Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση

Αρχείο 25/12/2012

[…]

Την Οφηλία την είδα για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο καφενείο που κουβεντιάζαμε τα της προβολής. Όμορφη, απόμακρη και διστακτική. Φαινόταν αγχωμένη, παρόλο που εκείνο το βράδυ εμφανής λόγος άγχους δεν υπήρχε. Εκεί μέσα, τουλάχιστον.

Συζητούσα με τους φίλους της για το σύγχρονο θέατρο και για τις παραστάσεις μου. Μια παρέα δροσερών ανθρώπων, που μου θύμιζαν σε πολλά τον εαυτό μου και τους δικούς μου φίλους, κάτι αιώνες πριν. Ο θαυμασμός των νεώτερων απέναντι σε κάποιον μεγαλύτερο που, τόσο υπερβολικά, θεωρούν καταξιωμένο σε αυτό που κάνει με διασκέδαζε ανέκαθεν. Η νεανική αθωότητα με γλυκαίνει. Εκείνο το βράδυ οι πιτσιρικάδες με κοιτούσαν σα Θεό. Αυτή απλώς συνυπήρχε μαζί μας στο χώρο. Παρόλα αυτά, ένιωθα πως η εσώτερη σιωπηλή λάμψη της βάραινε όσο χίλιες ανείπωτες κουβέντες. Δίπλα της ο φίλος της έμοιαζε με συνοδευτικό λουλούδι.

«Όμορφο ζευγάρι, αλλά άνισο», σκέφτηκα όταν την είδα να χώνει το χέρι κάτω από τον αγκώνα του.

Το βλέμμα της δεν μου θύμιζε τίποτα. Τα χαρακτηριστικά της αδρά, καλοφτιαγμένα. Καθαρό πρόσωπο, αύρα γυναίκας. Μια δυο φορές που τσάκωσα το βλέμμα της πάνω μου, έσπευσε να το απομακρύνει. Έμοιαζε λιγάκι πανικόβλητη. Με παραξένεψε κάπως. Κάτι τέτοιες αντιδράσεις σημαίνουν πολλά. Ειδικά ανάμεσα σε αγνώστους.

Δεν έμαθα και πολλά γι’ αυτήν εκείνη τη νύχτα. Το όνομά της μόνο καθώς και το όνομα του φίλου της, που όλο το βράδυ παρίστανε τη σανίδα σωτηρίας για τον πανικό της.

Το επόμενο βράδυ είχαμε την προβολή της ταινίας. Προλόγισα λιτά, διέθετα ελάχιστα λόγια που να μην έχουν ειπωθεί για ένα τόσο μεγάλο έργο. Ο κόσμος ήταν πολύς και η αίθουσα μικρής χωρητικότητας. Κανείς δεν περίμενε τέτοια προσέλευση. Ίσως να είχε παίξει ρόλο και το δικό μου όνομα στην αφίσα. Η εκδήλωση είχε επιτυχία πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που περιμέναμε. Η Αθήνα έμοιαζε να ξυπνά από μια χειμερία νάρκη.

Πιάσαμε κουβέντα τυχαία, απρόσμενα, έτσι ακριβώς όπως συμβαίνουν τα πιο σοβαρά πράγματα στη ζωή των ανθρώπων. Στεκόμασταν όρθιοι στο βάθος της αίθουσας, στριμωγμένοι ανάμεσα σε καθίσματα, κρεμασμένα παλτά και φοιτητές που μπαινόβγαιναν. Της μίλησα πρώτος, για κάτι άσχετο, που αφορούσε την ηχομόνωση της αίθουσας. Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας. Ήταν ενημερωμένη, μου εξήγησε πως οι προβολές που οργανώνονταν εκεί ήταν συχνές και ο χώρος προετοιμασμένος, αν και κάπως στενάχωρος.

Μετά με ρώτησε κάτι που είχαν χρόνια να με ρωτήσουν και μου άρεσε πολύ.

«Από πού βγαίνει το Νύσης;», είπε σκύβοντας ελαφρώς προς το μέρος μου.

Μύριζε καπνό και απορρυπαντικό. Όχι σαπούνι. Απορρυπαντικό ρούχων, ή ίσως μαλακτικό. Φρέσκια καθαριότητα. Αυτή η μυρωδιά με σκοτώνει.

Μου έριξε μια φευγαλέα ματιά και χαμογέλασε χαριτωμένα. Έπειτα κοίταξε ξανά μπροστά της και περίμενε. Ήξερε και ήξερα. Ήδη.

«Από το Διονύσης, αν και κανείς δεν με φωνάζει έτσι πια», απάντησα και χαμογέλασα στο σκοτάδι.

Χαμογέλασα επειδή φαντάστηκα την έκφρασή της, την οποία δεν έβλεπα, αφού τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο βάθος της αίθουσας, στην οθόνη. Δεν είπε τίποτα. Κοίταζε κι αυτή την οθόνη, ακολουθώντας το παράδειγμά μου. Η καρδιά μου χτυπούσε άτσαλα.

«Και το Φη από πού βγαίνει;», μουρμούρισα τελικά πλησιάζοντας προς το μέρος της.

Όλο το βράδυ οι φίλοι της την αποκαλούσαν έτσι.

Τα μαλλιά της άγγιξαν το σαγόνι μου. Ένιωσα πως η θέρμη του σώματός της ανέβαινε προς το κεφάλι της. Η μυρωδιά του μαλακτικού μου τρύπησε ξανά τα ρουθούνια. Αναρωτήθηκα πώς να μύριζαν οι μασχάλες της, κάτω από τη φρεσκοπλυμένη μπλούζα.

Πλησίασα λίγα εκατοστά προς το μέρος της. Τα ρούχα μας ακουμπούσαν.

«Από κάποιο όνομα που δεν θυμάμαι», αποκρίθηκε γελώντας και ένας κόμπος δέθηκε αυτοστιγμεί στο στομάχι μου.

Το χρώμα του γέλιου της μου φάνηκε συναρπαστικό. Δεν είπα τίποτα. Παραμέρισα την κουρτίνα και βγήκα στον προθάλαμο της αίθουσας, αφήνοντάς την στο σκοτάδι. Δυο τρεις φοιτητές κάπνιζαν πίνοντας μπίρες. Μια κοπέλα μιλούσε στο κινητό της και δίπλα της ένα σκυλί κοιμόταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πλαστικές καρέκλες.

Άναψα τσιγάρο και στάθηκα στο κατώφλι της εισόδου. Έξω φύσαγε ένας κρύος αέρας που έκανε τα ξερά φύλλα να πετάνε εδώ κι εκεί. Ο δρόμος ήταν ήσυχος, περαστικοί ελάχιστοι, αυτοκίνητο σχεδόν κανένα. Πήρα βαθιά αναπνοή και προσπάθησα να ψυχραιμήσω.

Λίγο αργότερα ήρθε δίπλα μου στο κατώφλι και άναψε τσιγάρο. Δεν την είχα δει να με ακολουθεί, δεν την είχα καν αισθανθεί να πλησιάζει. Φορούσε το παλτό της και στο λαιμό της είχε τυλίξει ένα χοντρό μαύρο κασκόλ. Κρύωνα.

«Ωραία νύχτα ε;», έκανε κοιτώντας το σκοτάδι.

Παρατήρησα το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά της. Πώς ρούφαγε τον καπνό και πώς τον ελευθέρωνε στον αέρα. Εξέπεμπε μια παράξενη γαλήνη. Η αγωνία της πρώτης μας συνάντησης είχε εξαφανιστεί.

Ένιωσα να με πιάνει πανικός. Και ταυτόχρονα μια απίστευτη έλξη, που εκείνη την ώρα μου φάνηκε εξοργιστική.

«Πού είναι ο Μπίλυ σήμερα;», έκανα ψυχρά, και εκτόξευσα τη γόπα μου στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Την προηγούμενη παρατήρησή της την παρέβλεψα με εξαιρετική αγένεια. Η αγένεια είναι η πρώτη μου αντίδραση στο εσωτερικό μου στρίμωγμα. Ένιωσα πως την ξάφνιασε η ερώτηση. Λίγο πριν, στο σκοτάδι, το κλίμα ανάμεσά μας ήταν σαφές.

Γύρισε και με κοίταξε διερευνητικά. Μετά απέστρεψε το βλέμμα, απομακρύνθηκε μισό βήμα και ξερόβηξε. Ύστερα πέταξε κι αυτή τη δική της γόπα, λίγο πιο πέρα από τη δική μου.

«Δεν κατέβηκε απόψε. Είχε κάτι με τα πολιτικά, μια συνάντηση στο στέκι της Οργάνωσης…», ψέλλισε χωρίς να δώσει λεπτομέρειες ή άλλα στοιχεία.

Δεν ρώτησα ποιας Οργάνωσης Ίσιωσε την πλάτη και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Κατάλαβα πως μεταξύ τους η κατάσταση ήταν τεταμένη. Όπως και μεταξύ μας, τώρα πια. Έβγαλα ένα καινούριο τσιγάρο και το άναψα χωρίς να μιλήσω. Με μιμήθηκε. Ανάμεσά μας υπήρχε περίπου μισό μέτρο απόσταση.

«Είναι λογικό να μην καταλαβαίνει τι γίνεται», σκέφτηκα νιώθοντας τύψεις για το απότομο φέρσιμό μου. «Πώς να παραδεχτεί αυτό που μας συμβαίνει…».

«Θα βρεθείτε μετά την προβολή;», ξαναρώτησα και την ίδια στιγμή ήξερα πως ακουγόμουν εντελώς ανόητος, αν όχι σχιζοφρενικά ασυνεπής με το προηγούμενο ύφος μου μέσα στην αίθουσα.

«Δεν έχω ιδέα. Θέλεις να τον δεις; Τον θέλεις κάτι;», απόρησε.

Η μυρωδιά μαλακτικού με ξαναχτύπησε σαν βίαιο χαστούκι.

«Εσένα θέλω», σκέφτηκα και μέσα στο κεφάλι μου άκουσα να σκάνε νάρκες.

Γύρισα το κεφάλι από την άλλη πλευρά κι έκανα πως χάζευα το δρόμο.

«Απλή περιέργεια», απάντησα τελικά, με προσποιητά αδιάφορη φωνή.

Ο κυνισμός και η βία της συμπεριφοράς μου με εξέπλητταν. Απόρησα πώς κατάφερνα να στέκομαι έτσι δίπλα της. Ένα κύμα θυμού φούντωνε άγρια μέσα μου. Καθώς περνούσαν τα δευτερόλεπτα, κάτι σαν αιφνίδια τρέλα με έκανε να θέλω να την αγκαλιάσω, να αρχίσω να την φιλάω και στο τέλος να της στρίψω το λαρύγγι μέχρι να της τελειώσει η αναπνοή.

Μπήκα μέσα κόβοντας απότομα τη συζήτηση. Δεν ήξερα τι να της πω. Ήμουν ήδη υπερβολικά συγχυσμένος.

Στην αίθουσα η προβολή είχε μόλις τελειώσει.

[…]

 

***

Copyright©Μαρία Πετρίτση

Photo©Dick Blau, 1987