Κώστας Κουτσουρέλης, Η αποικιοποίηση της γλώσσας

Γράφει μια επαρχιώτικη διαφήμιση
(για την προσέλκυση όχι ξένων μα Ρωμιών
στο κέντρο λέει –στ’ αγγλικά– «Το μπλε πετράδι»)
Sirtaki night κι εξηγεί Συρτάκι βράδυ.
Θαυμάστε γλωσσικό κι ανθρώπινο ποιόν
ιδιαίτερα στο δεύτερό της ήμισυ!
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ

ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΠΟΛΥΣ ΚΑΙΡΟΣ από τότε που υπήρχε ένα ελληνικό πιστωτικό ίδρυμα με όνομα κοινότοπο ίσως, αλλά πάντως ταιριαστό: «Εμπορική Τράπεζα». Πλέον δεν υφίσταται. Η εταιρεία που πήρε τη θέση του αποκαλεί τον εαυτό της «Emporiki Bank». Αυτό το όνομα φροντίζουν να επαναλαμβάνουν όλο και συχνότερα, καλώντας κι εμάς να το εμπεδώσουμε, τα μεγάφωνα των Μέσων και της Διαφήμισης. Προσώρας το πράγμα μοιάζει δύσκολο. Πώς ξεγράφει κανείς μια επωνυμία ταυτισμένη με εκατοντάδες τοπόσημα ανά την Ελλάδα, δεμένη με την βιοτική καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων; Και ακόμη, πώς πιάνει κανείς στο στόμα του ένα τέτοιο γελοίο υβρίδιο χωρίς να αισθανθεί αν μη τι άλλο άβολα; Ωστόσο, οι αρμόδιοι δεν ανησυχούν. Σε αντίθεση με τους δημοτικούς μας άρχοντες που απέτυχαν εδώ και δεκαετίες να πείσουν τους Αθηναίους να ξεχάσουν την οδό Πανεπιστημίου ή την οδό Πατησίων, τα δικά τους τα μέσα αποδεικνύονται ώς τώρα παντοδύναμα.

 

Ήδη οι περισσότερες από τις πάλαι ποτέ ελληνότιτλες τράπεζες, αγγλοφωνούν – κι ας κρατούν δίκην ενθυμίου κάτι από το παρελθόν τους στον τίτλο. Alpha Bank έγινε η Τράπεζα Πίστεως, αφού προηγουμένως πέρασε από το μεταβατικό «Alpha Τράπεζα Πίστεως». Η Eurobank κατάπιε και γλωσσικά την Ιονική Τράπεζα και την Τράπεζα Εργασίας. Η ATE-Βank φροντίζει ακόμη να μας θυμίζει –για πόσο ακόμη;– στα ψιλά τον αληθή της τίτλο: Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Όσο για την αλλοτινή «τραπεζα των στρατιωτικών», απαλλαγμένη επιτέλους από την κεφαλή του Αλέξανδρου που είχε έμβλημά της, καμαρώνει νέο κοσμοπολίτικο όνομα: Geniki Bank.
Παντού γύρω μας διευθύνοντες, διαφημιστές και δημοσιογράφοι ξαναβαπτίζουν κάθε μέρα τον κόσμο – τον κόσμο μας. Μέγαρα και στάδια, κοινωφελή ιδρύματα και αθλητικά σωματεία, περιοδικά έντυπα και εμπορικά κέντρα, τα πάντα «εκσυγχρονίζονται» γλωσσικά απηνώς. Ό,τι καινούργιο φτιάχνεται, ξενίζει υποχρεωτικά ή, έστω, λατινογραφείται. City Link καλείται πλέον το κτήριο του ΜΤΣ στην καρδιά της Αθήνας. Herakleidon ονομάζουν το νέο μουσείο επί της ομώνυμης οδού οι ιδρυτές του. Ως Ianos μάς συστήνεται Βορειοελλαδίτης βιβλιέμπορος, γνωστός μεταξύ άλλων για την φιλεργατική του ευαισθησία. Το Megaron Plus αναλαμβάνει με τις διαλέξεις του να λύσει τις απορίες μας για τη γλώσσα, και η κρατική τηλεόραση μέσω του Prisma Plus να μας εξοικειώσει με την ψηφιακή εποχή. Pantheon Airways και Super League: οι μέλλουσες επωνυμίες της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος της Πρώτης Εθνικής αντίστοιχα.
Σ’ όλον τον κόσμο, τα πράγματα ακολουθούν παρόμοια τροχιά. Στην Γερμανία, λ.χ., τα ιστορικά γήπεδα που ετοιμάζονται να υποδεχθούν τους ποδοσφαιρόφιλους το καλοκαίρι, ακούνε πλέον σε ονόματα όπως AOL Arena, Signal Iduna Park, Commerzbank Arena. Οι άνεργοι εξυπηρετούνται στα JobCenter. Και οι πολιτικοί ζητούν ενίοτε την ψήφο του λαού με κεντρικά συνθήματα του τύπου «Let’s work together». (Η περίπτωση του Γκέρχαρτ Σραίντερ, στις τοπικές εκλογές της Κάτω Σαξωνίας το 1993…). Αληθινοί πρωτοπόροι είναι όμως και εδώ οι Αμερικανοί. Dish Network, Half.com., Secretsanta.com. Έτσι μετονομάστηκαν πέρυσι μια σειρά δήμοι στο Τέξας και το ‘Αινταχο – ας είναι καλά οι μεγαλόδωροι σπόνσορες.
Πολλοί κάνουν λόγο για εργαλειοποίηση και εμπορευματοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται όμως για κάτι πολύ περισσότερο. Σε πείσμα όσων δεν κουράζονται να μας δασκαλεύουν ότι η γλώσσα είναι κάτι ουδέτερο, μια απλή φθογγική επιφάνεια χωρίς άλλη συμβολική ή εμπράγματη αξία, ο αγώνας για τις λέξεις υπήρξε πάντοτε αγώνας για τα ίδια τα πράγματα – τουτέστιν αγώνας πολιτικός. Όποιος ελέγχει τις λέξεις, ελέγχει τα πράγματα. Και η επέλαση των business english ισοδυναμεί με ένα τέτοιο ιδεολογικό πρόγραμμα κυριαρχίας, κρυμμένο πίσω από ωραία λόγια περί διαλόγου και αμοιβαίου πλουτισμού των πολιτισμών. Όμως καμιά γλώσσα δεν «εμπλουτίστηκε» ποτέ, εξοβελιζόμενη από την δημόσια σφαίρα. Δεν υπάρχει τίποτε το «αμοιβαίο» στην επιβολή της αγγλικής μονοφωνίας. Και κανένα οικουμενιστικό ιδεώδες δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει ποτέ την ανυπολόγιστη καταστροφή που συνεπάγεται η υποχώρηση των εθνικών γλωσσών.
Ώστε αντί για εργαλειοποίηση, πρέπει να μιλάμε ευθέως για ιδιωτικοποίηση της γλώσσας. Αντί για την εμπορευματοποίηση, για την αποικιοποίηση των λέξεων. Για μια νέα «κοινή» ιδιόλεκτο, που καταπνίγει συστηματικά ό,τι αντιπολιτεύεται την κυρίαρχη εικόνα του κόσμου. Και που, επιχωματώνοντας με αρρωστημένη επιμέλεια τους γλωσσικούς μας πόρους, μας αποκόπτει όλο και περισσότερο από την μόνη πρόσβαση που διαθέτουμε προς την ιστορία, την ποίηση και την σκέψη.
*

©Κώστας Κουτσουρέλης  -Πρώτη δημοσίευση: εφ. Η ΑΥΓΗ, Κυριακή, 26 Μαρτίου 2006, και δεύτερη στις «παλαιές» Στάχτες το 2007 

Φωτογραφία, χειρόγραφο του Νεύτωνα στα Ελληνικά του «Principia Mathematica»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»

Σκοτεινές οι γυναίκες της Ελευσίνας προχωρούν προς το ναό του προφήτη. Κρατούν σπονδές, φορούν τα κατάμαυρα, λαδωμένα φορέματα και ανέχονται με υπομονή το σκληρό μεσημέρι. Στο βάθος ο μαύρος ήλιος της Μεσογείου που είναι θάνατος και ευθύνη μαζί. Καμιά τους δεν γελά, μόνο σκοτεινές, μαινάδες ενός άλλου καιρού οι γυναίκες ανέρχονται την αρχαία κλίμακα και στο βάθος ο προφήτης, γέρος και ειρηνικός, καθισμένος στον παχύ ίσκιο του πεύκου τους γνέφει να φτάσουν κοντά του. Εκείνες δίχως δισταγμό, τραβούν τη σκληρή τους πορεία. Σέρνουν τα σάβανα, σφιγμένα στόματα, απελπισμένα και όλα τούτα για τη μνήμη του αγίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες

Διατηρούσε μια αισιοδοξία, πως ίσως ετούτη η λογοτεχνική διατύπωση θα μπορούσε να αποδώσει το θεμελιακό νόημα του μύθου. Εξαντλούταν μες στο σκιερό δωμάτιο, συχνά τον επισκέπτονταν γνωστοί και φίλοι και έπειτα αποχωρούσαν λυπημένοι, λέγοντας ετούτος ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ήδη νεκρός. Ο συγγραφέας στεκόταν μες στις σκιές, σπανίως εξέφραζε μια απαίτηση, ενώ είχε κατορθώσει μες στην τόση περισυλλογή του να ατονήσει στο έπακρο την ανθρώπινη βιολογία του. Μόνο τα απογεύματα ανέβαλλε το σκεπτικισμό του και εγκατέλειπε το σπίτι για έναν από εκείνους τους μακριούς περιπάτους ως το λιμάνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες»

Θανάσης Πάνου, Ο Μέγας κοινωνικός δράκος βρυχάται…

Ο μέγας κοινωνικός δράκος έχει επιβληθεί παμπόνηρα και μεθοδικά πλήρως στη θέληση, βρυχάται και υφαίνει την νικητήρια καταγωγή του, σιδηρουργός που πεταλώνει την ελευθερία της βούλησης που στρογγυλεύει τις αρθρώσεις της επανάστασης. Είναι ο μέγας δάσκαλος της θεωρίας της πλήρους περιστροφής, ότι φεύγει – ξαναγυρίζει δεν υπάρχει η εξέλιξη, η δυνατότητα να δραπετεύσεις, γι αυτό σου ψιθυρίζει καθημερινά να απολαμβάνεις το λυντσάρισμα.

     Με την συστολή του ζωτικού σου χώρου , ρουφάει τους ανασασμούς και χαρτογραφεί μια προσομοίωση της πραγματικότητας σε μικροφασματικές διαστάσεις…. Tο αόρατο συρματόπλεγμα μετατρέπεται σε δήμιο της κάθε απόφασης εξόδου γίνεται αυτόχειρας της ίδιας της ελεύθερης εικόνας που εγκλωβίζει στη σπηλιά που την οικεία μετατρέπει.
      Αυτός ο εσωτερικός τρομοκράτης ο αποκλιμακωτής της λογικής και συνήγορος της απομόνωσης,  είναι ο δικός σου δεσμοφύλακας που φύεται από την γέννησή εν σκότη, ρουφώντας από μέσα την κάθε πτήση σου… Η παρουσία του αόρατου καταγραφέα είναι μια τροχιά που σε αφήνει στην ίδια όχθη, χωρίς να κατέχεις τίποτα στο ταξίδι της ακινησίας. Αυλακώνει της ελλείψεις και προσφέρει απλόχερα μάσκες να ζεις όμορφα το μύθο της ύλης και της κωμικής σκιάς της. Ο κοινωνικός δράκος είναι ιδιαίτερα ευφυές ον τρυπώνοντας με την κάθε ανάσα, με την κάθε δρασκελιά, σε αντηχήσεις μέσα σου. Είσαι ο προικισμένος δημιουργός του γι αυτό σαν χορευτής χαίρεσαι την πτώση σου πάντα στον ίδιο τόπο με τον ίδιο απαράλλακτο ρυθμό.
     Υπάρχει όμως μια υπερφυσική, ένα πεδίο δυναμικό σε κάθε ον , που αν αφουγκραστεί, αν πιάσει το αυτί τη δόνηση μιας νότας πνοής αέρινης, το σκέπτεσθαι γεννιέται και από αυτό απορρέει πετώντας η ελευθερία. Είναι το συναπάντημα με τη γη που σου φωνάζει να την ψηλαφίσεις και συλλέκτης της σοφίας της να ξαναβαπτιστείς. Ο κοινωνικός δράκος γεννήθηκε όταν επήλθε αυτή η ρωγμή από το έδαφος που ξυπόλητοι βλαστάναμε. Ο μεγαλύτερος ίσως τίτλος επανάστασης είναι να σε ελευθερώνει καθημερινά από την δική σου φυλακή το κλειδί της γήινης μουσικής, και γυμνός κολυμβητής να ρέεις σε ότι το πνεύμα μας αγγίζει.
*
©Θανάσης Πάνου
φωτογραφία Στράτου Φουντούλη, Αθήνα 2009.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «TEST ME»

Μια αυθαίρετη προσέγγιση στην αντιηρωική μυθιστορία.
Η πρώτη υποτίμηση της εικόνας και άλλες επισημάνσεις.

Το νυχτερινό κατάστημα «Test Me» βρίσκεται στην οδό Πιπίνου. Κάποτε εδώ συνέβη ένα φριχτό έγκλημα. Το μαγαζί έκλεισε, ώσπου να ολοκληρωθούν οι ανακρίσεις, οι έλεγχοι, να τακτοποιηθούν όλα τα νομικά ζητήματα. Ο ανακριτής επέβαλε να σφραγιστεί το κατάστημα και έτσι σκόρπισαν σαν πουλιά οι νεαροί Άραβες, χάθηκαν στην οδό Φυλής, έπεσαν στους τάφους της πόλης, καθώς εκείνο το υπέροχο παιδί της Κλαυδιόπολης, το ηδονικό, πνιγμένο αγόρι. Μα ετούτες οι αντιστοιχίες είναι για τους ποιητές μονάχα και άλλωστε πέρασαν χρόνια από εκείνο το χαμό και απόψε το κατάστημα «Test Me» επαναλειτουργεί. Στέκει λευκό πλάι στις εισόδους των πολυκατοικιών, τα αγόρια χαιρετούν τους εραστές της Αχαΐας που έχουν συρρεύσει ευτυχισμένοι για την ολονύχτια, ερωτική προοπτική. Καταφτάνουν τα παιδιά του Άτλαντα με τα ερεθιστικά αρώματα, τις αποτυπώσεις των τατουάζ στα χέρια και αλλού στα ωραία σώματα. Απόψε θα χορταστεί ο έρωτας, λένε όσοι γνωρίζουν με τι πάθος αγαπούν ετούτοι οι άνθρωποι, πόσο απεγνωσμένοι φτάνουν από τις ασφυκτικές, επαρχιακές πόλεις. Ίσως απόψε να γεννηθεί στην οδό Πιπίνου ένας Χριστός. Όταν θα μαρτυρήσει πώς σπαράζονται οι ψυχές, πώς καίγονται τα σώματα, ο Χριστός εκείνος θα επιβάλλει μια αγάπη ικανή να θεραπεύσει τα νυχτερινά αμαρτήματα. Ο Χριστός ετούτος πνιγμένος μες στο κίτρινο φως της οδού Πιπίνου θα αναλογιστεί τις φοβερές τροπές της μοίρας μας, τα λιονταρίσια, ανθρώπινα πάθη, τη λιονταρίσια πόλη μας θα συλλογιστεί, την τρομερή τραγωδία θα αναλογιστεί, γιατί εδώ και χρόνια οι φίλοι μας δεν γνωρίζουν πώς να πεθάνουν και όλο εξαντλούνται. Απόψε να θηλάσουμε τη νύχτα, είπε κάποιος και απέμεινε ακίνητος σαν τα μεγάλα πουλιά άλμπατρος που ξημερώνουν στα πλοία.Μεγάλωνε η νύχτα και η λύπη.

 

     Στο πατάρι του μαγαζιού ο Παύλος, ο Τζων Φάντεν, ο Σκαρίμπας και ένας νέος ονόματι Ροΐδης δεν μιλούν, μόνο πετούν χρώματα στους τοίχους και με τίποτα δεν είναι ερωτευμένοι. Το πρόσωπό τους τείνει πάντα προς το χώμα, έξω μαίνεται ο αιώνας των θορύβων και των μηχανών, έξω ποτάμι οι εραστές και οι δολοφόνοι τραβούν με τα μεγάλα κεριά κατά τους μυστικούς ναούς και όλο δυναμώνει η βουή και βελούδο η νύχτα σκεπάζει τη γύμνια της πόλης. Άλεν, έλα κάθισε κοντά μας, γνέφει ο Παύλος που απόψε μας ζήτησε να τον αποκαλούμε Ερμή ή Μύρτο και εξηγεί με εμμονή την αγάπη του για τις λεύκες. Άλεν, έλα, και ο Αμερικάνος τρικλίζοντας με τα εξωφρενικά του μάτια μας δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γυμνού αγοριού και έπειτα στο φόντο μια πέτρινη πολιτεία και οι τρούλοι της. Καθώς γυρίζει προς τη μεριά μας, κοιτούμε έκπληκτοι την απάνθρωπη όψη του, μια γλώσσα αλλόκοτη, το διάφανο σώμα με όλες τις επίσημες πληγές του, τα μάτια από κόκκαλα. Μην τρομάζεται σημειώνει ο Σκαρίμπας και ετοιμάζεται να θυσιάσει εαυτόν, διότι τέχνη δεν γίνεται άνευ πυρός και άνευ σιδήρου. Άλλωστε ο νεαρός Ροΐδης, πολύ εύστοχα σημειώνει την ώρα εκείνη, την επισήμανση του Κίμωνα Φράιερ, για το πρόσωπο και το έργο που απαιτεί να φέρει τη δική του διάλεκτο. Και σαν να μεταλαβαίνουμε, όλοι μαζί επαναλαμβάνουμε τα λόγια. Να είναι η λαλιά ολοδική μας, να είναι ξένη ομιλία, μια απόκλιση αισθητική και ιδεολογική. Έτσι αποκαλύπτονται οι φωτιές και ας περπατούμε εμείς μες στους αιώνες σκυφτοί κάτω από κληματίδες και υγρούς μαντρότοιχους.
     Όποιος αγαπά, ας πεθάνει αναφωνούμε όλοι και κάπου ακούστηκε μια φωνή και έσπασε σε ρωγμές το σκεύος της νύχτας και όλοι έπαψαν τους έρωτες και τις διεκδικήσεις, τις λαθροχειρίες των πεσσών, οι εξαρθρώσεις αφέθηκαν και όλοι αρπαχτικοί και ωραίοι χυθήκαμε στους δρόμους. Κάποιες γυναίκες έφευγαν πέρα, σαν μέσα στα νερά και σαν μέσα στους ελαιώνες και ο Άλεν σωριάστηκε σαν βόμβα μες στις εποχές. Ξεκίνησε να ουρλιάζει και θυμόταν όσους σφαγιάστηκαν μες στις μεγάλες πόλεις, Χριστούς, ακέφαλους θεούς που ανακαλύφθηκαν τυχαία μες στα νερά του Νείλου, τη νεότητα που σωριάζεται μες στην ατομική της ιστορία και έτσι φθείρεται και πάει. Και μας έπιασε μια ταραχή και είπαμε στα κομμάτια ο κόσμος ετούτος και κοιτάξαμε όλοι κατά τα νεφελώματα. Ο Ερμής είπε, να, ο Αλδεβαράν,ο Ροΐδης επέμεινε πως οφείλουμε να φανούμε πιστοί στις πεποιθήσεις μας και έπειτα μας ανακοίνωσε ότι απόψε, λέει, φεύγει με το πλοίο «Κατερίνη» για την Σύρο και πως πολύ εχάρηκε που τα είπαμε και δεν θα μας λησμονήσει ποτέ. Τέλος χάθηκε, σαν να ανατινάχθηκε. Εμείς κοιταχτήκαμε με όλη την ηδονή του κόσμου.Πάει να πει συλλογιστήκαμε το χρέος μας και είπαμε στο διάβολο οι ηθικές και οι οφειλές προς το πνεύμα, το πιο άγριο ζώο είναι η μονάχη ψυχή μας και ορίσαμε εαυτούς απόκληρους και περιθώρια και είπαμε θα μετρηθούμε με ευθύτητα με εκείνα τα κατάμαυρα πουλιά που ξεπηδούν από τις χαράδρες κάθε τόσο και κλείνουν τις οδούς. Ο Σκαρίμπας θυμήθηκε τότε έναν Ισπανό μυθιστοριογράφο, ονόματι Ορτελάνο και αναπαρήγαγε με στόμφο τις διαπιστώσεις του, πως δηλαδή θα πρέπει η γραφή να είναι αντισηπτική, η γλώσσα μας ανάλογη, άλλος δρόμος για τις ζωές μας δεν υπάρχει. Μια ποίηση υπερβατική, ακμαία στους αιώνες που θα ανακαλύπτει μια ζωή πλουσιότερη από εκείνη της φαινομενικής πραγματικότητας. Ύστερα, συμφωνήσαμε με το λόγο μας, να περιφρονήσουμε τις προσευχές, όλος ο κόσμος στάζει το υλικό του μες στο τυφλό σημείο του καθρέφτη, τρέξαμε όλοι προς τα εκεί, είδαμε πράγματα σπουδαία, δεν αποκαλύψαμε τίποτε. Μαζέψαμε γρήγορα τα πράγματά μας και ο καθένας έφυγε για να ζήσει. Ο Αμερικάνος, μόνον Άλεν Γκίνσμπεργκ στάθηκε ξανά στον εξώστη, δεν μας χαιρέτησε, έβλεπε το μέλλον που κυμάτιζε. Απ΄όσο θυμούνται αγαπούσε τη Βιρτζίνια Γουλφ, ίσως γιατί η γυναίκα ετούτη έτεινε πάντα προς τη σιωπή και στις πιο σπουδαίες παραφορές της μιμήθηκε με ακρίβεια και φυσικότητα βιωματική τις μονοσύλλαβες, ερωτικές ομιλίες. Έπειτα άφησε μια ανάσα πανικού, η νύχτα θα τέλειωνε, χαθήκαμε, ακούσαμε τον Άλαν που ούρλιαζε εκκωφαντικά και ήταν ολάκερο το πατάρι ένα παρανάλωμα αγωνίας.
     Κάτω στο μαγαζί, κυριαρχούσε η βαρύτητα των σωμάτων. Τα αγάλματα της νυκτός ήσυχα καθώς πάντα, όμως ένα πορφυρό χρώμα στο βάθος του ορίζοντα μαρτυρά πως κάποιος αιμορράγησε. Σκεφτήκαμε τότε τις ρωγμές, όλες οι πόρτες κλειστές, όπως τα πρώτα χρόνια του αποικισμού, μες στην πόλη κανείς να μοιραστούμε το φοβερό μυστικό. Σε λίγο ο ήλιος θα μας λιώνει σαν τις πέτρες, σε λίγη ώρα. Άλεν, μην κλαις, θα πάμε να δούμε τα χαλάσματα πέρα στα ναυπηγεία, τα ηλιακά σημάδια των νεκροταφείων, ίσως μάλιστα κάποτε να σταθούμε ήρεμοι και νέοι στις μεγάλες βάρκες της πατρίδας σου. Ως τότε Άλεν δεν μπορούμε παρά να τραγουδούμε για όλα όσα είδαμε και μάθαμε.
     Ένας νέος με ωραίο σώμα και όλο του το βλέμμα στο άδειο, μιλούσε σε έναν μεσόκοπο άνδρα για τα κορελένια δάση των Βερμούδων. Και όλο ρύθμιζε ένα τεταρτοκύκλιο όργανο εκείνος πάνω στο χάρτη και ο άλλος γελούσε τρανταχτά. Πέρα οι φωνές των διαλαλητών, οι καμπάνες του όρθρου, ο Άλεν που στέκει και απαγγέλλει το φοβερό χρονικό του ήλιου και τσίγκινο φεγγάρι σπασμένο και όλα τα σκηνικά τα θεατρικά στοιβαγμένα. Η ωραία ακαταστασία της σκέψης μας, μικρό παιδί μες στη θέρμη του παιχνιδιού.
*
©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Στράτος Φουντούλης, «Jazz Bar», Βρυξέλλες, 2011

Λίτσα Χατζοπούλου, Pervigilium Veneris


Pervigilium Veneris

…Ut putes amoris ore dici musico...
Pervigilium Veneris
April is the cruelest month
T.S. Eliot, The Waste Land

Οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι ο Απρίλιος είναι ο μήνας της Αφροδίτης. Μάλιστα, υπάρχει η άποψη ότι το όνομά του (Aprilis, Apriles ή Aprilibus) προήλθε από το ετρουσκικό Apru (ή Aprodita), το όνομα της θεάς της γονιμότητας, που αντιστοιχούσε στην Αφροδίτη (πάντως, η επικρατέστερη ετυμολόγηση αποδίδει το όνομα «Απρίλιος» στο λατινικό ρήμα “aperire”, που θα πει «ανοίγω» – προφανώς, επειδή αυτόν τον μήνα ανοίγουν τα δέντρα και τα λουλούδια, «ανοίγουν» και οι μέρες, μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λίτσα Χατζοπούλου, Pervigilium Veneris»

Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος

Δεν είχε φύγει ποτέ, αλλά ξαναγύρισε. Η φράση αυτή μπορεί να μοιάζει με παραδοξολογία, αλλά ίσως δεν είναι. Φαίνεται ότι ήταν δικό μας λάθος που νομίζαμε ότι τον είχαμε χάσει οριστικά, ότι τον είχε κερδίσει αμετάκλητα η αρχαία ιστορία, ότι είχε στεγνώσει η καρδιά του για την ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε συμβεί, έτσι ακριβώς. Η νεανική επιστημονική προσχώρησή του στη μελέτη της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας είχε ριζώσει βαθιά μέσα του και στάθηκε πανίσχυρη.

Ο Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, διότι περί αυτού πρόκειται, ο συγγραφέας του πρώτου βιβλίου επιστημονικής νεοελληνικής ιστορίας (Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1939), μετά από μια λαμπρή σταδιοδρομία στην αρχαία ιστορία και χωρίς κανενός είδους απομάκρυνση από αυτή, ξαναγύρισε κοντά μας με την επανέκδοση παλαιότερων μελετημάτων του[1] αλλά και με πολλές νέες εκδόσεις (ως τώρα!), κυρίως δύο παλαιά ολόφρεσκα βιβλία, που ομόφωνα θεωρήθηκαν σπουδαία αποκτήματα της νεοελληνικής ιστορικής βιβλιογραφίας.[2] Έχει υποσχεθεί μάλιστα να εμπλουτίσει τη βιβλιογραφία μας και με νέα δημοσιεύματα από το απόθεμα των παλαιών ερευνών του και όλες οι πληροφορίες λένε ότι εργάζεται ακούραστα για την πραγματοποίηση του σχεδίου του. Βέβαια, και αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, δεν πρόκειται για μια επιστροφή του Μιχαήλ Σακελλαρίου στο ερευνητικό έργο τού νεοελληνιστή ιστορικού. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε, πρακτικά, να πραγματοποιηθεί, ούτε και θα είχε νόημα· η έρευνα είναι προνόμιο, και υποχρέωση, των νεότερων και νεότατων συναδέλφων. Ωστόσο, και πάλι δεν λείπουν κάποιες σύγχρονες πινελιές στον βασικό κορμό των παλιών μελετημάτων του, που βλέπουν τώρα το φως της δημοσιότητας, ενώ οι νέες πολυδιάστατες εισαγωγές του[3] συνιστούν ζωντανά δείγματα ιστοριογραφικής οξυδέρκειας και, γενικότερα, επιστημονικής επάρκειας.
Το ζητούμενο ωστόσο δεν είναι η διερεύνηση του χρόνου και των συνθηκών παραγωγής των μελετημάτων αυτών, στο πνεύμα μιας ιστοριογραφικής επισκόπησης. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα που αξίζει τον κόπο να μελετηθεί, κάτι όμως που δεν εγγράφεται στο σκεπτικό του παρόντος άρθρου. Ζητούμενο για μας δεν είναι επίσης ούτε η ποσότητα, ούτε βέβαια η ποιότητα των βιβλίων του Μιχαήλ Σακελλαρίου. Και η μία και η άλλη είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Το ζητούμενο για εμάς είναι να ψηλαφίσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τη διαδικασία της επιστροφής του συγγραφέα στη Νέα ελληνική ιστορία, τελικά την υπέρβαση του διλήμματος: Αρχαία ή Νεοελληνική ιστορία.
Έχω όμως την εντύπωση ότι τέτοιου είδους διλήμματα δεν «τρομάζουν» τον Μιχαήλ Σακελλαρίου. Η απάντηση, όπως μου φαίνεται ότι θα την άκουγα από το στόμα του, θα ήταν: και Αρχαία και Νεότερη ιστορία. Και αυτό, όχι γιατί βρέθηκε, μέσα από μια προσωπική διαδρομή, να θητεύσει διαδοχικά και στις δύο ιστορικές περιόδους, ούτε γιατί είναι πιστός του Παπαρρηγοπούλειου τριμερούς και της συνέχειας (το διμερές άλλωστε δεν είναι… τριμερές). Αλλά γιατί, χωρίς να εμπλέκεται σε μία τέτοια συζήτηση, δεν είχε κανένα λόγο να μη βλέπει στον αρχαίο κόσμο το υπόβαθρο της νεοελληνικής ταυτότητας και ό,τι άλλο απορρέει εξ αυτού. Αξίζει στο σημείο αυτό να προσθέσουμε ότι μια τέτοια ιδέα, πέρα από την αναμφισβήτητη επιστημονική της ορθότητα, μπορεί να λειτουργεί και ανακουφιστικά σε καταστάσεις που συνήθως παράγουν αμφιθυμία.
Ο αρχαίος κόσμος δεν είναι μόνο η αρχαία ελληνική πόλη ή ο κόσμος της Ιωνίας, τα σημεία αιχμής του αρχαιογνωστικού του έργου. Για τον Μιχαήλ Σακελλαρίου είναι ολόκληρο το σύμπλεγμα Αρχαίου και Ρωμαϊκού πολιτισμού που σφράγισε την ιστορία των λαών της Μεσογείου και επανήλθε ως πνευματικός και πολιτιστικός οργανωτής της νεότερης, αλλά και της σύγχρονης Ευρώπης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε το «Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας» (ΚΕΡΑ) στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, όπου για πρώτη φορά στον τίτλο ελληνικού επιστημονικού θεσμού αποτυπώθηκε η λέξη Ρωμαϊκός. Αυτός ο αρχαίος κόσμος δεν είναι, για τον ερευνητή Σακελλαρίου, ο πρόλογος του βυζαντινού κόσμου ο οποίος, με τη σειρά του, είναι η προηγούμενη βαθμίδα του Νέου Ελληνισμού, αλλά είναι ένας αυτοδύναμος κόσμος, ένας μεγάλος πολιτισμός του καιρού του, θεμελιώδης και αναντικατάστατος για την κατοπινή ανθρώπινη ιστορία. Μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα ιδεών, η ιστορία του Νέου Ελληνισμού δεν έχασε, στη σκέψη του Μιχαήλ Σακελλαρίου, ούτε την αυτοτέλειά της, ούτε τις αναφορές της, εν προκειμένω τις αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές.
Η ενασχόληση του συγγραφέα με τον αρχαίο κόσμο και με τον νεότερο ελληνισμό δεν είναι προϊόν μιας θέλησης προβολής ή επίδειξης πνευματικής ισχύος. Είναι το προϊόν μιας μακράς προσωπικής διαδρομής, μέσα από τις συμπληγάδες ενός σαθρού πανεπιστημιακού συστήματος που αρνιόταν συστηματικά και επίμονα τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό του και απωθούσε κάθε ανανεωτικό σκίρτημα στο περιθώριο. Άλλωστε σε λίγες περιπτώσεις στη ζωή του συγγραφέα υπήρξαν επικαλύψεις στην έρευνα και τη μελέτη των δύο επιστημονικών περιοχών, όπως τα δύο μελετήματα για τον Ηρόδοτο το 1940, για τα οποία μιλάει αναλυτικά στο παρακάτω «Απομνημόνευμά» του (σ. 842-844). Βέβαια δεν αναφέρομαι στην πρόσφατη φάση της ενασχόλησης του συγγραφέα με την παλαιότερη παραγωγή του και την επιμέλεια της διάσωσης και κυκλοφορίας έτοιμων ή σχεδόν έτοιμων μελετημάτων Νεότερης ελληνικής ιστορίας, που αυτονόητα δεν αποτελεί διπλή ενασχόληση, αφού απλά και μόνον «επικάθηται» στη μακρά διαδρομή του έργου του «αμετανόητου» ιστορικού.
Αλλά και πάλι η επανάκαμψη δεν είναι το μόνο σημαντικό, τουλάχιστον για τη δική μου αντίληψη. Ασφαλώς έχει τη σημασία του το ότι κάποια φωνή που είχε σιωπήσει τώρα ξανακούγεται, και κάποια κενά στο ιστοριογραφικό μας οικοδόμημα συμπληρώνονται με έγκυρα μελετήματα. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο· ότι ο νεοελληνιστής Μιχαήλ Σακελλαρίου ξανάρθε κοντά μας, ότι θέλησε και μπόρεσε να μιλήσει, ότι μια πόρτα ξεκλειδώθηκε και άρχισε πάλι η επικοινωνία. Και γι’ αυτό θέλω να πω δυο λόγια αγάπης για το δάσκαλο.
Αν δεν κάνω σοβαρό λάθος νομίζω ότι γνωρίζουμε, πια, το κλειδί που άνοιξε την πόρτα. Είναι τα οιονεί «Απομνημονεύματα» του συγγραφέα που με τον φαινομενικά σχοινοτενή, αλλά καταφανώς κρυπτικό τίτλο: «Φοιτητικές και μεταφοιτητικές εμπειρίες (1928-1944). Συμβολή από υποκειμενική σκοπιά στην ιστορία μελετών της Νεοελληνικής ιστορίας», στα Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, εξομολογείται και έμμεσα ανιχνεύει ο ίδιος τα στενά μονοπάτια της διαδρομής του.
Στο δημοσίευμα αυτό ο Μιχαήλ Σακελλαρίου άφησε τον εαυτό του να εκφραστεί ελεύθερα, να μιλήσει για τους άκριτους επικριτές του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στην απόρριψη της «Πελοποννήσου…» του ως διδακτορικής διατριβής, για τη θερμή υποδοχή του ίδιου βιβλίου από φωτισμένα μέλη της επιστημονικής και πνευματικής κοινότητας της εποχής, για την επί χρόνια επιμονή του ίδιου, ως το τέλος του πολέμου και της κατοχής, στη θεραπεία των νεοελληνικών σπουδών, για το στένεμα του χώρου (μετά την απελευθέρωση) γι’ αυτόν, ή για τον τρόπο έστω που βίωνε ο ίδιος το μέλλον του και τη συνέχεια της επιστημονικής και επαγγελματικής του ζωής. Ένα αίσθημα αδιεξόδου· και στη συνέχεια το πέρασμα στην αρχαία ιστορία.
Αντιγράφω από τα παραπάνω «Απομνημονεύματα» (σ. 848-849):
«Όταν τελείωνε ο πόλεμος, το μεγάλο δίλημμά μου έγινε οξύτερο και μόνιμο:
– Να παραμείνω στην νέα ελληνική ιστορία; Τώρα που έχουμε ειρήνη, θα μπορούσα να μελετήσω σε ξένα αρχεία. Αλλά τι θα γινόταν με τα απολύτως απαραίτητα για την Μακεδονία και την Κρήτη σωζόμενα στην Ελλάδα τουρκικά αρχεία; Επί πλέον αυτών των μεγάλων αβεβαιοτήτων, καμία πιθανότητα επιστημονικής σταδιοδρομίας στην Ελλάδα δεν διαφαινόταν. Ούτε όμως στο εξωτερικό, όπου βεβαίως δεν υπήρχε δυνατότητα εξελίξεως ενός ερευνητή της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
– Ο επιστημονικός διάλογος, διαμέσου των έργων τους, με τόσους πολλούς ειδικούς, ακόμη και κορυφαίους, ήταν πραγματικά διδακτικός και ενθαρρυντικός. Εξάλλου αισθανόμουν ότι σε αυτό τον χώρο δεν κινδύνευα από αμαθείς, κακόβουλους και διώκτες των μη “ημετέρων. Τέλος, η ενασχόληση με την αρχαία ελληνική ιστορία έδινε κάποιες ελπίδες για σταδιοδρομία στο εξωτερικό.
– Πάλι, όμως, να πάνε χαμένα δέκα χρόνια (1934-1944) εργασίας στον χώρο της νέας ελληνικής ιστορίας; Να αφήσω τόσες μεγάλες εργασίες μισοτελειωμένες;
– Ναι, είπα στο τέλος. Αυτό είναι το τίμημα για την αλλαγή που έχω ανάγκη.
Έκαμα δέματα τις μισοτελειωμένες εργασίες μου και πήγα στην Αγγλία να επιδοθώ στην αρχαία ιστορία».
Σαν συνέχεια των παραπάνω εξομολογητικών σκέψεων του συγγραφέα, μία παράγραφος από τον πρόλογο στην έκδοση του βιβλίου του για την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο ολοκληρώνει την εικόνα της επιστροφής του Μιχαήλ Σακελλαρίου κοντά μας.
«Έως ότου, το καλοκαίρι του 2007 βρήκα καιρό να επιθεωρήσω και να εκκαθαρίσω τα αρχεία παλαιών εργασιών μου. Τότε λοιπόν έκοψα τους σπάγκους με τους οποίους είχα δέσει τον Δεκέμβριο του 1942 αυτή τη δουλειά μου διατρέχοντας το πιο επεξεργασμένο δακτυλόγραφο και διαπιστώνοντας ότι ήταν δημοσιεύσιμο· έπειτα από λίγη ακόμη προσπάθεια, αποφάσισα να το εκδώσω, χωρίς να το αναδιαμορφώσω όπως ήθελα αρχικώς, βάσει αιγυπτιακών και ευρωπαϊκών πηγών –έργο ανέφικτο στη σημερινή ηλικία μου– επειδή, και όπως είναι, αξίζει να δημοσιευθεί για δύο μείζονες λόγους. Από τη μία μεριά, πρόκειται για μια ερευνητική εργασία που στηρίζεται κυρίως σε αρχειακές πηγές –και μάλιστα τελείως αναξιοποίητες– και αναδεικνύει τη σημασία τους. Από την άλλη καταγράφει λεπτομερώς ένα σύνθετο σύνολο γεγονότων με κομβική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821».
Τώρα που απορροφήθηκε ο κόμπος που για χρόνια στεκόταν στο λαιμό, που ο πρωταγωνιστής ξαναβγήκε στη σκηνή, ώριμος τώρα, αλλά ώριμος και εκ της νεότητός του, είναι μια στιγμή γιορτής για όλους μας. Για τον κόσμο των νεοελληνικών σπουδών, μία επιστημονική κοινότητα πολυάνθρωπη, ένα κόσμο ανανεωμένο, πολυδιάστατο, ανοιχτόμυαλο και ενήμερο που θεωρεί τον «επικίνδυνο υποψήφιο διδάκτορα» του 1938 Μιχαήλ Σακελλαρίου, πρωτοπόρο, εμπνευστή και δάσκαλο. Θα τολμούσα να πω μέντορα αφανή αλλά και πανταχού παρόντα. Ακόμα και στα χρόνια της απουσίας του.
*
[1] Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, τόμοι 1-2, Ηρόδοτος, Αθήνα 2011.
[2] Η Ελλάδα του Γεωργίου Α΄. Πολιτική κριτική του Μιχαήλ Γ. Σακελλαρίου στην «Κραυγή του εκπνέοντος Ελληνισμού» των Πατρών (1910-1911), Αθήνα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2009· Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012.
[3] Βλ. τα δύο έργα της προηγούμενης σημείωσης.
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
 
Copyright © 2011 Booksreview.gr

 

Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;

Σχέδιο από τον
Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο

Το πρώτο διάβασμα των ποιημάτων του Τάκη Παπατσώνη προκαλεί στον μεθοδικό αναγνώστη της ποίησης ένα παρόμοιο ίσως αίσθημα με εκείνο που έχει ο μαθητής του Δημοτικού την πρώτη ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ή ο πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής που προσπαθεί να διαβάσει ένα βιβλίο φιλοσοφίας με «βατό» τίτλο, λόγου χάριν την Εισαγωγή στη μεταφυσική του Χάιντεγκερ. Αν ο φιλέρευνος αναγνώστης είναι τόσο υπομονετικός όσο και περίεργος, θα άξιζε πιθανώς τον κόπο να σταθεί σε κάποια ποιήματα της πρώτης συλλογής του Παπατσώνη με τίτλο Εκλογή Α΄ (1934), όπως λ.χ. στο ποίημα «Ταραχή», που σήμερα βρίσκεται στις αρχικές σελίδες της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όντας, ο μεθοδικός αναγνώστης, κάποιος που έχει ενηλικιωθεί στο οικοτροφείο της μοντέρνας ποίησης, θα είναι πιθανώς έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δαίμονα της «δυσκολίας», όπως επίσης και αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης που αγαπά και διαβάζει προέρχεται από έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό του. Γεγονός που σημαίνει ότι οι έννοιες και τα πράγματα της βιωμένης εμπειρίας κινούνται, για κάθε ποιητή, μέσα σε έναν κύκλο πολλαπλών συνδηλώσεων, στην καλύτερη περίπτωση κατανοητών με την καταβολή ενός κόπου που είναι απαραίτητος, γιατί ο κόπος αυτός συνήθως οδηγεί στην απόλαυση.

 

«Βγήκαν δυνάμεις του Αέρος και βοΐζουν/ επάνω από την πόλη μας… Ξέσπασε η Έριδα μετά το Δειλινόν, αλλά τη Νύχτα/ έφθασε σε κορύφωμα», εξαγγέλλει στους πρώτους στίχους το ποίημα. Οι εικόνες της νύχτας, του ξημερώματος, του δειλινού –όλες οι ώρες της ημέρας– μαζί με δυνατές εικόνες από τη φύση, «δασώδεις Κήπους», «Λίμνες, Καρπούς στητούς, θεόδοτους,/ χρωματιστούς, χυμώδεις και Λεοπαρδάλεις λαστικές/ με μάτια φλογοβόλα» («Αφθαρσία»), όλα αυτά τα πράγματα –με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα τους– διατρέχουν ολόκληρο το σώμα της ποίησης του Παπατσώνη. Ωστόσο ο Παπατσώνης δεν είναι αγροτικός ποιητής· όπως δείχνει ήδη στα ποιήματα της Εκλογής Α΄, είναι ένας ποιητής του οικοδομημένου ναού –της χριστιανικής Εκκλησίας– που εμφανίζεται ως αναλογία της Φύσης, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο του πνευματικού και του αισθητού κόσμου. Με αυτή την προϋπόθεση ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1910 ένας «νεωτερικός» ποιητής που είναι συνομήλικος με τον Άγρα, τον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη:

Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
«Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» (1914)

Ξανακοιτάζοντας το ποίημα «Ταραχή», είναι λογικό να αναρωτηθούμε ποια έριδα προαναγγέλλουν οι εναρκτήριοι στίχοι. Το γεγονός δεν είναι καθόλου σαφές, αλλά δεν ξεκαθαρίζεται κι αργότερα με τις αναφορές: Μάχη των Θεών και Πάλη των Στοιχείων. Πιθανώς η λύση να κρύβεται στους καταληκτικούς στίχους, τους οποίους θα επιχειρήσω να παραφράσω: είναι προτιμότερο να εξαρτάται κανείς από μια Δύναμη με δέλτα κεφαλαίο, από την «πέρα Ισχύ», ακόμη και με τρόπο «σφαλερό», παρά να παραμένει «ελεύθερος άνθρωπος», έρμαιο δηλαδή της πλάνης του «περί της βουλήσεως και όλων των αυτονομιών της».
Η ποιητική του Παπατσώνη φαίνεται λοιπόν να προϋποθέτει δύο θεμελιώδεις ιδέες: ότι ο άνθρωπος είναι «έρμαιο των Πλανών» («Ταραχή»), ζει μέσα στην αυταπάτη όπως «οι πλείστοι των ανθρώπων,/ που απ’ τον δασώδη Κήπο δεν έχουμε εκβληθεί» («Οι εκβεβηλμένοι»), μια αυταπάτη που «δεν ξέρω να ’ναι τίποτε παραπάνω, από κεντρί της φιλαυτίας/ από μαστίγιο του υπεραιρομένου» («Σχήμα περί της πλάνης»)· και ότι η «θειότητα του ανθρώπου» μαζί με την «Πράξη των Χαρίτων», η οποία πραγματώνεται με την «Απόλυση την αιφνίδια της αισχράς Αμαρτίας/ υπό του Πρεσβυτέρου, σε ώρα Εξαγοράς» («Η εξαγορά»), αποτελούν τον δρόμο προς τη θέαση της Αλήθειας, η οποία απορρέει από την «Τάξη την θεσπεσία» («Παροιμία»). «Δεν είναι φωτεινότερο πράγμα από την Αλήθεια» διαβάζουμε στον πρώτο στίχο του εναρκτήριου ποιήματος της συγκεντρωτικής έκδοσης, όπου το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, αλλά ένας θάνατος «δίχως καν την στιλπνότητα/ Κρίσεως μελλοντικιάς μετά Σαλπίγγων» («Σχήμα»). Υπό το φως της Αληθείας εξαφανίζεται σαν το «στοιχειό» οποιαδήποτε πλάνη, με την «επιφοίτηση δυνάμεων άλλων από τις ταπεινές μας»: «είναι όπως ο Πάπας, όταν αποφαίνεται για Άρθρα της Πίστεως./ Ε, τότε βέβαια, το παραδέχομαι το μέγα Αλάθητο» («Σχήμα περί της πλάνης»).
Με αυτή τη λιτή, σχεδόν προφορική φράση ανακοινώνει ο Παπατσώνης τον Δεκέμβριο του 1930 από τις σελίδες της Αλεξανδρινής Τέχνης το θρησκευτικό του credo, την εποχή που ο Κωνσταντίνος Καβάφης δημοσιεύει στο ίδιο έντυπο ποιήματα όπως «Ο Δαρείος» και το «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Μέχρι κάποιο βαθμό, τα ποιήματα του Παπατσώνη εκείνης της δεκαετίας επιχειρούν μια συνομιλία με την ποίηση του Αλεξανδρινού με σοβαρές αξιώσεις. Ήδη το 1924 βρίσκουμε στη Νέα Τέχνη την ενθουσιώδη παραίνεση του Παπατσώνη ότι «είναι καιρός να βουτηχθούμε ολόκληροι σε ποιήσεις σαν την καβαφική, να ζωογονηθούμε, βαφτιζόμενοι σ’ έναν γλυκύ θάνατο»[1], ενώ το 1932 ο Καβάφης αποτιμάται ως «μοναδικός ποιητής παγκόσμιας αξίας που κατόρθωσε να γεννήσει ο ελληνισμός»[2]. Για να τελειώσουμε με το υποκειμενικό κοίταγμα του Παπατσώνη στην καβαφική ποίηση –υποκειμενικό, δηλαδή πρωτογενώς λογοτεχνικό και, για τους επαγγελματίες θεωρητικούς της λογοτεχνίας, φυσικά εσφαλμένο– αξίζει να παραθέσουμε την κατακλείδα της μελέτης του «Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη»[3], όπου συμπυκνώνει τα τρία βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη:
«Ψυχαναλυτική μέθοδος, θρησκευτικότητα, λατινικά [Ο Παπατσώνης αναφέρει εδώ τα λατινικά, επειδή προηγουμένως έχει υποστηρίξει ότι «ορισμένες φράσεις του Καβάφη, σε μια γαλλική ή νεολατινική μετάφραση θα έπρεπε ν’ αποδοθούν στα λατινικά»]. Οι αναγνώστες μου, τους βλέπω πολύ πρόθυμους να κραυγάσουν, πως πρόκειται για τις τρεις κηλίδες που με διακρίνουν. Και μάλιστα θρησκευτικότητα με λατινικά αποτελεί στον εύκολο νου την Εκκλησία της Ρώμης. “Ρήμα καυχήσεώς μου” είναι, αν πω πως και οι τρεις κηλίδες μου ανήκουν. Προκειμένου δε για την έννοια της θρησκευτικότητας πρέπει να επαναλάβω, πως είναι η παράλληλη προς την Ερωτική έννοια».
Καβαφικούς απόηχους μπορούμε να βρούμε σε αρκετά ποιήματα του Παπατσώνη, όπως το γνωστό «Περιηγητές στη Λειτουργία» του 1929, όπου η εισβολή των ξένων περιηγητών στην εκκλησία, η οποία είναι «προικισμένη με την απάθεια του θείου», όπως παρατήρησε ο Νίκος Φωκάς,[4] ανοίγει ένα πεδίο έντασης ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό βλέμμα, το βλέμμα του πιστού και του περιηγητή, ή του χριστιανού και του εθνικού, όπως συμβαίνει στο καβαφικό ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Στο ποίημα «Παροιμία» του 1932, ο σύντομος στίχος εκβάλλει, κατά το καβαφικό πρότυπο, στον διδακτισμό με την αναφορά στο δεύτερο πρόσωπο. Πίσω από τον στίχο «αν σου έγινε συνήθεια τον βίο σου να μετράς» ακούγεται, βέβαια, ο απόηχος του καβαφικού «Μονοτονία», πλαισιωμένος από την ειρωνική αντίθεση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση των απατηλών φαινομένων και την πραγματικότητα της θεσπέσιας, δηλαδή της υπερβατικής τάξης. Οι λέξεις «Ώρες», «Ίχνη», «Σελήνες», «Λάμψη», «Τάξη», με κεφαλαίο κι εδώ το πρώτο στοιχείο, λαμβάνουν, όπως εξηγεί ο ποιητής, «την αρχαία τους ιερότητα», «για να ξεφύγουν από την τριβή που η επιπόλαια χρήση τούς έφερε» και να έλθουν «πλησιέστερα στη βαθύτερη ουσία που συμβολίζουν μέσα στο ποίημα»[5].
Εάν στην ποίηση του Καβάφη αποτυπώνεται, όπως παρατηρεί ο Νάσος Βαγενάς, «η μοίρα του ανθρώπου, που αναζητεί την απελευθέρωσή του από τους εσωτερικούς διχασμούς και τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, χωρίς να κατορθώνει να το επιτύχει, γιατί η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια ειρωνική σύζευξη αντιθέσεων»[6], ο Παπατσώνης προχωρεί προς τη λύση των αντιθέσεων εξαιτίας της πεποίθησής του ότι πίσω από την κατ’ επίφαση αντινομία των φαινομένων κρύβεται η αρμονία των αόρατων πραγμάτων. Εδώ, βέβαια, συναντιέται με τη μεγάλη δυτική θεολογική και λογοτεχνική παράδοση, με κορυφαίους συνομιλητές τον Δάντη, τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Φρήντριχ Χαίλντερλιν, τον Πωλ Κλωντέλ και τον Τ.Σ. Έλιοτ (ο Παπατσώνης μεταφράζει το 1933 την Έρημη Χώρα με τίτλο Ερημότοπος). Εξαιτίας αυτής της εκλεκτικής συγγένειας, ο στίχος του Παπατσώνη απηχεί το μέταλλο της φωνής των προμοντερνιστών ποιητών της αλλαγής του αιώνα, χωρίς όμως να φθάνει την ιστορικο-πολιτική αναστοχαστικότητα του Έλιοτ ή τη μετρημένη –και στα εκφραστικά της μέσα– παρατηρητικότητα του Καβάφη.
Για να γυρίζουμε στις αρχικές μας σκέψεις, θα χρειαστεί να κοιτάξουμε το ποίημα «Μεγάλη αναμονή της επιούσης» (1930), όπου ο Παπατσώνης απεικονίζει τον άνθρωπο που, μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αναμονής, ελπίζει, πίσω από το φάσμα των απατηλών φαινομένων, για «τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων»:

Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.

«Η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς». Όπως κάθε σοβαρός ποιητής, ο Παπατσώνης λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και, χωρίς να μας παραπλανά, καταθέτει τη δική του αλήθεια (κι όχι Αλήθεια). Άλλοτε τρυφερός κι άλλοτε ανυπόμονος, ο λόγος του δοκιμάζεται στο μέτρο της ποίησης, για να επιτύχει ή να αποτύχει· και, στο μέτρο της δικαιοσύνης, συνήθως επιβεβαιώνεται χωρίς να χαρίζεται:

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ
Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό
για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής
απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές,
ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις,
δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ
την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή.
Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.

*
[1] Νέα Τέχνη, έτος Α΄, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924.
[2] Ο κύκλος, χρόνος α΄, τ. Β΄, 1932.
[3] Ό.π.
[4] «Η θρησκεία ενός ποιητή», Τιμή στον Τ. Κ. Παπατσώνη για τα ογδοντάχρονά του, Τετράδια «Ευθύνης», 21999.
[5] Τ. Κ. Παπατσώνης, FriedrichHölderlin 1770 1843 1970, Ίκαρος, Αθήνα 1993.
[6] Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, 1979.
*
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Επίσης:

Περιεχόμενα 41ου τεύχους, Ιούνιος 2013
Μαρκ Φορντ, «Και τα κορίτσια από μετάξι να φέρνουν σερμπέτι»
Κώστας Κουτσουρέλης, «Αυτό που δεν ανθεί. Αυτό ζούμε» — Το ποιητικό έργο του Γιάννη Πατίλη
Μίλτος Φραγκόπουλος, Ομπερίου απ’ την Αθήνα ή η τόλμη της «δεύτερης φοράς»

Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;
Βαρβάρα Ρούσσου, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Νάσος Βαγενάς, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού

ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Τατιανή Γ. Ραπατζίκου, Οι εκδοτικές περιπέτειες της Έμιλι Ντίκινσον — Από τη συγγραφική φαντασία στην εκδοτική πειθαρχία
Ζωή Σαμαρά, Θραύσματα τέχνης και ζωής
Δημήτρης Αρμάος, Έμιλι Ντίκινσον: στα όρια «κλασικού» και «μοντέρνου»

Χ. Άλλεν Ορ, Περιμένοντας έναν νέο Δαρβίνο
Μαριγώ Αλεξοπούλου, Και πάλι η τραγωδία

ΜΙΧΑΗΛ Β. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας

Γιώργος Κόκκινος, Η ιστορία των ευγονικών θεωριών από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το Ολοκαύτωμα
Ηρακλής Μήλλας, Tο σπίτι ως πατρίδα στον λόγο του Σεφέρη