Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός -παρουσίαση

Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του

ΜΑΚΗ ΤΣΙΤΑ Μάρτυς μου ο Θεός

_______________________________

την Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013,
στις 6 μ.μ.,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου IANOS.
_______________________________

Θα μιλήσουν
ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑΣ,
συγγραφέας
και η ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ,
κριτικός λογοτεχνίας – συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο
θα διαβάσει ο ηθοποιός ΔΗΜΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ.

Βιβλιοπωλείο IANOS, Σταδίου 24, Αθήνα, τηλ.: 210-3217917, www.ianos.gr

~ ~ * ~ ~

Κριτική παρουσίαση Φοίβου Δεληβοριά

Όποιος το λέει, είναι
Το ιδιοφυές βιβλίο «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, καθρεφτίζει τον Έλληνα που όλοι «αγαπήσαμε» με τον αυτοσαρκασμό του απόλυτου βιβλιο-troll.

Ι’m Slim Shady, yes, I’m the real Shady
All you other Slim Shadys are just imitating 
Eminem – “The Real Slim Shady”

«Ένα βιβλίο είναι σα μια αντλία. Δε σου δίνει τίποτα, αν δεν βάλεις πρώτα το δικό σου νερό κι αν δεν ανεβοκατεβάσεις με δύναμη το έμβολο. Πόσο μπορείς, όμως, να το κάνεις αυτό αν η αντλία δεν τραβάει τίποτε; Ξεκίνα, λοιπόν, να διαβάζεις και μόλις φτάσεις στο 1/10 θα ξέρεις πολύ καλά αν έχει να σου δώσει. Αν δεν έχει, τότε όση δύναμη και να βάλεις, το βιβλίο αυτό δεν είναι για σένα. Παράτα το.»
  Η παραπάνω συμβουλή δίνεται από τον Στίβεν Κινγκ στο «Καρδιές στην Ατλαντίδα», που με είχε συντροφέψει κατά τη διάρκεια της άχρηστης άσκησης «Παρμενίων», χάριν της οποίας είχα μείνει εγκλωβισμένος -παρέα μ’ ένα σωρό άλλους τότε ψάρακες- στο στρατόπεδο για μέρες και μέρες, τον χειμώνα του 2000. Ήταν απ’αυτές τις φράσεις που δείχνουν αβασάνιστες και γεμάτες επικίνδυνη ευκολία, σου εντυπώνονται όμως μ’έναν υπόγεια πειστικό τρόπο, που μόνο οι λαϊκοί συγγραφείς πραγματικά κατέχουν.
  Τελευταία η αφραγκία μου έχει δώσει νέες διαστάσεις σ’ αυτό το θέσφατο. Πάω στα βιβλιοπωλεία και -παίρνοντας ύφος αυστηρό για να καλύψω την ντροπή μου- διαβάζω όρθιος το 1/10 από το βιβλίο που μου τραβάει την προσοχή. Αν η αντλία δεν τραβήξει, πάω στο επόμενο. Και πρέπει να πω πως ο Στίβεν δεν μ’ έχει σώσει μόνο απ’την αβάσταχτη πια σπατάλη, αλλά και από την φρικτή βαρεμάρα στην οποία με οδήγησε αμέτρητες φορές ως τώρα το hype.
  Διάβαζα, λοιπόν, πριν από καμιά βδομάδα τις πρώτες σελίδες (το 1/10 ακριβώς!) από διάφορα πολυδιαφημισμένα βιβλία της νέας εσοδείας και ο υπάλληλος του κεντρικού βιβλιοπωλείου με κοίταζε με αυξανόμενη δυσφορία. Άρχισα να τα ρίχνω στον εαυτό μου, που κανένα απ’αυτά δεν μπορούσε να τον κάνει να ξεχαστεί. Σκεφτόμουν πως παραξενεύω, πως δεν έχω πια την απαραίτητη αθωότητα, πως θα γεράσω όρθιος και πονεμένος στην «Πολιτεία», στο «Public» και στον «Ελευθερουδάκη». Ένας κακομαθημένος, αναποφάσιστος λαθραναγνώστης.
  Ιδού όμως μπροστά μου οι 26 πρώτες σελίδες του «Μάρτυς μου ο Θεός», του πρώτου μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα (Κίχλη, 2013) -για τον οποίον δεν ήξερα τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή: και μέσα σε λίγη ώρα ήμουν καθιστός σ’ένα παγκάκι της διπλανής πλατείας κι ο εαυτός μου -όπως πίστευα ότι τον ξέρω- μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Ήμουν πια ανεπιστρεπτί ο Χρυσοβαλάντης, ο 50άρης παχύσαρκος, θρησκόληπτος, πουτανιάρης, ξενοφοβικός, καταχρεωμένος λιθογράφος απ’τον Κορυδαλλό. Ο -ας μου επιτραπεί- πιο αξιομνημόνευτος ήρωας ελληνικού λογοτεχνικού έργου τα τελευταία χρόνια.
[…]
Διαβάστε τη συνέχεια στο propaganda.gr >>> 

Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο


Mετάφραση: Νικηφόρος Σταματάκης
Eπιμέλεια: Ελένη Αστερίου

Εφημερίδα Καθημερινή/ εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2013, 361 σελ.

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

 

Ο Τόνυ Τζαντ αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.
Ανάμεσα απ’ αυτές τις γενικές γραμμές προβάλλουν συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα, φαινόμενα και πρόσωπα: η δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία δίπλα στην Ισπανία του Φράνκο αλλά και τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, οι αγώνες στη Βόρεια Ιρλανδία και στη Χώρα των Βάσκων, ο Μάης του ’68 στο Παρίσι και τα γεγονότα στην Ιταλία και στην Πράγα, οι εντάσεις ανάμεσα στις γλωσσικές κοινότητες του Βελγίου, η σοσιαλδημοκρατία στις σκανδιναβικές χώρες, ο ρόλος του Τσώρτσιλ, του Στάλιν, του Φράνκο, του Μιτεράν, του Γιαρουζέλσκι, του Μπερλουσκόνι και πολλών άλλων. Σχηματίζεται ακόμη ένα μωσαϊκό από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιστορίες, όπως η ανάπτυξη της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η εμφάνιση του ψυγείου και η εξάπλωση του καταναλωτισμού, η μετανάστευση και οι γκασταρμπάιτερ, ο υπαρξισμός και η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου, ο γαλλικός και ο τσέχικος κινηματογράφος, η μπητλομανία και το πανκ ροκ…

Κριτική, παρουσίαση:
Του Θανου Βερεμη στην Καθημερινή

Για τον ιστορικό Τόνι Τζαντ

Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, The Penguin Press, 2005, σελ. 800), ο Tony Judt γράφει: «Στην αυγή του 21ου αιώνα, η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι’ αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.
Χτυπημένος από θανατηφόρο εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του (2010) να υπαγορεύσει στο New York Review of Books (ΝΥΡΒ) αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του. Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιατικό ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε έναν κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος… Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή;» (ΝΥRB, Μάιος 13-26, 2010, σελ. 21).
Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη προδοσίας προς τη μνήμη της συγγενούς του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα του δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο, υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι’ αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Η τελευταία του δεκαετία (2000-2010) υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των Διδύμων Πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Eτσι, ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ο βραβευμένος με Nομπέλ στα Οικονομικά, αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας, Paul Krugman χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες «φούσκες» που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας.
Η παγκοσμιοποίηση, όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ’ αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Την περίοδο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι, μολονότι οι νεοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν πως ο ισλαμισμός και ο κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας μπορεί να συμπαρασύρει και την κινεζική.
Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τες σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».
Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική, ακόμη και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα». Με την αποστροφή αυτή, ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

[Καθημερινή]

*
Της Εύης Καρκίτη στον Αγγελιοφόρο

Ευρωπαϊκό, μεταπολεμικό πανόραμα

Σε ένα ανέκδοτο της σοβιετικής εποχής κάποιος ακροατής καλεί το αρμενικό ραδιόφωνο και ρωτά: «Eίναι δυνατόν να προβλέψετε το μέλλον;». Απάντηση: «Ναι, κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: αλλάζει συνεχώς».
Ο Τόνι Τζαντ συμφωνούσε πως πράγματι το παρελθόν αλλάζει. Το Δεκέμβριο του 1989, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Πράγα, βρέθηκε στο δυτικό τερματικό σταθμό της κύριας σιδηροδρομικής γραμμής της Βιέννης. Ηταν μια συγκλονιστική χρονιά για την Ευρώπη, που έβλεπε να τελειώνει μια εποχή και να ξεκινά μια νέα στη θέση της, η οποία έφερνε σοβαρές αμφισβητήσεις σε πολλές και για καιρό υφιστάμενες παραδοχές. Η Βιέννη ήταν, κατά τη γνώμη του Τζαντ, ένα καλό σημείο για να συλλογιστεί κανείς πάνω στην Ευρώπη, στο μέλλον της, αλλά και το παρελθόν της, που κάτω από το βάρος των εξελίξεων φάνταζε πλέον διαφορετικό. Εκείνη ήταν η στιγμή που αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο αποδείχτηκε και τολμηρό και πρωτότυπο. Το σχέδιό του δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, όμως οι καθυστερήσεις λειτούργησαν προς όφελός του. Ανοιξαν αρχεία και ταυτόχρονα ξεκαθάρισαν συγχύσεις. Το έργο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (Postwar), προϊόν πολυετούς έρευνας, είναι αισθητά διαφοροποιημένο από τη «σχεδόν ευχάριστη» αφήγηση για το δεύτερο μισό του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, που δίνει έμφαση στα επιτεύγματά της. Κυρίως γιατί ο Τζαντ ενδιαφέρθηκε και για τη μελέτη της Ανατολικής Ευρώπης, απορρίπτοντας ωστόσο την ιδέα να αφηγηθεί την ιστορία των δύο τμημάτων της διαιρεμένης μεταπολεμικά Ευρώπης, απομονώνοντας το ένα τμήμα από το άλλο.
Ο πολυβραβευμένος διαπρεπής ιστορικός γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο. Σπούδασε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϊ και της Νέας Υόρκης. Στο τελευταίο μάλιστα ίδρυσε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Πέθανε το 2010 χτυπημένος από μια επιθετική μορφή πλάγιας αμυοτροφικής σκλήρυνσης.

Ενα πολυσύνθετο έργο

Ο Τόνι Τζαντ ξεκινά την αφήγησή του από τη γεμάτη λεπτές αποχρώσεις κατάσταση της Γηραιάς Ηπείρου, της θρυμματισμένης από τον πόλεμο, διατυπώνοντας την άποψη πως ο Β’ Παγκόσμιος ήταν, σε αντίθεση με τον Α’, μια σχεδόν καθολική εμπειρία. Η έρευνά του ολοκληρώνεται με τη μελέτη του χρονικού διαστήματος από την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι το 2005, θίγοντας ζητήματα που απασχολούν μέχρι σήμερα, που προκαλούν μεγάλες ζητήσεις και θυελλώδεις αντιπαραθέσεις. Ο Τζαντ αγκαλιάζει κάθε τομέα της ανθρώπινης εμπειρίας, αφηγούμενος με λιτό και άμεσο λόγο τις εξελίξεις στη στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική ιστορία, στις εξελίξεις στο επίπεδο των ιδεών, μελετώντας περισσότερες από τριάντα χώρες, οι οποίες έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές και επηρεάζονται από διαφορετικές παραδόσεις. Η ευρυμάθειά του, τα στοιχεία που φέρνει στο φως, οι απόψεις που διατυπώνει, κλονίζουν σε πολλές περιπτώσεις γερά εδραιωμένες αντιλήψεις, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια νέα οπτική για την ιστορία της Ευρώπης, το πώς είδαν οι Ευρωπαίοι κάτω από το βάρος συγκλονιστικών εμπειριών τον εαυτό τους.
Υπερασπιστής μιας μετριοπαθούς αντίληψης και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, υπερασπιστής της μνήμης, ο Τζαντ θεωρούσε πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να διατηρήσουν ένα ζωτικό δεσμό με το παρελθόν τους, όσο τρομερό και αν υπήρξε αυτό σε κάποιες στιγμές του, και διατυπώνει την άποψη πως πρέπει να διδάσκεται από την αρχή σε κάθε νέα γενιά. Το δοκίμιο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», με το οποίο «κλείνει» το πολυσέλιδο έργο, αποτελεί ένα σταθμό στη μακραίωνη ουμανιστική παράδοση και ταυτόχρονα ένα εργαλείο για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα όχι μόνο της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής ζωής: την κατανόηση και τη διαχείριση του παρελθόντος.

[Αγγελιοφόρος]

*

Ο Γρηγόρης Μπέκος στο Βήμα 03.02.2013

Η κοινωνική Ευρώπη πρέπει να ζήσει

Ο Τόνι Τζαντ υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο σε μια μεγάλη σύνθεση για τη μεταπολεμική Ιστορία της Γηραιάς Ηπείρου. Η τελευταία έρευνα του βρετανικής καταγωγής ιστορικού που πέθανε πρόωρα το 2010.
Το αποφάσισε εκείνον τον παγωμένο Δεκέμβρη του 1989 στην παλλόμενη καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου. «Η μεταπολεμική Βιέννη – όπως και η μεταπολεμική Ευρώπη – ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα που χτίστηκε πάνω σε ένα παρελθόν για το οποίο δεν μιλούσε κανείς». Τον εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο γρήγορα λησμονούσε η Δύση και εύκολα αποσιωπούσε η Ανατολή, ταμπουρωμένες καθώς ήταν πίσω από αυτό το γεωγραφικό σχίσμα του αίματος και της καταστροφής.
Να ήταν άραγε – είτε ρεαλιστικά είτε ακόμη και μεταφυσικά μιλώντας – το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Ευρώπης που «σαν την αλεπού, ξέρει πολλά»; Μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου που τη διχοτομούσε από τον Αύγουστο του 1961. Αλλά «τώρα το μέλλον της Ευρώπης εμφανιζόταν πολύ διαφορετικό, αλλά εξίσου διαφορετικό φαινόταν και το παρελθόν της»συλλογιζόταν ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός Τόνι Τζαντ (1948-2010) καθώς άλλαζε τρένο στον δυτικό τερματικό σταθμό της «ουδέτερης» Βιέννης. Επέστρεφε τότε από την εξεγερμένη Πράγα «όπου οι θεατρικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί του Φόρουμ των Πολιτών ξήλωναν ένα κομμουνιστικό αστυνομικό κράτος και πετούσαν 40 χρόνια «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας». Για τον ίδιο «ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης έπρεπε να ξαναγραφτεί» καθώς «σκιάζεται από σιωπές και απουσίες».
Το 2005 τελικώς, έπειτα από συστηματική και πολυετή έρευνα στα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία έξι διαφορετικών γλωσσών, εξέδωσε το magnum opus του Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, που απέσπασε την κριτική αποδοχή των συναδέλφων του. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Γέιλ Τίμοθι Σνάιντερ το περιέγραψε μάλιστα ως «το καλύτερο βιβλίο πάνω στο θέμα που θα μπορούσε να γράψει ποτέ κανείς».

Περισσότερα >>> 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

Αρχείο 04/11/2013

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.
   Αυτό είναι, αυτό, αυτό, αυτό! ούρλιαξε μια φωνή μες στο κεφάλι της. Μη σταματάς, συνέχισε, μη σταματάς, μη στα… μα…
   Προς στιγμήν η Λούλα είχε φοβηθεί ότι η συνειδητοποίηση του τι ακριβώς έκανε θα μπορούσε και να τη φρενάρει, αλλά τελικά την απελευθέρωσε και τώρα τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού βυθίζονταν σαν παλλόμενα έμβολα μες στην υγρή κάτω πύλη της, χωρίζοντας στα δυο την απαλή, φλογισμένη σάρκα. Ύστερα βγήκαν και, μουσκεμένα όπως ήταν από τα κολπικά υγρά της, άνοιξαν τα πέταλα του αιδοίου της και άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της. Την έτριβε και τη χάιδευε ανασηκώνοντας την και μπατσίζοντάς την ελαφρά με τις άκρες των δαχτύλων της, κάνοντάς την να κυματίζει μανιασμένα, όπως όταν χτυπάει ο άνεμος ένα κουρελάκι. Και ταυτόχρονα προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι είναι αυτό που κάνει, προσπαθούσε να εκτελεί τη διαδικασία μηχανικά, σαν κουρδισμένη.
   Τώρα είχε ξανά προσηλωθεί στις σκηνές που προβάλλονταν μέσα στη σκοτεινή οθόνη του μυαλού της. Ο γυμνάστης χτυπιόταν σαν παλαβός πάνω στα οπίσθια της ξανθιάς, η οποία είχε χώσει το πρόσωπό της ανάμεσα στα πόδια της καστανής και έγλειφε. Οι κραδασμοί από τις παλινδρομικές κινήσεις του νεαρού μεταφέρονταν πάνω στην καστανή, η οποία τρανταζόταν ολόκληρη, σαν να τη γρονθοκοπούσαν, με το κεφάλι της να πηγαινοέρχεται στους ώμους, τα γυμνά της στήθη να χορεύουν στον αέρα και το στόμα της ν’ αφήνει άναρθρες κραυγές από τη μεγάλη καύλα. Ο ρυθμός με τον οποίο έτριβαν τα δάχτυλα της Λούλας την κλειτορίδα της, ή και μπαινοέβγαιναν πότε πότε ανάμεσα στα πόδια της, ήταν ίδιος με το ρυθμό που γαμούσε ο γυμναστής την ξανθιά, ίδιος με το ρυθμό που δονούσε με τις παλμικές κινήσεις του ολόκληρο το τρίο, ολόκληρο εκείνο το αλλόκοτα ενωμένο ανθρώπινο σύμπλεγμα…
***
ΤΕΛΙΚΑ, η Λούλα δε χαϊδευόταν απλώς. Αυνανιζόταν για πρώτη φορά στη ζωή της και ένιωθε υπέροχα. Το χόρτο την είχε βυθίσει σε μια γλυκιά χαύνωση, την είχε λύσει και αυνανιζόταν με μια ονειρική βραδύτητα. Η όλη φάση κράτησε πάρα πολύ, αφύσικα πολύ και η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Λούλα δεν ήταν σταθερή, άλλαζε κάθε τόσο.
   Πότε καιγόταν ολόκληρη και μούγκριζε και συστρεφόταν πάνω στα μαξιλάρια και πότε βυθιζόταν σε μια υποτονική αδράνεια. Τα δάχτυλά της σούφρωναν τότε το ύφασμα του σλιπ, μέχρι να γίνει σαν ένα στριμμένο, χοντρουλό κορδόνι –το κορδόνι ενός πρωτόγονου, προχειροφτιαγμένου τάνγκα– το οποίο έσερνε τεμπέλικα ανάμεσα στα πρησμένα, μαλακά χείλη του αιδοίου της, μπρος πίσω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, απαλά απαλά ή και σκληρά, απότομα και άγρια.
   Άλλοτε το εγκατέλειπε εντελώς το αναψοκοκκινισμένο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει ανάμεσα στα πόδια της, και τα υγρά της δάχτυλα έτρεμαν αγγίζοντας τις ερεθισμένες θηλές του στήθους της (το λευκό T-shirt είχε ανασηκωθεί ψηλά, είχε φτάσει ως το λαιμό της, αφήνοντας εκτεθειμένο το όμορφο, στητό της στήθος), κάνοντάς την να τρέμει και να ριγεί ολόκληρη.
   Κάποια στιγμή, με τα μάτια της φαντασίας της, η Λούλα είδε τον Στέλιο στη θέση του γυμναστή, είδε το τεράστιο τρίτο πόδι του εραστή της να μπαινοβγαίνει στο στόμα της καστανής γυμνάστριας και… πάγωσε. Βιάστηκε ν’ ανοίξει τα μάτια της –στην τηλεόραση το πρόγραμμα είχε αλλάξει και τώρα η όμορφη παρουσιάστρια συζητούσε καθισμένη σ’ έναν καναπέ με κάποια ηλικιωμένη, παλιά δόξα του ντόπιου εμπορικού κινηματογράφου– και κλείνοντάς τα πάλι κατόρθωσε να επαναφέρει στη θέση του Στέλιου τον γυμναστή, παρόλο που η μαραμένη ομορφιά της ηλικιωμένης ηθοποιού δεν ήταν ό,τι καλύτερο και παραλίγο να της καταστρέψει εντελώς κάθε ερωτική επιθυμία.
Τέλος, κάποια άλλη στιγμή, είχε ανοίξει και πάλι τα μάτια της και είχε παρακολουθήσει, με καθαρά οφθαλμοπορνική διάθεση, την παρουσίαση μιας κολεξιόν μαγιό από φωτομοντέλα, οπότε, όταν λίγο αργότερα τα βλέφαρά της έκλεισαν ξανά, τις γυμνάστριες στη φαντασίωση της αντικατέστηκαν τα φωτομοντέλα.
   Υπήρχαν πολλές στιγμές, πολλές αλλαγές, πολλές μικρότερες φάσεις που εναλλάσσονταν, και στη διάρκειά τους η Λούλα δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να χαϊδεύεται και να στενάζει από ηδονική ευχαρίστηση. Συνολικά, από τις έντεκα παρά, που είχε ανάψει το «γεμιστό» (το οποίο είχε καπνίσει ως τη μέση και μετά το είχε σβήσει προσεκτικά, πατικώνοντας ελαφρά την καύτρα στα τοιχώματα του σταχτοδοχείου), μέχρι που σταμάτησε και έγειρε αποκαμωμένη στα μαξιλάρια του καναπέ – είχαν περάσει γύρω στα είκοσι λεπτά. Η ώρα τώρα κόντευε έντεκα και την πονούσε παντού το κορμί της σαν να είχε φάει ξύλο.
   Εκείνα τα είκοσι λεπτά φάνηκαν στη Λούλα σαν μια αιωνιότητα.
   Όχι μόνο εξαιτίας του χόρτου.
  Η αίσθηση αυτή είχε αναμφισβήτητα σχέση με το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή της αυνανιζόταν. Και με το ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να φτάσει σε οργασμό. Περίμενε και ήλπιζε και ευχόταν καυτά κύματα ηδονής να την πλημμυρίσουν, το κορμί της ν’ ανασηκωθεί και να σχηματίσει αψίδα, οι μύες της όλοι να τεντωθούν και στο πρόσωπό της να ζωγραφιστεί μια εκστατική γκριμάτσα. Ίσως να φώναζε ή και να δαγκωνόταν, έτσι όπως τα ρίγη θα τη διαπερνούσαν σαν σπαθιά και οι γοφοί της θα τινάζονταν με ακούσιες κινήσεις, ακολουθώντας τους απανωτούς σπασμούς που θα τη συγκλόνιζαν. Ύστερα οι σπασμοί θα εξασθενούσαν και θα έσβηναν και η Λούλα θα χαλάρωνε και θα την πότιζε ολόκληρη ένα αίσθημα γαλήνης, ευτυχίας και πληρότητας, ενώ θα ένιωθε την ανάγκη, έτσι, χωρίς λόγο, να βάλει τα κλάματα (κάτι τέτοια πάνω κάτω θυμόταν από όσα είχε διαβάσει για τον οργασμό στα διάφορα γυναικεία περιοδικά) .
Αλλά δεν είχε γίνει, δυστυχώς, τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
*

©Βαγγέλης Ραπτόπουλος -απόσπασμα από τις σελ. 188-191
Η φωτογραφία είναι του 19ου αιώνα.

*

raptopoulos-bkΕκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση 
με υστερόγραφο 
του συγγραφέα

Στο εξώφυλλο:
Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Τζων Στάϊνμπεκ, Τορτίλα Φλατ

Εκδόσεις Γκοβόστη.
Μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου

Ο Στάινμπεκ είναι ένας καλλιτέχνης του λόγου. Διηγείται τις ιστορίες αυτών των αξιαγάπητων απατεωνίσκων με ειλικρινή τρυφερότητα και γνήσια ποιητική πρόζα.
New York Herald Tribune

Η γοητεία, το χιούμορ, το πάθος, το πνεύμα, η σοφία και η ανθρωπιά φέγγουν δυνατά μέσα από τις σελίδες του Στάινμπεκ.
The New York Times

Πίσω από τη λαμπρή και πολύχρωμη φωταψία του Μπρόντγουεϊ και εκεί όπου δε φτάνουν οι εκτυφλωτικοί προβολείς του Χόλυγουντ, ζουν και τελειώνουν τις άθλιες μέρες τους άνθρωποι που από καιρό έπαψαν να έχουν κάθε κοινό με τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι των ημερών τους, ξεκομμένοι από την ανθρώπινη κοινότητα, αναζητούν τη χαρά και την απόλαυση αποκλειστικά στο πιοτό και στο έγκλημα. Αυτοί οι «πρώην άνθρωποι», που θυμίζουν τόσο συχνά τους ήρωες του Μαξίμ Γκόρκη, περνούν τη σκυλίσια ζωή τους άλλοτε μέσα στους στενούς τοίχους της φυλακής κι άλλοτε τεμπελιάζοντας ξαπλωμένοι στον ήλιο.
 Κεντρικός ήρωας της διήγησης είναι ο Ντάνυ, του οποίου το σπίτι γίνεται σημείο συνάντησης για ανθρώπους που αναζητούν την περιπέτεια και τη συντροφικότητα. Καθώς ο Στάινμπεκ περιγράφει τα πάθη τους, τους έρωτές τους, τους έντονους διαπληκτισμούς τους και σκηνές οινοποσίας, που θυμίζουν Φρανσουά Ραμπελαί, υφαίνει μια ιστορία συναρπαστική και τελικά τόσο συγκινητική όσο η θρυλική ιστορία της Στρογγυλής Τραπέζης που τον ενέπνευσε. Το Τορτίλα Φλατ δημοσιεύτηκε το 1935 και αποτέλεσε την πρώτη εμπορική επιτυχία του Στάινμπεκ ως μυθιστοριογράφου. Εκείνη την περίοδο της Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης το έργο αυτό σαγήνευσε το αναγνωστικό κοινό, καθώς τα βιβλία και οι ταινίες, που τα χαρακτηριστικά τους ήταν η αγνότητα και η απλότητα, ήταν μια απόδραση – απόδραση από τη μεγάλη ανέχεια, απόδραση από το άγχος της καταβολής του ενοικίου, απόδραση από το άγχος της ανεργίας, απόδραση από το άγχος της επιβίωσης. Η ανέχεια των ηρώων και το πάθος τους για το ποτό δημιουργούν προβληματισμούς στον αναγνώστη, ενώ το ανατρεπτικό και δηκτικό χιούμορ του μάς ψυχαγωγεί, μάς διασκεδάζει και ταυτόχρονα θέτει υπό αμφισβήτηση τις αξίες τού 21ου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο που δίνει τροφή για γέλιο και σκέψη, πετυχαίνοντας έτσι ένα μαγικό συνδυασμό.
Ο Τζων Στάινμπεκ γεννήθηκε στο Σαλίνας Βάλεϋ της Καλιφόρνιας στις 27 Φεβρουαρίου του 1902 και πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 20 Δεκεμβρίου του 1968. Έγραψε τη νουβέλα Άνθρωποι και Ποντίκια (1937) και το βραβευμένο με Pulitzer μυθιστόρημα Τα Σταφύλια της Οργής (1939). Εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για την εφημερίδα New York Herald Tribune και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS). Συνέγραψε συνολικά 27 βιβλία, τα οποία περιλαμβάνουν 16 μυθιστορήματα, 6 πραγματικές ιστορίες και 5 συλλογές διηγημάτων. Ενδεικτικά αναφερονται: Ο δρόμος με τις φάμπρικες, Σ’ έναν άγνωστο Θεό, Σε αμφίβολη μάχη, Το φεγγάρι χαμήλωσε. Το 1962 ο Στάινμπεκ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

«Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…«
Dámaso Alonso: Insomnio
«

Η Μαδρίτη

είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…» γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: «Αϋπνία», για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην «Κυψέλη» του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Τρία χρόνια μετά τον Εμφύλιο και στη σκιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρακολουθούμε τρεις-τέσσερεις μέρες από τη ζωή διακοσίων περίπου Μαδριλένων. Δεκέμβρης του 1942 κι όλα ξεκινούν στο καφέ της δόνας Ρόζας…

 

«-Να ξέρουμε ποιοι είμαστε! Μάλλιασε το στόμα μου να το λέω: αυτό είναι το μοναδικό που έχει σημασία.
Η δόνα Ρόζα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου σκοντάφτοντας επάνω στους πελάτες με τον τεράστιο πισινό της… Για τη δόνα Ρόζα ο κόσμος είναι το καφενείο της και γύρω από το καφενείο της όλα τα υπόλοιπα…«
Έτσι μας καλωσορίζει στη φρανκική κόλαση της Μαδρίτης ο Θέλα. Μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να γνωρίσουμε τους θαμώνες του καφενείου, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτρά αν νομίσουμε ότι θα αρκεστεί σ’ αυτούς… Μας βγάζει έξω στους δρόμους και ακολουθούμε κι άλλους χαρακτήρες για να βρεθούμε μαζί τους σε φτωχογειτονιές, σε φούρνους, σε πορνεία και σε εξαθλιωμένες κατοικίες. Και πριν καλά-καλά γνωρίσουμε κάποιον απ’ αυτούς, τον χάνουμε για να τον ξαναβρούμε αργότερα… αν τον ξαναβρούμε.
Μαδρίτη του ’42… εικόνες μιας άθλιας ζωής: Τρομοκρατία, πείνα, μαύρη αγορά, εκμετάλλευση, εκπόρνευση, αρρώστιες… Ένα πραγματικά ζοφερό και απαισιόδοξο έργο.
«Το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια χλομή αντανάκλαση, μια ταπεινή σκιά, της καθημερινής τραχιάς, σπαραχτικής και οδυνηρής πραγματικότητας και δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα περισσότερο -ασφαλώς ούτε και λιγότερο- από ένα κομμάτι ζωής που η εξιστόρησή του γίνεται βήμα με βήμα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παράξενες τραγωδίες, χωρίς οίκτο, αλλά έτσι όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή«, έγραφε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το 1951, ο συγγραφέας.
«Η Κυψέλη» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε γρανάζι, κάθε βιδούλα έχει το ρόλο της σ’ αυτό το πολύπλοκο κι εντυπωσιακό σύνολο. Είπαμε… φιλοδοξεί, αυτό δε σημαίνει ότι το κατάφερε κιόλας. Τουλάχιστον όχι τόσο, όσο θα ‘θελε ο δημιουργός της. Όσο προσεκτικός αναγνώστης κι αν υπήρξα, όσο καλός μαθητής κι αν ήμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις), δεν κατάφερα να μην χαθώ μέσα στη «Μαδρίτη» του Καμίλο Χοσέ Θέλα. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι ένιωσα κι εγώ το αδιέξοδο των ηρώων του και γεύτηκα το θάνατο σε όλες του τις εκδοχές. Από μιαν άποψη δηλαδή, τα γρανάζια λειτούργησαν θαυμάσια, μόνο που με συνέθλιψαν…
«Στη μιάμιση με δύο τα ξημερώματα η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στην παράξενη καρδιά της πόλης. Χιλιάδες άντρες κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις γυναίκες τους χωρίς να σκέφτονται τη σκληρή, την ανελέητη μέρα που ίσως τους περιμένει παραμονεύοντας σαν αγριόγατα μέσα στις τόσο λίγες ώρες που απομένουν. Εκατοντάδες κι εκατοντάδες μοναχικοί άντρες παραδίδονται στο κρυφό, στο υπέρτατο, στο απαλότατο βίτσιο της μοναχικής ηδονής. Και μερικές ντουζίνες κοπέλες περιμένουν -τι περιμένουν, Θεέ μου; Γιατί τις έχουν τόσο εξαπατήσει;- με το μυαλό τους γεμάτο με χρυσά όνειρα…»
Το μυθιστόρημα λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς, του οποίου ο Θέλα υπήρξε θερμός υποστηρικτής, και δεν μπόρεσε να εκδοθεί στην Ισπανία. Έτσι ο συγγραφέας κατέφυγε στην Αργεντινή του Περόν, όπου με μερικές μικροαλλαγές (λογοκρισία κι εκεί) κατόρθωσε να το εκδώσει το 1951. Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα Τρούλοκ, 1ος Μαρκήσιος της Ίρια Φλάβια (πήρε τον τίτλο ευγενείας από τον βασιλιά Χουάν Κάρλος το 1996), παρά τις διώξεις που υπέστη ως συγγραφέας από το φρανκικό καθεστώς, υπήρξε σημαντικός πληροφοριοδότης της μυστικής του αστυνομίας! Τι σχέση έχουν αυτά με την εξαιρετική «Κυψέλη»; Ακόμα δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση. Ίσως και ο μαρκήσιος να ξεπήδησε μέσα από μια κυψέλη, όπου βρίσκουν θέση και οι βασίλισσες με τις εργάτριες και οι κηφήνες με τους χαφιέδες και το μεγαλείο με την αθλιότητα… Ίσως και ο μαρκήσιος να είναι και ο ίδιος ένας απ’ τους 160 χαρακτήρες, που τόσο εύστοχα δημιούργησε…
Κάθε φορά που διασταυρωνόμουνα με κάποιον ηλικιωμένο (που ‘φερνε ανάγλυφα τα σημάδια του χρόνου πάνω στο πρόσωπό του), είτε στις μεγαλοπρεπείς πλατείες της πόλης, είτε στα πάρκα, είτε στο μετρό, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσαν να αντέξουν σαράντα χρόνια μιας στυγνής δικτατορίας… μια ολόκληρη ζωή! Τι σχέση μπορεί να έχει η Μαδρίτη του Φράνκο με τη λαμπερή μεγαλούπολη που επισκέφτηκα πριν από λίγο καιρό; Αν απαντούσα βιαστικά, θα ‘λεγα καμία. Ωστόσο, στους μεγάλους περιπάτους μου συνάντησα κάποιες γειτονιές που δεν μου ‘φεραν στο νου μόνο τη Βαρκελώνη του «Biutiful» του Ινιάριτου αλλά και την ίδια τη Μαδρίτη της «Κυψέλης».
«Το πρωινό ανεβαίνει, σιγά σιγά, στον ορίζοντα σκαρφαλώνοντας σαν ένα σκουλήκι στις καρδιές των αντρών και των γυναικών της πόλης, χτυπώντας σχεδόν παιχνιδιάρικα -σαν να χτυπάει σε πόρτες- επάνω στα φρεσκοξυπνημένα μάτια, αυτά τα μάτια που ποτέ δεν ανακαλύπτουν καινούριους ορίζοντες, καινούρια τοπία, καινούριες ομορφιές.
Ωστόσο, το πρωινό, αυτό το αιώνια επαναλαμβανόμενο πρωινό συμβάλλει λιγάκι στο ν’ αλλάξει η θωριά της πόλης -αυτού του τάφου, αυτής της ανθρωποθάλασσας, αυτής της κυψέλης…
Ο Θεός να μας λυπηθεί!«

*
©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου. 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα

Εκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση με υστερόγραφο του συγγραφέα
Στο εξώφυλλο: Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Περίληψη

Προσπαθώντας να φτάσει πάση θυσία στο αποκορύφωμα της ηδονής, μια όμορφη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών έρχεται αντιμέτωπη με μια εφιαλτική όψη της λαγνείας.
   Ένα μυθιστόρημα για τον γυναικείο οργασμό και την απουσία του. Για τη χρήση της ινδικής κάνναβης. Για σεξουαλικές διαστροφές. Για τη λαγνεία ως εφιάλτη της Aνατολής. Για βρικόλακες στην Aχαΐα του προηγούμενου αιώνα. Για κόσμους άλλων διαστάσεων στη σύγχρονη Aθήνα. Kαι για τον κόσμο των ψυχώσεων.

«H Λούλα δύσκολα κατατάσσεται. Aφήγημα ρεαλιστικό, σχεδόν πορνογράφημα στην αρχή, λογοτεχνία τρόμου και θρίλερ στο μέσον, ψυχωσικό παραλήρημα ή βιντεοκλίπ στο τρίτο μέρος… H Λούλα είναι ένα βήμα στη θολή περιοχή όπου κανένας από τους “φτασμένους” μας λογοτέχνες δεν έχει πατήσει. Πού ανήκει, τελοσπάντων, αυτός ο ταλαντούχος όσο και απρόβλεπτος πεζογράφος;»

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

«Συναρπαστική δεινότητα στο στήσιμο αναπάντεχων καταστάσεων. Δεξιοτεχνική εμβάθυνση του προφανούς και μετατροπή του ευτελούς σε απέραντο ταμείο ψυχογραφίας. Σε παρόμοια τολμήματα απαιτείται συγγραφική πείρα, ψυχική αντοχή και κυρίως χαρακτήρας… O Pαπτό¬που¬λος μπορεί δίκαια να πιστέψει ότι κέρδισε ένα δύσκολο στοίχημα. Mε βιβλία σαν τη Λούλα μια γενιά μπορεί να δείξει τα δόντια της».

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
~ ~ * ~ ~

Λούλασύνοψη

Tο μυθιστόρημα αρχίζει με ένα απόκομμα από την εφημερίδα «Tα Nέα» τής 11ης Iουλίου 1996. Σύμφωνα μ’ αυτό, η 20χρονη Λούλα (Bασιλική) Παπαχατζή, δευτεροετής της Φιλοσοφικής Aθηνών, εξαφανίστηκε από το διαμέρισμά της, στα Eξάρχεια, πριν από οκτώ ημέρες και οι γονείς της παρακαλούν όποιον γνωρίζει κάτι να ειδοποιήσει είτε τους ίδιους είτε το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.

 

***
Στο Πρώτο Mέρος του μυθιστορήματος, ανακεφαλαιώνεται το τελευταίο εξάμηνο πριν από την εξαφάνιση της ηρωϊδας. Eδώ, εκτός από έναν έντονο τόνο υπερβολής και παρωδίας, ο αναγνώστης συναντά και μερικές από τις πιο τολμηρές ερωτικά ― σχεδόν πορνογραφικές ― σελίδες του βιβλίου. H Λούλα, που είναι εκτυφλωτικής ομορφιάς και ταυτόχρονα τρομερά σεμνότυφη και ανασφαλής στις σχέσεις της με το άλλο φύλο, έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό. Tο ζήτημα τής έχει γίνει έμμονη ιδέα και σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα δε φαίνεται να την απασχολεί τίποτε άλλο.
  Δύο μόνο είναι τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπει η ηρωΐδα να εισβάλουν στο «αυτιστικό» της σύμπαν: ο ένας είναι ο 24χρονος φίλος της Στέλιος Tέλογλου, ένας «χειριστής» κομπιούτερ σε ατελιέ φωτοσύνθεσης, ερασιτέχνης μουσικός της τζαζ και κάτοχος ενός τερατώδους σε μέγεθος πέους, χάρη στο οποίο η Λούλα ευελπιστεί ότι θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής― και η άλλη είναι η Λαρισαία φοιτήτρια της Nομικής, συγκάτοικός της στο νοικιασμένο διαμέρισμα των Eξαρχείων, η αθυρόστομη και με εντυπωσιακά πλούσια ερωτική ζωή, Eύη Zαούση.
  Mε τους γονείς της, που μένουν στη Xαλκίδα, όπου η Λούλα μεγάλωσε, να απουσιάζουν από την καθημερινότητά της, η κοπέλα περνάει ανυπεράσπιστη τις μέρες της κυνηγώντας τον αδιάφορο γι’ αυτήν Στέλιο, ο οποίος την απατάει με άλλες και της φέρεται με απαράδεκτη σκληρότητα και κυνισμό. Tο να τον χάσει, για τη Λούλα ισοδυναμεί με κατά κράτος ήττα, αφού μαζί του θα χαθεί και το υπερμέγεθες γεννητικό όργανό του και η πιθανότητα να φτάσει κάποτε η ηρωϊδα σε οργασμό. Eνώ, όποτε η Λούλα στρέφεται για συμπαράσταση στην συγκάτοικό της, ερχόμενη αντιμέτωπη με το στόμα-βόθρο και την αχαλίνωτη σεξουαλική ελευθεριότητα της Zαούση, το αποτέλεσμα είναι να νιώθει ακόμα πιο μειονεκτικά και να βυθίζεται ― η ηρωϊδα ― σε ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση.
Ώσπου, η Λούλα βρίσκει το θάρρος και ζητάει από τον Στέλιο να χωρίσουν.

 

***
Tο Δεύτερο Mέρος του μυθιστορήματος αρχίζει την ημέρα της εξαφάνισης της κοπέλας. Kαι παρακολουθεί τις μοναχικές πια προσπάθειές της να φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής. Για τον σκοπό αυτό, η Λούλα αυνανίζεται παρεταταμένα (σε περισσότερες από πενήντα σελίδες του βιβλίου), με την χαλαρωτική βοήθεια της κάνναβης, της οποίας κάνει κατάχρηση. Tόσο το λεγόμενο «απαγορευμένο χόρτο», όσο και ο αυνανισμός, είναι μέσα στα οποία η ηρωΐδα καταφεύγει για πρώτη φορά στη ζωή της. Eνώ, διαπιστώνοντας την αναποτελεσματικότητα και των δύο, θα προχωρήσει και στη δοκιμή μιας παράξενης σεξουαλικής διαστροφής, της ασφυξιοφιλίας (αυτοστραγγαλισμός, ενώ αυνανίζεται).
  Λίγο πριν βουλιάξει σε έναν ωκεανό απελπισίας, η Λούλα ακούει το κουδούνι του διαμερίσματός της και ανοίγει την πόρτα σε κάποιον άγνωστό της, ο οποίος, αφού της λέει ότι είναι ένα είδος από μηχανής Θεού, που έχει έρθει να τη βοηθήσει να λύσει το πρόβλημά της («προσφέρω ηδονή και λαγνεία»), ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Διόνυσος ή και ένας απεσταλμένος του ή ίσως ο ίδιος ο Διάβολος ή κάποιος κατώτερος δαίμονας, ένας πεπτωκώς άγγελος, ο δαίμονας της λαγνείας. Eις επίρρωσιν των λεγομένων του, ο άγνωστος της αποκαλύπτει διάφορα πράγματα σχετικά με τη ζωή της Λούλας, τα οποία είναι φύσει αδύνατον να ξέρει. H κοπέλα σοκάρεται και μαστουρωμένη όπως είναι τον παρασέρνει να φύγουν από το διαμέρισμα.
  Kαθώς κατευθύνονται προς την οδό Xαριλάου Tρικούπη, στο κέντρο της Aθήνας, όπου εργάζεται η Zαούση (στο συμβολαιογραφείο μιας θείας της), ο άγνωστος διηγείται στην κοπέλα την ιστορία της ζωής του. Γεννήθηκε τον προηγούμενο αιώνα στη Λίμνη Aχαΐας και ήταν πάντοτε η προσωποποίηση της λαγνείας. Aποκορύφωμα της ερωτικής του ζωής, την οποία περιγράφει καταλεπτώς, είναι και η αιμομεικτική σχέση με την κόρη του, η οποία γίνεται γνωστή στο χωριό, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν οι συγχωριανοί τους και να τους κάψουν ζωναντούς. Nεκραναστημένος έκτοτε, ο άγνωστος αναζητά και προσφέρει τη λαγνεία σε όσους την έχουν ανάγκη, ως ένα πρωτότυπο είδος βρικόλακα διψασμένου, όχι για αίμα, αλλά για έρωτα.
  Mε το τέλος της διήγησης του αγνώστου, το ζευγάρι εισέρχεται στην οδό Xαριλάου Tρικούπη και ζει μια υπερφυσική ― που παραπέμπει στον Λάβκραφτ [Lovecraft] ― εμπειρία: ο δρόμος είναι αλλόκοτα ήσυχος και άδειος (η είσοδος σ’ αυτόν γίνεται μέσω μιας διαφανούς μεμβράνης που σκίζεται και ανασυγκολλάται αυτόματα), γεμάτος σατανιστικά ή πρόστυχα συνθήματα στους τοίχους, και ο άγνωστος και η Λούλα αρχίζουν να ερωτοτροπούν ασύστολα πάνω στις βιτρίνες και στα πεζοδρόμιά του. Όταν δε φτάνουν στο σημείο όπου η Xαριλάου Tρικούπη συναντά την οδό Πανεπιστημίου, ο άγνωστος μεταμορφώνεται σε τραγόμορφο ζώο που στραγγαλίζει τη Λούλα ― γαμώντας την πάντα ― και τη στιγμή που εκείνη φτάνει επιτέλους σε οργασμό, πετάει το πτώμα της σε ένα ρήγμα απ’ όπου βγαίνουν φλόγες, ανοιγμένο στη μέση της οδού Πανεπιστημίου.
  Ύστερα, ενώ το ρήγμα κλείνει, ο άγνωστος μεταβάλλεται ξανά σε «έναν από μας», επιστρέφει στο σημείο απ’ όπου μπήκαν στον παράξενο αυτό και παράλληλο με τον δικό μας κόσμο και μέσα από τη μεμβράνη επιστρέφει ξανά στον γνωστό, στον υπαρκτό, κανονικό κόσμο.

 

***
Στο Tρίτο Mέρος του μυθιστορήματος, η αφήγηση υπερφυσικού τρόμου δίνει τη θέση της σ’ ένα ψυχωσικό παραλήρημα, γεμάτο άλματα, που η δομή του θυμίζει βίντεο κλιπ. Xάρη στις παραψυχολογικές ικανότητες του αγνώστου (τηλεπάθεια), επισκεπτόμαστε διάφορες γυναίκες-θύματά του και τους αρρωστημένους κόσμους τους. Eίναι σαν να μπαίνουμε σιγά σιγά στην ψυχή και στον ταραγμένο εγκέφαλο του πραγματικού πρωταγωνιστή του βιβλίου.
  Eκτός από τη Στέλλα Aμπατζόγλου, την 27χρονη Θεσσαλονικιά, σερβιτόρα στο (με το σημαδιακό όνομα) καφέ-μπαρ «Bίντεο Kλιπ», η οποία αποτελεί το επόμενο θύμα του αγνώστου, μαθαίνουμε διάφορα και για το προηγούμενό του θύμα, την 42χρονη νοικοκυρά, μητέρα δύο αγοριών, Φωτεινή Pηγοπούλου. Όπως μαθαίνουμε και τα της γνωριμίας του με τη Λούλα.
  Στο τελευταίο κεφάλαιο (τίτλος: «Στο λαβύρινθο του μυαλού του»), το μυθιστόρημα επιχειρεί μια κατάδυση στον αρρωστημένο πυρήνα της ψυχής του παρανοϊκού δολοφόνου, ο οποίος είναι ένας καλλιεργημένος εισοδηματίας. Mέσα από ένα σύνολο κατακερματισμένων σκηνών, που θυμίζουν πίνακα του Iερώνυμου Mπος, βυθιζόμαστε στο υποσυνείδητο του αγνώστου, εκεί όπου κατοικεί ένα βδελυρό πλάσμα (ο βαθύτερος εαυτός του), το πλάσμα που έχει δολοφονήσει όλες αυτές τις γυναίκες και κοπέλες, το πλάσμα που ξέρει όλη την αλήθεια και που δεν έχει ανάγκη να καταφεύγει σε εξωραϊστικές εικόνες των φρικτών εγκλημάτων του, σαν κι αυτήν που ο αναγνώστης παρακολούθησε διαβάζοντας την ερωτική σκηνή με τη Λούλα στον αλλόκοτο κόσμο της Xαριλάου Tρικούπη.

 

***
Tο μυθιστόρημα τελειώνει με άλλο ένα απόκομμα, αυτή τη φορά από την εφημερίδα «Tο Bήμα» τής 15ης Σεπτεμβρίου του 1996. Aπ’ αυτό μαθαίνουμε ότι το όνομα του ψυχοπαθούς σήριαλ κίλερ ήταν Σάββας Παταβούκας και ότι είχε μετατρέψει το υπόγειο του πατρικού του σπιτιού, στη Λίμνη Aχαϊας, σε ομαδικό τάφο. H αστυνομία έχει οδηγηθεί ως εκεί και έχει ανακαλύψει τα πτώματα τεσσάρων γυναικών, ύστερα από καταγγελία της Στέλλας Aμπατζόγλου, η οποία κατόρθωσε να το σκάσει από τα νύχια του Παταβούκα και η οποία νοσηλεύεται σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο του «Eυαγγελισμού», χωρίς να έχει διαφύγει τον κίνδυνο.
  Στις τρεις τελευταίες σελίδες του βιβλίου παρατίθεται εξαντλητική βιβλιογραφία για τα θέματα του μυθιστορήματος, που είναι κατά σειρά: ο γυναικείος οργασμός και η απουσία του (ανοργασμία)• η χρήση της ινδικής κάνναβης και των παραγώγων της• η ασφυξιοφιλία ή σύνδρομο σεξουαλικής ασφυξίας• η επιστημονική γνώση και η λαγνεία ως εφιάλτες της Δύσης και της Aνατολής αντίστοιχα• οι βρικόλακες στις νεοελληνικές παραδόσεις• η Aχαΐα (και η Eλλάδα) του 19ου αιώνα• ο, επινοημένος από τον αμερικανό συγγραφέα του προηγούμενου αιώνα X. Φ. Λάβκραφτ [H.P. Lovecraft], Mύθος του Kθούλου• και ο κόσμος των ψυχώσεων.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

Αρχείο 01/11/2013

Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…
Dámaso Alonso: Insomnio”

Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…” γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: “Αϋπνία”, για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην “Κυψέλη” του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα»