Τζούτζη Μαντζουράνη –παρουσίαση της ποιητικής συλλογής ‘Καφές και τσιγάρα’

Τη Δευτέρα 14 Οκτωβρίου:
Οι εκδόσεις Φίλντισι σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής τη Τζούτζης Μαντζουράνης «Καφές και τσιγάρα».

Στο Sq. Café Bar 
Πραξιτέλους 43 και Αγίου Μάρκου. 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Η συγγραφέας και κριτικός Ελένη Γκίκα και ο ποιητής και κριτικός Κώστας Παπαθανασίου.
Θα προβληθεί η μικρού μήκους ταινία τουΆκανθου ‘Τζούτζη Μαντζουράνη, παρατηρήσεις στη ζωής μιας ποιήτριας-παιδιού-γυναίκας

Από τη συλλογή –επιλογή τυχαία 

*

«Μεγάλο δρόμο θα διαβείς,
χιόνι παλιό και νέο φορτωμένο.

Θα λιώνει όμως στο διάβα σου.
Γιατί καυτές είναι οι πατημασιές σου
και ζεστή η ανάσα σου
καθώς με τη δική της σμίγει.
Και η φωτιά στα μάτια σας,
το χιόνι θα λειώνει.»

-Ήρεμος δεν θα ‘ναι ο δρόμος μας,
γιατί σαν λιώνει το χιόνι,
πέτρες έχει πολλές
κι ανηφόρα.
Αγάπη μου…

Μα σαν φτάσουμε στην κορυφή,
η θέα είναι πανέμορφη.
Και ‘κει θα ξαποστάσουμε.

Και μαζί θα καπνίσουμε
το πρώτο μας τσιγάρο…

*
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ»…

Οι Λέξεις πρώτα,
τα Μάτια ύστερα
μετά, τα Χείλια…
όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.
Και τέλος,
το Άγγιγμα.
Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του….

*
«ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ»…
 

«Σε φιλάω και νομίζω ότι είναι Άνοιξη», της είπε
χαϊδεύοντας την απαλά στην κοιλιά …
«Τον Μάρτη να φοβάσαι»,
του απάντησε εκείνη…
Και τον φίλησε τρυφερά ανάμεσα στα μάτια…
Μετά κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του,
για να ξορκίσει το κρύο του Φλεβάρη
που λυσσομανούσε έξω από το παράθυρό τους
και αποκοιμήθηκε .
Έτσι, εκεί,
γυμνή,
στην αγκαλιά του.

*
«ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ»…

Περπάτησα,
όλα τα δρομάκια που είχαμε μαζί περπατήσει…
Πήγα,
σε όλα τα μπαρ που είχαμε πιεί από το ίδιο ποτήρι…
Χόρεψα,
όλους τους χορούς που είχαμε αγκαλιασμένοι χορέψει…
Κοίταξα,
τον ίδιο ουρανό, και το ίδιο ολοστρόγγυλο φεγγάρι.

Με κάποιον άλλον…
Ξανά.

Και ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι,
άλλες οι γεύσεις των ποτών,
άλλοι οι ρυθμοί των σωμάτων μας,
άλλο το σχήμα του φεγγαριού,
διαφορετικοί οι αστερισμοί.

Άλλος ο πόνος,
Ίδια η Αγάπη….

*
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Σκορπισμένα παντού στο βρεγμένο πλακόστρωτο
Τα άνθη της νεραντζιάς,
μύριζαν ακόμα τόσο έντονα.
Και η μυρωδιά τους ανακατωμένη με το μουσκεμένο χώμα
με πλάκωνε στο στήθος και έκανε την απουσία σου
γι’ ακόμα μια μέρα, πιο δύσκολη.
Δεν είναι που βρέχει και όλα είναι μουντά.
Είναι που στη βροχή ,
τα δάκρυα μου δεν φαίνονται πια,
δεν ξεχωρίζουν,
δεν έχουν σημασία…
Σβήνουν και χάνονται μαζί με το νερό
Και μένει μόνο η μουτζούρα της πληγής
που άφησαν πίσω, τα λόγια σου
Όταν ακόμα πονούσες τόσο,
που, το μόνο που ήθελες,
ήταν να με πονέσεις…

*
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Να σε καπνίσω θέλω,
σαν το τελευταίο μου τσιγάρο.
Και να μην σε σβήσω
στην τελευταία ρουφηξιά .
Κι ας καούν τα δάχτυλα μου!
Να αφήσει η καύτρα πάνω τους
το σημάδι σου…

*
©Τζούτζη Μαντζουράνη

Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»

(Απόσπασμα)

Κάθε νέα ημέρα, πρωί-πρωί, κατεβαίνω τα 752 σκαλοπάτια από τη μεσαιωνική Απάνω Χώρα μέχρι κάτω στη νέα πόλη και πηγαίνω στο Ιστορικό Αρχείο. Περνάω όλο το πρωινό μου εκεί.

  Ανασκαλεύω χαρτιά, αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες, νο- σοκομειακά αρχεία, κιτρινισμένα έγγραφα με άπειρα σχεδιά- σματα, άλλα καλλιγραφημένα από επιδέξιους γραφείς κι άλλα καμωμένα με δυσνόητες γραφές και στριφογυριστές ουρίτσες, φαντάζομαι ακροβασίες με τον κοντυλοφόρο πάνω στο χαρτί, πιρουέτες και σπαγγάτο για να γραφούν τα σχεδιάσματα-κείμενα, σαν να χορεύει ένα επιδέξιο ζευγάρι χορευτών ταγκό, απόλυτος συγχρονισμός κινήσεων του ενός κολλημένου πάνω στον άλλο, σαν τα δάχτυλα που τυλίγουν την πένα μέχρι την τελική φιγούρα, το τίναγμα στον αέρα και το βύθισμα στο μελανοδοχείο. Χαϊδεύω τα γράμματα από ξεθυμασμένα μελάνια που θρίφουν στο άγγιγμά μου κι αφήνουν σημάδια στις ρώγες των δαχτύλων και μια αίσθηση παλιών ιστοριών αναδύεται μέσα από δικόγραφα γεμάτα πάθη, ακόλαστους, απονενοημένους, φανερωμένους έρωτες, μοιχείες και μοιχαλίδες, σφαξίματα και ιστορίες με νεαρούς Υδραίους που έβραζε το αίμα τους και χειρίζονταν επιδέξια το λάζο και με τα δύο χέρια. Διαβάζω παλιά έντυπα και πολυκαιρισμένες εφημερίδες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων στο νησί, εκείνων που δημιούργησαν το θαύμα της Ερμούπολης, μιας ολόκληρης πόλης που ξεφύτρωσε μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Ανοίγω βαριά βιβλία με ξεχαρβαλωμένα εξώφυλλα, ξεφυλλίζω σελίδες με μουτζουρώματα από μολύβι και άπειρες σημειώσεις στις άκριες, παλιές μνήμες, κιτρινισμένο χαρτομάνι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»»

Παρουσίαση απόψε: Δημήτρης Φύσσας, «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»

Απόψε στις 9 το βράδυ, στο σκακιστικό καφενείο «Πανελλήνιον», ο συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόλογος και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού «Στάχτες», αθηναιομανής και σινεφίλ και city lover Δημήτρης Φύσσας, παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου».
Πρόκειται περί ενός αλφαβητικού λεξικού των σινεμά (και των χώρων που έπαιξαν ταινίες σε κάπως μόνιμη βάση, ακόμα κι αν δεν ήταν σινεμά π.χ. καφενεία), όσων λειτούργησαν από το 1896 μέχρι και το 2013, στα όρια που καλύπτει ο σημερινός Δήμος Αθηναίων. Σε κάθε κύριο λήμμα περιλαμβάνονται, ιδανικά, τα εξής: ονομασία/ διεύθυνση/ τηλέφωνο/ σχόλια για το όνομα / διάταξη / σχόλια για το χώρο/ ιδιοκτήτης/ εποχή του χρόνου που λειτουργεί/ χρονολόγηση λειτουργίας/ ερευνητικά ή άλλα περιστατικά/ προσωπικές, λογοτεχνικές, κινηματογραφικές ή άλλες αναφορές/ σημερινή κατάσταση του χώρου /διαφημίσεις / διάφορα/ ενδεικτικές ταινίες σε ετήσια (και όχι κατ’ ανάγκην σε μηνιαία) σειρά…
Όπως δήλωσε ο ίδιος στηνΕλευθεροτυπία  «…καταλογογραφούνται καμιά τετρακοσαριά κινηματογράφοι. […] Είναι όλα εδώ: Λαϊκά και κυριλέ, καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, τσοντάδικα και οικογενειακά, συνοικιακά και κεντρικά. Μιλάμε για 960 σελίδες word times new roman 12άρι, με 3.500 υποσημειώσεις».
Μία δεκαετία έρευνας, και το αλφαβητικό λεξικό «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου» προορίζεται αποκλειστικά για διαδικτυακή χρήση, καθώς πρόκειται να αναρτηθεί σε έξι ιστοσελίδες μεταξύ των οποίων φυσικά και οι Στάχτες, τις διευθύνσεις των οποίων ο κ. Φύσσας θα ανακοινώσει το ίδιο βράδυ.
Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο online στο:  https://docs.google.com/file/d/0B3mvzCFV851iRnVJT0ZtRjlZaTQ/edit?usp=sharing&pli=1

Καφενείο «Πανελλήνιον»
στις 9.00 μμ
Μαυρομιχάλη 16 Εξάρχεια
210-3634492

Φωτογραφία κινηματογράφου «Αττικόν» με μεγαλο-αφίσα του Γιώργου Βακιρτζή

Νίκος Βλαχάκης, ποίηση

 
Χορικό Β’
(της απόγνωσης)

Τα ναυάγια μου στο βυθό
κι οι κούρσαροί μου
παλικάρια αμούσκευτα
στου πελάγου την αύρα.

Πόση δόξα άδολη
στης ακτής το μυχό.
Εγώ που σε πόθησα
πόσο λάθος είχα! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βλαχάκης, ποίηση»

Πέτρος Κυρίμης, Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα

Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα. Ένας μονότονος ειρηνικός ήχος από κάποια τράτα, ένα χαρούμενο παρατεταμένο σφύριγμα καραβιού που έρχεται ή ένα λυπημένο από καράβι που φεύγει. Οι εργάτες του λιμανιού κι εκείνοι που δουλεύουν βάρδια αμίλητοι κι αγουροξυπνημένοι περιμένουνε στις στάσεις των λεωφορείων.
Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα.
Και πάντα η μέρα τελειώνει έτσι. Με τον ήλιο να βασιλεύει πορτοκαλής και μεγαλόπρεπος σαν βυζαντινός αυτοκράτορας πίσω από τα βουνά της Σαλαμίνας.
Αχ, βράχια της Πειραϊκής. Σκόρπια θα είναι ακόμα και σκουριασμένα πια τα τσιμπιδάκια απ’ τα μαλλιά της. Ίσως κάποια χέρια τα πιάσουν με προσοχή να μην κοπούν κι αδιάφορα τα πετάξουν στη θάλασσα, να καθαρίσουν το χώρο, να τον κάνουν δικό τους…
 
~~~*~~~
Το βιβλίο διατίθεται προς πώληση online στο epubli.
~~~*~~~
*
Ο Πέτρος Κυρίμης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης. Άρχισε να γράφει από πολύ νέος. Πρώτα τραγούδια και ποίηση κι αργότερα διηγήματα και παιδικό θέατρο. Από το 1986 μέχρι το 2000 έζησε στη Γερμανία όπου εργάστηκε ως διευθυντής προγράμματος στο πανευρωπαϊκό ελληνικό ραδιόφωνο «Το Πρώτο». Τα τελευταία χρόνια ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ταχυδρόμος» που διανέμεται σε όλη τη Γερμανία. Από το 2006 μέχρι το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

Περιηγήσεις Ναυτίλου: «Η γραμμή του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου

«Είναι

ένα πασίγνωστο μέσο των οδηγών και των εξερευνητών. Όταν συνειδητοποιούν πως έχασαν το δρόμο ή πως πλανιούνται άσκοπα στο δάσος, έχουν ως κανόνα να μην προσπαθούν ποτέ να ξαναβρούν τον προσανατολισμό τους με βάση το ένστικτό τους. Πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις ξαναγυρίζουν σιγά σιγά και προσεκτικά προς τα πίσω για να ξαναβρούν το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν ή το σημείο από το οποίο άρχισαν να χάνονται.» (Άλφρεντ Χίτσκοκ)

 

«Η ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζή, ελαφρά ντυμένη, έχει μερικά λεφτά, κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο του μικρού μαγέρικου, στην πλατεία του Άνω Κάμπου, απέναντι από την άσπρη εκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά την Αποκάλυψη, εννιακόσια χρόνια από τότε που ο μοναχός Χριστόδουλος έχτισε ένα μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος, τρεις μέρες από τότε που χώρισε με τον άντρα της…»
Η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρονών, μεγαλωμένη τη δεκαετία του ’60, έχοντας διανύσει κατά τη δεκαετία του ’70 και ’80 όλες τις διαδρομές που επέβαλε ο περίγυρός της, η γοητεία του συρμού και η αναγκαιότητα να συμβαδίζει με την εποχή της, αναχωρεί για την Πάτμο σε μια προσπάθεια αυτογνωσίας.
«Είναι η ιστορία μιας φυγής. Στη διάρκεια όλου του βιβλίου περιγράφεται ένα αδιέξοδο που έχει νιώσει η Ρέα κάνοντας έναν απολογισμό, τι έγινε τα τελευταία είκοσι χρόνια…»
Οι εικόνες της τουριστικής Πάτμου του 1988 εναλλάσσονται με αυτές της Κυψέλης των παιδικών κι εφηβικών χρόνων της Φραντζή. Από τη μία η Ελλάδα του ’60 και από την άλλη η Ελλάδα του ’80. Πόσα άλλαξαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια; Η Ρέα είναι μια τυπική εκπρόσωπος αυτής της γενιάς. Μιας γενιάς που «συμμετείχε σε μια καταστροφή χωρίς να ‘χει πάρει την ευθύνη της. Αντίθετα μάλιστα, τη συνεχίζει…»
«Τριανταδύο χρονών, ελαφρά ντυμένη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου. Κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού, ακόμα και η πλατεία Κυψέλης ήταν το κέντρο του κόσμου, γνωστού και αγνώστου, ορατού και αοράτου, φανερού και κρυφού. Ζούσαν εκεί η Βάνα, η Έρση, η Μίνα, οι οικογένειές τους. Πίστευαν ότι πρώτα έγινε η πλατεία Κυψέλης και αργότερα σχηματίσθηκε γύρω της ο υπόλοιπος κόσμος».
Από την Κυψέλη της εφηβείας και της αθωότητας, στα βόρεια προάστια της αποξένωσης και της κατανάλωσης. Η Ρέα ανατρέχει στο παρελθόν για να ανακαλύψει την αρχή αυτής μετάλλαξης, να βρει τι έφταιξε… Στην Πάτμο της Αποκάλυψης, στην Πάτμο των κρουαζιερόπλοιων και των ξανθών τουριστών, θ’ ανέβει σκαλί-σκαλί την κλίμακα προς την αυτεπίγνωση.
Κυψέλη, Αίγινα, ένα χωριό στην Ναυπακτία, Γενεύη, Βενετία και Πάτμος, είναι οι τόποι που σημάδεψαν την πορεία της Ρέας. Το καθετί που είχε αξία γι’ αυτήν σιγά σιγά χανόταν. Έχασε τη συντροφικότητα, έχασε την οικειότητα, έχασε το κέντρο του κόσμου… Το τραγικό είναι ότι χρειάστηκε να χάσει όλα αυτά ανεπιστρεπτί, για να συνειδητοποιήσει την αξία που είχαν. Η αναμόχλευση του παρελθόντος είναι ουσιαστικά η ελεγεία αυτής της απώλειας.
«Πέντε χιλιάδες βόλτες στο κέντρο της πόλης της δίδαξαν τον τρόπο ν’ αποφεύγεις τους άλλους, να γλιστράς σα σκιά, να πεθαίνεις στο πλάι τους, να κάνεις ότι δεν τους ξέρεις, ότι ποτέ δεν τους γνώρισες…»
Η μαντάμ Φραντζή είναι ο Χρήστος Βακαλόπουλος και το αδιέξοδό της είναι το αδιέξοδο της γενιάς του! Μια γενιά που σαν τη Ρέα ηττήθηκε. Ένιωσε τα τείχη να την κλείνουν και μόνον η θάλασσα της απέμεινε. Όσο όμως φωτεινή και απέραντη κι αν είναι, το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι ζοφερό…
Το έργο του Βακαλόπουλου είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα ελληνικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Στόχος του δεν είναι μόνο να δείξει, μέσω της Ρέας, την πορεία της γενιάς του αλλά και την πορεία ολόκληρης της χώρας. Μιας Ελλάδας που αιώνες τώρα παραδέρνει μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Από το 1204 έως το 1988 η ιστορία είναι πάντα δυναμικά παρούσα, ακόμα κι όταν το μόνο έχει μείνει απ’ αυτήν είναι μερικά ονόματα και κάποια ερείπια.
Ο ρυθμός της αφήγησης έχει μια ιδιόρρυθμη μουσικότητα καθώς κάποια μοτίβα αλλά και θέματα επανέρχονται δίνοντας νέες διαστάσεις σ’ αυτό που έχει ήδη ειπωθεί. Ο ίδιος ο συγγραφέας ονόμασε τη μέθοδό του ως «βότσαλο στη λίμνη»: «σαν να πετάς ένα βότσαλο και να φτιάχνονται κύκλοι, και σχεδόν σ’ όλο το βιβλίο είναι αυτή το βότσαλο και τα κεφάλαια οι κύκλοι». Υπάρχουν κεφάλαια αριστουργηματικά, όπως ο Κάμπος, το Λεωφορείο, το Απόγευμα, ο Πάγκος και το Παραμύθι και υπάρχουν κι άλλα που χαρακτηρίζονται από μια γραφή δημοσιογραφικού τύπου, σα να γράφτηκαν με άλλη αφορμή και να στριμώχτηκαν εδώ ως εμβόλιμα. Από τη μία η ευφυής οργάνωση του μυθιστορήματος με πρότυπο το ασκητικό κείμενο της Κλίμακος του Ιωάννη και από την άλλη η χαλαρή αλλά πάντοτε πάλλουσα γραφή του. Είναι μάλλον υπερβολικό να αναμένει κανείς να βρει στο βιβλίο, αυτό που αποκαλούμε: «le mot juste». Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993), σκηνοθέτης, σεναριογράφος, πεζογράφος, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, κριτικός κινηματογράφου, μουσικής και τηλεόρασης, κατόρθωσε να γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα δίνοντας μέσα σε λίγες σελίδες το στίγμα μιας ολόκληρης γενιάς. «Μιας γενιάς αιχμαλώτων των ιδεών και αιχμαλώτων ενός μοντέλου ζωής που δεν ήρθε ποτέ έτσι όπως το είχαν φανταστεί, αλλά η αιχμαλωσία παρέμεινε ως διαδικασία. Δεν μπορούν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι να ξεφύγουν από κείνο που είχαν σκεφτεί για το μέλλον όταν ήταν μικροί…».
Η Ρέα Φραντζή, νοσούσα, κάμνουσα κι αιχμάλωτος, το καλοκαίρι του ’88 στην Πάτμο, συνειδητοποιεί ότι το μόνο σημείο φυγής είναι η γραμμή του ορίζοντος και κολυμπάει αργά προς αυτήν…
«Δεν είμαστε πια όλοι μαζί: ίσως επειδή, όπως λέει ο Χρήστος, χάσαμε το κέντρο και βυθιστήκαμε ένας-ένας στον υποκειμενικό του χρόνο, περιμένοντας το μέλλον για να μαζέψουμε τα κομμάτια… Δεν είμαστε όμως ολότελα μόνοι: γυρίζοντας πίσω μέσα μας, ανακαλύπτουμε ένας-ένας πως είμαστε όλοι εκεί, πως κουβαλάμε ακόμα ο ένας τον άλλον… Δεν έχουμε ακόμη απάντηση στο ερώτημα «πώς πέρασαν τα χρόνια;» κι ίσως είναι καλύτερα έτσι (δεν ωφελεί να φτάνει κανείς πριν της ώρας του, δεν πρέπει να τρομάζουμε τα φαντάσματα). Μέσα μας ξέρουμε μόνο -με τη χάρη μιας πάντα διφορούμενης γνώσης- πως τα παιδιά το ‘σκασαν, οι γυναίκες στέρεψαν, τα τραγούδια σώθηκαν «κι όλοι μαζί είμαστε πια ένας-ένας».
© Ναυτίλος
Στη φωτογραφία, ο Βακαλόπουλος σε νεαρή ηλικία.

*

Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες προέρχονται από το μυθιστόρημα. Αυτά με μπλε είναι από συνεντεύξεις του Βακαλόπουλου και βρίσκονται στο βιβλίο: «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας» (εκδ. Εστία), όπου έχουν συγκεντρωθεί κείμενα και συνεντεύξεις του με την επιμέλεια του Κώστα Λιβιεράτου. Από το ίδιο βιβλίο και το τελευταίο απόσπασμα με πράσινους χαρακτήρες. Πρόκειται για την τελευταία υποσημείωση στο επίμετρο του Λιβιεράτου. Εκτός από τα λογοτεχνικά του έργα, στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει και η συλλογή άρθρων και δοκιμίων: «Από το χάος στο χαρτί», εκδ. Εστία σε επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο ομώνυμο δοκίμιο υπάρχει, ως μότο, και το απόσπασμα του Χίτσκοκ, που παραθέτω στην αρχή της ανάρτησης. Δυστυχώς, μια άλλη συλλογή με κινηματογραφικές κριτικές του («Δεύτερη προβολή», εκδ. Αλεξάνδρεια 1990), παραμένει εξαντλημένη. Στην αρχή της «Γραμμής του ορίζοντος» υπάρχει η φωτογραφία μιας παρέας του Βακαλόπουλου με τη λεζάντα: «Υπέρ νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων της δεκαετίας του ’70». Επίσης, το μότο στο μυθιστόρημα είναι του Ιωάννη της Κλίμακος (525-605): «Δεξάμενος φλόγα, τρέχε, ου γαρ γινώσκεις πότε σβέννυται και εν σκοτία σε καταλείψει». Η Κλίμακα είναι ένα ασκητικό κείμενο σε τριάντα συν ένα λόγους: βαθμίδες που ανεβάζουν τον πιστό από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, όπως και η Ρέα, στα 31 κεφάλαια, φαίνεται να πηγαίνει «σκαλί-σκαλί προς την αυτεπίγνωση» (Δ. Κοσμόπουλος). Η φράση «le mot juste» («η σωστή λέξη») αποδίδεται στον Φλωμπέρ και χαρακτήριζε το λογοτεχνικό του πιστεύω. (17/20)

[πηγή]

Χρήστος Βακαλόπουλος Η γραμμή του ορίζοντος Εκδόσεις Εστία. To εξώφυλλο του βιβλίου είναι σχεδιασμένο από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο

Νίκου Κυριακίδη, ‘Δρόμοι με ματωμένα γόνατα’ ή αλλιώς η χαμένη παιδικότητα

από τη Τζούλια Φορτούνη

Πολλές φορές αναρωτιέμαι, τι πραγματικά γυρεύουμε όλοι όσοι γράφουμε. Όλοι όσοι σκύβουμε με αφοσίωση, ψάχνοντας απεγνωσμένα εκείνη τη λέξη, ή την εικόνα, που θα κυοφορήσει και θα γεννήσει το ποίημα. Και δεν μου αρκούν πια οι έτοιμες απαντήσεις περί ποίησης, δοσμένες από λόγια μεγάλων ποιητών και διανοητών. Ίσως γιατί επιζητώ πάντα την προσωπική εμπλοκή μου στα πράγματα. Και ο εαυτός μου μόνο, είναι φυσικά δείγμα ελλιπές. Ψάχνω λοιπόν την απάντηση στους φίλους μου που γράφουν. Εκεί όπου μπορώ να αγγίξω λίγο αυτά τα λεπτεπίλεπτα φτερά της έμπνευσης. Τουλάχιστον να αισθανθώ το ανεπαίσθητο πέταγμά της, «το φευγαλέο θρόισμα» στα μάτια τους.

    Γιατί γράφει λοιπόν ο φίλος μου ο Νίκος Κυριακίδης; Ποια ανάγκη βαθιά τον κάνει να περνά ώρες ατέλειωτες, «παις εν καμίνω», να βγάζει τις λέξεις του φλεγόμενες πέτρες από τη φωτιά και να τις πετάει σε δρόμους χωμάτινους; Και γιατί διάλεξε αυτόν τον ευάλωτο τίτλο για μια τόσο «σκληρή» ποιητική συλλογή που ανατρέπει τις συνήθεις λυρικές φόρμες αλλά και τους μεταμοντέρνους μιμητισμούς;
Α’ ενότητα: «Τα ταξίδια»
   Μένω έτσι στη λέξη «δρόμοι» και ακολουθώ τον ήρωα σαν σε ένα movie road. Κάθε ποίημα μοιάζει με κραυγή σ΄ ένα σκοτεινό κι απρόσωπο δωμάτιο ενός μοτέλ. Ακούγεται το «my old flame» ίσως και το «the passenger» του Iggy Pop.
   Γιος ναυτικού, αλλά με μια άγκυρα δεμένη στο λαιμό του, στέκει μπροστά στο φινιστρίνι «μ’ έναν φόβο αδιόρατο». Θλιμμένο και απόμακρο πλάνο όπου μικρά πουλιά πετάνε σε σχηματισμούς και θολώνουν τον ορίζοντα. Ο χρόνος και ο τόπος εδώ δεν είναι μεγέθη σχετικά, αλλά ομογενοποιούνται μέσα από «λέξεις συμπαγείς». Άλλες πάλι φορές έχω την αίσθηση πως ακολουθώ έναν πρόσφυγα σε μια πορεία ατέλειωτη κάπου στην ανατολή και τότε οι νότες της τζαζ καταλήγουν σε αμανέ σμυρνέικο. Γιατί ο χρόνος τελικά καταλύεται στους δρόμους. Δεν έχει σημασία αν βρίσκεσαι στη Νέα Ορλεάνη ή στα προσφυγικά του Νέου Κόσμου, ούτε αν γεννήθηκες τη δεκαετία του 50 ή του 80. Οι δρόμοι είτε χωμάτινοι είναι, είτε ασφαλτοστρωμένοι, έχουν πάντα ματωμένα γόνατα. Αρκεί να είσαι παιδί για να μπορείς να διασχίσεις τη φθορά. Ή να βρεθείς –ανυπόμονο- στο τέλος του ταξιδιού. Άλλωστε «ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;» Όταν διασχίζει κανείς δρόμους ατέλειωτους, ως «εμπορικός αντιπρόσωπος με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα», όταν περνάει έξω από αφύλακτους κήπους, αφουγκράζεται τη λαχτάρα της ζωής που αναβλασταίνει μέσα στα καμένα. Κρυφακούει από τα ανοιχτά παράθυρα τους πόθους και τις μουσικές από τα τρανζίστορ των αθώων. Και τις κραυγές των κρεμασμένων στις πλατείες, τα αναπάντητα ερωτηματικά. «Πενθούμε ή ποθούμε;» Είναι τότε που ξεπροβάλλει πίσω από τη μάντρα του νεκροταφείου πάλι το παιδί: «όχι ποθούμε στην επιμονή σαν βγάζει τη γλώσσα στην υπομονή. Ποθούμε». Γιατί όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τον υπέρτατο φόβο σκάβει μέσα του και αν είναι τυχερός και γόνιμος θα ανασύρει τη θαμμένη σωτηρία του: « Η βασιλεία είναι του παιδιού». Και ο Νίκος δεν είναι μόνο τυχερός και γόνιμος. Είναι και τολμηρός. Το παιδί αυτό μέσα του, αφού το γλιτώσει δεν το κανακεύει, το εκθέτει στις πιο σκληρές εικόνες, να το δει να χλευάζει τις «απόλυτες απογοητεύσεις» και να κλέψει λίγο από τη δύναμη και τη σοφία του. Πώς να σωθεί κανείς αν δεν γιατρέψει τις ελλείψεις του με άλλες πιο υπόγειες, αν δεν εμβολιάσει το φόβο με άλλο φόβο, πιο αρχέγονο. Μόνο όσοι έχουν φοβηθεί πολύ το τολμούν αυτό.
Β’ ενότητα: «Τα αίματα»
   Τα μεγάλα ταξίδια δεν είναι ποτέ αναψυχής ούτε καν περιηγητικά. Δεν τα επιλέγεις. Βρίσκεσαι ξαφνικά –νύχτα- με μια βαλίτσα σε ένα ΚΤΕΛ κάποιας επαρχιακής πόλης, μένεις σε φτηνό ξενοδοχείο. Ξαπλώνεις πάνω από τα σεντόνια. Δεν κοιμάσαι. Οσφραίνεσαι το αίμα γύρω σου. Την ωμή σάρκα που ανασαίνει, ερωτεύεται, πεθαίνει. Δίχως δέρμα οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας. Κάποιοι χωρίς κεφάλι. Πλησιάζεις δειλά στο παράθυρο, κοιτάς πίσω από την κουρτίνα τους βρώμικους δρόμους. Όπου οι αρουραίοι δαγκώνουν τους ανθρώπους. Κι εκείνοι πιστεύουν πως θέλουν απλώς να τους φιλήσουν. Τι γυρεύεις σε τούτο το «θέρετρο φασισμού;» «Πέταξε πάνω από τους βρώμικους δρόμους» .
    Αυτή την εικόνα είχα όταν διάβασα τη δεύτερη ενότητα. Δεν ξέρω αν η Πανούκλα του Καμύ σε μια άλλη ανάγνωση, συγγενεύει με τούτο το πλάνο, ούτε πώς ο Καβάφης και η Πόλη του ξετρύπωσαν από κάποιο παράθυρο τούτης της σκηνής. Ούτε αν ακουγόταν το “Strange Fruit” ή κάποιο βαρύ ζεμπέκικο. Ξέρω μόνο πως το αίμα δεν το βλέπει ποτέ κανείς. Το μυρίζεται. Κι εδώ, σε τούτες τις λέξεις υπήρχε πολύ. Δεν το άντεξα και συνεχίζω το ταξίδι. «Από μένα θυμηθείτε μόνο τη φυγή μου»
Γ’ ενότητα: «Τα στίγματα»
   Η διαδρομή εδώ γίνεται με τρένο. «Το τρένο πάντα μυρίζει/σώματα, σε μια μη αναστρέψιμη διαδικασία» Είναι μια πορεία εντελώς προσωπική. Σαν να κοιτάζεσαι σε ένα καθρέφτη μετά από καιρό και να αναγνωρίζεις κάποια από τα σημάδια σου. Να προσπαθείς να τα ταυτοποιήσεις και να αποδόσεις την αξία ή την απαξία σε τούτη τη δερματοστιξία. Πάντα χωρίς φόβο: «Μη φοβάστε τα αληθινά/μυρίζουν, κολλάνε, τρώγονται, μεταδίδονται/ γίνονται εμμονές, οργίζουν και οργίζονται.» Κι ύστερα να προσπαθήσεις να τ΄ αγγίξεις. Όχι στον καθρέφτη. Στο σώμα σου. Και στο σώμα άλλων.   Αυτών που ερωτεύεσαι. Γιατί όλες αυτές οι ουλές και τα στίγματα γίνονται οι λέξεις στα ποιήματά σου.
Δ’ ενότητα: «Απώλειες»
    «Στους δρόμους που μας ρούφηξαν/ έρχονται άλλοι που ματώνουν/τους ενόχους των φλυαριών/ τους προσκυνητές της κοινοτυπίας»
    Και το ταξίδι συνεχίζεται. Και κορυφώνεται σε μια αποτρόπαια αλλά και λυτρωτική διαπίστωση. Μεταφορικό μέσο εδώ, η μνήμη. Που δεν προσμετρά απλώς τις απώλειες, ούτε τις αποτιμά –γιατί αυτές δεν γίνονται λέξεις και ποιήματα- , αλλά τις σιχτιρίζει με δέος: «ένα τρενάκι του τρόμου η ζωή της-/δηλαδή ταπεινή». Η μνήμη είναι κι αυτή σάρκινη είναι το «δρον σώμα» που συνουσιάζεται –μαζί με τους νεκρούς- ξεδιάντροπα μπροστά μας. Ποιος αντέχει τη «βλασφημία» της σάρκας όταν καταποντίζεται μια βάρκα γεμάτη μετανάστες στο Αιγαίο;
    Και η διαπίστωση: «Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο/θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί/ κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά/ απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια»
    Γι΄αυτό λοιπόν είναι δύσκολα τα πρωινά του Νίκου Κυριακίδη: «Διαρκής ήττα/ να συντηρεί τον πρωινό φόβο/κάθε βράδυ».
    Τελειώνουν άραγε τα μεγάλα ταξίδια; Κι αν ναι, πού; Σε ποιο φόβο; Σε ποιο πόθο; Δεν έχω απαντήσεις, ούτε φιλολογικές επισημάνσεις τούτης της προσωπικής διαδρομής. Ταξίδεψα μαζί με τον ποιητή, ως λαθρεπιβάτης και έτσι αυθαίρετα περιγράφω τις σκέψεις μου. Νιώθω πως ο κεντρικός άξονας αυτού του ταξιδιού, είναι ο χρόνος και η κεντρομόλος του δύναμη, που κάνει όλα τα γεγονότα και τις καθημερινές εικόνες, περιστρεφόμενα συμβάντα του τίποτα. Λες και τίποτε δεν μπορεί να εκσφενδονιστεί να φύγει ή να αποκτήσει τη δική του εντροπία, να αυτονομηθεί, έστω μες στην παρακμή του. Μια ιδεολογική αποφόρτιση από τις καθιερωμένες και επιβαλλόμενες φόρμες. Αυτό πιστεύω πως επιδιώκει ο Νίκος μέσα από αυτή τη σκληρά αποστασιοποιημένη γραφή του. Να δημιουργήσει μια μικρή αταξία σ΄ αυτό το άτεγκτο ντόμινο της κοινωνικής νομοτέλειας. Αν και μοιάζει με ιστορική αναδρομή τούτο το ταξίδι, δεν είναι μια αφήγηση, μια καταγραφή σε χρώμα σέπιας. Είναι μια ανασκαφή με νύχια και με δόντια, κυρίως με δόντια, που βγάζει στην επιφάνεια τις κοινές πληγές των ανθρώπων στον τόπο και στο χρόνο, χαίνουσες πάντα. Τις εκθέτει ωμές και ματωμένες στα μάτια μας. Άλλοι αποστρέφουμε το βλέμμα μας, άλλοι απλώς τις παρατηρούμε ως λέξεις, ως ποίηση, ως περιγραφή μιας κοινωνίας που νοσεί, άλλοι πάλι τολμούμε –κι ας φοβόμαστε- ν΄ αγγίξουμε αυτές τις πληγές των ματωμένων δρόμων. Όχι για να τις επουλώσουμε. Άλλωστε πώς να επουλώσει κανείς μια πληγή που αιμορραγεί αιώνια; Ίσα ίσα, για να βγάλουμε τη γλώσσα στη ματαιότητα και να φωνάξουμε μαζί με το πιτσιρίκι: «Ποθούμε» «Δεν Πενθούμε»© Τζούλια Φορτούνη
Η φωτογραφία «Αθήνα, Η οδός Πατριάρχου Ιωακείμ, 1032» είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου -Από το αρχείο της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα: «Φωτογραφική Συλλογή Dorothy Burr Thompson». Επεξεργασία του περιοδικού Στάχτες.

***


Νίκος Κυριακίδης
Δρόμοι με ματωμένα γόνατα
Ars Poetica, 2013
80 σελ.
ISBN 978-618-80195-5-3, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 9,00

Ιωάννα Βακάλη, «Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας» (απόσπασμα)

Απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου:

Ωρες ώρες αγωνιώ. Αγωνιώ για το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσω. ΄Όλοι έχουν ένα μέτρο. Η ζωή το παρέχει σε όσους το έχουν ανάγκη. Καμιά φορά ανησυχώ αν είμαι καλή. Εμπιστεύομαι όμως το καθρέφτισμά μου στα μάτια των γέρων και των παιδιών. Όταν τα βλέμματα συνωμοτούν με την αλήθεια. Περιπλανιέμαι σε δρόμους και κρεβάτια. Αφήνω τους ανθρώπους να με γεύονται. Δίνομαι στον καθένα. Σαν να είναι μοναδικός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Βακάλη, «Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας» (απόσπασμα)»