Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [19]

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).

James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).

18. Πηνελόπη

Στο κρεβάτι του ζεύγους Μπλουμ πριν το ξημέρωμα.

Ολόκληρο το τελευταίο επεισόδιο του «Οδυσσέα» δεν είναι παρά ένας εσωτερικός μονόλογος της Μόλλυ, που στο κατώφλι του ύπνου ράβει και ξηλώνει το υφαντό της ζωής της. Το πνεύμα και η σάρκα της (εν αρχή ην η σαρξ) κινούνται άναρχα σε τόπους στοιχειωμένους απ’ όλους τους άντρες και γυναίκες της ζωής της. Οκτώ προτάσεις χωρίς στίξη, που απλώνονται σε πενήντα σελίδες, αποτελούν τον ποταμό των σκέψεών της. Έναν ποταμό που παρασύρει την ίδια, το δημιουργό της και τέλος τον αναγνώστη. Έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς τις σκέψεις της εν τω γεννάσθαι και πως ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν ξέρει πού θα την οδηγήσουν…
Ιδού πώς χαρακτηρίζει την Πηνελόπη του ο Τζόυς, σε ένα γράμμα του στο φίλο του Φρανκ Μπάτζεν: «πνευματικά υγιές, πλήρες, δίχως ηθική, δεχτικό στη γονιμοποίηση, αναξιόπιστο, ελκυστικό, περιορισμένο, προνοητικό, αδιάφορο Weib (=θηλυκό). Ich bin das Fleisch das stets bejaht! (=είμαι η σάρκα που πάντα λέει ναι)». Ενώ για το μονόλογό της γράφει: «… κυλά αργά, ομοιόμορφα, αν και με παραλλαγές, τσαχπίνικα, αλλά με σιγουριά σαν την τεράστια γαιόσφαιρα που ασταμάτητα περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της».
Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Georg Simmel (1858-1918) έγραφε στις αρχές του εικοστού αιώνα: «Σε γενικές γραμμές μπορούμε να περιγράψουμε την ψυχοσύνθεση του άντρα καλύτερα από την ψυχοσύνθεση της γυναίκας. Εξαιτίας της κοινωνικής κυριαρχίας του άντρα, ολόκληρο το γλωσσικό οικοδόμημα του πολιτισμού μας αντανακλά την αντρική οπτική κατά τη νοητική διεργασία… Το γλωσσικό σύμπαν δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά της γυναίκας». Έχοντας αφιερώσει, ο Τζόυς, τόσες πολλές σελίδες στον τρόπο σκέψης του Στήβεν Δαίδαλου και του Λεοπόλδου Μπλουμ επιβεβαιώνει, μέχρι και το 17ο επεισόδιο, τους ισχυρισμούς του Ζίμελ. Στο τελευταίο όμως κεφάλαιο ανατρέπει κάθε γλωσσική και λογοτεχνική σύμβαση. Επιχειρεί να μπει στο πετσί της ηρωίδας του και να ξεπεράσει τους φραγμούς της αυτολογοκρισίας… Βέβαια, με αυτό τον τρόπο η Μόλλυ μπορεί να θεωρηθεί σε κάποιες στιγμές χυδαία, υποκρίτρια, ιδιοτελής, αντιφατική, πρόστυχη ίσως και παλιοθήλυκο αλλά συνολικά δείχνει τόσο αυθεντική που δεν μπορείς παρά να πιστέψεις ότι πρόκειται για πρόσωπο υπαρκτό!
«Υποθέτω ότι μόνον η γιαγιά του διαβόλου γνωρίζει τόσα πολλά για την πραγματική ψυχολογία μιας γυναίκας. Εγώ δεν τα ήξερα»,έγραφε σε μια επιστολή του προς τον Τζόυς ο ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ. Αντίθετα η γυναίκα του Τζόυς, η Νόρα, που δεν είχε καμία σχέση με τη λογοτεχνία, είπε όταν διάβασε την «Πηνελόπη»: «ο Τζιμ είναι σπουδαίος συγγραφέας αλλά δεν γνωρίζει το παραμικρό για τις γυναίκες». Σημειωτέον, ότι η Νόρα Μπάρνακλ δε διάβασε ποτέ ολόκληρο τον «Οδυσσέα», παρά τις επίμονες παρακλήσεις του Τζόυς. Πολλοί κριτικοί ασχολήθηκαν με το κατά πόσον ο συγγραφέας κατάφερε να διεισδύσει στην ψυχή μιας γυναίκας ξεχνώντας, τελικά, ότι ο μονόλογος της Μόλλυ είναι ένα νοητικό και γλωσσικό κατασκεύασμα και μάλιστα, αντρικό κατασκεύασμα.
Η Μόλλυ που ποθεί η Μόλλυ που χαίρεται να της τον χώνουν η Μόλλυ που αυνανίζεται που κλάνει που ουρεί στο εύθραυστο καθίκι της κι ονειρεύεται το αγαπημένο της Γιβραλτάρ η Μόλλυ που αγαπάει και αγκαλιάζει τη νιότη τα λουλούδια τη μουσική το τραγούδι και το μικρό Νάρκισσο η Μόλλυ που λέει το Ναι στη ζωή στον έρωτα στην ομορφιά… Η Μόλλυ που μονολογεί κι ανυψώνει την καθημερινότητά της στο επίπεδο της ποίησης…
Μεταφραστικά σχόλια
Το 1936 ο Παπατζώνης, στην πρώτη μεταφραστική απόπειρα έργου τού Τζόυς στα ελληνικά, μεταφράζει, στο περιοδικό: «το 3ο μάτι», τις πρώτες σελίδες του μονολόγου. Παρά την ηλικία της μετάφρασης και τα σφάλματά της, ο μονόλογος αποδίδεται με ιδιαίτερη ζωντάνια. Αποσπάσματα μεταφρασμένα βρήκα και στο εξαιρετικό βιβλίο της Αραβαντινού: «Τζαίημς Τζόυς: Ζωή και έργο» (εκδ. Θεμέλιο 1983). Τα μεταφράσματά της από την «Πηνελόπη» τα χαρακτηρίζει η φυσικότητα και ο αυθορμητισμός, παρόλο που κι εδώ υπάρχουν σημαντικά λάθη. Ο Καψάσκης, όμως, στη δική του απόδοση στραγγίζει το μονόλογο της Μόλλυ απ’ όλη του την ζωντάνια και τον αυθορμητισμό. Κρίμα που η κορύφωση του»Οδυσσέα» δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική του απόδοση. Επιπλέον, τα λάθη είναι τόσα πολλά και σοβαρά, που σε αρκετά σημεία διαστρεβλώνεται εντελώς το νόημα του πρωτοτύπου. Πίσω από τον άναρχο, φαινομενικά, μονόλογο της Μόλλυ κρύβεται η τέλεια δομή του κρυστάλλου. Αν κάποιος θέλει να εμβαθύνει, θα πρέπει να τον χωρίσει σε νοηματικές περιόδους και να βρει τα σημεία αναφοράς του ανατρέχοντας και στο βιογραφικό των ηρώων του, όπως αυτό έχει ξεδιπλωθεί στα προηγούμενα δεκαεπτά κεφάλαια. Μόνον έτσι θα μπορέσει να μεταφράσει σωστά.
Για παράδειγμα στη σελ. 770, στην τέταρτη σειρά, η Μόλλυ λέει για τον Μπλουμ (σύμφωνα με τον μεταφραστή): «…δεν γνώριζε καλά το Δουβλίνο με ρωτούσε σε ποιο μέρος βρισκότανε αυτό και για τα άλλα μνημεία…» («…a stranger in Dublin what place was it and so on about the monuments…»). Ο ξένος όμως στο Δουβλίνο δεν ήταν ο Μπλουμ αλλά η Μόλλυ, που ήρθε από το Γιβραλτάρ και ο Μπλουμ ήθελε να της δείξει την πόλη και τα μνημεία της. Σε κάποια σημεία της μετάφρασης τα γένη αλλάζουν δημιουργώντας σύγχυση στους προσεκτικούς αναγνώστες. Άλλοτε, εξαφανίζονται λέξεις, φράσεις ή και προτάσεις ενώ εμφανίζονται, χωρίς λόγο, άλλες, που συχνά τραβούν πάνω τους την προσοχή του αναγνώστη (π.χ. η λέξη «ουρήθρα» στη σελ. 771). Ενίοτε, μεταφράζει κατά λέξη χωρίς να λογαριάζει αν το αποτέλεσμα στα ελληνικά έχει νόημα, όπως στη σελ. 771: «…στα τυφλά χάμω» («with the blinds down»), όπου βέβαια πρόκειται για κατεβασμένα πατζούρια.
Η Μόλλυ, μεγαλωμένη στο Γιβραλτάρ, χρησιμοποιεί μερικές φορές ισπανικές λέξεις και ο Καψάσκης είτε τις αφήνει αμετάφραστες (σωστά κατά τη γνώμη μου), είτε τις επεξηγεί προσθέτοντας στο κείμενο μια ακόμη πρόταση, που δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρχει σε εσωτερικό μονόλογο (π.χ. στη σελ. 789 «αχ χορκουίλα έτσι λένε ισπανικά τη φουρκέτα»!!!), είτε τις μεταφράζει. Μόνο που στην τελευταία περίπτωση κάνει και λάθη, όπως στη σελ. 782: «κάποτε μου έδωσε ένα μεγάλο φιλοδώρημα» («he gave me a great mirada»), αλλά το mirada είναι ματιά-βλέμμα κι όχι φιλοδώρημα! Επίσης, η Μόλλυ δυσκολεύεται να προφέρει λέξεις, που της φαίνονται πολύπλοκες και τις παραμορφώνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ο Καψάσκης είτε δε δίνει σημασία και τις μεταφράζει κανονικά, είτε τις παραμορφώνει κι αυτός, μόνον που και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν μένει σταθερός στη μεταφραστική επιλογή του. Την περιβόητη οργάνωση Sin Fein, που η Μόλλυ την ονομάζει Sinner (=αμαρτωλός-εγκληματίας) Fein, στη σελ. 778 τη μεταφράζει «Σιν Φέιν» ενώ στη σελ. 804, «Σιν Φρέινερ».
Θα σταματήσω εδώ γιατί η λίστα δεν έχει τελειωμό. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν από 5-10 λάθη και το αντίτυπό μου, στην κυριολεξία, μαύρισε!
Μετά από δέκα περίπου μήνες ολοκλήρωσα τον «Οδυσσέα». Η εμπειρία της ανάγνωσής του υπήρξε μοναδική. Είναι από τα έργα που όταν βυθιστείς μέσα τους, ποτέ δεν θα βγεις ο ίδιος! Ο Άρης Μαραγκόπουλος, στον πρόλογο του βιβλίου του, το συγκαταλέγει στα λεγόμενα: μυητικά κείμενα. Ο αναγνώστης, που τα πλησιάζει, μυείται στο δικό τους λεξιλόγιο, στη δική τους γραφή, στη δική τους ανάγνωση του κόσμου.  Ο αναγνώστης μεταμορφώνεται σε μαθητευόμενο μύστη. «Αυτές οι επισημάνσεις που αφορούν τον αναγνώστη, ισχύουν σε υπερθετικό βαθμό ως προς τον μεταφραστή. Αν ο αναγνώστης είναι πράγματι μαθητευόμενος μύστης, τότε ο μεταφραστής είναι ήδη ιεροφάντης, ερμηνευτής της γραφής, ομολογητής της πίστης στο κείμενο». Στην προκειμένη περίπτωση, θα άξιζε να μάθει κανείς αγγλικά για να το απολαύσει. Τη βραβευμένη και πολυπαινεμένη μετάφραση του Καψάσκη, συνολικά, θα τη χαρακτήριζα μέτρια. Τρία-τέσσερα καλομεταφρασμένα επεισόδια δεν αρκούν, για να την αξιολογήσω ούτε καν ως άνιση. Ο «Οδυσσέας» θα συνεχίσει να ψάχνει το μεταφραστή του στη γλώσσα μας.
Σημειώσεις: Οι εικόνες με τη σειρά είναι οι εξής:i) έργο της Αμερικανίδας Dora Wheeler (1856-1940),  μεταξένια κλωστή σε μετάξι, με τίτλο: «Η Πηνελόπη καθώς ξηλώνει τη νύχτα το υφαντό της», ii) έργο του Χρόνη Μπότσογλου, iii) έργο της Κατερίνας Βαβλίτου, iv) σχέδιο του Robert Motherwell για την εικονογράφηση της «Πηνελόπης» στην έκδοση Arion Press. Το απόσπασμα του Ζίμελ το μετέφρασα από τα αγγλικά και αναφέρεται από τον Kiberd. Αναρωτιόμουν τελευταία αν βρέθηκε, την εποχή που πρωτοεκδόθηκε η μετάφραση, κάποιος που να την κατακρίνει. Τελικά βρήκα στη βιβλιοθήκη μου σε ένα βιβλίο του Άρη Μπερλή με τίτλο «Κριτικά δοκίμια» (εκδ. Ύψιλον) ένα άρθρο του με τίτλο: «Η πρόσληψη του Τζόυς στην Ελλάδα» (1997), όπου μιλώντας για τις μεταφράσεις του «Οδυσσέα», γράφει (εξαιρώντας τα μεταφρασμένα αποσπάσματα του Μαραγκόπουλου) ότι «οι αδυναμίες τους είναι δομικές, έτσι ώστε ενδεχόμενη αναθεώρησή τους να μην έχει νόημα». Απ’ αυτό το άρθρο πήρα και το παραπάνω απόσπασμα περί μεταφραστή-ιεροφάντη. (20/20)

[πηγή]

Robin Jenkins, Χάρις και εξιλέωση

photo taken from salon.com – rectified by staxtes.com

Εκδόσεις Πόλις

Περιγραφή

Δύο Βρετανοί ταξιδιώτες, ο Ντόναλντ Κεμπ και η Μάργκαρετ Ντάνκαν, έχουν εξαφανιστεί στις άγριες, ορεινές εκτάσεις του βόρειου Αφγανιστάν, μια περιοχή όπου σπάνια τολμούν να εισέλθουν Δυτικοευρωπαίοι.
  Οι αρχές στην πρωτεύουσα Καμπούλ ισχυρίζονται ότι έχουν δολοφονηθεί από τους κατοίκους ενός μικρού πρωτόγονου χωριού, και πως η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί, με τη μορφή στυγερών αντιποίνων.
  Ο Τζον Μακλάουντ, φίλος του ζευγαριού και πρώην διπλωμάτης στο Αφγανιστάν, δεν πείθεται από την εκδοχή των αρχών. Επιστρέφει στην Καμπούλ και ξεκινά τη δική του έρευνα, αντιμετωπίζοντας όμως παντού εμπόδια και σκόπιμες καθυστερήσεις. Η αναζήτηση του γίνεται έμμονη ιδέα, καθώς το όλο εγχείρημα συνδέεται με την προσωπική του επιθυμία να μάθει την αλήθεια πίσω από τη μυστηριώδη σχέση ανάμεσα στον Ντόναλντ και τη Μάργκαρετ.
  Αυτό τo συναρπαστικό ψυχολογικό και πολιτικό μυθιστόρημα, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1960 και παρουσιάζει αναλογίες με τα καλύτερα έργα του Γκράχαμ Γκρην και του Τζον Λε Καρέ, επιβεβαίωσε τη φήμη του Ρόμπιν Τζένκινς ως ενός από τους σημαντικότερους πεζογράφους της γενιάς του (το 2000 η εφημερίδα The Scotsman τον αποκάλεσε «τον μεγαλύτερο εν ζωή μυθιστοριογράφο στη Σκοτία»). Το βιβλίο γράφτηκε λίγο μετά την επιστροφή του Τζένκινς από την Καμπούλ, όπου έζησε δύο χρόνια• οι εμπειρίες από τη διαμονή του εκεί προσδίδουν απαράμιλλη αυθεντικότητα στις περιγραφές αυτής της μυστηριώδους κι απομονωμένης χώρας. Ο Τζένκινς διατηρεί τη ματιά του ξένου, χωρίς όμως την υπεροψία του Δυτικού, και συμπάσχει με τον λαό του Αφγανιστάν, χωρίς καμία διάθεση εξωτισμού και εξωραϊσμού. Το Χάρις και εξιλέωση είναι μια τρομερή προειδοποίηση για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε μια χώρα οι εξωτερικές παρεμβάσεις. Η συμπόνια του Τζένκινς για τους ανθρώπους που θυσιάζονται στον βωμό του φανατισμού και των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων Ανατολής και Δύσης είναι διάχυτη στο βιβλίο του.

Κριτική παρουσίαση
Από τον Κωστή Παπαγιώργη στη LIFO
Στον άγριο, κλειστό κόσμο του Αφγανιστάν Ταξιδεύοντας στην ανεξερεύνητη Ασία, ο Ρόμπιν Τζένκινς εξερευνά τον εαυτό του

  Όταν η Δύση ταξιδεύει στην Ανατολή όχι για τον γνωστό τουρισμό αλλά για νααναζητήσει κάποιους χαμένους φίλους, το βιβλίο είναι σαν να γράφεται από μόνο του, διότι τα πάντα επιβάλλουν ένα δικό τους στυλ. Και δεν πρόκειται μόνο για την Ανατολή αλλά και για την Αφρική, για τη Νότια Αμερική, ηπείρους που τίμησαν με τις αφηγήσεις τους διάσημοι συγγραφείς, οι οποίοι ανασήκωσαν το πέπλο της άγνοιας, όπως λέμε, και ανέδειξαν την αγριότητα και την καθυστέρηση ως ηθικό μοτίβο πληθυσμών ολάκερων. Πάντα τον Δυτικό άνθρωπο φαίνεται πως τον αναμένει μια «Καρδιά του σκότους»! Ο Τζένκινς είναι Σκωτσέζος που ανδρώθηκε μέσα σε καλβινιστικό κλίμα, δίδαξε την αγγλική γλώσσα στην Καμπούλ (επί δύο χρόνια), έζησε τέσσερα χρόνια στη Σάμπα της Ανατολικής Μαλαισίας και οι αφηγήσεις του κινούνται μέσα σε ένα κλίμα ανεκτικού ανθρωπισμού, ανυποχώρητης ηθικής με ξεσπάσματα διαμαρτυρίας απέναντι στις ωμότητες. Μιλάμε, βέβαια, για ένα και μόνο βιβλίο (του) το οποίο, καθώς συμπεραίνουμε, συνοψίζει τρόπον τινά τα βασικά του πιστεύω και τις αφηγηματικές του τεχνικές. Σε πρώτο επίπεδο, η αφήγηση του Τζένκινς και ο ήρωάς του Μακλάουντ δίνουν την εντύπωση ενός εξερευνητή που, για να κάνει την περιπέτειά του ενδιαφέρουσα, εμπλέκει δεξιοτεχνικά –και κάπως άδοξα– έναν φίλο του και μια πανέμορφη γυναίκα που οι πληροφορίες τούς θέλουν νεκρούς και αγρίως δολοφονημένους. Άλλωστε, η δολοφονία σε αυτήν τη χώρα αποτελεί έθιμο. Για παράδειγμα, ο δολοφόνος παραδίδεται στην οικογένεια του θύματος τα μέλη της οποίας, εν μέση οδώ, ξαπλώνουν τον φονιά και του κόβουν τον λαιμό υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Τι θα έλεγαν οι Δυτικοί, αν έβλεπαν τους ντόπιους να δίνουν δηλητηριασμένα εντόσθια στα σκυλιά, διασκεδάζοντας με την επιθανάτια αγωνία τους; Ή να τιμωρούν τη μοιχεία διά λιθοβολισμού; Ολόκληρο το βιβλίο μπορούμε να πούμε ότι είναι μια μακρά συζήτηση του Μακλάουντ με τον εαυτό του, ένας μονόλογος σαν κι αυτόν που ο Καντ ονομάζει «ομιλία στην κοιλιά». Το εξωτερικό σχέδιο των μετακινήσεών του (καθώς ο Μακλάουντ δεν ησυχάζει στιγμή) τροφοδοτεί την αφήγηση με περιστατικά, απειλές και αδιέξοδα που είναι πειστικά και εξόχως επιλεγμένα. Το εσωτερικό σχέδιο αποσκοπεί, βέβαια, στον εντοπισμό και στην ανεύρεση του ζεύγους που όλοι το ξέρουν, αλλά κανείς δεν δίνει σαφείς πληροφορίες, όσο για την πραγματική φόδρα του βιβλίου δεν είναι άλλη από τη διαφορά ανάμεσα στον Δυτικό και τον Ανατολίτη, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ, τον πολιτισμένο και τον απολίτιστο. Άλλωστε το λεπτό, λεπτότατο σημείο της όλης πλοκής θα καταστρεφόταν, αν ο περιφερόμενος ήρωας ήταν απλός τουρίστας ή απλώς περίεργος. Ο Μακλάουντ κουβαλά πολλή, πάρα πολλή Δύση μαζί του, η συνείδησή του άλλοτε είναι ηθικό δικαστήριο και άλλοτε αμυντικός μηχανισμός που συχνά μπλοκάρει από απελπισία. Αναζητώντας τους αγνοούμενους φίλους του, ουσιαστικά υπηρετεί μια ηθική περιπέτεια –ίσως και έναν γύρο του θανάτου– που πάει του μάκρους με γόνιμες ανακυκλώσεις.
   Αξίζει να θυμίσουμε ότι η δεκαετία του ’50 στο Αφγανιστάν αγνοεί ακόμα τον εμφύλιο, την εισβολή των Ρώσων, τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, τη CIA κ.λπ. Οι ξένοι έχουν πατήσει πόδι, ο καθένας με τον τρόπο του: Ρώσοι, Άγγλοι, Αμερικανοί. Άρα, οι ξένοι και οι ντόπιοι παρουσιάζουν ένα σπαρακτικό σκηνικό όπου μπορεί να βασιστεί το σχέδιο του Τζένκινς. Η απαθλίωση, η ροπή προς την αιμοσταγή εκδίκηση, η ιδιάζουσα αφοσίωση στον Θεό τους, η οικογένεια και η πλήρης εξάρτηση της γυναίκας που δεν επιτρέπεται να ζήσει μόνη, όλα αυτά τα έθιμα έκαναν τους άνδρες να μοιάζουν «οι μισοί με τον Χριστό και οι άλλοι μισοί με τον Τζένγκις Χαν». Βέβαια, η αφοσίωση στη θρησκεία δεν αφορά επ’ ουδενί μια οιαδήποτε ηθική. Μόνο ο εθιμικός νόμος ισχύει απολύτως. Επίσης και η επιλεκτική φιλοξενία. Όσο για τα οστά του οιουδήποτε δολοφονημένου, οι ντόπιοι τα ξεφορτώνονται καλύτερα από τον λύκο και την αρκούδα. «Γιατί κάνατε τέτοιο πράγμα;», ρωτάει ο Μακλάουντ. «Ρωτάς τον λύκο γιατί είναι λύκος;», απαντούν.
   Μια λιγάκι φάλτσα δοξαριά αφορά, βέβαια, την περιγραφή του αφγανικού λαού, που κυριολεκτικά ζει σε μια χωμάτινη έρημο χωρίς ένα πράσινο φύλλο: «Αν εξαιρέσει κανείς μερικές συστάδες πρασινάδας εδώ κι εκεί, γύρω από τα χωριά, το μόνο που έβλεπε παντού ήταν η επίπεδη, καστανόξανθη έρημος. Μια γη που ο Θεός με το καυτό, υπομονετικό του χέρι την άλεθε καθημερινά, τη μετέτρεπε σε ολοένα και πιο ψιλή σκόνη. Σπάνια έβλεπε κανείς κάποιο λουλούδι, όλο αγκάθια, λιγόζωο. Κοτρώνες κάθε μεγέθους ήταν σπαρμένες παντού μέσα στην έρημο, λες και είχαν πέσει από τον ουρανό. Η τύχη τους ήταν στα χέρια του Θεού, ποιος ο λόγος να χολοσκάνε;». Όταν γράφει ότι «Δύο χιλιάδες χρόνια από τη γέννηση του Χριστού έμοιαζαν να έχουν λησμονηθεί ή και να μην υπήρξαν ποτέ», ουσιαστικά ψιλοπροδίδει τον αφηγηματικό του όρκο, διότι δεν πήγε σε αυτήν τη χώρα για να την υποτιμήσει αλλά για να σώσει δυο φίλους που δεν ξέρει αν ζουν, αν έχουν αποδεχτεί τη χώρα, αν θέλουν να επιστρέψουν στη Δύση – με έναν λόγο να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί. Ο Ντόναλντ Κεμπ και η Μάργκαρετ Ντάνκαν, τα θύματα που επιδιώκει να βρει νεκρά ή ζωντανά ο Μακλάουντ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ανανεώνουν διαρκώς την αφήγηση, καθώς όλες οι πληροφορίες και οι υπολογισμοί αναιρούνται, διότι αμφότεροι ζουν ή πέθαναν σε μια ξεχασμένη άκρη του κόσμου. Δυστυχώς, η κατάστασή τους είναι δραματική. Ο μεν Κεμπ πνέει τα λοίσθια, η δε πανέμορφη Ντάνκαν είναι έγκυος, εγκυμοσύνη που φέρει δραματικά, καθότι ο Κεμπ πιστεύει ότι, μετά τον άγριο βιασμό της, το παιδί δεν μπορεί να είναι δικό του! Η όλη περιπέτεια είναι εκπληκτική δοκιμασία που σκοπεί στην ανακάλυψη ενός ζεύγους σε διάσταση, και μάλιστα αποφασισμένο ν’ αφήσει τα κόκαλά του σε αυτήν τη γη (Κεμπ) και να μεγαλώσει το παιδί της (η Ντάνκαν). Προφανώς, ο αφηγητής εκμεταλλεύεται το δράμα του ζεύγους για να επιτύχει μια ψυχική συμμαχία ανάμεσα στον Δυτικό άνθρωπο (τον Μακλάουντ) και το ζεύγος, που μπορεί να μη διασώζεται ο άνδρας (ο Κεμπ), αλλά η γυναίκα (Ντάνκαν) πιστεύει στο παιδί της που το θεωρεί αυθεντική σπορά του Κεμπ και θέλει να το αναθρέψει με την αγάπη της ορφάνιας. Το βιβλίο περατούται με διασταυρούμενες επιστολές. Του Μακλάουντ προς τους γονείς της Ντάνκαν (που τους αφήνει να πιστεύουν ότι η κόρη τους δολοφονήθηκε), της Ντάνκαν προς τον Μακλάουντ, ο οποίος μαθαίνει τον θάνατο του Ντόναλντ Κεμπ. « Αγαπητέ Τζον Μακλάουντ, Με λύπη σου γράφω ότι, μόλις δύο μέρες μετά την αναχώρησή σου, ο Ντόναλντ πέθανε. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να ταφεί με τρόπο χριστιανικό και οι άνθρωποι της κοιλάδας με βοήθησαν όπως μπορούσαν. Το μωρό μου είναι πια σχεδόν έξι μηνών και, δόξα τω Θεώ, παραμένει όμορφο και υγιές. Τον ονόμασα Ντόναλντ, σαν τον πατέρα του. Σε μένα, πάντως, δεν μοιάζει διόλου. Δεν νιώθω καμιά επιθυμία να γυρίσω σε αυτό που αποκαλείται “έξω κόσμος”. Είναι πιθανόν, όταν ο Ντόναλντ μεγαλώσει και του μιλήσω για τον πατέρα του, να θελήσει να φύγει. Αλλά για την ώρα ελπίζω πως όχι. Ανακάλυψα πως η προσήλωση αυτών των ανθρώπων στη μουσουλμανική πίστη δεν είναι τόσο ισχυρή όσο νόμιζα. Ισχυρή είναι η αγάπη τους στον Θεό και η απόφασή τους να ζήσουν ενάρετα. Μου φαίνεται πως αν δείξω υπομονή και, πάνω απ’ όλα, δώσω το καλό παράδειγμα, ίσως και να κάνω μερικούς να ενδιαφερθούν για το πρόσωπο του Ιησού». Ο Τζένκινς αποδεικνύεται ικανότατος στην αφήγηση, αλλά ελαφρώς κατώτερος του αναμενομένου στη σκιαγράφηση των προσώπων – ειδικά του ζεύγους. Επίσης, η ψυχική μεταστροφή του Μακλάουντ δεν ξέρουμε αν αφορά τον ίδιο, το ζεύγος ή τη μακρινή χώρα όπου το αίμα είναι περισσότερο από το νερό και οι πάντες έχουν μολυνθεί από την «τρέλα των βουνών». Όσο έξοχος και αν είναι ο ψυχικός διχασμός του Μακλάουντ, που θυμίζει έντονα τον Κίπλινγκ, δεν μπορεί ν’ αποτελέσει νέο κουμπάσο για την ολοκλήρωση της περιπέτειάς του. «Με μια ηρεμία και μια βεβαιότητα που εξέπληξαν και τον ίδιο, άρχισε να στήνει τη σκηνή του για να διανυκτερεύσει μέσα στα χιόνια. Και ενώ δούλευε με δύναμη και αυτοπεποίθηση για να χτίσει ένα μικρό τοιχίο γύρω από τη σκηνή του, ταυτόχρονα ένιωθε σαν να στεκόταν κάπου πιο πέρα και να θαύμαζε τις προσπάθειές του από απόσταση. Υπήρχαν τουλάχιστον δύο Μακλάουντ εκεί πέρα, πιθανόν και περισσότεροι, κι όταν επιτέλους μπήκε στον υπνόσακο στη σκηνή, ρουφώντας τη σούπα που είχε ζεστάνει στο γκαζάκι του, δεν ήταν πια σίγουρος τίνος ήταν αυτά τα χέρια με τα γάντια που κρατούσαν την κούπα και τίνος τα χείλη ρουφούσαν τη σούπα τόσο προσεχτικά. (…) Για αρκετή ώρα αδυνατούσε να κοιμηθεί, έντρομος πως κάποια ξένη παρουσία είχε καταλάβει όχι μόνο τη σκηνή του αλλά και το ίδιο του το κορμί». Ο Δυτικός που πετάει τη σκούφια του για το ταξίδι στην ανεξερεύνητη Ασία μπορεί να σιχαίνεται τον εαυτό του και τους άλλους, μπορεί να νοσταλγεί την Ευρώπη και τον πολιτισμό της, ωστόσο τελικά είναι αναγκασμένος ν’ αποδεχτεί ότι κάθε λαός κρύβει μέσα του ένα μυστικό που αποκλείεται να προδοθεί με τη βία ή τα ψεύδη. «Σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι έπιναν παρέα, καθημερινά κι ανελλιπώς, το τσάι τους από κούπες χωρίς λαβή, ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η λίμνη φαινόταν στους ντόπιους σαν την κούπα του Θεού, από την οποία έπινε συχνά κι Εκείνος».
©Lifo
***
Αφγανιστάν: στην καρδιά του σκότους
   Οι κάτοικοι είναι εξαθλιωμένοι, ρακένδυτοι, λιπόσαρκοι, φανατισμένοι. Οι οπλαρχηγοί είναι κάτι αξιοθρήνητοι και βίαιοι τύποι, που κρατιούνται στη ζωή από έναν τίτλο φυλής και μια αιμοτοβαμμένη φήμη. Οι ξένοι επισκέπτες δεν έχουν όνομα, παρά μόνο υπηκοότητα: ο Βρετανός, ο Αμερικανός κ.λπ. Τα τοπία αφιλόξενα, μονόχρωμα, σκληρά.
   «Η ζωή στα μέρη μας δεν αλλάζει. Δεν έχει αλλάξει εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Είμαστε πολύ απλοϊκοί για τις συνήθειες των νέων καιρών», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα του Ρόμπιν Τζένκινς «Χάρις και εξιλέωση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις» (σε μετάφραση Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη). Ενα ταξίδι στην καρδιά του Αφγανιστάν στα τέλη της δεκαετία του ’50 ξετυλίγεται μέσα από τη ματιά του σημαντικού Σκοτσέζου συγγραφέα – που έφυγε από τη ζωή το 2005.
   Δύο Βρετανοί ταξιδιώτες, ο Ντόναλντ Κεμπ και η Μάργκαρετ Ντάνκαν, παραμένουν για μήνες εξαφανισμένοι στις άγριες, ορεινές εκτάσεις του βόρειου Αφγανιστάν, σε μια περιοχή όπου σπάνια τολμά να πατήσει δυτικοευρωπαϊκό πόδι. Πρόκειται για ένα αχανές τοπίο όπου η ανυπαρξία ξένων επισκεπτών, οι αδιανόητες κοινωνικές δομές, η παντελής έλλειψη μόρφωσης και οι διαφορές με τη Ρωσία δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.
   Σε αυτή, λοιπόν, την περιοχή αποφασίζει να ταξιδέψει ο Τζον Μακλάουντ, φίλος του ζευγαριού και πρώην διπλωμάτης στο Αφγανιστάν. Οι αρχές στην Καμπούλ ισχυρίζονται ότι το ζευγάρι έχει δολοφονηθεί από τους κατοίκους ενός μικρού, πρωτόγονου χωριού. Εχοντας μάλιστα στα χέρια τους την ομολογία των δύο στυγερών δολοφόνων επιμένουν πως η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί σε ολόκληρο το χωριό με τα πιο απεχθή αντίποινα.
   Ο Μακλάουντ, βέβαια, αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή και θέλει με τη δική του έρευνα να ανακαλύψει την πραγματική τύχη των φίλων του. Ασφαλώς το περιβάλλον που θα αντιμετωπίσει μόνο φιλικό δεν είναι. Η προσπάθειά του σκοντάφτει σε σκοπέλους αλλά και σκόπιμες καθυστερήσεις.
   Παρακολουθώντας το οδοιπορικό του ανακαλύπτει κανείς την πιο απόκοσμη πλευρά του Αφγανιστάν: απομεινάρια πόλεων κι ανθρώπων, χωριά με καλύβες από λάσπη στη μέση του πουθενά, οικογένειες που ξεκληρίζονται από ευλογιά κι άλλες ξεχασμένες ασθένειες, θανατικές ποινές και εκτελέσεις.
   «Το αίμα βρίσκεται εύκολα. Υπάρχει πιο πολύ αίμα σ” αυτή τη χώρα απ” ό,τι νερό», λέει μια γιαγιά στον ήρωα. Πάλι καλά. Οι γυναίκες αποδοκιμάζονται ακόμα κι όταν σκεφτούν να μιλήσουν και μετρούν την αξία τους σε πρόβατα. «Αμα θες γυναίκα, βγαίνεις στον δρόμο και την αγοράζεις. Εδώ ο άνδρας που δεν έχει λεφτά να παντρευτεί, βράζει στο ζουμί του».
   Το βιβλίο, θαυμαστό κυρίως για τα εξαιρετικά πειστικά ανθρώπινα πορτρέτα του, γράφτηκε λίγο μετά την επιστροφή του συγγραφέα από την Καμπούλ, όπου έζησε δύο χρόνια. Οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις από τη διαμονή του εκεί προσδίδουν απαράμιλλη αυθεντικότητα στις περιγραφές της μυστηριώδους χώρας.
   Οι αναφορές είναι λεπτομερείς και σε βάζουν αμέσως στο κλίμα: «Σε μια χώρα όπου ακόμα και το κτίριο της εθνικής τράπεζας ήταν σε κακά χάλια, ο Μακλάουντ δεν περίμενε να βρει κομψότητα σ” ένα επαρχιακό σχολείο», γράφει ο Ρόμπιν Τζένκινς.
  Η ατμόσφαιρα που «αναδύεται» από τις σελίδες του βιβλίου, είναι πολύ κοντά στα όσα φανταζόμαστε και για το σημερινό Αφγανιστάν. Ο Τζένκινς διατηρεί τη ματιά του ξένου, χωρίς όμως την υπεροψία του Δυτικού. Συμπάσχει με τους Αφγανούς, χωρίς καμιά διάθεση εξωραϊσμού. Του αρέσει να «καρφώνει» εκείνους που διαχειρίστηκαν τις τύχες της χώρας –ακόμα και συμπατριώτες του- υπογραμμίζοντας την αλλοτρίωση, τη διαφθορά, την ευθύνη και φυσικά τις πολλές χαμένες ευκαιρίες.
  Ενδιαφέρον έχει επίσης πως ο συγγραφέας επιμένει στην τραγική αντίφαση που δεν μας είναι καθόλου ξένη: από τη μια, οι Αφγανοί μισούν τον ξένο θεωρώντας τον παράνομο εισβολέα κι από την άλλη, θυσιάζουν τον πρώτο αθώο συμπατριώτη τους προκειμένου να αποδείξουν την καλή τους διάθεση να πορευτούν προς ένα καλύτερο μέλλον.
   Η συμπόνια του για τους ανθρώπους που θυσιάζονται στον βωμό του φανατισμού και των διενέξεων Ανατολής και Δύσης είναι διάχυτη στο βιβλίο του. Γι” αυτό και το «Χάρις και εξιλέωση» είναι μια ηχηρή προειδοποίηση για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε μια χώρα οι εξωτερικές παρεμβάσεις.
   Και να σκεφτεί κανείς ότι η «προειδοποίηση» αυτή γράφτηκε το 1960, την εποχή που οι βρετανικές δυνάμεις αποχωρούσαν σιγά σιγά από την πρώην αποικία τους. Οι «αναγωγές» με το σήμερα, δικές σας…
Μ.Κ. 30/11/2012
©Εφημερίδα των Συντακτών

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων

Εκδόσεις Άγρα

  • ΤΑ ΧΑΪΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ
  • ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ
  • ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ
  • ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALO BILL

Παρουσίαση

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα ο τόμος ΤΑ ΧΑÏΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ του ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, όπου ανασυστήνεται μετά 50 χρόνια από την πρώτη ανακοίνωσή της και 67 χρόνια μετά τη συγγραφή της, η σπουδαία ερωτική τριλογία του ποιητή:
1) ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ – α΄ έκδοση με περικοπές στο περιοδικό Πάλι, 1964-65, α΄ έκδοση σε βιβλίο 1980.
2) ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ – α΄ έκδοση 1998.
3) ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALO BILL – ανέκδοτο μέχρι σήμερα.
Η έκδοση συνοδεύεται από αναλυτική εισαγωγή του επιμελητή των κειμένων ΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ.
Η περίφημη Αργώ είναι γραμμένη στο ζοφερό κλίμα της εμφύλιας διαμάχης του Δεκεμβρίου 1944. Λίγο μετά επιφυλάσσεται στον συγγραφέα μια τραυματική εμπειρία: συλλαμβάνεται, χωρίς καμία συγκεκριμένη κατηγορία (αρκούσε προφανώς το επίθετό του), από την Πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ, την ΟΠΛΑ, και οδηγείται όμηρος, μαζί με πολλούς άλλους, στα Κρώρα της Βοιωτίας. Αντιμετωπίζει θανάσιμους κινδύνους και μεγάλες κακουχίες, έως ότου καταφέρνει να δραπετεύσει και επιστρέφει σε κακή κατάσταση στην Αθήνα.
Στο ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ πλέκονται δύο παράλληλες ιστορίες: αφενός η εορταστική ανύψωση, η απογείωση του αεροστάτου «Αργώ» στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Σάντα Φε ντε Μπογκοτά το 1906, με τους τρεις φλογερούς αεροναύτες –τον Άγγλο Λόρδο Ώλμπερνον, τον Γάλλο εξερευνητή Ερνέστο Λαρύ Νανσύ και τον Ρώσο ναύαρχο Βλαδίμηρο Βιερχόυ (με τον οποίο ταυτίζεται ο ποιητής)–, και αφετέρου η δραματική ιστορία του ζηλότυπου καθηγητή ντον Πέντρο Ραμίρεθ, της κόρης του Καρλόττας και του ινδομιγή εραστή της.
Στο ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ, που διαδραματίζεται στο Παρίσι το 1902, έχουμε τον έρωτα ενός λιονταριού (που ονομάζεται Ζαμβέζης) και της ομώνυμης θηριοδαμάστριας σ’ ένα τσίρκο. Το παιχνίδι του έρωτα ανθρώπου/ζώου διεξάγεται, όχι μόνο ενώπιον των θεατών του τσίρκου, αλλά με την απειλή του θανάτου. Ωστόσο η φυσική αντιπαλότητα θηρίου-ανθρώπου καταλύεται για να κατισχύσει και για να δοξολογηθεί ο νικητής έρωτας.
Η ανέκδοτη ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALOBILL αποτελεί, ίσως, το πιο παράδοξο κείμενο του Εμπειρίκου όσον αφορά την κατασκευή του και κατά συνέπεια τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και περατώνεται η αφήγηση. Η Βεατρίκη συνίσταται από δύο ιστορίες, όμως εδώ τόσο ο τόπος όσο και ο χρόνος της μιας ιστορίας διαφέρει εντελώς από τον χρόνο και τον τόπο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται η άλλη. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια διπλή «δίπτυχη» ερωτική και «πολεμική» ιστορία, όπου η μία περιέχεται μέσα στην άλλη έτσι ώστε ο μυθικός χρόνος της Βεατρίκης να είναι διπλός. Η πρώτη, η «εξωτερική» ιστορία με την οποία ανοίγει το κείμενο, αναφέρεται σε μια από τις πολλές περιπέτειες του γνωστού ήρωα της αμερικανικής δύσης Buffalo Bill ή κατά κόσμον William Cody και τοποθετείται «ολίγα χρόνια» μετά τον αμερικανικό Εμφύλιο. Ο μυθικός χρόνος της «εσωτερικής» ενδιάθετης ιστορίας συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τον χρόνο της γραφής του ίδιου του κειμένου – Ιούλιος-Αύγουστος 1945. Η ένθετη ερωτική ιστορία του συγγραφέα με την μετέπειτα σύζυγό του Βιβίκα Ζήση έχει επιστολική μορφή καθώς περιέχει έξι επιστολές που ανταλλάσσουν η Βιβίκα/Βεατρίκη με τον Εμπειρίκο/ Buffalo Bill.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: «Έτσι εδιάβαινε ο BuffaloBill μια νύχτα του Ιούλη – ο BuffaloBillo μέγας ποιητής του Νέου Κόσμου, ο αετός του Κολοράντο, Δάντης μαζί και ανιχνευτής με την εξαίσια Βεατρίκη, το πιο απαλό, το πιο εύοσμον και το πιο ωραίον άνθος της πραιρίας».
Σ’ όλα τα κείμενα της τριλογίας του Εμπειρίκου υπόκεινται κοινές βασικές ιδέες που υποστηρίζουν τις ίδιες κατά βάσιν αρχές, την ίδια ιδεολογία: ο μοναδικός τρόπος για να αρθούν οι πολλές και ποικίλες αντινομίες του πολιτισμού, η μόνη οδός και η μόνη δύναμη που μπορεί να απελευθερώσει τον κόσμο (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά) είναι ο έρωτας, ο «άνευ ορίων και άνευ όρων» έρωτας. Υπό την έννοια αυτή και τα τρία κείμενα της τριλογίας αφηγούνται, το καθένα με τον τρόπο του, μια ερωτική ιστορία, όμως τελικά συστήνουν και μια ιστορία απελευθέρωσης ατομικής και δίνουν μια εικόνα μελλοντικής οικουμενικής ανάτασης και ελευθερίας. Και οι τρεις ιστορίες έχουν και πολιτικό χαρακτήρα. Και στις τρεις ιστορίες (ειδικά στην Αργώ και στην Βεατρίκη) ακούγονται (υπόκωφα και από μεγάλο βάθος, είναι αλήθεια) τα φρικτά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που βιώνει ο συγγραφέας την εποχή της συγγραφής τους. Η βία του ντον Πέντρο συνδέεται με την βία της γαλλικής επανάστασης που αναθυμάται ο Γάλλος αεροναύτης και, προφανώς, δεν είναι άσχετη από όσα συμβαίνουν στην αιματοκυλισμένη Αθήνα του 1944-1945. Το ίδιο παρακολουθούμε και στην ιστορία του Buffalo Bill. Ο σφαγιασμός των μεταναστών μέσα στο άγριο τοπίο του Grand Canyon παραπέμπει, δίχως αμφιβολία, στη φρικτή δοκιμασία του ομήρου Εμπειρίκου και άλλων αθώων μέσα στον άγριο Δεκέμβριο του 1944. Η βία στην Ζεμφύρα δεν είναι μόνο ερωτική, ή βία των άγριων ζώων – το κατηγορώ του πλανόδιου ποιητή δείχνει πως στην φαινομενικά απλή ερωτική ιστορία αναμοχλεύονται πολλές μορφές βίας του ανθρώπινου πολιτισμού.
Όλες αυτές οι, φαινομενικά εκτός τόπου και χρόνου, ερωτικές/ρομαντικές ιστορίες που αναπτύσσονται και εξελίσσονται μέσα σε ένα αρχικό περιβάλλον φόβου, βίας και θανάτου, για να κατισχύσει τελικά ακατανίκητος ο έρωτας και η ζωή, αφορούν, όπως έχουμε υπαινιχθεί, το πρόσωπο του ίδιου του αφηγητή, του συγγραφέα Εμπειρίκου.
Στη Ζεμφύρα ο πλανόδιος ποιητής του Παρισιού, που προβάλλει ως προσωπείο και αντανάκλαση του Ανδρέα Εμπειρίκου, απευθύνει κατηγορίες στους κυνικούς, πτωχοπροδρόμους, «παρακοιμωμένους κάθε ανθρώπινης ανεπάρκειας, τους υπερμάχους της κάθε ηττοπάθειας, τους ευνουχισμένους χριστιανούς […] τους κιβδηλοποιούς του έρωτα και των αρμάτων, τους πάσης φύσεως προαγωγούς της τέχνης […] τους ηθικολόγους και ανηθικολόγους, τους πάσης φύσεως βρωμερούς και σκατολόγους».
Βιογραφικά στοιχεία
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ γεννήθηκε το 1901 στην Μπραΐλα της Ρουμανίας και πέθανε στην Αθήνα το 1975. Το 1926-31 βρίσκεται στο Παρίσι όπου συνδέεται με τον André Breton και τούς Υπερρεαλιστές και αρχίζει την ψυχανάλυση με τον R. Laforgue.
Το 1935 δίδει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη «Περί σουρρεαλισμού» και εκδίδει την Υψικάμινο, το κατεξοχήν υπερρεαλιστικό κείμενο. Το 1945 κυκλοφορεί η Ενδοχώρα και ακλουθούν τα Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία το 1960 και η Αργώ ή Πλους αεροστάτου το 1964-65 στο περ. Πάλι, με περικοπές. Μετά το θάνατό του, το 1980 κυκλοφορεί πλήρης η Αργώ, η συλλογή Οκτάνα καθώς και το θεατρικό έργο του Πικάσσο Τα Τέσσερα κοριτσάκια σε μετάφραση του ποιητή. Το 1985 εκδίδεται το Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και το Άρμαλα ή Εισαγωγή σε μία πόλι (εισαγωγή σ’ ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε).
Το 1990-1991 εκδόθηκε το ερωτικό μυθιστόρημα-ποταμός Ο Μέγας Ανατολικός σε οκτώ τόμους. Το 2011 κυκλοφόρησε το επίτομο Ανθολόγιον του Μεγάλου Ανατολικού, με επιλογή και επιμέλεια του Γ. Γιατρομανωλάκη.
Το 1995 εκδόθηκε το ποίημα ΕΣ-ΕΣ-ΕΣ-ΕΡ Ρωσσία, το 1997 το πεζό Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, ενώ το 1997 κυκλοφόρησαν σε ανεξάρτητη έκδοση τα δύο εγκώμια για τον Ν. Εγγονόπουλο: Νικόλαος Εγγονόπουλος ή Το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου και Διάλεξη 1963.
Το 2001 κυκλοφόρησαν το ημερολόγιο και οι φωτογραφίες από το Ταξίδι στη Ρωσσία (τον Δεκέμβριο του 1962 με τον Ο. Ελύτη και τον Γ. Θεοτοκά), τα Ψυχαναλυτικά κείμενα καθώς και το μεγάλο λεύκωμα με φωτογραφίες του με τον τίτλο Φωτοφράκτης.
Επίσης το 2001 γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, με πρωτοβουλία του Ε.ΚΕ.ΒΙ.
Το 2009 κυκλοφόρησε ο τόμος Ανδρέας Εμπειρίκος, Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα [1921-1935] και το 2010 το βιβλίο Περί σουρρεαλισμού. Η διάλεξη του 1935.
Ο Α.Ε. είναι από τοΥς κύριους εισηγητές της επιστήμης της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα με τον Δ. Κουρέτα και τον Γ. Ζαβιτσιάνο, με τη συνεργασία και τη συνδρομή της Μαρίας Βοναπάρτη. Ο ίδιος άσκησε την ψυχαναλυτική πρακτική επί δεκαέξι έτη (1935-1951).

*

Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορεί σχεδόν το σύνολο του έργου του Ανδρέα Εμπειρίκου, με επιμελητή τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη.

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία

Εκδόσεις Πατάκη

Περιγραφή:

«Το αίμα μελάνι δεν γίνεται…» Έτσι επιγράφεται ένα από τα δοκίμια που αποτελούν αυτό το βιβλίο. Προτείνεται μια ερωτηματική ανάγνωση συγγραφέων και έργων που αναφέρονται στον εμφύλιο πόλεμο ή, ευρύτερα, στον μνημονικό και τον ανθρωπολογικό του ορίζοντα.
Ακήρυκτος, χωρίς καταστατικό και χωρίς συνθήκη ειρήνης, αυτός ο πόλεμος των συναυτουργών μας άφησε κληρονομιά αίματος, βίας, παντοειδών ερειπίων και αρνητικών κοινωνικών αυτοματισμών. Σε αντίθεση με την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες, που ασχολούνται με τις υπερατομικές όψεις των φαινομένων, σε μακροσκοπική θεώρηση ή γενίκευση, η λογοτεχνία επαναφέρει στον συγκεκριμένο άνθρωπο, στη μοναδικότητα μέσα στην ιστορικότητά του.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία»

Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [18]

 Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).
17. Ιθάκη
Στο σπίτι του Λεοπόλδου Μπλουμ στις δύο μετά τα μεσάνυχτα.
Τι έκανε ο Μπλουμ όταν έφτασαν στον προορισμό τους;
Στα σκαλοπάτια του 4ου από τους ισοδιάφορους μονούς αριθμούς, στον αριθμό 7 της οδού Εκκλς, έβαλε μηχανικά το χέρι του στην πίσω τσέπη του παντελονιού του για να πάρει το κλειδί του.
Ήταν εκεί;
Ήταν στην αντίστοιχη τσέπη του παντελονιού που φορούσε την προπροηγούμενη.
Γιατί ήταν διπλά εκνευρισμένος;
Επειδή είχε ξεχάσει κι επειδή θυμόταν πως είχε θυμίσει δυο φορές στον εαυτό του να μην ξεχάσει.
Ποιες ήταν τότε οι επιλογές για το περίφροντι (κατ’ ακολουθίαν) και απρόσεχτο, χωρίς κλειδιά, ζευγάρι;
Να μπει ή να μην μπει. Να χτυπήσει ή να μη χτυπήσει.
Ο Μπλουμ οδηγεί τον Στήβεν σπίτι του για να του προσφέρει μια κούπα κακάο. Όταν μένει μόνος του, καταρτίζει τον ισολογισμό της μέρας του και πέφτει για ύπνο στο πλάι της Μόλλυ. Όλα τα συμβάντα της συνάντησης των δύο πρωταγωνιστών, οι ομοιότητές τους και οι διαφορές τους, τα περιεχόμενα όχι μόνο του σπιτιού αλλά και του μυαλού του Μπλουμ, περιγράφονται λεπτομερώς με όρους φυσικών φαινομένων. Ακόμα πιο σωστά, δεν περιγράφονται απλώς αλλά αναλύονται και καταλογογραφούνται! Στο αποκορύφωμα του μυθιστορήματος (ουσιαστικά στο τέλος του), που είναι η κατάληξη της Οδύσσειας και η «μνηστηροφονία», ο Τζόυς επιλέγει τον πιο αφυδατωμένο τρόπο αφήγησης. Γραμμένος σε μορφή ερωτοαποκρίσεων κρατάει τον αναγνώστη σε απόσταση και τον βομβαρδίζει με ένα πλήθος εξουθενωτικών πληροφοριών. Θα μάθει μέχρι και για τη διαδρομή του νερού από το υδραγωγείο του Δουβλίνου έως τη βρύση του Μπλουμ.
«Γράφω την Ιθάκη σε μορφή μαθηματικής κατήχησης. Όλα τα γεγονότα απογυμνώνονται στα κοσμικά, φυσικά, ψυχικά κλπ., ισοδύναμά τους… ούτως ώστε όχι μόνο θα γνωρίζει ο αναγνώστης το κάθε τι και θα το γνωρίζει με τον πιο στεγνό και ψυχρό τρόπο, αλλά έτσι επίσης ο Μπλουμ και ο Στήβεν θα γίνονται επουράνια σώματα, πλανήτες σαν τα αστέρια που ατενίζουν». Αυτά έγραφε ο Τζόυς, σε ένα γράμμα του το 1921, στον φίλο του Φρανκ Μπάτζεν.
«Ποιο θέαμα αντιμετώπισαν, πρώτα ο οικοδεσπότης, μετά ο καλεσμένος, όταν πρόβαλαν σιωπηλοί, διπλά κατηφείς, μεσ’ από το σκοτάδι, από ένα πέρασμα του πίσω μέρους του σπιτιού στο σκιερό ημίφως του κήπου;
Το ουρανόδεντρο των αστεριών αιωρούνταν με υγρά νυχτογάλανα φρούτα.»
Όσο κι αν πασχίζει ο Τζόυς να κρατήσει αποστασιοποιημένο τον αναγνώστη, υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο τελευταίος κυριεύεται από συγκίνηση. Μια συγκίνηση που μόνο η μεγάλη τέχνη μπορεί να προσφέρει. Μοναδικές οι σκηνές της συντροφικής ούρησης κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, η απαρίθμηση των ομοιοτήτων ανάμεσα στη σελήνη και στη γυναίκα, η λίστα με τα καταχωνιασμένα ενθυμήματα στο κλειδωμένο συρτάρι του Μπλουμ, η αναίμακτη (δια της σκέψης του και μόνο) εκμηδένιση των μνηστήρων, το λεπτομερέστατο ξετύλιγμα της ονειροφαντασίας του για μια γεμάτη ζωή σε ένα παραδεισένιο αγρόκτημα και τέλος, ο ύπνος σε στάση εμβρύου… πάνω στο μυθικό πουλί Ροκ με τον Σεβάχ τον Θαλασσινό!
Η «Ιθάκη» σηματοδοτεί το τέλος της περιπλάνησης του Μπλουμ στη καθημερινότητα. Νόστος στην Ιθάκη σημαίνει επιστροφή στο σπίτι, επιστροφή στους αγαπημένους (ζώντες και νεκρούς), επιστροφή στα πολύτιμα πραγματάκια του καθενός: στα αμέτρητα βιβλία της βιβλιοθήκης μου, στα μικροαντικείμενα που βρίσκονται στα συρτάρια του γραφείου μου, στο εκλεκτό κρασί που θα ανοιχτεί με το κυριακάτικο γεύμα… Ιθάκη είναι η αγκαλιά που θα σε υποδεχτεί, το κρεβάτι που θα ξαπλώσεις για να κοιμηθείς, η εξουδετέρωση κάθε «μνηστήρα» που σε τυραννά και η ουτοπική ονειροφαντασία, που θα σε οδηγήσει ήρεμα και γλυκά στη μήτρα του ύπνου…
Μεταφραστικά σχόλια
Ο Καψάσκης μετέφρασε εξαιρετικά το 17ο επεισόδιο του «Οδυσσέα». Κατάφερε να διατηρήσει το ιδιαίτερο ύφος του πρωτοτύπου. Σε ένα κεφάλαιο γεμάτο από επιστημονικές πληροφορίες είναι λογικό να μην αποφύγει κάποια λάθη αλλά τα θεωρώ σχετικά ασήμαντα μπροστά στο επίτευγμά του: Διαβάζοντας τη μετάφραση καταλαβαίνεις πως διαβάζεις Τζόυς!
1. σελ. 686, 2η παράγραφος, τρίτη σειρά: Αντί «πορεία» να γραφτεί»πορνεία» («prostitution»). Πρόκειται βέβαια για τυπογραφικό λάθος αλλά είναι σημαντικό γιατί και η λέξη πορεία ταιριάζει με τα συμφραζόμενα.
2. σελ. 687, 2η παράγραφος, τρίτη σειρά: «…και της αυτοσυγκράτησης ως ατόμου και ως πολίτη» («…and civic selfhelp»).Θα το μετέφραζα ως: «και της επίτευξης κοινοτικών στόχων με προσωπικές προσπάθειες».
3. σελ. 688, 3η παράγραφος, τέταρτη σειρά: «… θα ήταν σαν κανένας να μην τον είχε αντιληφθεί» («… he would be by all as none perceived»). Πρόκειται για μία από τις ωραιότερες παραγράφους του κεφαλαίου. Πιο σωστό θα ήταν: «…αντιληπτός ως κανένας θα γινόταν απ’ όλους». Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να παραθέσω ολόκληρο το απόσπασμα στα τζοϋσικά αγγλικά:
«From inexistence to existence he came to many and was as one received: existence with existence he was with any as any with any: from existence to nonexistence gone he would be by all as none perceived».
4. σελ. 704, 4η παράγραφος πρώτη σειρά. Το «δεν» να διαγραφεί.
5. σελ. 726, 1η παρ., τέταρτη σειρά από το τέλος της: «το ευερέθιστον του φωτισμού της» («the stimulation of her light»).Αναφέρεται στις ομοιότητες ανάμεσα στη σελήνη και στη γυναίκα. Πιο σωστό θα ήταν: «η διέγερση από το φως της».
6. σελ. 730, 2η παρ. 5η σειρά: «…κοντά στη σφιχτά τυλιγμένη εθνική σημαία» («… near the compactly furled Union Jack»). Union Jack είναι η βρεττανική σημαία.
7. σελ. 749, 4η σειρά από το τέλος: «… μίαν υπηρέτριαν, την Γερτρούδη» («…a maid, Gertrude…»). Πρόκειται για τη δεκαεπτάχρονη Γκέρτυ του επεισοδίου της «Ναυσικάς», που βέβαια δεν ήταν υπηρέτρια. Το σωστό (αντί υπηρέτρια) είναι «μία κοπέλα, την Γερτρούδη».
8. σελ. 757, 6η σειρά: «(Σίρα Σίριμ)». Αφού μεταφράζει και τα υπόλοιπα της παραγράφου, καλό θα ήταν να μετέφραζε κι αυτό: «(Άσμα ασμάτων)».
9. σελ. 758, 2η σειρά από το τέλος. «Μπιμπελό χρώματος πορτοκαλί» («Orangekeyed ware»). Πρόκειται για το δοχείο νυκτός (καθίκι) που πρωτοαναφέρεται στη σελ. 91, στην «Καλυψώ», ως orangekeyed chamberpot. Αυτό, απ’ ό,τι φαίνεται, ήταν διακοσμημένο με το χαρακτηριστικό μαίανδρο της γεωμετρικής εποχής σε χρώμα πορτοκαλί. Ο Τζόυς επινοεί ένα ομηρικού τύπου επίθετο, κάτι σαν το «ροδοδάχτυλη»… Βέβαια, αυτό είναι δύσκολο να μεταφραστεί με ακρίβεια. Ωστόσο, δεν ταιριάζει το «μπιμπελό». Θα μπορούσαμε να πούμε: «δοχείο με πορτοκαλί μοτίβα».
10. σελ. 766, τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου: «Πηγαίνοντας προς το σκοτεινό κρεβάτι υπήρχε εκεί το αυγό του Σεβάχ του Θαλασσινού από το παραμυθένιο βορινό πουλί μέσα στη νύχτα του κρεβατιού όλων των βορινών παραμυθένιων πουλιών του Σκοτεινοβάχ του Ημεροκαθαρινού». («Going to a dark bed there was a square round Sinbad the Sailor roc’s auk’s egg in the night of the bed of all the auks of the rocs of Darkinbad the Brightdayler»). Το Ροκ (roc) είναι το μυθικό πουλί της αραβικής μυθολογίας και το auk (βλ. 8η παρατήρηση στη «Σκύλλα και Χάρυβδη») είναι το πουλί άλκα, που είχε ήδη, από την εποχή του Τζόυς, εξαφανιστεί και ήταν γνωστό για το σπάνιο και πανέμορφο αυγό του. Θα πρότεινα την ακόλουθη μετάφραση: «Πηγαίνοντας στο σκοτεινό κρεβάτι υπήρχε το τετράγωνο στρογγυλό αυγό του ροκ της άλκας του Σεβάχ του Θαλασσινού μέσα στη νύχτα του κρεβατιού όλων των αλκών των ροκ του Σκοτεινοβάχ του Ημερολαμπρινού». Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο αφηγητής στο τέλος του κεφαλαίου, ουσιαστικά, ταυτίζεται με τον Μπλουμ, που εξαντλημένος αποκοιμιέται μουρμουρίζοντας κάποια ακατάληπτα λόγια περί Σεβάχ και αυγών. Άλλωστε, η επόμενη ερώτηση μένει αναπάντητη καθώς ο Μπλουμ έχει ήδη κοιμηθεί. Η Μόλλυ, όπως φαίνεται στο επόμενο κεφάλαιο, τον ακούει να μουρμουρίζει τις λέξεις αυγό και κρεβάτι και νομίζει ότι της ζήτησε πρωινό με αυγά στο κρεβάτι!
Σημειώσεις: Οι εικόνες με τη σειρά είναι οι ακόλουθες: i) φωτογραφία εποχής (προπολεμική) της οδού Eccles με τα σχεδόν όμοια σπίτια. ii) η πόρτα του αριθμού 7 διατηρημένη σε μουσείο καθώς η σειρά των σπιτιών είναι σήμερα κατεδαφισμένη, iii) έργο του Μανώλη Χάρου, iv) σχέδιο του Ματίς για την εικονογράφηση αυτού του κεφαλαίου, v) χαρακτικό του Γερμανού ζωγράφου Lοvis Corinth (1858-1925) για τη μνηστηροφονία, vi) σχέδιο του R. Motherwell για την εικονογράφηση της «Ιθάκης» στην έκδοση του Arion Press. To πρώτο απόσπασμα με τους κόκκινους χαρακτήρες είναι μεταφρασμένο από τον Καψάσκη ενώ στο δεύτερο, η ερώτηση από τον Καψάσκη και η απόκριση από τον Μαραγκόπουλο.

[πηγή]

Γαβριήλ Ναχμίας, “Όφης και Λύγκας”

Εκδόσεις Ενδυμίων 2010

– Εμπρός Λύγκα, μέτρησε τη δύναμή σου! Ή μήπως θαρρείς πως είναι δα αμέτρητη;
Τέσσερις άκρες έχει η γη, κι οι τέσσερις στριμώχνονται τώρα εδώ πέρα, τόσο πολύ η μια πάνω στην άλλη, που γη δε μοιάζει να υπάρχει, άλλη απ’ αυτή που πατούμε εγώ κι ο Λύγκας· και τούτη η γη που ’ναι για δυο, δε θέλει πια να ’ναι κανενός.
– Έλα λοιπόν Λύγκα, αδερφέ μου! Τι καρτεράς; Αλλού να πας δεν έχει, αφού τόση είν’ η γη που απόμεινε, ίσα να χωρίζει τα πέλματά μας.
Στο πουθενά ριγμένοι εγώ κι ο Λύγκας, πατάει ο καθένας μας στο πέλμα τ’ αλλουνού, σα στη σκιά του.
– Όφη, το λόγο σου τον ξέρω, κι είναι γνωστή η αγάπη που ’χεις για το μέτρημα. Κι ένα ’χεις μέτρο, όχι πολλά, για να ’σ’ ακριβοδίκαιος – καθώς λες. Μα πώς το λέν’ αυτό το μέτρο το βαρύ, που όποτε θέλει γίνετ’ ελαφρύ, κι ενώ τη μια είναι φτηνό, την άλλη αντάλλαγμα ζητά τη γη και τ’ άστρα;
– Λύγκα, μιας και γραφτό δεν είναι να σμίξουμε στη ζήση, γιατί ν’ αφήσουμε να χαθεί κι ο ένας κι ο άλλος; Λιγόστεψ’ η γη κάτω απ’ τα πόδια μας, κι ο χρόνος στέρεψε κι αυτός. Να το ξίφος μου, μέτρα τη δύναμή σου!
– Σου ’μαθα τι ’ν’ η σκέψη, αδερφέ Όφη, κι εσύ μου ’μαθες τις λέξεις· μα…
– Να το ξίφος μου, Λύγκα, πέσε, μέτρα…
– …μα θέλω να σε μάθω και ν’ ακούς. Όποιος μετράει είναι γραφτό να μετρηθεί, κι ό,τι μετράμε μας μετράει. Η δύναμή μου είναι αμέτρητη, και την αγάπη μου για σένα δεν τη λογαριάζω, μήτε με λέξεις τη μετρώ, να μην τη λιγοστέψω. Κι αν δε μετρούσες γη και χρόνο, δε θα στέρευαν· μα αν θες στο ξίφος σου να πέσω, να ’μαι, πέφτω!

* * *

Λύγκα, αδερφέ μου
θρήνος δεν πρέπει σου, ακριβέ,
κι ούτ’ ένα δάκρυ απελπισιάς
– μόνο τραγούδια.
Άλλωστ’ η μοίρα
δεν είναι δίκη, να μετρά.
Χαμός κι ο άδικος κι ο δίκιος.
Μα η αξία
είναι σ’ εκείνον
που ξέρει πότε να χαθεί
και που ο χαμός του φέρν’ ειρήνη
στην αντάρα.
Λύγκα, αδερφέ μου,
σπαθί στα χέρια μου κρατώ
τ’ άγιο το σώμα σου.
Η φωνή σου όμως με σφάζει
μες στο μυαλό μου:
μπας και γινότανε κι αλλιώς
κι έπρεπ’ εμένα να κρατάς
τώρα στα χέρια…

Πρόλογος
(Αντί επιλόγου)
Αν η αλήθεια αρχίζει με Δύο, είναι γιατί αρχίζει να μετρά. Κι όταν τα Δύο γίνουν Ένα, εκεί τελειώνει· γιατί το Ένα δεν έχει τι να μετρήσει, ούτε με τι να μετρηθεί. Κι εκεί που τελειώνει η αλήθεια, αρχίζει το παραμύθι.
   Μετά την ένωσή τους, ο Όφης κι ο Λύγκας ξεφορτώθηκαν τα ονόματά τους. Ύστερα πέταξαν από πάνω τους μάτια, αυτιά, πόδια και χέρια που περίσσευαν: δυο απ’ το καθένα τούς ήταν αρκετά. Αυτά, μαζί με ό,τι άλλο περιττό, τ’ άφησαν στην ακρολιμνιά κι έπεσαν στο νερό. Κανείς δεν τους ξανάδε από τότε – κι όσους κι αν έχω ρωτήσει, ορκίζονται πως δεν τους ξέρουν.
   Χρόνια μετά, στην όχθη αυτής της λίμνης, όπου βρέθηκα ακολουθώντας τη μνήμη του νερού (αναπολώντας, ως συνήθως, άλλες όχθες), βρήκα τα άχρηστα μέλη – τυχαία, είναι η αλήθεια, όπως τυχαία βρίσκεται κάποιος εκεί που πρέπει, ή που δεν πρέπει, κι όπως τυχαία βρίσκει κάτι που έχασε ή πέταξε κάποιος άλλος, κι όπως τυχαίο είναι αν αυτό που βρήκε είναι άχρηστο, χρήσιμο ή πολύτιμο.   Κι όπως κάνει αυθόρμητα καθένας, όταν βρίσκει τα κατάλληλα υλικά, έβαλα τα μέλη σε τάξη: τα μάτια και τ’ αυτιά, τα χέρια αντικριστά στους ώμους, την καρδιά και το συκώτι μέσα στον κορμό, κι έστησα τον κορμό πάνω στα πόδια. Και μόλις στερέωσα πάνω στους ώμους το κεφάλι, το πλάσμα άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια και μου χάιδεψε το μέτωπο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά μου και είπε: «Στο εξής, θα σε λένε Γαβριήλ».
   Έτσι γνώρισα τον Όφη κι έμαθα την ιστορία του.
***
copyright© Γαβριήλ Ναχμίας
 

Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [17]

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).
16. Εύμαιος
Στο «Καταφύγιο του Αμαξά» περασμένα μεσάνυχτα.
Μετά τις περιπέτειες στην «Κίρκη», ο αποκαμωμένος Μπλουμ, ως καλός Σαμαρείτης, οδηγεί τον ζαλισμένο κι εξαντλημένο Στήβεν σε ένα κιόσκι αμαξάδων για μια ανάπαυλα. Εκεί, ανάμεσα σε απόκληρους του Δουβλίνου γίνεται η αναπάντεχη «αναγνώρισή» τους. Ο νηφάλιος, γήινος και πρακτικός Μπλουμ καταφέρνει να βρει σημεία επαφής με τον εσωστρεφή, είρωνα και διανοούμενο Στήβεν. Ο Οδυσσέας φεύγει μαζί με τον Τηλέμαχο από το καλύβι του Εύμαιου με κατεύθυνση την Ιθάκη.
«Παρόλο που δεν έβλεπαν τα πάντα με το ίδιο μάτι, οπωσδήποτε υπήρχε μια κάποια αναλογία, σαν, κατά κάποιο τρόπο, το μυαλό και των δυο τους να ταξίδευε στο ίδιο τραίνο σκέψης».
Η μεταμεσονύχτια γραφή του Τζόυς σχεδόν υπνοβατεί. Η κόπωση των ηρώων του «Εύμαιου» παρασύρει  και το ύφος του 16ου επεισοδίου. Οι φράσεις κομπιάζουν, σκοντάφτουν και χάνονται μες στα λαβυρινθώδη αδιέξοδα της σκέψης των κουρασμένων και ξενυχτισμένων οδοιπόρων. Μακρόσυρτες προτάσεις που μένουν ανολοκλήρωτες, άναρχη σύνταξη και αφθονία στερεοτύπων δημιουργούν μια νυσταλέα ατμόσφαιρα, που απλώνεται ως τον αναγνώστη για να τον υποβάλλει στη δοκιμασία της παραίτησης και της υπνηλίας. Αν μάλιστα έχει την ατυχία να διαβάζει τον Εύμαιο μεταμεσονύχτια, αναμφίβολα, θα καταλήξει στην αγκαλιά του «Μέρφυ»!
Ο «Εύμαιος» είναι ένα από τα πιο αριστοτεχνικά δομημένα κεφάλαια του «Οδυσσέα». Ο τρόπος με τον οποίον «σβήνει» είναι αριστουργηματικός. Ο αόρατος αφηγητής του θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Μπλουμ (ως επίδοξος συγγραφέας) σε μια προσπάθειά του να αφηγηθεί λογοτεχνικά τις εμπειρίες του από το Καταφύγιο των αμαξάδων. Αν και η πρόζα είναι, τις περισσότερες φορές, μπλουμική, πλήθος στοιχείων συνηγορούν για το αντίθετο, προκαλώντας για μια ακόμη φορά τους μελετητές του Τζόυς!
Μεταφραστικά σχόλια
Για μια ακόμη φορά ο Καψάσκης δεν κατάφερε να αποδώσει σε ικανοποιητικό βαθμό το ύφος του επεισοδίου. Η μεταφραστική του ατολμία και αστοχία προδίδουν το κείμενο. Επιπλέον, σ’ αυτό το αλλόκοτο κεφάλαιο, πολύ συχνά, προσπαθεί να εξομαλύνει την ιδιόρρυθμη σύνταξη του πρωτοτύπου αλλοιώνοντας τη γραφή του Τζόυς.
Χαρακτηριστικά θα αναφέρω ένα απόσπασμα, από την πρώτη παράγραφο του κεφαλαίου, που το μεταφράζει και ο Μαραγκόπουλος, μένοντας όμως πιστός στην ασυνταξία του αγγλικού κειμένου:
(Καψάσκης) «Στη συνέχεια, ύστερα απ’ αυτά τα προεισαγωγικά και παρά το γεγονός ότι δεν θυμόταν να σήκωσε από το έδαφος το αρκούντως σαπουνισμένο μαντήλι του, μετά τις εξαιρετικές υπηρεσίες, που αυτό του είχε προσφέρει κατά το ξύρισμα, συνεχίζοντας το ξεσκόνισμα, προχώρησαν μαζί κατά μήκος της οδού Μπήβερ…»
«Accordingly, after a few such preliminaries, as, in spite of his having forgotten to take up his rather soapsuddy handkerchief after it had done yeoman service in the shaving line, brushing, they both walked together along Beaver street…»
(Μαραγκόπουλος) «Στη συνέχεια, ύστερα από κάτι τέτοια προκαταρκτικά, όπως, παρόλο που είχε ξεχάσει να σηκώσει το γεμάτο σαπουνάδες μαντήλι του αφού έκανε γενναία θητεία στην επιχείρηση ροκανίδια, το ξεσκόνισμα, περπάτησαν αμφότεροι στην οδό Μπήβερ…»
Σύμφωνα με τον Μαραγκόπουλο, η εκτενής δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση («παρόλο που είχε ξεχάσει» έως «ροκανίδια») μένει ασυμπλήρωτη, ενώ το προηγούμενο «όπως» ολοκληρώνεται μετά στη φράση «το ξεσκόνισμα». Ο Καψάσκης αφαιρεί το «όπως»(«as») εξομαλύνοντας τη σύνταξη. Επίσης μεταφράζει το shaving ως ξύρισμα ενώ πρόκειται, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα, για ροκανίδια. Άλλωστε λίγες σειρές παραπάνω το είχε μεταφράσει σωστά.
1. σελ. 633, 13η & 24η σειρά. Αντί για «λατζέρισσα» («washkitchen»), πιο σωστό θα ήταν το «πλύστρα» (Gifford). Το αστείο εδώ γίνεται εντονότερο γιατί οι πλύστρες (ρούχων) βρίσκονται στην κατώτερη βαθμίδα του υπηρετικού προσωπικού καθώς δεν έχουν καμία επαφή με τους ένοικους του αρχοντικού.
2. σελ. 637, 10η σειρά. Πέρα πάλι από την αλλοίωση της σύνταξης, λείπουν μετά τη λέξη «Μάλλιγκαν» τα ακόλουθα: «ως καθοδηγητή, φιλόσοφο και φίλο». Το «εννοώ» δεν χρειάζεται.
3. σελ. 638, λίγο μετά τη μέση: «Το πλήθος των αμαξάδων…» («The hoi polloi of jarvies…»). Εδώ ο Τζόυς χρησιμοποιεί το ελληνικό: «οι πολλοί». Ο Καψάσκης όχι μόνο δεν το διατηρεί στη μετάφραση αλλά δεν χρησιμοποιεί και πλάγια γραφή για να δείξει ότι βρίσκεται με αυτή τη μορφή στο πρωτότυπο.
4. σελ. 651, λίγο πάνω από τη μέση και μετά τη φράση: «έχει αποδειχθεί οριστικά…» λείπει το εξής: «από μερικά από τα πιο γνωστά εδάφια της Αγίας Γραφής, πέρα απόσυμπαρομαρτούντα στοιχεία».
5. σελ. 655, 14η σειρά: «Είχε περάσει αναρίθμητες φορές από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος…». Στο πρωτότυπο αναφέρει μόνο «Ακρωτήριο» χωρίς όνομα και, σύμφωνα με τον Gifford, εννοεί μάλλον το Χορν. Τώρα γιατί ο Καψάσκης παίρνει την πρωτοβουλία να βάλει όνομα στο Ακρωτήρι, δεν μπορώ να καταλάβω. Είναι πάντως μια τακτική που τη συνηθίζει.
6. σελ. 663, 12η σειρά από το τέλος: «όταν απογινόταν» («when rotto»). Εννοεί: όταν κοκκίνιζε από το πολύ ποτό. Rotten with drink (Kiberd).

7. σελ. 671, 5η σειρά από το τέλος: «Εν τούτοις, η νεότης του Ιερέως…» («It does though, St Joseph’s sovereign…»). Πρόκειται για ένα σκοτεινό σημείο, που ο Gabler, στη διορθωμένη και αμφισβητούμενη έκδοσή του, συμπλήρωσε με κάποιες γαλλικές υβριστικές λέξεις («thievery alors. Bandez! Figne toi trop»). Πάντως, ως έχει, θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε: «Εν τούτοις, η κυριαρχία του Αγ. Ιωσήφ…». Πρόκειται μάλλον για μια καλυμμένη βλασφημία καθώς γίνεται αναφορά στην κυριαρχία του Ιωσήφ, έναντι του Θεού, όσον αφορά στην πατρότητα του Χριστού επί γης (Gifford).

8. σελ. 674, 13η σειρά: «…από τον απαραίτητο Τζόουνς» («…from the usual boy Jones…»). Boy Jones είναι ο ρουφιάνος στην ιρλανδική αργκό (Gifford). Συνεπώς θα το μετέφραζα: «… από τον συνήθη ρουφιάνο…»

Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση

Αρχείο 25/12/2012

[…]

Την Οφηλία την είδα για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο καφενείο που κουβεντιάζαμε τα της προβολής. Όμορφη, απόμακρη και διστακτική. Φαινόταν αγχωμένη, παρόλο που εκείνο το βράδυ εμφανής λόγος άγχους δεν υπήρχε. Εκεί μέσα, τουλάχιστον.

Συζητούσα με τους φίλους της για το σύγχρονο θέατρο και για τις παραστάσεις μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση»