Κατηγορία: Πεζογραφία
Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή
Επίσκεψη πρώτη
Σαν να βγήκα από ύπνο βαθύ, η άμορφη γκριζάδα μπροστά στα μάτια μου εξατμίστηκε και είδα καθαρά τα σχήματα και τα χρώματα. Ένας κήπος. Ένας ψηλός τοίχος. Χωράφια ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Και στο βάθος δυο βουνά. Η γυναίκα με τα άσπρα, που μύριζε μαλακτικό για ρούχα και αντισηπτικό, μπήκε στο δωμάτιο να με μεταφέρει από την πολυθρόνα στο κρεβάτι. Έδειξα με το δάχτυλο το ένα βουνό και είπα «Όλυμπος».
Βλακεία έκανα. Η γυναίκα τα ‘χασε, σα να χάρηκε, σα να ανησύχησε. Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιο ο αντιπαθητικός άντρας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή»
Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη
Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία
Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη»
Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne

μια ιστορία αλληγορική
Mπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε. Ήταν ένα βρώμικο ποτοπωλείο από εκείνα που διανυκτερεύουν, πουλώντας φτηνό ουίσκι. Επειδή ακριβώς μένει ανοιχτό ως αργά, μαζεύει λογής ανθρώπους, μέθυσους, μοναχικούς, παραμυθάδες, φονιάδες, σωματέμπορους, δούλους και κόκκινα κορίτσια, αποτυχημένους εμπόρους. Καθένας πίνει μονάχος του και πάνω από τα κεφάλια τους αιωρείται ένα λεπτό στρώμα καπνού, έτσι που να μπορούσε κανείς να υποθέσει πως μες στο κακόφημο μαγαζί έχει πέσει μια ομίχλη, που είναι αδύνατο να διαλυθεί.
Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ, είπε εκείνη. Έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της που κολλούσαν στο μέτωπό της. Και έπειτα, έχοντας βρει κάτι παραπάνω από την χαμένη της αυτοκυριαρχία επανέλαβε αποφασιστικά. Ένα ποτήρι κρασί, αυτό μόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne»
Ευγενία Νικητίδου, Ταξίδι σε τέσσερις τροχούς
Από μικρό παιδί φοβάμαι το σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου προκαλεί ανατριχίλα. Αν μπορούσα, και στον ύπνο μου θα είχα αναμμένα φώτα. Και για να είμαι ειλικρινής, όσο ζούσα, είχα αναμμένο ένα φωτάκι στο δωμάτιο μου τη νύχτα. Έτσι, για συντροφιά, για να απαλύνει την κυριαρχία του μαύρου. Λέω όσο ζούσα γιατί τώρα είμαι νεκρός. Νεκρός με μια σωματική, υλική αν θες, έννοια. Γιατί μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως κατά τ’ άλλα νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ. Δεν το ήξερα ότι τα πνεύματα έχουν αυτή τη δύναμη. Σημασία, πάντως, έχει ότι είμαι νεκρός. Αμετάκλητο γεγονός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Νικητίδου, Ταξίδι σε τέσσερις τροχούς»
Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου
Το παλιό σπίτι βρισκόταν στο τέλος του δρόμου, τα παράθυρά του ήταν ανοιχτά και η οροφή του κατέρρεε. Ήταν το είδος του σπιτιού για το οποίο τα παιδιά ψιθύριζαν σε χαμηλούς τόνους, φαντάζονταν κάθε είδους σκοτεινά και απειλητικά πράγματα να κρύβονται μέσα στους σάπιους τοίχους του. Καθώς στεκόμουν μπροστά στο παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι, ένα προαίσθημα με κατέκλυζε.
Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχα πατήσει το πόδι μου σε αυτό το μέρος, αλλά οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας με ακολουθούν ακόμα, γιατί ήμουν το μόνο παιδί που ήξερε τι συνέβαινε σε αυτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου»
Μέλπω Αξιώτη, τα πράγματα που τους κάνει ο χρόνος το χατήρι να τα διατηρεί
Η Κάδμω (αποσπάσματα)
Κάθεσαι τώρα στο τραπέζι το τρίκλινο που είναι κόντρα στον τοίχο, μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Και γράφεις. Πάντα κόντρα στον τοίχο. Οδός Αριστοτέλους, όταν δοκίμασες για πρώτη φορά τη γραφή, οδός Τιμολέοντος, εκεί που σε βρήκε ο θάνατος της καλύτερης φίλης σου, οδός Κεφαληνίας που σε βρήκε ο πόλεμος, οδός Γκουφιέ, όπου έμενες εσύ στο κάτω μέρος του σπιτιού και πάνω κατοικούσε η άλλη φίλη σου, η Μάρω — που έμεινε στη μνήμη σου, και στην Ιστορία, τουφεκισμένη με το πολυβόλο από τον ξένο εχθρό, μέσα στην Κατοχή. Στο χώρο του Θυσιαστηρίου της Καισαριανής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μέλπω Αξιώτη, τα πράγματα που τους κάνει ο χρόνος το χατήρι να τα διατηρεί»
Μάριος Χάκκας, Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]
Από τις εκδόσεις Άγρα
H ΣΥΝΤΟΜΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚH ΠΟΡΕΙΑ του Μάριου Χάκκα, επηρεασμένη βαθιά από την αναμέτρηση με τη θανατηφόρα ασθένειά του, είναι μια πορεία που περιγράφει, με ρεαλισμό και σαρκασμό, το μετεμφυλιακό κράτος και τις απαρχές της Μεταπολίτευσης. Στις σελίδες του Τυφεκιοφόρου του εχθρού παρακολουθούμε τον κοινωνικό τύπο του αριστερού πολίτη («γ’ κατηγορίας »). Παράλληλα, ο Χάκκας μας ξεναγεί στη μεταπολεμική Αθήνα: στην πόλη της «αντιπαροχής» και της αρχιτεκτονικής μετάλλαξης, της ευδαιμονίας, του καταναλωτισμού και της εύκολης κοινωνικής ανόδου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάριος Χάκκας, Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»







Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.