Αιμίλιος Χουρμούζιος, Παλαιά και νέα ποίηση

Θεωρία ποίησης: Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1980

Είναι καιρός που επαύσαμε να ταλαιπωρούμεθα για τον προσφορότερον ορισμό της Ποιήσεως. Και είναι, νομίζω, ο καιρός της χρεωκοπίας των «σχολών», των κινημάτων στην τέχνη, των μανιφέστων και των θρησκειών. Η Ποίηση οδοιπορεί μαζί με τη διαλυμένη ψυχή του ανθρώπου κι αν κάπου σταθμεύει, είναι για να μετρήση το πλάτος των παρθενικών της βημάτων. Είναι αληθινά η καταλυτική εποχή του θανάτου των ενθουσιασμών που σ’ άλλα χρόνια, παλαιότερα πολύ – αφού οι δεκαετίες έχουνε τώρα για μας την έκταση των αιώνων και το χτες βιάζεται να περάση στην προϊστορία – αρκούσαν για να γίνουν οι στρατολόγοι των «σχολαρχών». Ο ποιητής είναι σήμερα περισσότερο μόνος απ’ όλους τους περήφανους ερημίτες που την αχνή τους μορφή μας περισώζει το εικονοστάσι της παγκόσμιας γραμματολογίας. Μόνος είναι, γιατί λείπει τώρα το στοιχείο της κοινότητας των σκοπών κι ο μυστικιστικός φανατισμός του συνεκτικού ιδεώδους. Τίποτα δεν είναι πια πλήρες, τίποτε δεν είναι άρτιο. Και η Ποίηση, αφού έγραψε την τροχιά του ιδεολογισμού από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκεται τώρα στη νεκρή ζώνη της αοριστίας. Έχει ξεπεράσει το στάδιο των απατημένων προσδοκιών. Δεν πιστεύει ο ποιητής και δεν δέχεται. Δεν ελπίζει, γι’ αυτό και δεν αυταπατάται. Μα είναι η Ποίηση αγώνας;…

Η εισβολή του ιδεολογισμού και της φιλοσοφίας στην Ποίηση που έχουν εκτοπίσει, ή τουλάχιστον παραμερίσει, το καθαρό συναίσθημα και βάρυναν τον μελωδικό λυρισμό, δεν είναι φαινόμενο των σύγχρονων καιρών. Οι καιροί μας και οι ποιητές των καιρών μας έχουν αντιδράσει στην οργανωμένη ιδέα της εποχής του επιστημονισμού. Το σκίρτημα του υπερρεαλισμού υπήρξε μια ανταρσία και της οργανωμένης ιδέας, κατά της λογικής, αλλά η ανταρσία δεν θα διεκδικούσε τη θέση της στο χρονικό της Ποιήσεως του ΧΧού αιώνα αν δεν υψωνόταν κάθετη για ν’ αγγίση τον προσανατολισμό. Ήδη, με πολλή λογική ο Αντρέ Ζιντ διατύπωσε στις Νέες Τροφές το επαναστατικό σύνθημα: «Α! ποιος θα λυτρώση το πνεύμα μας από τις βαρειές αλυσίδες της Λογικής;». Κι αυτός ο Πωλ Βαλερύ γινόταν κατά κάποιον τρόπο ο πρόδρομος του αυτοματισμού με τον περίφημον αφορισμό του: «Η παραμικρότερη διαγραφή (rature), παραβιάζει τον αυθορμητισμό». Η κατάλυση της λογικής υπήρξε μια προσπάθεια διαφυγής των ανθρώπων του πνεύματος από τα αδυσώπητα συμπεράσματα των λογικών κατασκευών και ο αυθορμητισμός μια παραλλαγή της διαφυγής αυτής που αναζητούσε με την ανασκαφή του υποσυνειδήτου την εξαγωγή ενός καινούργιου εγώ, απείραχτου από τη φθορά της προσαρμογής με τον πολύμορφο –ηθικό, ιδεολογικό και πολιτικοκοινωνικό- συμβατισμό. Ολόκληρο το υλικό της Ποιήσεως είχε τριβεί από την αδιάλειπτη επανάληψη κι από την αποθήκευσή του στα ίδια μορφικά περιγράμματα. Ακόμη και οι λέξεις, τα φραστικά σχήματα, οι λεκτικοί συνειρμοί φαίνονταν τρομεροί αναχρονισμοί. Αν ο Βαλερύ πίστευε πως «οι ολόγυμνες σκέψεις και οι ολόγυμνες συγκινήσεις είναι τόσο αδύνατες όσο κ’ οι ολόγυμνοι άνθρωποι, γι’ αυτό, θα πρέπει να τις ντύσουμε» -και ποιο θα ήταν το ντύμα τους, αν μη οι λέξεις;- ο Αντρέ Μπρετόν, ο πρωθιεράρχης του υπερρεαλισμού, ζητώντας και τον λεκτικό αυτοματισμό, θεωρούσε πως «ήταν τερατώδης πλάνη να πιστεύουμε πως η γλώσσα δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις». Ο ριζοσπαστισμός του υπερρεαλισμού, δαμασμένος από τον σατανά του, τη λογική, επαναλαμβάνει το σύνθημα του Μπρετόν με αυτή τη λεπτή υπεκφυγή του Αντρέ Ζιντ που συναντά ο μελετητής του χρονικού της Νεώτερης Ποίησης στο ίδιο εκείνο απόσπασμα των Νέων Τροφών που δημοσίευσε το ντανταϊστικό όργανο η Λογοτεχνία: «Ονειρεύομαι νέες αρμονίες, μια τεχνική των λέξεων λεπτότερη και ειλικρινέστερη, χωρίς ρητορική και που δεν ζητάει τίποτε ν’ αποδείξη». Αυτό το «που δεν ζητάει τίποτα ν’ αποδείξεη» είναι μια άλλη μορφή του υπερρεαλιστικού αυτοματισμού, μια άλλη άρνηση του λογικού συνειρμού που οδεύει πάντα προς ένα κάποιο αποδεικτικό συμπέρασμα, είτε τούτο διατυπώνεται είτε απλώς υποβάλλεται.
***
Η Ποίηση, από τα πρώτα χρόνια της τρίτης δεκαετίας του ΧΧού αιώνα, αγωνίζεται να κερδίση κάποιαν αυτονομία όχι τόσο ειδολογική όσο πνευματική. Προσπάθησε ν’ αποχωριστή από τη γενική κίνηση του πνεύματος, εγκαταλείποντας σιγά σιγά και με θυσίες οδυνηρές τις μεστότερες κατακτήσεις της. Από τότε χρονολογείται η ρήξη με την παράδοση. Από τότε σημαδεύεται αυτό το έξαλλο ταξίδι προς το άγνωστο που έμελλε να περάση από τις αδυσώπητες Συμπληγάδες του Ορθολογισμού και του Παραλογισμού για να μας φτάση δεινά τραυματισμένη αλλά και με πολλή δύναμη κι αυτοπεποίθηση για να μην επιχειρήση καμιάν επώδυνη επιστροφή προς ό,τι με τόσο πάθος και με τόσην αγωνία αποχωριζόταν. Τριάντα περίπου χρόνια διαρκεί η κρίση της αναζήτησης, η δοκιμασία των επάλληλων αποτυχιών, η θανάσιμη πάλη με την πρόζα για τη βεβαίωση του ιδιότυπου εδάφους όπου καλλιεργείται ο νέος ποιητικός λόγος, και στα τριάντα τούτα χρόνια οι κατακτήσεις υπήρξαν τόσο μεγάλες όσο μεγάλη υπήρξε και η αυτοκαταστροφή και η αυτοκατάλυση σε στείρα αποτελέσματα. Μ’ όλο τούτο, τα τριάντα αυτά χρόνια έγιναν ήδη μια ιστορία και το πρώτο κεφάλαιο μιας νέας παράδοσης που έχει τούτη την ιδιοτυπία από ό,τι συνήθως εννοούμε λέγοντας παράδοση: την αέναη κινητικότητα και τον δυναμικό μεταβολισμό. Σήμερα η Ποίηση δεν διεκδικεί πια έναν νέο ορισμό που να θέτει με τον περιοριστικό του χαρακτήρα ορόσημα, φράγματα και τυπικούς κανόνες. Η Ποίηση σήμερα, αν βρίσκεται από ιδεολογική πλευρά στη νεκρή ζώνη της αοριστίας, από καθαρά τεχνολογική βρίσκεται σε μια ρευστότητα ιδεολογική που φαίνεται να δικαιολογεί τη ρήση του Βαλερύ: «Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους έχουν για την Ποίηση ιδέα τόσο αόριστη, που η ίδια αυτή αοριστία της ιδέας τους είναι γι’ αυτούς ο ορισμός της Ποιήσεως». Αυτή η αοριστια είναι ό,τι απελευθερώνει τον σύγχρονο ποιητή από την οποιαδήποτε πειθαρχία, που ενδυναμώνει την ατομική προσπάθεια τα κατάχτησης ενός προσωπικού αισθητικού πιστεύω και γίνεται το κίνητρο της ατομικής συνεισφοράς για την αργή μορφοποίηση του νέου ποιητικού ιδεώδους. Εξάλλου η βαθμιαία ιδεολογική απομόνωση του ποιητή που ζει μετ α άλλα ανεξάρτητα πνεύματα τη στιγμή της Μεγάλης Διάψευσης του ιδεώδους του ομαδισμού, αν απελευθερώνει την ποιητικήν έμπνευση και κινεί τις δημιουργικές δυνάμεις της φαντασίας, βοηθεί ταυτόχρονα, χωρίς ιδιοτέλεια, την ίδια μορφοποιητική λειτουργία που συντελείται σχεδόν ασυνείδητα, αλλά γι’ αυτό όχι λιγότερο οικοδομητικά. Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει πόσο διάστημα χρόνου θα καλύψη η απομόνωση τούτη που μπορεί να χαρακτηρισθή με πολλή σχηματοποίηση σαν μια επιστροφή στο άτομο. Όμως ουσιαστικά δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για μια νέα ανίχνευση του ατόμου. Επιστροφή θα ήταν αν το σημερινό άτομο ήταν το προπολεμικό μόριο της ομάδας που είχε παραμερίσει για να κονιορτοποιηθεί από τον οδοστρωτήρα του ομαδισμού, ένα μόριο αυτάρεσκο, εγωκεντρικό, αλαζονικό κι ατίθασο, ξένο προς ό,τι θα ήταν δυνατό να θεωρηθή σαν προσπάθεια κοινωνικού μεταμορφισμού ή καν το μόριο εκείνο το ομφαλοσκοπικό και αδιάφορο που στένευε τον κόσμο σε μια γειτονιά και την παγκόσμιαν αγωνία την περνούσε από τη βελονοτρυπίδα του μικρόχαρου εγώ του. Σκέπτομαι το άτομο που ήταν μια άρτια κοινωνική μονάδα και δέχτηκε ν’ ακρωτηριάση τις προεξοχές του ατομισμού του για χάρη του ομαδικού σχήαμτος της ευτυχίας. Τώρα που το σχήμα τούτο αποδείχτηκε τόσο κακότεχνο και τόσο στενόχωρο που να μη μπορεί να δεχτή την ανθρώπινην αγωνία και τώρα που το προσωπείο της ελευθερίας φενακίζει το τερατώδες πρόσωπο της δουλείας, το άτομο θέλει να ξαναγυρίση στον εαυτό τουτον ανανεωμένον από τον πύρινο κύκλο της μεγάλης δοκιμασίας. Έτσι φαντάζομαι και τέτοια νομίζω, πως είναι αυτή η επιστροφή που δεν γίνεται μ’ ενθουσιασμό αλλά με πολλή πίκρα. Πόσον καιρό θα είναι ο άνθρωπος ερημίτης του εαυτού του δεν είναι δυνατό να προμαντευθή γιατί κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η φοβερή σύγχυση των ιδεών, που την ξεκαθαρίζει ο καθένας μας ξέχωρα για την ειρήνευση της δικής του ψυχής, θα οδηγήση σε καινούργιο χάος. Ωστόσο το διάστημα τούτο δεν μπορεί πια να είναι ένα διάστημα σιγής για τους ανθρώπους που έχουν ακόμα φωνή. Και οι σκόρπιες φωνές μ’ όλη την πολυτονία τους είναι ικανές να δημιουργήσουν τη συμφωνία των διάσπαρτων και συχνά παράταιρων ήχων που είναι χίλιες φορές προτιμότερη από τη διατεταγμένην ομοφωνία. Η έλλειψη σταθερού προσανατολισμού, ιδεολογικού και αισθητικού, αν αποκόπτει κάθε δεσμό με την άστατη παράδοση των μεσοπόλεμων χρόνων, αρχίζει να γίνεται η ίδια παράδοση. Οσο οξύμωρη κι αν φαίνεται η βεβαίωση τούτη, δεν παύει να είναι περίεργη πραγματικότητα. Αρχίζει δηλαδή να σταθεροποιείται το κλίμα της ασύδοτης ελευθερίας που επιτρέπει τα πιο επικίνδυνα τολμήματα, αλλά και τα πιο γόνιμα συνάμα, γιατί η αλυσίδα της μίμησης συναντά τουςτουςείποντες κρίκους. Εκεί, είτε σταματά, είτε επιχειρεί το άλμα της νοητής ανασύνδεσης με το παρελθόν. Όμως το άλμα πέφτει συχνά στο κενό γιατί είναι πάντοτε δύσκολη η ψυχολογική γεφύρωση του σήμερα με το χτες. Το χτες είναι γεμάτο με προσδοκίες που σήμερα, κάτω από το ωμό φως των ξαστοχημένων πραγματοποιήσεων, αναδίνουν τη νοσηρότητα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τη χίμαιρα. Ό,τι αναβιώνει το χτες ηχεί στην ψυχή μας σαν ήχος κούφιος, ήχος στεγανός, αφού δεν υπάρχει καμιά ανακλαστική επιφάνεια για να τον αναζήση. Τι επιζή σήμερα; Ισως κάποιος τρόπος ποιητικός, κάποια στιχουργική τεχνική, κάποια υπολείμματα ρυθμών που αγωνίζονται να θεμελιώσουν τη συνέχεια χωρίς να το πετυχαίνουν, γιατί κανένας άξιος ποιητής του καιρού μας δεν επιχειρεί το αβέβαιο τούτο βάδισμα απάνω στο τεντωμένο σκοινί που θέλει να συγκρατήση το ολάρμενο καράβι από το μεγάλο ταξίδι. Οι ποιητικοί τούτοι τρόποι και οι στιχουργικές επαναλήψεις των προτύπων του χτες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της πορείας. Και συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι η Νέα Ποίηση έχει κιόλας ηλικία γιατί δυσκολευόμαστε πάντα να εμπιστευτούμε στα νεογέννητα.
***
Περιπέτεια λυρισμού
Η ηθική διάλυση του υπαρκτού κόσμου, η αξεπέραστη, υποκειμενικά και αντικειμενικά, κρίση των ιδεών, η αδυναμία της φιλοσοφίας να στηρίξη μια κατάφαση κα να διεκδικήση αδιασάλευτο έδαφος στο χώρο της ψυχής, υπήρξαν οι συντελεστές της αοριστίας. Η αοριστία, από τα πρώτα χρόνια της μεσοπόλεμης παρένθεσης, είχει επιβληθή σα κλίμα αισθητικό, αφού προηγουμένως είχε δημιουργήσει την ηθικά περιρρέουσαν ατμόσφαιρα –(πόσον αληθινά λαμπρός είναι, στη γενικευτικότητά του, ο ροϊδικός όρος…). Η αοριστία είναι και αυτή μια κρίση – μια κρίση ιδεολογική στην ευρύτερη και περιληπτικότερη έννοια του όρου. Αλλ’ υπάρχουν κρίσεις και κρίσεις. Οι παροδικές και οι μόνιμες. Ό,τι χαρακτηρίζει τις παροδικές κρίσεις είναι ένας οξύτατος αγώνας ανάμεσα στην κατάφαση και στην άρνηση, ωσότου η κατάφαση εξουδετερώση την άρνηση και συνεχίση, μ’ όλη την ταλάντευση, τη γραμμή της πορείας, ή ωσότου η άρνηση αποσυνθέση την κατάφαση και δίνοντας στην πορεία μιαν άλλη κατεύθυνση, εγκατασταθή σαν μια νέα, αυτή, κατάφαση χρησιμοποιώντας τα διαλυτικά στοιχεία της πρώτης, που μεταβάλλονται τώρα σε στοιχεία θετικού δυναμισμού. Στις παροδικές κρίσεις η Ιστορία σταθμεύει πρόσκαιρα, όσο χρειάζεται για να σημαδέψη την ταραχή. Αλλ’ η συνέχεια επιβάλλεται, κυριαρχεί και οδεύει, είτε στην παλιά γραμμή είτε στη νέα, γιατί και η νέα γραμμή είναι μια συνεχής κατάφαση μ’ ελαφρούς τιναγμούς. Στις μόνιμες κρίσεις ο αγώνας είναι αδιάλειπτος˙ όμως, μετά την πρώτην οξύτητα, αποκαθίσταται σιγά σιγά ένα καθεστώς που έχει το στοιχείο κάποιας ρευστής μονιμότητας. Είναι η μονιμότητα που δεν κλείνει τον θάνατο του στατικού, γιατί οι αντιφατικές δυνάμεις βρίσκονται πάντοτε σ’ ενέργεια και εγρήγορση. Ωστόσο καλύπτει ένα χρονικό διάστημα επαρκές για να δημιουργήση ατμόσφαιρα, θερμοκρασία, κλίμα. Η κρίση γίνεται συνείδηση και απαιτεί την προσαρμογή. Και η Αισθητική είναι κυριότατα μια προσαρμογή στο ηθικό κλίμα της εποχής. Δεν είναι δύσκολο ν’ αντιληφθούμε πως η ιδεολογική αοριστία δημιούργησε την αισθητική της αοριστίας. Οι απαρχές πρέπει να ν’ αναζητηθούν στην περίοδο της τυπικής εκείνης προσπάθειας της επιστήμης να διασπάση το διάφραγμα που εχώριζε την έννοια της στατικής ύλης από την εν δυνάμει ύλη, δηλαδή την ενέργεια. Είναι μια αποφασιστική περίοδος μεταξιώσεως των αξιών, η εποχή μιας νέας φυσικής που ανέτρεπε με ραγδαιότητα τις παραδεγμένες ιδέες και κλόνιζε σύρριζα τις καθιδρυμένες αντιλήψεις. Η βαθύτατη αλλαγή που έμελλε να επηρεάση τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και φυσικάη την αισθητική, που αποτελεί έναν κλάδο του ιδεολογικού επιστεγάσματος της κοινωνικής διάρθρωσης, υπήρξε η βασική αιτία του μεγάλου αποχωρισμού του ατόμου από την παράδοση, το κίνητρο της διαφυγής του από την κοινή κοίτη του πνεύματος, η αφορμή της ρήξης με την οργανωμένη ιδεολογία της κοινωνικής μάζας. Από τη στιγμή που οι τρέχουσες ιδέες έχασαν την πειστικότητά τους, το καθορισμένο εννοιολογικό τους περίγραμμα με τη σαφήνεια του περιεχομένου του έγινε εξαιρετικά στενόχωρο, η φθορά των λέξεων πρόβαλε με περισσότερη γυμνότητα, κι ο αγώνας αίφνης του Μαλλαρμέ, για την κάθαρση και τη λεκτική αποπνευμάτωση φαινόταν ανεπαρκής για να τους ξαναδώση την παρθενικότητα και τη στίλβη τους. Δεν έφταιγαν τόσο οι λέξεις όσο το εννοιολογικό τους φορτίο. Οι λέξεις, ειδικά μετά το ουμανιστικό στάδιο της ποιήσεως που χρονικά τάσσεται ανάμεσα στον συμβολισμό και τον νεοσυμβολισμό, (δηλαδή σε μια περίοδο που καλύπτει περίπου τριάντα τόσα χρόνια, από το 1890 έως το 1920), και μετά τη φιλοσοφική φάση, όπου η ποίηση προσπαθούσε ν’ ανταγωνισθή τη φιλοσοφία στο επίπεδο της μεταφυσικής γνώσεως του κόσμου, οι λέξεις έμειναν αυτό που ήταν: οχήματα ιδεών που δεν άργησαν να γνωρίσουν βίαιους τιναγμούς πάνω στα κοφτερά χαλίκια της αποκαλυπτικής παρουσίας του υποσυνείδητου. Η γεφύρωση του διχασμού του βαθύτερου εγώ με το εγώ το διαμορφωμένο από την τριβή του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο, η κατάργηση της διάστασης ανάμεσα στην παρθενική ψυχή του ανθρώπου και του αντικειμενικού κόσμου, η συγχώνευση δηλαδή του υποκειμένου με το αντικείμενο, άλλοτε μόλις συνειδητή, ή μάλλον χαμένη στις σκοτεινές περιοχές του ονείρου, σήμερα ανάγκη επιβλητική μέσα στην απόγνωση της αυτοκαταδίκης και της αυτοεξορίας, υποβάλλει την έφεση μιας γνώσης ολοκληρωτικής του εγώ και του κόσμου, και παράλληλα μιας ηθικής που θα ρυθμίση την ατομική αγωγή απέναντι του συνόλου ή, καλύτερα, της ηθικής που θα καταργήση τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική και τη μαζική αγωγή.
***
Η αγωνία της Ποιήσεως και η περιπέτεια του Λυρισμού άρχισαν από την ώρα που το άτομο ζήτησε να γνωρίση τον εαυτό του, να τον γνωρίση ολοκληρωτικά, σε βάθος και σε πλάτος, κι από τη στιγμή που η αυτοεμπειρια χρησιμοποιήθηκε σαν ένα μέσο για να γνωρίσουμε τον κόσμο. Από την ίδια στιγμή η Ποίηση γίνεται ένας αγώνας για την κατάχτηση του επιστητού και μαζί πλουτίζεται με διεκδικήσεις που άλλοτε παρακολουθούσαν μονάχα το φιλοσοφικό πνεύμα στις αναζητήσεις του. Ήδη ο Μπωντλαίρ θεωρούσε τον εαυτό του το σκεύος εκλογής που είχε επιλεχθή για να εκφράση το μυστήριο της ζωής, ενώ πριν από τον υπερρεαλισμό και τον πρωθιεράρχη του τον Αντρέ Μπρετόν, ο Ζερράρ ντε Νερβάλ αναζητούσε χωρίς καμιά προπέτεια ταχυδακτυλουργική, να ισορροπήση το υπαρκτό με το ανύπαρκτο, το απτό με το ασύλληπτο, το όνειρο με τη ζωή: «Θαρρώ, έλεγε ο ανύποπτος εκέινος πρόδρομος των νεώτερων εξερευνητών του ονειρικού χώρου, πως η ανθρώπινη φαντασία δεν επινόησε τίποτα που να μην είναι αληθινό». Κι από τότε η υπαρκτή ζωή, ο θεατός κόσμος αποτελούσαν μια δεύτερη αλήθεια που ερχόταν να προστεθή στην αλήθεια την ονειρική. Αν η αντίληψη τούτη, στην εποχή ακόμη του ρομαντισμού, ήταν μια καθαρά ποιητική βεβαίωση, που είχε μόνο στήριγμα τη μυστικιστική προσήλωση των ποιητών στην αποκαλυπτικότητα της εμπνεύσεως, στα νεώτερα χρόνια οι ψυχαναλυτικές έρευνες επροίκισαν τις ποιητικές φαντασιώσεις με τη θετική κι αποδεικτική δύναμη της επιστήμης.
[…]
Αιμίλιος Χουρμούζιος (Λεμεσός, 12 Αυγούστου 1904 – 16 Σεπτεμβρίου 1973). Κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, μεταφραστής, γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου το 1904.
Εξέδωσε το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Κύπρου την Αβγή. Το 1925 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου άρχισε να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα Εστία ενώ παράλληλα σπούδασε στη Νομική. Το 1927 εξέδωσε το περιοδικό Λογοτεχνική Επιθεώρηση και στη συνέχεια τη Νέα Επιθεώρηση και από το 1930 έγινε συντάκτης της εφημερίδας Καθημερινή. Κατά τη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και μετά τον πόλεμο διετέλεσε γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε κυρίως με το περιοδικό Νέα Εστία δημοσιεύοντας κριτικές μελέτες, μεταφράσεις και δοκίμια. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς και Αιμ.Χ.

H Εργογραφία του στο BiblioNet

[πηγή]

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος

Γιάννης Σκαρίμπας

ΗΑθήνα είναι λάδι σε τελάρο, πιο πέρα τ΄αρχαίο τρίγωνο της πόλεως και άλλες ιστορίες. Και στη Χαλκίδα ακόμη τραγουδούν τα μπλουζ του Σκαρίμπα. Οι λιγνές υπάρξεις, τα σύνθετα, βαδίσματα μες στις πόλεις και επιγραφές. Ο ευβοϊκός κόσμος του Γιάννη Σκαρίμπα είναι ένα άλμα. Και ως τέτοιο αναμένεται να το συνοδεύει ένα ρίσκο, ο κίνδυνος και ο θεσμός του ακροβάτη, τα τολμήματα στις επικίνδυνες περιοχές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος»

Κώστας Κουτσουρέλης, Η κατάρα των maudits

Ο ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΜΥΘΟΣ

«Προς τι ποιητής

Σε μικρόψυχους καιρούς;» Ποιος δεν γνωρίζει τον περίφημο στίχο του Χαίλντερλιν; Ή εκείνον τον άλλο του Μπωντλαίρ, για τον αιθεροδρόμο ποιητή που όταν πατάει στη γη, τα γιγάντια φτερά του «τον δυσκολεύουν να βαδίζει»; Μεταξύ ποιητών, δεν πρέπει να υπάρχει στις μέρες μας πιο δημοφιλής δοξασία από το ότι η τέχνη τους ουδέποτε είχε απήχηση κοινωνική άξια λόγου. Ότι είναι αρχαιόθεν διωκόμενη και παραγκωνισμένη, προορισμένη να λαθροβιοί υπό συνθήκες αντίξοες. Και ότι μάλιστα αυτό δεν είναι μόνο αναπόφευκτο αλλά και καλό, αφού η ποίηση ωσάν «λουλούδι πείσμον και αναίτιο, ανθίζει περισσότερο και μοσχοβολάει όσο πιο πολύ μένει απότιστο και περιφρονημένο»… (Γ. Βαρβέρης)
   Πόση σχέση έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Καμμία απολύτως! Είναι ειρωνικό αλλά ο 19ος αιώνας που γέννησε τον μύθο του poéte maudit, του «καταραμένου», του απόβλητου ποιητή, είναι ο ίδιος αιώνας όπου η ακτινοβολία της ποίησης βρέθηκε στο αποκορύφωμά της. Είναι η εποχή των «εθνικών ποιητών»: απ’ άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης, από τον Σολωμό του «Ύμνου» ώς τον Λαίννροτ της «Καλεβάλας», η ποίηση εμπνέει κινήματα, επηρεάζει συνειδήσεις, διαπλάθει την ίδια τη λαϊκή γλώσσα. Είναι η εποχή όπου η ανάγνωση, η αποστήθιση, η απαγγελία ποιημάτων αποτελεί συνήθεια κάθε αστικής οικογένειας, μέσο διαπαιδαγώγησης, παιχνίδι συναναστροφής. Όπου οι ποιητικοί διαγωνισμοί εξάπτουν τα πνεύματα και αποτελούν γεγονότα πρώτης γραμμής. Όπου η έμμετρη σάτιρα είναι το πρώτο που διαβάζει κανείς ανοίγοντας την εφημερίδα. Όπου ένα και μόνο ποίημα, όπως το «Κοράκι» του Πόε, αρκεί για να κάνει διάσημο έναν ποιητή εν μιά νυκτί.
   Και είναι, βεβαίως, η εποχή της τεράστιας διάδοσης του ποιητικού βιβλίου. Από τον Μπάυρον ώς τον Πούσκιν, από τον Χάινε ώς τον Λονγκφέλλω, σ’ Ευρώπη και Αμερική, τα ποιητικά έργα κυκλοφορούν σε αριθμούς που συχνά τους φθονούν και οι πιο επιτυχημένοι μυθιστοριογράφοι. Τρεις εβδομάδες κυκλοφορίας των «Contemplations» έφτασαν στον Ουγκώ για να αγοράσει ιδιόκτητη οικία. Κι εδώ σ’ εμάς ο Αχιλλέας Παράσχος, λένε, όταν εξέδωσε τα Άπαντά του αποκόμισε 50.000 δρχ., ποσό μυθικό για την εποχή.
   Στη θαυμάσια μελέτη του «Ρομαντικά χρόνια» ο Αλέξης Πολίτης έδειξε γλαφυρά πόσο εξέχουσα, πόσο μοναδική υπήρξε η θέση των ποιητών στην Ελλάδα της περιόδου 1830-1880. Το ενδιαφέρον τώρα είναι ότι η διαπίστωσή του εκείνη μέσες άκρες ισχύει και για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Από το 1872 όταν ο Βαλαωρίτης προσφωνεί τον ανδριάντα του αοιδήμου Γρηγορίου Ε’ («Μη λησμονείτε το σκοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!») ώς τον Σικελιανό του 1943 που ξεπροβοδίζει για τελευταία φορά τον Κωστή Παλαμά («Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»), η αίγλη του ποιητή παραμένει σπουδαία. Αλλά και μετά τον Πόλεμο, με τη στροφή τους στον δημόσιο λόγο, τη διεθνή τους αναγνώριση, τη μελοποίηση του έργου τους, οι ποιητές της Γενιάς του 1930 καθώς και μερικοί από τους διαδόχους τους, αυτή την αίγλη θα την συντηρήσουν σε μεγάλο βαθμό. Ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τουλάχιστον, η ποίηση στην Ελλάδα είναι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος.
   Η κακοπάθεια των ποιητών, η κοινωνική τους τάχα περιθωριοποίηση, η εχθρική στάση του κοινού απέναντί τους αποτελεί ιστορικά έναν μύθο. Μύθο όμως αποτελεί και για έναν άλλο λόγο, που δεν έχει να κάνει με τον χρόνο και τα τεκμήριά του. Στο στόμα του Χαίλντερλιν, στο στόμα του Μπωντλαίρ, η εικόνα του ποιητή που δεν είναι του κόσμου τούτου, που ίπταται υπερήφανος στους αιθέρες, είναι μια εικόνα δύναμης, άμετρης φιλοδοξίας και, ας μη το κρύβουμε, οίησης. Είναι η εικόνα του προφήτη που βοά εν τη ερήμω, όντας κατά βάθος βέβαιος ότι αύριο κιόλας θα τον καλέσουν να ξαναπάρει τη θέση του στο κέντρο της Αγοράς. Στο στόμα των σημερινών ποιητών, αντίθετα, οι ίδιοι στίχοι δεν είναι παρά φύλλο συκής. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια πόζα μηχανική, κληρονομημένη από το παρελθόν. Στη χειρότερη, μια απόπειρα να κρύψουν πίσω από την υποτιθέμενη μοίρα της τέχνης τους τη δική τους αδυναμία να κρατήσουν την προσοχή του μεγάλου κοινού, τη δική τους αποτυχία και γύμνια.

©Κώστας Κουτσουρέλης
Η Φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση
Καθημερινή της Κυριακής, 10.11.2013

*

Ο Κώστας Κουτσουρέλης είναι ποιητής. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς και στις Στάχτες. Τελευταίο βιβλίο του: «Αέρας αύγουστος», εκδ. Περισπωμένη, 2012.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Αγία Ιφιγένεια


Βασισμένο στο πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

  

Είναι κάτι ξύλινα σπίτια μες στο ρέμα. Η οδός Φλέβας εκτείνεται ως τον εθνικό δρόμο. Στις όχθες της ρεματιάς τα συνεργεία και τα μαγαζιά των ελασμάτων. Κάτι σκοτεινές αποθήκες με σίδερα και ακίνητους ανθρώπους, λερωμένους, σαν ελαιογραφίες. Οι κλειστές βιοτεχνίες, οι σταθμοί ανεφοδιασμού, τα πωλητήρια γκαζιού, τα τσιμεντένια γήπεδα, οι μάντρες και οι φωτογραφίες των λαϊκών τραγουδιστών κρύβουν τον ουρανό σε εκείνους που ζουν μες στο ρέμα. 

Έχουν απλωμένα ρούχα στα σύρματα οι άνθρωποι αυτοί και καίνε παλιά, χρωματισμένα ξύλα για να ζεσταθούν. Τα παιδιά ανεβαίνουν τις όχθες, κοιτούν τους δρόμους, έπειτα μιλούν για τις ομορφιές του και ζωγραφίζουν σε αυτοσχέδια τελάρα υψικάμινους, μεγάλα, διαφημιστικά πλαίσια αμερικανικών εταιρειών και τα χαμογελαστά, ηλιόλουστα κορίτσια των αρωμάτων. Τη νύχτα ορμούν στην πόλη, συλλέγουν ξύλα και πολυθρόνες, αποψιλώνουν με προχειρότητα τα σίδερα από τα ακίνητα φορτηγά των εταιρειών μεταφοράς. Τις νύχτες αργά οι γηραιότεροι τούτης της ιδιότροπης φυλής στέκουν γύρω από τη φωτιά. Παντρεύουν τα ανήλικα παιδιά τους, καταδικάζουν τους φονιάδες και τους ληστές, αγαπούν τις γυναίκες τους και αναριχώνται σαν καρκίνοι πάνω στα δροσερά κορμιά τους. Όλο παιδιά είναι το ρέμα. Ακίνητα στις όχθες, ρακένδυτα, προσδίδουν στο τοπίο μια νότα ανθρωπιάς, μια όψη φαραγγιού.
  Οι αρχηγοί των οικογενειών απόψε μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι.Η καλοκάγαθη γριά με τα χρυσά στολίδια και τα αρθρόμορφα χέρια χαράζει στο χώμα ήλιους, φεγγάρια και ανεπανάληπτα άστρα. Τα χέρια της εκτείνονται σε όλο το ρέμα, είναι δυο φλέβες πίσω και πέρα από τα μάτια των παιδιών.
  Τ΄άγρια τριαντάφυλλα που ανθίζουν στις όχθες τα πουλούν οι γυναίκες τα πρωινά. Ανάμεσα στα τροχοφόρα, επιδεικνύουν τα ολοπόρφυρα άνθη τους και ανεμίζουν σαν σκιές, τα κατάμαυρα φορέματα. Έχουν δεμένα με τους επιδέσμους παιδιά στις ράχες τους, εκείνα πεθαίνουν ακίνητα. Γελούν με τρυφερότητα στους επιβάτες και έχουν τα σώματα δέντρων. Με βαθιές, αναλλοίωτες χαραγματιές πάνω στο μέτωπο και στα μάτια. Ως μέσα οι ρυτίδες εκείνων των γυναικών που μοιάζουν με αρχαίες, πενθούσες νύφες. Κατάμαυρα τα φορέματά τους και τα ιωνικά, τα οστεώδη προσωπεία. Σε όλο τον τόπο θ΄ανθίσουν τριανταφυλλιές και άλλο τίποτε ετούτοι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται. Θάνατοι δίχως προσευχές και δίχως θεούς οι θάνατοι στο ρέμα.
  Η Ιφιγένεια είπαν χάθηκε το χάραμα. Έφυγε με τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν ξεθωριάσει η νύχτα προς τον εθνικό δρόμο. Ίσως να τράβηξε κατά την Κόρινθο. Ίσως πάλι να βαδίζει για μέρες προς το Άργος, ακολουθώντας την επιδαύρεια οδό. Μαζί με τ΄άλλα παιδιά της χαραυγής η Ιφιγένεια σπεύδει στους τάφους των Αργείων, κρατώντας την εικόνα και το ντέφι. Η Ιφιγένεια είναι ένα κορίτσι από μάρμαρο. Είναι από λευκή, καρυστιανή πέτρα και τα μάτια της καθρεφτίζουν παλιές νύχτες. Συχνά την θυμούνται στα πανηγύρια της Χαιρώνειας, πίσω από τους πάγκους, ανάμεσα στους οδοιπόρους και τις κραυγές της ηλεκτρογεννήτριας.
  Όμως η Ιφιγένεια είναι πια μακριά. Βρήκε τα χνάρια της ένα μικρό αγόρι. Την ακολούθησε ίσαμε που εκείνη εχάθη οριστικά πέρα από τα γήπεδα και τ΄άλλα, τα ηλεκτρικά, της πόλεως πράγματα. Έπειτα είπε το νέο, καταδικάσαν τον πατέρα της και τον ανάγκασαν να φύγει με τα γυναικόπαιδα για την Θήβα. Ύστερα γκρεμίσαν την καλύβα του με τα βαριά σφυριά και έσφαξαν ακόμη όλα τα ζώα που ήταν αφημένα πέρα στο ποτάμι. Μόνο τότε ησύχασαν και φρόντισαν να θάψουν δίχως σταυρούς τους σκοτωμένους και τα ζώα γιατί είναι αμέλεια και ύβρης να αφεθούν τα κουφάρια, έτσι ασάλευτα, μες στα σπίτια. Κάποιος από τους αρχηγούς είπε πως παλαιότερα, μετά τις σφαγές φάνηκαν λύκοι και άγρια σκυλιά στα υψώματα γύρω από μια πελοπονησιακή κωμόπολη. Έσκαψαν στα χώματα τα αρπακτικά, έσυραν κάποιες από τις σωρούς. Με ανθρώπους στα δόντια τα κτήνη φεύγαν για τα βουνά της Αρκαδίας. Στεφανωμένοι κάηκαν οι νεκροί με τα ασημικά τους στο βάθος του ρέματος. Ακούγονταν τα μοιρολόγια, τραγουδισμένα από χίλια στόματα.
  Την Ιφιγένεια την αγαπούσαν όλοι. Ήταν ένα μοναχικό και όμορφο κορίτσι. Φρόντιζε τους κήπους, έδενε πολύχρωμα πανιά στις στέγες, έτσι που στις ωραίες, ανοιξιάτικες μέρες να πετούν χρώματα πάνω από τις παράγκες. Ακόμα παρηγορούσε τα παιδιά, ερμήνευε τα όνειρα και τραγουδούσε στους γάμους με την κελαριστή, την ακηλίδωτη φωνή της. Η Ιφιγένεια δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Και τα παιδιά χαλούν τον κόσμο μες στα παραπήγματα, μπουκάρουν μέσα φόβοι και νερά, τα πανιά που σκίζονται, το κρύο που φθάνει.
  Απόψε βρέχει. Αναστατώθηκαν όλοι μες στο ρέμα γιατί το νερό μπορεί να σηκωθεί απότομα, μπορεί να πνίξει τις πλαγιές, η Ιφιγένεια λείπει μες στους κάμπους, στη Βοιωτία σκοτώνεται απ΄τη λύπη της η Ιφιγένεια που θελήσαν να την δώσουν χάρισμα στον τσιγγάνο. Γελούσε ο γέρος που προφητεύει τους χαλασμούς και την κοίταζε ίσια στα μάτια την Ιφιγένεια που σκοτωνόταν και ποτέ δεν την λυπήθηκε. Ούτε ακόμα όταν τιναζόταν στα χέρια του τσιγγάνου, γύρω γλέντια και μουσικές, η Ιφιγένεια τιναζόταν σαν σπασμός και έφεγγε γεμάτο, βρόχινο φεγγάρι. Τώρα μονάχα την θυμούνται, αργά τις νύχτες μες στους εφιάλτες προφέρουν εξωφρενικά τ΄όνομά της. Η Ιφιγένεια ανακηρύχτηκε αγία. Μες στα σπίτια του ρέματος καπνίζουν τα εικονίσματα για την αγία Ιφιγένεια. Κρεμούν φυλαχτά απ΄τα γλυπτά της και κάθε θέρρος τραβούν κατά την Χαιρώνεια που έχει λιτανείες και την περιφορά της εικόνας. Τους ναούς της τους φτιάχνουν μες στα ρέματα, στους καταυλισμούς, στους λόφους των προσφυγικών. Την αγία Ιφιγένεια την είπαν ονειροπομπό.
 
*
©Απόστολος Θηβαίος

Εικόνα Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, “Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

  Μούσκεμα σαν να είχα πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα τρύπωσα κάτω από το υπόστεγο ενός περίπτερου και προσπαθούσα να πάρω κουράγιο και ελπίδα ότι τελικά δεν ήτανε η συντέλεια του κόσμου από δυο ηλικιωμένες Γερμανίδες δίπλα μου που συνηθισμένες από τέτοια ατάραχες έλεγε η μια στην άλλη πως είχε περάσει το καλοκαίρι της. Εγώ πεπεισμένος ότι πια ο ήλιος θα έκανε χρόνια για να ξαναφανεί σαν εκείνον τον άλλονε του ΠΑΣΟΚ έκανα μια τελευταία προσπάθεια κι ανάμεσα σε ποτάμια νησίδες και πλακάκια που μόλις τα πατούσα γινόντουσαν σιντριβάνια βρώμικα και αιμοβόρα έφτασα στην πόρτα του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και εκεί ανάμεσα σε θυρωρούς με λιβρέες γαλόνια και κασκέτα σα να ηρέμησα κάπως. Έκανα κι όλας τη σκέψη πως Μεγάλη Βρετάνια ήτανε αυτή. Είχανε δει και είχανε δει τα μάτια της. Αφού είχε αντέξει ακόμα και τον Μακάριο πάνω σε ένα μπαλκόνι της να φωνάζει έξω οι Εγγλέζοι από την Κύπρο.
  Όλοι την ιστορία της νεότερης Ελλάδας μπροστά της και δεν είχε κλατάρει. Σαν να ησύχασα κάπως και την στιγμή που αναρωτιόμουνα αν θα γίνει η πορεία ακούω κάτι χαλαρά ασυντόνιστα συνθήματα και από την γωνία της Σταδίου φάνηκαν δυο αδέσποτα σκυλιά που έχοντας πάρει σοβαρά την αποστολή τους σαν προπομποί σταμάταγαν κάθε τόσο και κοιτούσαν πίσω να δουν αν τους ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα.
  Και πράγματι καμιά δεκαπενταριά νέα παιδιά φάνηκαν κρατώντας τα καθιερωμένα πανώ και όλοι μαζί πέρασαν μπροστά μας μέσα στην καταρρακτώδη βροχή και εγώ πάλι δεν ήξερα αν αυτό όλο ήτανε κάτι ηρωικό ή αξιοθρήνητο αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τα συναισθήματα μου γιατί πίσω τους ξεμπουκάρισε πάνοπλη μια διμοιρία των Ματ και μέσα μου αισθάνθηκα μια αφόρητη ανησυχία για τα δυο αδέσποτα σκυλιά που ανύποπτα μες την τρελή χαρά δεν οσμιζόντουσαν τον κίνδυνο.
  Μεγάλη Βρετανία μου εσύ που τόσα έχουνε δει τα μάτια σου κι άλλα τόσα ο κώλος σου συμπεριέλαβε τους κι αυτούς μέσα στη νεότερη ιστορία μας. Αδικία.

©Πέτρος Κυρίμης 
«Λουκάνικος, ο σκύλος της χρονιάς 2011» © PHOTO -ARIS MESSINIS / AFP / GETTY IMAGES –TIME MAGAZINE 

Τάσος Ψαρράς, Πορεία στο νότο, παρέα μ’ ένα νέγρο θερμαστή

Γνώριζα την ποίηση του Καββαδία από τα γυμνασιακά μου χρόνια, μέσα από τις συλλογές «Μαραμπού» και «Πούσι» από τις εκδόσεις -αν θυμάμαι καλά- «Γαλαξίας». Ήταν μαζί με τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη οι ποιητές που με είχαν επηρεάσει περισσότερο απ’ όλους τους άλλους. Και με ταξίδεψαν ακόμη περισσότερο. Ιδίως ο Καββαδίας. Διαβάζοντας τα ποιήματά του ξανοιγόταν μπροστά μου ένας κόσμος άγνωστος, γοητευτικός, περιπετειώδης, μεθυστικός, με παράξενους τόπους, αλλόκοτους ανθρώπους, κοινές γυναίκες, ποτά, ναρκωτικά, μπαρ, καυγάδες, μαχαιρώματα, αλμύρα, πίκρα, προσδοκία.

Και όλα αυτά με μια γλώσσα γεμάτη μουσική, ήχους, ρυθμό, ανάκατη με ναυτικά παραγγέλματα, ντόπια στοιχεία, εξελληνισμέvους διεθνείς όρους, κι ακόμη παραθέματα από την ιστορία, την παράδοση, τον πολιτισμό. Μια γλώσσα απλή, καθημερινή, άμεση, που πλάθει εικόνες, ζωντανεύει μνήμες, κινητοποιεί τις αισθήσεις. Λίγο ακόμη διαβάζοντας και νιώθεις το κύμα να σκάει κάτω απ’ την κουπαστή και να σε λούζει, το κουδουνάκι να χτυπά περιοδικά, το αμπάρι να τρίζει, ο μονότονος ήχος της μηχανής να χαμηλώνει και ν’ αυξάνει καθώς παλεύει με τον άνεμο… Και μόνος ο μαρκόνης σκυμμένος στο χειριστήριο να δίνει θέσεις, να στέλνει μηνύματα, να παίρνει μηνύματα. Τότε δεν είχα διαβάσει ακόμη το «Τραβέρσο», που κυκλοφόρησε το 1975, ούτε και τη «Βάρδια». Ούτε φυσικά την εκπληκτική «Λι», ούτε «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου», κείμενα που ανακάλυψα αρκετά αργότερα.
  Bρισκόμαστε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν γύρω στο 1977 ο Γιώργος Παπαλιός, παραγωγός της πρώτης μου ταινίας μεγάλου μήκους «Δι’ ασήμαντον αφορμήν», μου πρότεινε να γυρίσουμε ένα σίριαλ γύρω απ’ τη ζωή των ναυτικών. Μέχρι τότε δεν ήξερα πολλά για τους ναυτικούς, πέρα από τα ποιήματα του Καββαδία και κάποιες σκόρπιες διηγήσεις από δω κι από κει. Άρχισα να διαβάζω ο,τιδήποτε είχε σχέση με τη θάλασσα. Έτσι έπεσα πάνω στη «Βάρδια», που μου τη δάνεισε ένας καπετάνιος, γιατί η παλιά έκδοση είχε εξαντληθεί, στη συλλογή «Τραβέρσο» και στη «Λυσικόμο Εκάβη» του άλλου μεγάλου παιδιού της θάλασσας, του Β. Λούλη.
  Αλλά δεν έφταναν μόνο τα διαβάσματα. Αποφασίσαμε να μπαρκάρω σ’ ένα πλοίο της εταιρείας του πατέρα του, που ήταν εφοπλιστής, για να ’χω τη γνώση από πρώτο χέρι. Κι ακόμα για να σημειώνω και να ηχογραφώ τις διηγήσεις των ναυτικών που θα αποτελούσαν το πρώτο υλικό του σεναρίου.
Το πρώτο λοιπόν ταξίδι μου με το φορτηγό «Αιγίς Σόνικ» δεν ήταν “…για το Νότο”. Ήταν για το Ρότερνταμ. Πήρα το πλοίο από το Πόρτ Σάϊντ, που έκανε “μπάνκερ”, περάσαμε τη Μεσόγειο με γαλήνιο καιρό και φθάσαμε στην Ολλανδία διασχίζοντας έναν ανταριασμένο Βισκαϊκό που έδινε έντεκα δύναμη. Έζησα λοιπόν τη ζωή των ναυτικών, κατέγραφα τις κουβέντες τους, τις αφηγήσεις, και μέσα απ’ το λυρισμό που κρύβουν αυτές οι ιστορίες κρατούσα ζωντανή την ανάμνηση του Καββαδία. Κι όταν κάποιες στιγμές “…προς την γαλάζια έκσταση εκοιτούσα”, θαρρούσα από κάπου επρόκειτο να προβάλλει ο Γουίλλυ, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, είτε ο Νάγκελ Χάρμπορ,
ο Νορβηγός πιλότος απ’ το Κολόμπο, ή ο Γερμανός πλοίαρχος Φλέστερ, ή έστω ο πονηρός Κάπταιν Τζίμμυ.
  Το ταξίδι ήταν συναρπαστικό και οι διηγήσεις των ναυτικών μου έδωσαν το υλικό των πρώτων επεισοδίων. Μετά ακολούθησαν και δυο τρία άλλα ταξίδια προετοιμασίας, πήγα στο νότο στην τροπική ζώνη, στη Βραζιλία, στην Αρζεντίνα, στην Ιαπωνία, στην Καραϊβική Κουρασάο και Αρούμπα, στην Αφρική, στο Κάιρο, στη Βηρυτό και στο Αλγέρι, σε χώρες για τις οποίες οι ναυτικοί έχουν πάντα κάτι να αφηγηθούνε… Και μαζί με το “τσούρμο”, όταν έβγαινα στα λιμάνια, συναντούσαμε την ενθουσιώδη υποδοχή των κοινών γυναικών που τρελαίνονταν να βρεθούν με Έλληνες ναυτικούς. Γιατί οι Έλληνες ποτέ δεν τις αντιμετώπιζαν σαν πόρνες. Τις αντιμετώπιζαν σαν ερωμένες, φίλες, γνωστές. Τις κερνούσαν, έτρωγαν παρέα και το βράδυ πλάγιαζαν μαζί τους όπως θα πλάγιαζαν με το κορίτσι τους. Έτσι εξηγείται γιατί οι γυναίκες των λιμανιών στο Ρεσίφε στο Σαλβαδόρ, στο Πόρτο Αλέγκρε, στο Μπουένος Άιρες, στο Ρίο, στη Γιοκοχάμα, σχεδόν παντού, όλο και ξέρουν κάποιες λέξεις ελληνικές, τραγουδούν τα τραγούδια μας, χορεύουν τους χορούς μας και -γιατί όχι- σηκώνουν ελληνικές σημαίες. Είναι γνωστό άλλωστε το ανέκδοτο του Καββαδία με το Σεφέρη στη Βηρυτό, όταν ο δεύτερος ήταν εκεί πρεσβευτής. Βρέθηκαν κάποια εθνική γιορτή μας μαζί και, καθώς με το ίδιο αυτοκίνητο πήγαιναν στην πρεσβεία για τα σχετικά, ο Σεφέρης παρατήρησε σ’ ένα σημείο του λιμανιού ελληνικές σημαίες. “Δεν ήξερα”, είπε στον Καββαδία, “πως έχουμε τόσο μεγάλη παροικία”.
  “Δεν κατάλαβες”, του είπε ο Καββαδίας. “Είναι οι πουτάνες των λιμανιών και πανηγυρίζουν που έπιασε ελληνικό πλοίο”. Σοκαρισμένος ο Σεφέρης, ούτε ξανακοίταξε τον Καββαδία σ’ όλη τη διαδρομή.
  Καταγράφονται κι άλλα ανέκδοτα κι άλλα περιστατικά με το Σεφέρη, αλλά και άλλους εκπροσώπους της γενιάς του ’30, και τον Καββαδία. Δεν ξέρω πόσα απ’ αυτά είναι πραγματικά, αλλά σίγουρα αποδίδουν τη ρήξη της ζώσας ποίησης του Καββαδία με τη λόγια μοντέρνα λογοτεχνία “της συν-κουμπωμένης” και “συν-γραβατωμένης” γενιάς, κατά το χαρακτηρισμό του Σκαρίμπα.
Πάντως πρέπει να είναι μάλλον πραγματικό το περιστατικό με τον Κατσίμπαλη. Όταν σε μια σύναξη με το Σεφέρη και άλλους ο Κατσίμπαλης ζήτησε από τον Καββαδία να τους διαβάσει ποιήματά του, ο Καββαδίας προφασίστηκε πως είχε τα χειρόγραφα κρεμασμένα στην καμπαρντίνα του στο χωλ. Την πήρε, έφυγε, και άφησε τους άλλους να τον περιμένουν.
Όταν ολοκληρώθηκε το σενάριο του σίριαλ με τον ναυτικό τίτλο «Πορεία 090» -δηλαδή πορεία στο Νότο- ζήτησα από τον Γιώργο Παπαλιό να πάρει τα δικαιώματα των ποιημάτων του Καββαδία για να μελοποιηθούν και να ενταχθούν στη δραματουργία. Έτσι και έγινε. Τότε κάναμε ιδιαίτερη παρέα με το Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή. Ο Μάνος δεν μπορούσε να αναλάβει το σίριαλ, γιατί ήταν απασχολημένος με τη σύνθεση ενός καινούργιου έργου τότε, και πρότεινα το Λεοντή. Έναν συνθέτη που εκτιμούσα και συνεχίζω να εκτιμώ απεριόριστα, όχι μόνο για τη μουσική του αλλά και για το ήθος του και τη γενική του στάση στα πολιτιστικά, ακόμη και σήμερα, που πολλοί δείχνουν να ακολουθούν τον δρόμο της έκπτωσης σε μια απο-πολιτικοποιημένη κοινωνική ζωή και απο-πολιτισμένη καλλιτεχνική παραγωγή. Ο Λεοντής, που δεν είχε κάνει τηλεόραση, αιφνιδιάστηκε με την πρόταση και στις ερωτήσεις του Παπαλιού για το κόστος, αλλά και το χρόνο παράδοσης, επιφυλάχθηκε να απαντήσει θέλοντας να κάνει μια διερεύνηση της αγοράς. Καθυστερούσε να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση, ίσως και να μην ήθελε να μπλέξει με την τηλεόραση…
  Στο μεταξύ, διάφοροι συνθέτες που είχαν μάθει για το εγχείρημα επιδίωκαν να πάρουν την ανάθεση. Έτσι άκουγα διάφορες μελωδίες, που καμιά όμως δεν με ταρακούνησε. Μια μέρα, μου λέει ο Παπαλιός, “ξέρεις, η γυναίκα μου (η γνωστή ντοκιμαντερίστα Μαίρη Παπαλιού) γνωρίζει έναν νέο συνθέτη, το Θάνο Μικρούτσικο και έχει γράψει κάποια μοτίβα πάνω σε ποιήματα του Καββαδία. Δεν πας να τα ακούσεις κάποια στιγμή; Δεν πιστεύω πως θα ’ναι κάτι σημαντικό, αλλά ανάμεσα στα άλλα άκουσε κι αυτά. Και, μεταξύ μας, είναι και πολύ οικονομικός”.
  Τον Μικρούτσικο τον γνώριζα από τα πολιτικά του τραγούδια και τις επιρροές που είχε από τον Άισλερ, τον Κουρτ Βάϊλ και άλλους Γερμανούς του μεσοπολέμου. Μου άρεζε. Έγραφε καλή μουσική, αλλά κάπως μαθηματική, κάπως ψυχρή. Είχα πολλές αμφιβολίες αν ταίριαζε με το πνεύμα του Καββαδία. Έτσι, πήγα στο σπίτι του στην οδό Ζαν Μωρεάς στο Χαλάνδρι, κυρίως για να κάνω το χατίρι του Παπαλιού… Κάθισε αμέσως στο πιάνο. Έπαιζε και τραγουδούσε τους στίχους από τα ποιήματα του Καββαδία.
  Έμεινα ακίνητος στη θέση μου. Η μουσική δεν έβγαινε μόνη από το πιάνο. Μαζί της ξεπηδούσαν θεόρατα κύματα, καταιγίδες, βαπόρια με σκουριασμένες λαμαρίνες κι άλλα πειρατικά με φανάρια στην πρύμνη, λιμάνια, αρμύρα, γυναίκες, φάτσες ναυτικών, η φύση όλη αλλά και η μεταφυσική του Καββαδία. Τηλεφώνησα στον Παπαλιό. “Κλείσ’ τον αμέσως. Βρήκαμε συνθέτη”. Φεύγοντας ο Θάνος μου ’δωσε μια κασέτα. Το βράδυ όλη η παρέα στην ταβέρνα τραγουδούσαμε “το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμμυ”. Έτσι προέκυψε ο «Σταυρός του Νότου».
  Ξανασυναντήθηκα με τον Καββαδία όταν έκανα -στην εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς» της ΕΤ 1- το πορτρέτο του.
  Όλα τα θέματα της πολύ πετυχημένης και χρήσιμης αυτής εκπομπής, τα ζητάvε πολιτιστικοί σύλλογοι, σχολεία, πανεπιστήμια, στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Το πορτρέτο του Καββαδία έχει σταλεί κι έχει παιχθεί παντού. Με αφορμή αυτό το κείμενο έριξα μια ματιά στο αρχείο μου. Δεν μου είχε απομείνει ούτε ένα αντίγραφο …
Copyright©Τάσος Ψαρράς/Περιοδικό Heteron ½. – Στάχτες αρχείο

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Απόβραδο

Nighthawks, by Edward Hopper, 1942

Η περίπτωση Έντουαρντ Χόπερ

Ο γελωτοποιός της κλίμακας του Χένρυ Μίλερ στο λαϊκό κατάστημα. Τοίχοι από μίκα ή αλλιώς μια θάλασσα στους τοίχους και το κορίτσι με τις τεχνητά ερυθρές παρειές. Μια κατατομή περασμένων δεκαετιών, μια εποχή δίχως αυταπάτες. Το κορίτσι με το λευκό, νεκρό δέρμα προσομοιάζει εξαιρετικά σε μια ελληνική εκδοχή φιλμ νουάρ. Οι χαμογελαστοί ναύτες και τα κινέζικα φώτα. Ετούτο το μαγαζί βρίσκεται ίσως κάτω από μια γέφυρα. Κανείς δεν θα φανταστεί ποτέ πως σε μια τέτοια ιδιόμορφη θέση θα μπορούσαν να επιβιώσουν οι πρωινές, πιστές σκιάσεις. Καθώς τα ηλιοτρόπια θα γείρουμε κάποτε ο ένας προς τον άλλον, χτίζοντας τις πόλεις μέσα μας. Ετούτοι οι άνθρωποι, όσοι θα επιζήσουν κάτω από τα φώτα τύπου china town θα ομολογήσουν συντριμμένοι, λίγη μόνον ώρα προτού ξημερώσει πως πληγώθηκε ανεπανόρθωτα πια εκείνη η βεβαιότητα πως θα μπορέσουμε τάχα να επινοήσουμε μια άλλη ατμόσφαιρα. Δεν μπορεί παρά να κριθεί ως επαρκέστατη, μια άκρως πετυχημένη σκηνογραφία η προοπτική του τοίχου. Με ένα θαυμάσιο τρόπο θα απομείνει ο γελωτοποιός στη θέση του, με τα χαραγμένα αστέρια στα μάτια του ο γελωτοποιός, με τη λευκή ενδυμασία του που αναγνωρίζουν και αγαπούν τόσο τα παιδιά. Το κορίτσι του κέντρου ερμηνεύει ένα φλογερό τραγούδι. Οι στίχοι του μιλούν για πάθος και αν θα μπορούσε κανείς να αντικρίσει μόνο το κορίτσι εκείνο, αργά τη νύχτα, θα μαρτυρούσε μια φριχτή θλίψη, ένα λασπωμένο πρόσωπο κάτω από τις φωτιστικές απάτες των χαραυγών. Είπαν, εκείνα τα σημάδια δεν ήταν αστέρια. Εκείνα τα σημάδια ήταν αίματα, τα άλικα χείλη ήταν πνιγμένα μες στο αίμα. Ο νεκρός γελωτοποιός σε μερικά έτη θα αποσυρθεί από το κατάστημα. Θα περιφρονήσει την χαρτοπαιξία και όταν αιωρηθούν οι πολύχρωμοι φωτισμοί πάνω από τα κινέζικα, φορτηγά πλοία, λοιπόν τότε ο κρυφός εκείνος άνδρας θα αποσυρθεί στα λιτά, καθολικά ησυχαστήρια, λησμονώντας τις κλίμακες και τους ζωηρούς φθόγγους του κόσμου. Ο χαμογελαστός ναύτης, εκείνος που μοιάζει τόσο στον ζωγράφο Ρέμπραντ, ο μελαγχολικός εκατομμυριούχος, ακόμη και το κορίτσι με την αμήχανη γύμνια θα κοιτάξουν με δέος τον γελωτοποιό που αποσύρεται πολύ πάνω από τις κλίμακες, διαλυμένος ήδη σε θεωρίες και εικασίες.

  Εκείνος ο άγιος με τα αιμάτινα μάτια είναι ο φωτισμένος άνθρωπος των συνοικισμών. Ανήκει σε εκείνους τους πολύ δικούς μας ανθρώπους που εξέρχονται των αιθουσών, χύνονται σαν νερά μες στα οδοστρώματα για να ξεθωριάσουν ως αργά το μεσημέρι, δίχως να θυμίζουν τίποτε από τις νεοανακαλυφθείσες ηπείρους των εκατομμυρίων προοπτικών. Τα μάτια του είναι πάντα στυλωμένα στο άδειο. Είναι πηγάδια τα μάτια του και η περηφάνια του κοριτσιού λαμπρή. Μια επιβλητική συγκίνηση σε εκείνη την παρουσία, προτού απομείνουν κρεμασμένα στις πόρτες και πάνω στα δρεπάνια φεγγάρια τα κατάμαυρα σακάκια. Αργά το πρωί ο απόκοσμος γελωτοποιός θα είναι διάφανος μες στην αυλική του στολή, μονάχα σημάδια κόκκινα πάνω στα μάτια, έξω τα καταραμένα νερά των πρωινών βροχών, η σκουριασμένη κλίμακα και το στενό, δαντελένιο κολάρο. Ένα λευκό τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι και το περήφανο κορίτσι που χάνεται μες στη βρόχινη θάλασσα, μια αθεράπευτη μοναξιά, εξαιρετικά μακρινή στο μέσον του λαϊκού κέντρου που σβήνει τους φωτισμούς του και όλοι μπορούν με ησυχία να θρηνήσουν το τέλος της νύχτας και την τραχιά, καινούρια μέρα που ανοίγεται μες στις βορειοελλαδίτικες ομίχλες που τόσο αγαπούν οι λάτρεις του συγγραφέα Ιωάννου. Σε όλο το μήκος του λιμανιού τα απόμακρα πλοία με τα διεθνή χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο βάθους οι καινούριες σκιές και η υδατογραφία ενός ολοένα και λιγότερο, ανθρώπινου Θεού. Το κορίτσι τραγουδά στους δρόμους κάτω από τις γέφυρες, μια ζαχαρένια κούκλα με σπασμένα μέλη και το πρόσωπο κολλάζ με όλους τους εραστές νωπούς στα ερειπωμένα της μάτια.
  Οι γέφυρες θα΄ναι πάντα οι σκληρές, σκιερές μέρες του ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ, η ομίχλη και οι γερασμένοι φάροι από αντοβιανά τούβλα και παλιά σιένα. Η μοναξιά και η αποτίμησή μας, μια ίδια μουσική παιγμένη από χίλια, πανομοιότυπα χέρια που διαφέρουν μονάχα στις γραμμές και τις μοίρες. Η μορφή του γελωτοποιού απαντάται συχνά στα καταστήματα φαρμάκων, στα μεσημεριανά, αμερικανικά τοπία, στα μπαρ των διασταυρώσεων, τα νυχτερινά γραφεία και σε εκείνα ακόμη τα μοτέλ των δυτικών πολιτειών. Πρώτο πλάνο, γυναικεία φιγούρα, τα δυτικά βουνά, τελευταίο οχυρό πριν τον κόσμο των Αζτέκων, φωτεινές αιχμές και τα φετίχ των ανδρικών οραμάτων. Ο φωτογραφικός χρωστήρας, δαιμονικός, γεροντικός και ατομικός. Μια ανεπαίσθητη, ψύχραιμη, εξπρεσιονιστική ποίηση, φωτορεαλιστικών προδιαγραφών. Ο λυπημένος γελωτοποιός αποσύρεται αργά προς την αποβάθρα των μεγάλων Αυγουστίνων. Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης θα μπορούσε να ξερνά κατάμαυρες πεταλούδες μέσα από το υδραίικο στόμα του.
©Απόστολος Θηβαίος

Μάνος Χατζιδάκις: «Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι»

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτειιδεολογία.

Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη, αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Ομως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.
Πρόσφατη περίπτωση ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μια ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς, με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως, απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα, επικίνδυνη, που επιθυμούσε να μας υποτάξει.
Ενας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.
(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης.)
Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Ομως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα, άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους.)
Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Ομως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.
Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους, ή παθητικός, μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα ΜΜΕ ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.
Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία, όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός, η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.
Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ωσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

Μάνος Χατζιδάκις

Φεβρουάριος 1993

(Πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων στην «Ελευθεροτυπία«)