέκο, σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης, που πρέπει να φιλοτεχνήθηκε γύρω στα 1600. Για να αποδειχτεί ακόμη μία φορά ότι vita brevis, ars longa. Η τέχνη απαθανατίζει. Της αλήθειας αυτής πρέπει να είχε σαφή συνείδηση ο Στέφαν Άντρες όταν μέσα στον γερμανικό ζόφο του 1935 έγραφε τη νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή.
Με το ανά χείρας μικρό βιβλίο προσφέρουμε στον Έλληνα αναγνώστη έναν άλλο λογοτεχνικό Μεγάλο Ιεροεξεταστή, άγνωστο στη χώρα μας. Έναν ιεροεξεταστή που από την κριτική έχει θεωρηθεί ως συνέχεια της ψυχολογικής ανάγνωσης του Ντοστογιέφσκι στο ίδιο θέμα. Γιατί αν ο Ιεροεξεταστής του ορθόδοξου Ντοστογιέφσκι στόχευε την Καθολική Εκκλησία και τη δυτική εκδοχή της θρησκείας του σταυρού, αλλά συγχρόνως και τον σοσιαλισμό όπως έχει δείξει ο Μπερντιάεφ, ο Ιεροεξεταστής του Άντρες βάλλει εκ πρώτης όψεως κατά του ίδιου στόχου, αλλά ουσιαστικά κατά του εθνικοσοσιαλισμού και της «θρησκείας» του αγκυλωτού σταυρού. […]
Η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή παρουσιάζει μυθοπλαστικά τον τρόπο δημιουργίας ενός από τους σημαντικότερους πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Βήμα βήμα λοιπόν παρακολουθούμε τη γέννηση ενός εντυπωσιακού πορτρέτου και με αυτό το προκάλυμμα τα πορτρέτα δύο εποχών που τις συνδέουν κοινές μέθοδοι. […]
Ο Στέφαν Άντρες (Stefan Andres) γεννήθηκε την 26η Ιουνίου 1906 στο Ντραίνχεν, χωριό κοντά στην Τρηρ της Ρηνανίας. Το ένατο παιδί ενός μυλωνά, νέος προοριζόταν για τον ιερατικό κλάδο. Σπούδασε θεολογία, γερμανική φιλολογία, φιλοσοφία και ιστορία της τέχνης στην Κολωνία, την Ιένα και το Βερολίνο. Από νωρίς ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Το έργο του απλώνεται σε μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά, ταξιδιωτικά, ποιήματα και δοκίμια. […]
Το έτος 1937, λόγω των αυξανόμενων προβλημάτων που προκαλούσε η εβραϊκή καταγωγή της γυναίκας του Δωροθέας (…) η οικογένεια Άντρες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ναζιστική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Ποζιτάνο της Ιταλίας. (…) Ήδη από το 1935 είχε καταγγελθεί η συνεργασία του με τη Ραδιοφωνία της Κολωνίας γιατί δεν προσκόμισε πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Επίσης του είχε απαγορευθεί να γράφει για εφημερίδες, το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Το 1937 αποβλήθηκε από το Επιμελητήριο Συγγραφέων του Ράιχ (Reichsschriftungskammer). […]
Το εκτεταμένο διήγημα μπορεί να τύχει πολλών ερμηνειών, όπως και ο ίδιος ο διάσημος πίνακας που ενέπνευσε τον συγγραφέα. Ο κατά Άντρες Γκρέκο δεν θέλησε να ζωγραφίσει μονάχα τον διαβόητο χριστιανό τιτλούχο Νίνιο ντε Γκεβάρα (1541-1609), αλλά μέσω αυτού και «την Αγία Εκκλησία», που έχει μεταβληθεί σε μια ματωμένη φωτιά. Όλα δε αυτά μέσα σ’ ένα ιστορικά αξιόπιστο πλαίσιο. (…) Φυσικά δεν ήταν ανάγκη ο Άντρες εκεί και τότε να βλέπει τον Ιεροεξεταστή όπως τον βλέπουν σήμερα οι μελετητές του Γκρέκο. Άλλες ήταν οι προτεραιότητες του Γερμανού συγγραφέα. […]
Τους κριτικούς έχει απασχολήσει το ερώτημα πώς η λογοκρισία του ναζιστικού καθεστώτος επέτρεψε τη δημοσίευση ενός τέτοιου, έκδηλα αλληγορικού κειμένου. Πολύ περισσότερο όταν ο τότε τριαντάχρονος Άντρες ήταν σαφώς μια persona non grata για το ναζιστικό καθεστώς. Η απάντηση μπορεί να είναι ότι οι όπου Γης λογοκριτές δεν είναι δα και οι ευφυέστεροι των ανθρώπων. Όπως ανέφερε ο Άντρες αργότερα, η δυσκολία της περίπτωσής του ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν ούτε Εβραίος, ούτε μαρξιστής, αλλά ούτε διωκόμενος καθολικός.
Στα 1952 ο Λέο Στράους δημοσίευσε το βαρυσήμαντο άρθρο «Persecution and the Art of Writing» για την τέχνη να γράφεις διωκόμενος, υπό λογοκρισία, να γράφεις «between the lines». Εκεί εξηγεί γιατί ένας συγγραφέας μέσης νοημοσύνης είναι πιο ευφυής από τον πιο ευφυή λογοκριτή, ως τέτοιον.
Σε έναν λαμπρό λόγο του στη Φρανκφούρτη στις 20 Ιουλίου 1966 ο Άντρες τόνισε το καθήκον αντίστασης απέναντι σε ένα άνομο κράτος «με όλα τα μέσα», στα οποία συμπεριέλαβε τόσο τη βία όσο και την πονηριά. (…) Εκεί οφείλεται και η τεράστια επιτυχία του έργου, το οποίο έτσι πέτυχε την μείζονα επικοινωνία στην οποία αποβλέπει κάθε μεγάλη λογοτεχνία. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι το βιβλίο ανάμεσα στο 1936 που πρωτοκυκλοφόρησε (…) και τo 1944 έκανε 36 εκδόσεις. Και μάλιστα ως έκδοση κατάλληλη να προωθηθεί με το στρατιωτικό ταχυδρομείο («Feldpostausgabe»)! Habent sua fata libelli!
[Aποσπάσματα από το επίμετρο του μεταφραστή]

©Athens Review of Books