Περιηγήσεις Ναυτίλου, Το μεγαλείο της Πορτογαλίας

Της θάλασσας Ήρωες,
ευγενικέ λαέ
Έθνος γενναίο και αθάνατο,
Ορθώστε σήμερα και πάλι
Το μεγαλείο της Πορτογαλίας!
Μεσ’ από την αχλύ της μνήμης
Η φωνή των ένδοξων προγόνων σου
Ω Πατρίδα , ακούγεται
Αυτή που στη νίκη θα σ’ οδηγήσει.
Στ’ άρματα , στ’ άρματα,
Για την Πατρίδα να παλέψουμε!
Στα κανόνια απέναντι
ας προελάσουμε , ας προελάσουμε.
(Από τον εθνικό ύμνο της Πορτογαλίας)
Η Πορτογαλία ήταν ένας από τους τελευταίους αποικιοκράτες της σύγχρονης εποχής. Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα-Μπισάου, Πράσινο Ακρωτήρι… Αποσύρθηκε απ’ αυτές με την πτώση του Σαλαζαρικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας το 1974 κι αφού πάλεψε με νύχια και με δόντια να τις κρατήσει για πολλά χρόνια.Οι Πορτογάλοι υπήρξαν από τους πιο αιμοσταγείς αποικιοκράτες.Διαβάζοντας στο διαδίκτυο για τις ωμότητες και τις σφαγές που διέπραξαν ένιωθα ότι έμπαινα σ’ ένα εφιαλτικό τοπίο μιας Αφρικής πολύ διαφορετικής απ’ αυτήν που ίσως φανταζόμαστε
Οι εξεγέρσεις στην Αγκόλα ξεκίνησαν το 1961 με αφορμή τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Αφρικανών σκλάβων στις βαμβακοφυτείες της πορτογαλοβελγικής εταιρίας Κότονανγκ. Εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα όπως άλλωστε και όλες οι επόμενες που κράτησαν έως το 1974. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι Πορτογάλοι αφάνισαν ολόκληρα χωριά.

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …

Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;

Ο τίτλος του «Το μεγαλείο της Πορτογαλίας» μας εισάγει με τρόπο τραγικά ειρωνικό στον εφιάλτη που βιώνουν όλοι οι χαρακτήρες του έργου.
Καθώς οι Πορτογάλοι εγκαταλείπουν την Αγκόλα κι αρχίζει ο εμφύλιος σπαραγμός, η Ιζίλντα, τελευταία μιας γενιάς αποικιοκρατών φυγαδεύει τα τρία της παιδιά στη Λισαβόνα ενώ η ίδια παραμένει πεισματικά εκεί για να διαφυλάξει το υποστατικό, τη φυτεία και τις αναμνήσεις της.

 

«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»

 

Η γραφή του Αντούνες είναι δύσκολη και απαιτεί την αυτοσυγκέντρωση του αναγνώστη.Η αφήγησή του έχει μια «άγρια» ομορφιά και μια δύναμη που σε συνεπαίρνει για να σε εκσφενδονίσει στο χάος της Ιστορίας.Η δομή του μυθιστορήματος είναι μουσική:Φράσεις,προτάσεις έως και ολόκληροι παράγραφοι επαναλαμβάνονται σαν μουσικά μοτίβα δημιουργώντας μια μουσική αίσθηση.Άλλωστε κι ολόκληρο το έργο δίνει την εντύπωση μιας πένθιμης συμφωνίας. Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες συνέθεσε με έξοχο τρόπο το Ρέκβιεμ της «Μεγάλης Πορτογαλίας».
(17/20)

[πηγή]

***

Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, 
εκδ. Καστανιώτης, 
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.

Σωτήρης Παστάκας, ποιήματα γραμμένα σε SMS

Δεν μιλώ για την αγάπη.
Τι έχω να πω εγώ για την αγάπη;
Δεν ξέρω τίποτα, όπως ο καθένας
από εσάς που με διαβάζει!
Αμαθή κι αδιάβαστο με πήρε μαζί της
η Λύπη και διάβηκα την Πύλη.
Πως την ήξερα, καυχιόμουνα κι εγώ
προτού να την γνωρίσω!
Α, οι μεγάλες λέξεις,
τα ηχηρά επιφωνήματα,
πως σκύβουν τρυφερά και ραίνουν
τον απραγματοποίητο όρκο!

***

Να κατευθύνω τα βέλη μου σε σένα,
όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
που σ’ εκνευρίζει, και σε στενοχωρεί,
γιατί σου στερεί το μεροκάματο,
κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
ταμία της καρδιάς μου.

***

Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.
Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.

***

Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.
Απ’ την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ’ την κοινή διαπίστωση των φίλων:
«είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;»
Μακάρι η πάθησίς μου να ’χε ένα απ’ τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα,
παράνοια. Πώς είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.

***

Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.

***

Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.
Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.
Η αγάπη με είχε κάνει Ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.

***

Ζηλεύω την πολυάριθμη παρέα σου,
τα σφριγηλά σας ημικύκλια. Ζηλεύω,
αυτόν που κάθεται αντίκρυ
στα γυμνά βυζάκια σου,
κι εσύ τον κοιτάζεις γυμνό.
Ζηλεύω, τις κιθάρες, τα τραγούδια σας,
τη φωτιά που φωτίζει τα μεταμεσονύχτια
μπάνια σας. Να δεις πως όπου να ’ναι
θα ζηλεύω
και τις κουβέντες σας!

***

Γράφω σ’ εκείνο το μεταίχμιο
του πόθου, της απόγνωσης,
όταν μετέωρα όλα στέκονται
αμφίβολα κι εν εξελίξει. Γνωρίζω
τη γραφή σαν αναπλήρωση,
το πλήρωμα των λέξεων ναυτολογώ
Λέξεις-ναυτόπαιδες μονάχα προσλαμβάνω
που θα προφέρουν ξενικά τα ελληνικά μου,
όταν η γλώσσα μας η μια θα έχει γίνει
του κόσμου εσπεράντο.

***

Θέλω να ξέρεις,
πως αν τότε δεν σε αγάπησα
ειλικρινά, τώρα πονώ αληθινά.

***

Τυχαία επιλογή από τη συλλογή:
Σωτήρης Παστάκας, σώμαΜΕσώμα
100 ποιήματα γραμμένα σε SMS
Απλές Εκδόσεις

*
photo© Stratos Fountoulis / Στράτος Φουντούλης

Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι

Ετών 43. Άγαμος. Εργάζεται σ’ ένα ραφείο. Το ραφείο το ’χει ένας εβραίος με τ’ όνομα κι είναι στο βάθος μιας παλιάς στοάς, δεξιά. Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, στις 11, διακόπτει για να φάει το κολατσιό του. Το κολατσιό του είναι ένα σάντουιτς που το φέρνει από το σπίτι του. Το σπίτι του είναι ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το ένα δωμάτιο βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που κατεβαίνει απ’ το σταθμό, περνάει μπροστά απ’ τη Βιβλιοθήκη και, πέντε τετράγωνα πιο κάτω, αλλάζει όνομα. Το όνομα του ανθρώπου είναι κοινό. Κοινός είναι κι ο τρόπος που περνάει τα βράδια του. Τα βράδια, το χειμώνα, έρχονται γρήγορα, μα αυτός τα προτιμάει απ’ το να μπαίνει σπίτι του ιδρωμένος και να φέγγει. Μπαίνει στο σπίτι του, κι αν πρέπει, ανάβει φως• κάθεται στη μοναδική του πολυθρόνα, μπρος απ’ το παράθυρο του ενός από τα δύο δωμάτια, αυτού που βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που ξεκινάει απ’ το σταθμό αλλά το είπαμε. Ο σταθμός είναι ένα γκρίζο σιδερένιο κτίριο όπως όλα τα γκρίζα σιδερένια κτίρια που είναι σταθμοί. Σ’ αυτόν κατέβηκε πριν τριάντα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι»

Στάθης Ιντζές «Κάτω η σκουριά»

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

(απόσπασμα)
Το διάδρομο που απλωνόταν αμέσως μετά την είσοδο, κοσμούσανε πορτραίτα σπουδαίων αντρών του παρελθόντος. Η Νοέλ σε έναν πίνακα αναγνώρισε το Λούκουλλο και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες από τον χώρο τής καλοπέρασης. Κάπου υπήρχε και μια τοιχογραφία που αναπαρίστανε το κυνήγι ενός κάπρου που μετά από ένα σάλτο που έκανε για να ξεφύγει από τους κυνηγούς, κατέληξε στο στομάχι του Καίσαρα αμάσητος. Αμέσως μετά την εικαστική πανδαισία των πρώτων χιλιομέτρων, ο διάδρομος κοβόταν απότομα στα δυο από μια σειρά παγίδων που είχε προνοήσει να εγκαταστήσει η ασφάλεια του ανακτόρου. Πρώτα η τάφρος με τα πεινασμένα κυπαρίσσια και το πέρα δώθε του Ιερού Σαλίγκαρου, το σάλιο του οποίου συνέλεγαν οι άνθρωποι του Καίσαρα κάθε δίσεκτο έτος και το χρησιμοποιούσαν ως βοηθητικό χώνευσης όποτε αυτό κρινόταν απαραίτητο. Έπειτα, τα μυτερά μουστάκια του Κάπρου της Τοιχογραφίας, ανάμεσα από τα οποία έπρεπε να συρθείς εκτελώντας άριστα ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής. Ίππο στους καλογυαλισμένους χαυλιόδοντες που ήταν μπηγμένοι παράλληλα με τους τοίχους και μονόζυγο στην ξεκούρδιστη ουρά του που έκρωζε φάλτσα κάθε φορά που κάποιος ακουμπούσε τη φουντίτσα της. Τέλος, θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις ζωής ή θανάτου που απηύθυνε ο τριτεξάδελφος του γιου του Πάνα καθισμένος πρόστυχο σταυροπόδι στο πρώτο σκαλί της σκάλας. Η Οντέτ και η Νοέλ που είχαν μακρά εκπαίδευση σε ασκήσεις τραμπολίνου πάνω στην κοιλιά της Ζοζεφίν, δεν αντιμετώπισαν την παραμικρή δυσκολία να ξεπεράσουν τα εμπόδια των παγίδων. Έτσι, είχανε φτάσει σώες και αβλαβείς στην άλλη μεριά του διαδρόμου, στην αφετηρία της πολύπαθης σκάλας, πίσω από την οποία ξεπρόβαλλε καμουφλαρισμένη με κισσούς πολύπλοκων μοτίβων, η εκρού πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν η πολυπόθητη τηλεφωνική συσκευή και τα κειμήλια του καθεστώτος. Όσο για τον τριτεξάδελφο του γιου του Πάνα ,έκαναν σαν να μην υπήρχε και αυτός ύστερα θύμωσε και ξεχάστηκε ολωσδιόλου από την ανθρωπότητα.
*
©Στάθης Ιντζές

Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση

Από την ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια που δεν θυμάται, ποιος είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά-σιγά και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει όχι εδώ, η φυγή, η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί, να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά, το ανείπωτο, η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι, καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση»

T.S.Eliot, Σκέψεις για τον ελεύθερο στίχο

Mια κυρία, γνωστή στον μικρό κύκλο της για την ακρίβεια των πληροφοριών της σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της λογοτεχνίας, μου παραπονείται για μιαν απάθεια στην οποία ολονέν και περισσότερο βυθίζεται. «Αφότου ήρθαν οι Ρώσοι, δεν μπορώ να διαβάσω τίποτε άλλο. Τέλειωσα τον Ντοστογιέφσκι και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω.» Παρατήρησα ότι ο μεγάλος Ρώσος ήταν θαυμαστής του Ντίκενς και είπα ότι θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι και αυτός ο συγγραφέας είναι αναγνώσιμος. «Αλλά ο Ντίκενς είναι αισθηματίας, ο Ντοστογιέφσκι είναι ρεαλιστής.» Σκέφτηκα τους έρωτες της Σόνιας και του Ρασκόλνικωφ αλλά δεν θέλησα να επιμείνω· της πρότεινα όμως να διαβάσει το Ποτέ δεν είναι αργά να επανορθώσουμε του Τσαρλς Ρηντ.(1) «Αλλά οι βικτωριανοί δεν διαβάζονται πια με τίποτα!». Και ενώ αποσπούσα ένα-ένα τα πλεονεκτήματα της άποψης ότι ο Ντοστογιέφσκι είναι χριστιανός, ενώ ο Τσαρλς Ρηντ είναι απλά και μόνο ευσεβής, η κυρία πρόσθεσε ότι δεν μπορούσε πια να διαβάσει ποιήματα που δεν ήταν γραμμένα σε ελεύθερο στίχο.

 

Υποτίθεται ότι υπάρχει ελεύθερος στίχος. Υποτίθεται ότι ο ελεύθερος στίχος είναι σχολή· ότι διαθέτει ορισμένες θεωρίες· ότι η ομάδα ή οι ομάδες των θεωρητικών του είτε θα κάνουν τη μεγάλη τομή στην ποίηση είτε θα την εξαχρειώσουν, εφόσον η επίθεσή τους στο ιαμβικό πεντάμετρο αποβεί επιτυχής. Δεν υπάρχει ελεύθερος στίχος και είναι καιρός αυτό το παράλογο μύθευμα να ακολουθήσει το elan vital και τους ογδόντα χιλιάδες Ρώσους στη λήθη.
Όταν μια καλλιτεχνική θεωρία μείνει στα αζήτητα, συνήθως διαπιστώνουμε ότι τέχνη μιας δεκάρας αγοράστηκε με διαφημίσεις εκατομμυρίων. Η θεωρία που πούλησε τα εμπορεύματα μπορεί να αποδείχτηκε κίβδηλη ή μπορεί να ήταν συγκεχυμένη και ανεπίδεκτη αποσαφήνισης ή μπορεί απλώς να μην υπήρξε ποτέ. Μια μυθική επανάσταση θα έχει συντελεστεί και θα έχει δώσει λίγα καλλιτεχνικά έργα τα οποία ίσως θα ήταν ακόμη καλύτερα αν δεν είχαν κολλήσει πάνω τους στανικά διά- φορες επαναστατικές θεωρίες. Στις νεότερες κοινωνίες οι επαναστάσεις αυτές είναι σχεδόν αναπόφευκτες. Ένας καλλιτέχνης βρίσκει τυχαία μια μέθοδο που είναι νέα με την έννοια ότι διαφέρει ουσιαστικά από αυτές των δευτέρας διαλογής συγχρόνων ομοτέχνων του και διαφέρει σε όλα εκτός από τα ουσιώδη από τις μεθόδους των μεγάλων προκατόχων του. Η καινοτομία συναντά την αδιαφορία· η αδιαφορία προκαλεί την επιθετικότητα· η επιθετικότητα απαιτεί μια θεωρία. Σε μια ιδανική κοινωνία θα μπορούσαμε να φανταστούμε το καλό Νέο να προκύπτει αβίαστα από το καλό Παλαιό, χωρίς την ανάγκη πολεμικής και θεωρίας· αυτή θα ήταν μια κοινωνία με ζώσα παράδοση. Σε μια κοινωνία που σέρνεται, όπως είναι οι πραγματικές κοινωνίες, η παράδοση καταντά πρόληψη και το βίαιο ερέθισμα της καινοτομίας είναι αδήριτη ανάγκη. Αυτό είναι κακό για τον καλλιτέχνη και τη σχολή του διότι είναι ενδεχόμενο να περιχαρακωθούν από τη θεωρία τους και να περιοριστούν από την πολεμική τους· αλλά ο καλλιτέχνης μπορεί πάντα στα γηρατειά του να παρηγορείται για τα λάθη του με τη σκέψη ότι αν δεν ήταν μαχητικός, δεν θα είχε κατορθώσει τίποτα.
Ο ελεύθερος στίχος δεν έχει καν την πρόφαση της πολεμικής· είναι μια κραυγή ελευθερίας, και στην τέχνη δεν υπάρχει ελευθερία. Και καθώς ο αποκαλούμενος ελεύθερος στίχος μπορεί να είναι καλός μεν αλλά όχι ελεύθερος, θα τον υπερασπιζόταν κανείς καλύτερα με ένα άλλο σύνθημα. Κάποιοι συγκεκριμένοι τύποι ελεύθερου στίχου στηρίζονται στην επιλογή του περιεχομένου ή στη μέθοδο χειρισμού του περιεχομένου. Δεν μου διαφεύγει ότι πολλοί από εκείνους που χρησιμοποιούν ελεύθερο στίχο έχουν εισαγάγει τέτοιους νεωτερισμούς -και ότι η καινοτομία της επιλογής και χειρισμού του υλικού έχει μπερδευτεί –αν όχι στο μυαλό τους, στο μυαλό των αναγνωστών τους με την καινοτομία στη μορφή. Αλλά εδώ δεν θα ασχοληθώ με τον Εικονισμό, μια θεωρία που αφορά τη χρήση του υλικού· θα ασχοληθώ μόνον με τη θεωρία της στιχουργικής μορφής την οποία ακολουθεί ο Εικονισμός. Αν ο ελεύθερος στίχος είναι μια γνήσια στιχουργική μορφή, θα έχει έναν θετικό ορισμό. Αλλά εγώ μόνο αρνητικά μπορώ να τον ορίσω: (1) απουσία σχεδίου, (2) απουσία ομοιοκαταληξίας, (3) απουσία μέτρου. Με την τρίτη από αυτές τις ιδιότητες ξεμπερδεύουμε εύκολα. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είδους στίχος θα ήταν αυτός που δεν θα είχε κανένα απολύτως μέτρο. Ακόμη και στις στήλες των λαϊκών αμερικανικών περιοδικών που έχουν παραδοθεί σήμερα στον ελεύθερο στίχο, δημοσιεύονται συ- χνά στίχοι που επιδέχονται προσωδιακή ανάλυση.
Οποιοσδήποτε στίχος μπορεί να διαιρεθεί σε πόδες και τόνους. Τα απλούστερα μέτρα είναι η επανάληψη ενός συνδυασμού, ίσως μιας μακράς και μιας βραχείας συλλαβής, ή μιας βραχείας και μιας μακράς συλλαβής, που επαναλαμβάνεται πέντε φορές. Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί, μέσα σε έναν στίχο, θα έπρεπε να υπάρχει οποιαδήποτε επανάληψη· γιατί δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στίχοι (όπως πράγματι υπάρχουν) που να διαιρούνται μόνο σε πόδες διαφορετικών τύπων. Πώς μπορεί η γραμματική άσκηση προσωδιακού συλλαβισμού να κάνει έναν τέτοιο στίχο πιο κατανοητό; Μόνο απομονώνοντας στοιχεία που απαντούν σε άλλους στίχους, και μοναδικός στόχος εδώ είναιη παραγωγή παρόμοιου αποτελέσματος κάπου αλλού. Αλλά η επανάληψη του αποτελέσματος είναι ζήτημα σχεδίου.
Ο προσωδιακός συλλαβισμός δεν μας λέει πολλά πράγματα. Πιθανότατα, δεν κερδίζει κανείς πολλά από ένα περίτεχνο προσωδιακό σύστημα, από τα πολύπλοκα αρχαιότροπα μέτρα του Σουίνμπερν. Με τον Σουίνμπερν, άπαξ και το τέχνασμα γίνει αντιληπτό και εκτιμηθεί η ευρυμάθεια, η εντύπωση ξεθωριάζει. Όταν η έκπληξη, που οφείλεται στο ότι αυτά τα μέτρα δεν είναι οικεία στο αγγλικό αυτί, περάσει και κατανοηθεί, σταματάει κανείς να γυρεύει αυτό που δεν πρόκειται να το βρει στον Σουίνμπερν, τον ανεξήγητο στίχο με τη μουσική που δεν μπορεί ποτέ να ανακτηθεί με άλλες λέξεις. Ο Σουίνμπερν είναι μάστορας στην τεχνική του, πράγμα πολύ σημαντικό, αλλά δεν είναι τόσο μάστορας ώστε να παίρνει ενίοτε ελευθερίες, που είναι το παν. Αν στα μέτρα του Σουίνμπερν υπάρχει κάτι κρυμμένο που είναι ελπιδοφόρο για την αγγλική ποίηση, πιθανότατα βρίσκεται πολύ πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα του ποιητή. Αλλά οι πιο ενδιαφέροντες στίχοι που γράφτηκαν στη γλώσσα μας, γράφτηκαν είτε παίρνοντας ένα απλό μέτρο, όπως το ιαμβικό πεντάμετρο, και παρεκκλίνοντας συνεχώς από αυτό, είτε χωρίς συγκεκριμένο μέτροαλλά προσεγγίζοντας συνεχώς μια πολύ απλή μορφή του. Αυτή η αντίθεση μεταξύ σταθερότητας και ρευστότητας, αυτή η αδιόρατη διαφυγή από τη μονοτονία είναι η καθαυτή ζωή του στίχου.
Έχω στον νου μου δύο αποσπάσματα σύγχρονης ποίησης που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ελευθερόστιχα. Τα παραθέτω και τα δύο για να δειχθεί η ομορφιά τους:

Once, in finesse of fiddles found I ecstasy,
In the flash of gold heels on the hard pavement.
Now see I
That warmth’s the very stuff of poesy.
Oh, God, make small
The old star-eaten blanket of the sky,
That I may fold it round me and in comfort lie.(2)

Αυτό είναι ένα πλήρες ποίημα. Το επόμενο είναι μέρος εκτενέστερου ποιήματος:

There shut up in his castle, Tairiran’s,
She who had got nor ears nor tongue save in her
hands,
Gone – ah, gone – untouched, unreachable!
She who could never live save through one person,
She who could never speak save to one person,
And all the rest of her a shifting change,
A broken bundle of mirrors… ! (3)

Είναι φανερό ότι η γοητεία αυτών των στίχων δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη συνεχή υποβολή και την επιτήδεια αποφυγή του ιαμβικού πενταμέτρου. Στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, και ιδιαίτερα στους στίχους του Τζων Γουέμπστερ4 (που από ορισμένες απόψεις ήταν πιο δεξιοτέχνης από τον Σαίξπηρ), βρίσκει κανείς την ίδια σταθερή αποφυγή και αναγνώριση της κανονικότητας. Ο Γουέμπστερ είναι πολύ πιο ελεύθερος από τον Σαίξπηρ· το ότι το μειονέκτημά του δεν είναι ατημελησία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, συχνά σε στιγμές υψηλής έντασης, οι στίχοι του αποκτούν αυτήν την ελευθερία. Δεν αρνούμαι το ότι υπάρχει και απερισκεψία, αλλά η μη κανονικότητα της απερισκεψίας μπορεί αμέσως να ανιχνευθεί από τη μη κανονικότητα της περίσκεψης. (Στον Λευκό διάβολο, ο Μπρατσιάνο μπροστά στον θάνατο και η Κορνηλία τρελή, σπάζουν σκόπιμα τα δεσμά του πενταμέτρου.)

I recover, like a spent taper, for a flash
And instantly go out.5
Cover her face; mine eyes dazzle; she died young.(6)
You have cause to love me, I did enter you in my
heart
Before you would vouchsafe to call for the keys.(7)
This is a vain poetry; but I pray you tell me
If there were proposed me, wisdom, riches, and
beauty,
In three several young men, which should I choose?(8)

Αυτοί δεν είναι αφρόντιστοι στίχοι. Η μη κανονικότητα εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη χρήση μικρών στίχων και το σπάσιμο των στίχων στους διαλόγους, πράγμα που μεταβάλλει τις ποσότητες. Και υπάρχουν πολλοί στίχοι στα δραματικά έργα αυτής της εποχής που καταστρέφονται από τον κανονικό τονισμό.

I loved this woman in spite of my heart. (9)
(The Changeling10)
I would have these herbs grow up in his grave.(11)
(Ο λευκός διάβολος)
Whether the spirit of greatness or of woman…(12)
(Η δούκισσα του Μάλφι)

Η γενική μομφή της παρακμής δεν μπορεί να διατυπωθεί. Ο Τέρνερ και ο Σίρλεϋ,13 οι οποίοι πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε πως έφτασαν στο τελευταίο σκαλοπάτι της παρακμής, έχουν πολύ πιο κανονικό μετρικό σχέδιο από τον Γουέμπστερ και τον Μίντλτον. Ο Τέρνερ δεν θα διστάσει, προκειμένου ο ίαμβος να είναι άψογος, να κόψει μια πρόθεση, και στην Τραγωδία του άθεου αφήνει ένα τελικό “of” σε δυο στίχους από τους πέντε. Συνεπώς, μπορούμε να διατυπώσουμε την εξής πρόταση: το φάντασμα ενός απλού μέτρου πρέπει να κρύβεται πίσω ακόμη και από τον πιο «ελεύθερο» στίχο· για να προελαύνει απειλητικά όταν κουτουλάμε και να υποχωρεί όταν ξυπνάμε. Ή, η ελευθερία είναι πραγματική ελευθερία μόνον όταν παρουσιάζεται έναντι ενός τεχνητού περιορισμού. Το ότι δεν έχει γίνει αντιληπτή η απλή αλή- θεια ότι κάποιος τεχνητός περιορισμός είναι αναγκαίος, με εξαίρεση στιγμές πρώτης έντασης, είναι, πιστεύω, κεφαλαιώδες σφάλμα, σφάλμα στο οποίο έχει υποπέσει ακόμη και ένας τόσο ταλαντούχος ποιητής όπως ο κ. Έντγκαρ Λη Μάστερς.(14) H Spoon River Anthology δεν είναι υλικό πρώτης έντασης· είναι ποιήματα στοχαστικά, όχι άμεσα· ο συγγραφέας είναι μάλλον ηθικολόγος παρά παρατηρητής. Το υλικό του είναι τόσο κοντά στο υλικό του Κραμπ (15) ώστε διερωτάται κανείς γιατί χρησιμοποίησε διαφορετική φόρμα. Ο Κραμπ είναι, σε γενικές γραμμές, πιο έντονος· είναι κοφτερός, άμεσος, αδυσώπητος. Το υλικό του είναι πεζολογικό, όχι με την έννοια ότι θα εκφραζόταν καλύτερα με πεζό λόγο, αλλά με την έννοια ότι απαιτεί έναν απλό και μάλλον αυστηρό στιχουργικό τύπο· αυτόν τον τύπο ο Κραμπ τον έδωσε. Ο κ. Μάστερς χρειάζεται μια πιο αυστηρή στιχουργική μορφή απ’ όσο οι δύο σύγχρονοι ποιητές στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, και τα επιτάφιά του πάσχουν από αυτήν την έλλειψη.
Αυτά ως προς το μέτρο. Δεν υπάρχει απόδραση από το μέτρο· υπάρχει μόνο δεξιοτεχνία. Αλλά ενώ προφανώς υπάρχει απόδραση από την ομοιοκαταληξία, οι ποιητές του ελεύθερου στίχου δεν είναι οι πρώτοι που απέδρασαν από το σπήλαιο.

The boughs of the trees
Are twisted
By many bafflings;
Twisted are
The small-leafed boughs,
But the shadow of them
Is not the shadow of the mast head
Nor of the torn sails.16
When the white dawn first
Through the rough fir-planks
Of my hut, by the chestnuts,
Up at the valley-head,
Came breaking, Goddess,
I sprang up, I threw round me
My dappled fawn-skin…(17)

Εκτός από την πιο ανθρώπινη αίσθηση στο δεύτε- ρο από αυτά τα αποσπάσματα, ο βιαστικός παρατηρητής δύσκολα θα αντιληφθεί ότι το πρώτο είναι ενός σύγχρονου ποιητή, και το δεύτερο του Μάθιου Άρνολντ. Δεν υποτιμώ τις προσπάθειες των νεότερων ποιητών να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του ανομοιοκατάληκτου στίχου. Αποδεικνύουν τη δύναμη ενός Κινήματος, τη χρησιμότητα μιας Θεωρίας.

 

Αυτό που ούτε ο Μπλέηκ ούτε ο Άρνολντ μπόρεσαν να καταφέρουν μόνοι τους, γίνεται στην εποχή μας. Ο “blank verse”, το ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό πεντάμετρο, είναι ο μόνος αποδεκτός ανομοιοκατάληκτος στίχος στα αγγλικά. Το αγγλικό αυτί είναι (ή ήταν) πιο ευαίσθητο στη μουσική του στίχου και λιγότερο εξαρτημένο από την επανάληψη των ίδιων ήχων σε αυτό το μέτρο απ’ όσο σε οποιοδήποτε άλλο. Δεν γίνεται σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας. Αλλά είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία· αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην επιλογή των λέξεων, στη δομή της πρότασης, στη διάταξη του λόγου, γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, ο ποιητής αμέσως παραδίδεται στους κανόνες του πεζού λόγου. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια.
Και αυτή η απελευθέρωση από την ομοιοκαταληξία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η απελευθέ- ρωση της ομοιοκαταληξίας. Απελευθερωμένη από την επίπονη φροντίδα να στηρίζει χωλούς στίχους, θα μπορούσε να εφαρμοστεί με καλύτερα αποτελέσματα εκεί που είναι περισσότερο αναγκαία. Υπάρχουν συχνά σημεία σε ένα ανομοιοκατάληκτο ποίημα όπου η ομοιοκαταληξία χρειάζεται για να προκαλέσει μια εξαιρετική εντύπωση, μια αιφνίδια συμπύκνωση, μια ένταση, ή μια ξαφνική αλλαγή διάθεσης. Αλλά είναι βέβαιο ότι ο τυπικός ομοιοκατάληκτος στίχος δεν θα χάσει τη θέση του. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να εμφανιστεί ένας σατιρικός ποιητής το σπανιότερο είδος μεγαλοφυούς– για να αποδείξει ότι το ομοιοκατάληκτο δίστιχο (“heroic couplet”) δεν έχει χάσει την αιχμηρότητά του από τον καιρό που το θεσμοθέτησαν ο Πόουπ και ο Ντράιντεν. Ως προς το σονέτο, δεν είμαι τόσο βέβαιος. Αλλά η παρακμή των περίτεχνων μορφών δεν έχει να κάνει με την εμφάνιση του ελεύθερου στίχου. Είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Μόνο σε μια συνεκτική και ομοιογενή κοινωνία, όπου πολλοί άνθρωποι επεξεργάζονται τα ίδια προβλήματα, μια κοινωνία όπως αυτές που παρήγαγαν το ελληνικό χορικό, το ελισαβετιανό λυρικό ποίημα και την καντσόνα των Τροβαδούρων, η ανάπτυξη τέτοιων μορφών μπορεί να φτάσει την τελειότητα. Και ως προς τον ελεύθερο στίχο, συμπεραίνουμε ότι δεν ορίζεται από την απουσία σχεδίου ή ομοιοκαταληξίας, εφόσον και άλλου είδους στίχοι υπάρχουν χωρίς αυτά· δεν ορίζεται από την ανυπαρξία μέτρου, εφόσον ακόμη και ο χειρότερος στίχος μπορεί να μετρηθεί· και συμπεραίνουμε ότι η διάκριση μεταξύ Συντηρητικού Στίχου και ελεύθερου στίχου δεν υφίσταται, διότι υπάρχει μόνον καλός στίχος, κακός στίχος, και το χάος.

____________________________________
1. Charles Reade (1814-1884). Άγγλος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το μυθιστόρημά του It is Never too Late to Mend (1856) τον έκανε διάσημο. Θέμα του είναι οι άθλιες συνθήκες των φυλακών και η αναμόρφωσή τους.
2. Το ποίημα (“The Embankment”) είναι του Άγγλου κριτικού και ποιητή Thomas Ernest Hulme, που γεννήθηκε το 1883 και σκοτώθηκε στη Φλάνδρα το 1917. Ο Χιουμ ήταν θεωρητικός του αγγλικού μοντερνισμού και ομοϊδεάτης σε πολλά του Έλιοτ. Ο Έλιοτ τον έχει χαρακτηρίσει ως«κλασικό, αντιδραστικό και επαναστατικό, στους αντίποδες του εκκεντρικού, ανεκτικού και δημοκρατικού διανοούμενου στα τέλη του 19ου αιώνα». Παρατίθεται μια κατά λέξη μετάφραση του ποιήματος του Χιουμ:
Κάποτε, στην αβρότητα βιολιών την έκσταση βρήκα,
Στη λάμψη χρυσών τακουνιών στο σκληρό πεζοδρόμιο.
Βλέπω τώρα
Ότι η ζεστασιά είναι η ίδια η ουσία της ποίησης.
Θεέ μου, μίκρυνε
Την παλιά αστροφαγωμένη κουβέρτα του ουρανού
Να την τυλίξω γύρω μου και να χουζουρέψω.
3. Το απόσπασμα είναι από το ποίημα του Ezra Pound “Near Perigord” (από τη συλλογή Lustra, 1916). Σε μετάφραση:
Εκεί, κλεισμένη στο κάστρο του, του Ταϊριράν,
Αυτή που δεν έχει ούτε αυτιά ούτε γλώσσα παρά μόνο στα
χέρια της,
Χάθηκε –α, χάθηκε– ανέγγιχτη, απρόσιτη!
Αυτή που δεν θα μπορούσε να ζήσει παρά μόνο μέσ’ από
ένα πρόσωπο,
Αυτή που δεν θα μπορούσε να μιλήσει παρά μόνο σε ένα
πρόσωπο,
Και όλα τα άλλα μια διαφεύγουσα αλλαγή,
Ένα σπασμένο δεμάτι από καθρέφτες…!
4 John Webster (π.1580-π.1634). Άγγλος θεατρικός συγγραφέας, νεότερος κατά δεκαπέντε χρόνια του Σαίξπηρ. Κυριότερα έργα του: The Duchessof Malfi  (Η δούκισσα του Μάλφι) και The White Devil (Ο λευκός διάβολος).
Ζωντανεύω, σαν κερί που έχει λιώσει, για μια στιγμή Κι αμέσως σβήνω. (Ο λευκός διάβολος, πράξη πέμπτη, σκηνή έκτη, στ.262-263.)
Σκεπάστε το πρόσωπό της· τα μάτια μου θαμπώνουν· πέθανε νέα. (Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τέταρτη, σκηνή πρώτη, στ. 266.)
Έχεις λόγο να με αγαπάς, σε έβαλα στην καρδιά μου Προτού καταδεχτείς να ζητήσεις τα κλειδιά. (Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τρίτη, σκηνή δεύτερη, στ. 61-62.)
Αυτά είναι κούφια λόγια· αλλά πες μου σε παρακαλώ Αν μου πρότειναν σοφία, πλούτη και ομορφιά, Τρεις διαφορετικοί νεαροί, τι θα διάλεγα;(Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τρίτη, σκηνή δεύτερη, στ. 33-36.)
Αγάπησα αυτή τη γυναίκα, εις μάτην της καρδιάς μου.
10 Έργο των Thomas Middleton (1580-1627) και William Rowley (1585-1626).
11 Θα ’θελα αυτά τα βότανα να φυτρώσουν στον τάφο του.
12 Είτε το πνεύμα του μεγαλείου είτε της γυναίκας…
13 Cyril Tourneur (1575-1626), James Shirley (1596-1666). Άγγλοι θεατρικοί συγγραφείς, εκπρόσωποι της καλουμένης «Τραγωδίας της Εκδίκησης» (“Revenge Tragedy”).
14 Edgar Lee Masters (1868-1950). Αμερικανός ποιητής, γνωστός από το έργο του Spoon River Anthology (1915), που περιλαμβάνει ελευθερόστιχα μικρά ποιήματα-επιτάφια, το καθένα για ένα κάτοικο της φανταστικής πόλης Spoon River.
15 George Crabbe (1754-1832). Άγγλος ποιητής.
16. Τα κλαδιά των δέντρων
Έχουν στραβώσει
Από πολλούς ενάντιους αέρηδες·
Στριμμένοι είναι
Οι κλώνοι με τα μικρά φύλλα.
Όμως η σκιά τους
Δεν είναι η σκιά του άρμπουρου
Ούτε των σχισμένων άρμενων.
[Από το ποίημα “Hermes of the Ways” της Αμερικανίδας ποιήτριας Hilda Doolittle (1886-1961).]
17 Όταν η λευκή αυγή
Μέσα από τα τραχιά ελάτινα μαδέρια
Της καλύβας μου, δίπλα στις καστανιές,
Ψηλά στην κορφή της λαγκαδιάς,
Χάραξε, Θεά,
Πετάχτηκα, έριξα πάνω μου
Την παρδαλή κάπα μου…
[Από το ποίημα “The Strayed Reveller” του Άγγλου ποιητή Matthew Arnold (1822-1888).]

***

Το Παρόν κείμενο -Το πρώτο κεφάλαιο
του βιβλίου του
T.S.Eliot , «Οι Φωνές της Ποίησης»
διατίθεται ελεύθερα από
την ιστοσελίδα του
©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013  
Τις οποίες και Ευχαριστούμε!

T.S.Eliot, Οι φωνές της ποίησης

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013

Τίτλος πρωτοτύπου:
Τα δοκίμια προέρχονται από τις εκδόσεις: «Selected Essays», Faber and Faber, 1932 – «On Poetry and Poets», Faber and Faber, 1957 – «To Critisize the Critic and other writings», Faber and Faber, 1965

Περιγραφή

Θεωρούμενος ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ού αιώνα, ο Τόμας Στερνς Έλιοτ είναι αναμφισβήτητα και ο σημαντικότερος λογοτεχνικός κριτικός. Οι απόψεις του για τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική αποτέλεσαν τη βάση της αγγλοσαξονικής Νέας Κριτικής και διαμόρφωσαν καθοριστικά, και διεθνώς, τη μοντερνιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η βασική θέση του Έλιοτ περιέχεται στην πεποίθησή του ότι η λογοτεχνική κριτική θα πρέπει να συμπληρώνεται από μιαν ηθική και οντολογική οπτική. Επιμένοντας, εις πείσμα των εστέτ, ότι η μεγάλη ποίηση δεν θα έπρεπε να αξιολογείται μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια, ο Έλιοτ υπογράμμιζε ταυτόχρονα ότι αν ένα κείμενο είναι λογοτεχνικό ή όχι θα μπορούσε να κριθεί μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια.
Η φιλοσοφία της σειράς «Οι ποιητές μιλούν για την ποίηση»
Σκοπός της νέας αυτής σειράς είναι να προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, σε υπεύθυνες μεταφράσεις, δοκιμιακά κείμενα κορυφαίων ξένων ποιητών για την τέχνη της ποίησης και τη σχέση της με τα πολιτισμικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής. Η επίσκεψη στο εργαστήρι αυτών των ποιητών, οι οποίοι γνωρίζουν εκ των έσω τη φύση και τη λειτουργία του ποιητικού κειμένου, παρέχει μιαν εισαγωγή στην έννοια του λογοτεχνικού λόγου ουσιαστικότερη και αναγνωστικά πιο ευχάριστη από εκείνη των θεωρητικών της λογοτεχνίας.
***
Κριτική-παρουσίαση
Του Κωστή Παπαγιώργη στη Lifo
 
Tα μοτίβα του Έλιοτ. Ο Κωστής Παπαγιώργης ανθολογεί παραγράφους του Έλιοτ περί ποίησης.
Γεννημένος στο Σαιντ Λούις της πολιτείας του Μισούρι (1888), από πατέρα επιχειρηματία και μητέρα πολυγράφο ποιήτρια, ο Έλιοτ φοίτησε στο Μίλτοντης Μασαχουσέτης και κατόπιν στο Χάρβαρντ, όπου επηρεάστηκε από τον φιλόσοφο Σανταγιάνα. Το 1910 παρακολούθησε τις διαλέξεις του Μπερξόν στη Σορβόννη και έγινε κάτοχος της γαλλικής και της ποίησης του Μπωντλαίρ και του Στεφάν Μαλαρμέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επανήλθε στην Αμερική ούτε και στο Χάρβαρντ. Μεγάλο ρόλο στη ζωή του έπαιξε ο Έζρα Πάουντ, μαζί με τον οποίο αποτέλεσαν ένα δίδυμο Αμερικανών που εγκατέλειψαν τη Νέα Αγγλία για να ζήσουν στην Ευρώπη.
Ο κομψός τόμος των δοκιμίων του (σε περισπούδαστη μετάφραση και κομψότατη έκδοση) αναφέρεται στο ζήτημα της ποίησης, είτε πρόκειται για τον ελεύθερο στίχο, τον Σαίξπηρ, το κλασικό έργο και την ελάσσονα ποίηση, είτε για τη μουσική της ποίησης, τη θρησκεία σε σχέση με τη λογοτεχνία και άλλα παράλληλα μοτίβα που αναδεικνύουν τον Έλιοτ σε έναν βαθυνούστατο -αν όχι τον κορυφαίο- κριτικό της εποχής του. Προφανώς, παρόμοια έργα δεν κρίνονται. Άρα, το μόνο που απομένει είναι να ανθολογήσουμε εδώ κι εκεί κάποιες παραγράφους που αναδεικνύουν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του.
Γίνεται, τάχα, σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας; 
«Είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία. Αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην εκλογή των λέξεων γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια» (σ. 24).
 Άραγε ο «Άμλετ» είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ; 
«Ως προς το “απείθαρχο υλικό” δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Άμλετ όχι μόνο δεν είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ αλλά είναι βεβαιότατα καλλιτεχνική αποτυχία. Είναι το εκτενέστερο και πιθανότατα το έργο για το οποίο ο Σαίξπηρ κατέβαλε τη μεγαλύτερη προσπάθεια. Ωστόσο, του άφησε σκηνές περιττές και χωρίς συνοχή, που θα είχαν γίνει αντιληπτές ακόμα και σε μια βιαστική αναθεώρηση» (σ. 32).
Τι είναι το κλασικό έργο; Η ωρίμανση του ποιητή;
Η περιρρέουσα κοινωνία; «Παρατηρούμε ότι μερικά πνεύματα ωριμάζουν νωρίτερα από άλλα και ότι εκείνα που ωριμάζουν πολύ γρήγορα δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη. Θίγω αυτό το θέμα για να επισημάνω, πρώτον, ότι η αξία της ωρίμανσης εξαρτάται από την αξία αυτού που ωριμάζει, και δεύτερον, ότι πρέπει να γνωρίζουμε πότε αυτό που μας απασχολεί είναι η ωρίμανση συγκεκριμένων συγγραφέων και πότε η ανάλογη ωρίμανση λογοτεχνικών περιόδων. Η ωριμότητα της λογοτεχνίας καθρεφτίζει την ωριμότητα της κοινωνίας εντός της οποίας παράγεται» (σ. 47).
   «Στη ζωή, αυτός που αρνείται να θυσιάσει οτιδήποτε για να κερδίσει κάτι άλλο, καταλήγει στη μετριότητα ή στην αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο ειδικός που έχει θυσιάσει πάρα πολλά για πολύ λίγα ή που είναι εκ φύσεως τόσο ειδικός ώστε δεν έχει τίποτα να θυσιάσει. Αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στον αγγλικό δέκατο όγδοο αιώνα αποκλείστηκαν πάρα πολλά. Η ώριμη σκέψη υπήρξε, αλλά ήταν στενή. Η αγγλική κοινωνία και τα αγγλικά γράμματα δεν ήταν επαρχιώτικα, με την έννοια ότι δεν ήταν αποκομμένα ούτε έμειναν πίσω από τις εξελίξεις στις καλύτερες ευρωπαϊκές κοινωνίες και στα ευρωπαϊκά γράμματα. Ωστόσο, η ίδια η εποχή ήταν, τρόπος του λέγειν, επαρχιώτικη» (σ. 58).
Διαβάστε το υπόλοιπο στη LIFO
 

Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση

Αρχείο 25/04/2013

Εκδόσεις Περισπωμένη, 2013

Ι

Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη καραβιῶν
ποὺ ἀνοίγουν μέσα μου ἀποβάθρες καὶ λιμάνια
τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη χαμένων ταξιδιῶν
τῆς ἀπεραντοσύνης τὰ ὑδάτινα στεφάνια.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση»