Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Universo Agrietado

 ανταποκρίσεις από τη ζωή της Μπεά. Κάποτε

Θέλει χάρη να γλιστράς μες στα στενά όρια του διαδρόμου. Η Μπεά έχει αναδείξει για παλάτι της εκείνα τα δυο δωματιάκια με την μικρή κουζίνα και το λουτρό. Και προσέχει ποτέ μα ποτέ να μην πέσει η αξιοπρέπειά της θύμα τίποτε ιστών. Και τότε το παλατάκι της θα γινόταν συντρίμμια μεμιάς και η προσπάθεια να την θαυμάζουν όλες ανεξαιρέτως οι φιλένάδες  για τη νοικοκυροσύνη της θα πήγαινε περίπατο.

Για τη χάρη της δεν θα γράψει κανείς, για την Μπεά δεν θα ‘χει φιλί πια, μόνο  βαθιά και στεγνή λύπη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Universo Agrietado»

Χρυσάνθη Σουκαρά, Η αρχή του κακού

«Ξύπνα ηλίθια!», σκέφτηκε και ένιωσε να την λούζει κρύος ιδρώτας. Έβλεπε όνειρο, σίγουρα, έβλεπε όνειρο.

«Ξύπνα!»

« Δεν γίνεται, όχι δεν γίνεται να τα ζήσω όλα ξανά από την αρχή!»

Έπρεπε να συγκεντρωθεί και να ξυπνήσει. Είχε διαβάσει κάπου, κάποτε -πως άραγε να θυμάται στο όνειρο της τέτοιες λεπτομέρειες;- ότι μερικές φορές στα όνειρα έχουμε συναίσθηση ότι κοιμόμαστε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρυσάνθη Σουκαρά, Η αρχή του κακού»

Θανάσης Τοτόμης: Νίκος Γκάτσος, Η τέμνουσα αισθαντικότητα της νεώτερης ελληνικής ποίησης

  • Τριάντα τρία χρόνια συμπληρώθηκαν προχθές από την απώλεια του ποιητή, στιχουργού και μεταφραστή, Νίκου Γκάτσου. Έφυγε από τη ζωή στις 12 Μαΐου 1992.

Η ποιητική γραφή του Νίκου Γκάτσου, είναι η τέμνουσα αισθαντικότητα της νεώτερης ελληνικής ποίησης.

Με αφορμή την επέτειο της απώλειας του αισθαντικού ποιητή και στιχουργού, «ακουμπούμε» στο αναγνωστικό κοινό, με σιωπηλή εξάρτηση, τους πιο κάτω στίχους:

Οδύσσεια

«Ακούμπησα το πρόσωπό μου
στα δυό της χέρια·
δεξί κι αριστερό·
Με πλησίασε· μ’ έφερε κοντά της Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Τοτόμης: Νίκος Γκάτσος, Η τέμνουσα αισθαντικότητα της νεώτερης ελληνικής ποίησης»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Γκόλφω 2.0

Η Γκόλφω είναι βωβή ταινία του 1914, η πρώτη γνωστή μεγάλου μήκους ταινία του ελληνικού κινηματογράφου.

Παραλλαγή του γνωστού μύθου
κατά το αστικότερον
και το εκσυγχρονιστικό

ιαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Μικρό δωμάτιο, φορτωμένο ρούχα, μια τηλεόραση που παίζει διαρκώς στο βουβό, κάθε τόσο χάνει το σήμα της, οι πρωταγωνιστές τη χτυπούν και εκείνη συνέρχεται. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στις πραγματικότητες. Μαζί με την τηλεόραση που δεν ακούγεται δουλεύει και ένα μονότονο, ηπειρώτικο μοιρολόι. Κάποιος πεθύμησε την πατρίδα, τι να γίνανε τα μέρη μας τα παιδικά, αχ τι να ‘γιναν, ίσως να χορταριάσανε και ποιος να τα ξεκρίνει κάτω από του χρόνου τα σπαρτά. Η μουσική πλανάται σε όλο τον ακάλυπτο. Είναι εκείνο το κομμάτι της πόλης που παρέμεινε μυστικά άχτιστο, μια πόλη κρυμμένη πίσω από τα σπίτια, σαν το οφθαλμιατρείο του “εξατμιζόμενου” Γεωργίου Μακρή. Ένας Θεός ξέρει πώς σώθηκε από το τέρας της αντιπαροχής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Γκόλφω 2.0»

Κία Φιλιππίδου, Μια ιστορία αλλιώτική

«Ναι, είναι υπέροχα εδώ. Με τον Άρη είμαστε και τα πίνουμε στον εικοστό πρώτο όροφο του «Ελλήσποντος». Ροζέ κρασάκι με θέα έναν ρόδινο Βόσπορο. Μαγεία. Έπρεπε να είχες έρθει, το ξενοδοχείο είναι εξαιρετικό. Ναι μεν δεν μου δικαιολογούσαν δίκλινο, αλλά το κρεβάτι είναι υπέρδιπλο. Α, θα του πω τα χαιρετίσματα μόλις γυρίσει από την τουαλέτα. Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Θα σε πάρω αύριο το πρωί γιατί βλέπω ότι άρχισαν να έρχονται και οι υπόλοιποι. Ο Μοδιάνης πάντα πρώτος».

Η Βιχτερία δίπλα του τον κοίταζε χαμογελαστή: «Μα πώς βρε Άγγελε την παραμυθιάζεις έτσι τη γυναίκα! Εγώ ποτέ δεν θα μπορούσα να πω τέτοια ψέματα στον άντρα μου». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κία Φιλιππίδου, Μια ιστορία αλλιώτική»

Αντώνης Σκιαθάς, Ημερολόγιο θηριοδαμαστή ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Αντώνης Σκιαθάς, Ημερολόγιο θηριοδαμαστή ―Από τις εκδόσεις Ιωλκός

Ο Αντώνης Σκιαθάς στη νέα του ποιητική συλλογή συνομιλεί ακόμη μια φορά με τα ανθρώπινα, αλλά και με την ίδια την ποίηση. Στους στίχους αναγνωρίζονται επιρροές που αντλούν την καταγωγή τους από την παγκόσμια ποίηση, ωστόσο στην καρδιά του ποιητικού του σύμπαντος χτυπά πάντα η Ελλάδα, το γαλανό της χρώμα, οι θάλασσες, τα βελούδινα ακρογιάλια και το φως της. Είναι αυτό το φως που γεννά την ποίηση, το φως που κατοίκησε στους ποιητές της από τον Όμηρο μέχρι και σήμερα. «Μ’ ένα μολύβι faber άφησα χνάρια παντού./Ίσως μ’ αυτά με βρουν στις ραψωδίες της Ιλιάδας/οπλίτη Συρακούσιο. Στην εκστρατεία των Αχαιών/με το σώμα μου σκέπαζα τη θάλασσα τα βράδια…» (σ. 9). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Σκιαθάς, Ημερολόγιο θηριοδαμαστή ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Vladimir Nabokov, Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό ― κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Μετάφραση: Σοφία Αυγερινού / Επίμετρο: Τίμοθυ Λάνγκεν / Εκδόσεις Μάγμα

Αναμένοντας την εσχάτη των ποινών, ένας κατάδικος, πασχίζει να συλλάβει τον κόσμο γύρω του, να βάλει τάξη στην ανθρώπινη εντροπία που τον βασανίζει. Κι ο κόσμος, διά των οικείων του, του δήμιου, και των δεσμοφυλάκων του, μοιάζει να του σκαρώνει μια μεγαλοπρεπή φάρσα: Αντί να τον τιμωρήσει, τον προσκαλεί να συνταχθεί με τους ανόμοιούς του και να συμφιλιωθεί με την τελετουργία του τέλους του. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, η ειρωνεία των ηρώων αλλά και του αφηγητή-συγγραφέα είναι τόσο συντριπτική που οτιδήποτε στιβαρό γκρεμίζεται, κάθε ανθρώπινο υλικό αποσυντίθεται, το σκηνικό και οι χαρακτήρες καταρρέουν μπροστά μας, οι ίδιες οι λέξεις εξεγείρονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Vladimir Nabokov, Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό ― κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Θ.Δ.Τυπάλδος, Το τοπίο μέσα της

Η Ζ… ήταν πάντα τόσο φοβισμένη. Από μικρή ένιωθε τον φόβο. Φόβος για το να μη μείνει μόνη της, φόβος όταν δεν ήταν μόνη της, φόβος για το κάθε της βήμα, την κάθε της αντάμωση με κάποιον γνωστό και πολύ περισσότερο, με κάποιον άγνωστο. Βυθιζόταν συνέχεια μέσα στον πυρήνα τού φόβου και ταυτόχρονα, φοβόταν μη κάνει το βήμα και βγει από ‘κει. Η ελευθερία έμοιαζε να την φοβίζει περισσότερο κι από τον φόβο. Αν προσπαθούσε να πάει προς την ελευθερία, τα βήματα της γίνονταν ασταθή, αβέβαια – ήταν ένα βρέφος που πάλευε με θεούς και δαίμονες να μάθει να περπατά δίχως βοήθεια από εξωγενείς παράγοντες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θ.Δ.Τυπάλδος, Το τοπίο μέσα της»