Αντώνης Σκιαθάς, Ημερολόγιο θηριοδαμαστή ―Από τις εκδόσεις Ιωλκός
Ο Αντώνης Σκιαθάς στη νέα του ποιητική συλλογή συνομιλεί ακόμη μια φορά με τα ανθρώπινα, αλλά και με την ίδια την ποίηση. Στους στίχους αναγνωρίζονται επιρροές που αντλούν την καταγωγή τους από την παγκόσμια ποίηση, ωστόσο στην καρδιά του ποιητικού του σύμπαντος χτυπά πάντα η Ελλάδα, το γαλανό της χρώμα, οι θάλασσες, τα βελούδινα ακρογιάλια και το φως της. Είναι αυτό το φως που γεννά την ποίηση, το φως που κατοίκησε στους ποιητές της από τον Όμηρο μέχρι και σήμερα. «Μ’ ένα μολύβι faber άφησα χνάρια παντού./Ίσως μ’ αυτά με βρουν στις ραψωδίες της Ιλιάδας/οπλίτη Συρακούσιο. Στην εκστρατεία των Αχαιών/με το σώμα μου σκέπαζα τη θάλασσα τα βράδια…» (σ. 9). Οι στίχοι του επίσης, περιέχουν συνομιλίες με προηγούμενες συλλογές του, όπου συμπίπτουν θεματικές που αφορούν τη συνομιλία με το επέκεινα, αγαπημένες μορφές που πέρασαν στην αιωνιότητα και έτσι ο θάνατος κερδίζει έδαφος, σε αντιπαραβολή με το φως που διατηρείται σε κάθε ποιητική του συλλογή και αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον ποιητή, αλλά και σανίδα σωτηρίας.
Ρεαλισμός, διακείμενο και αφηγηματική διάθεση, ένα ακόμα κοινό στοιχείο με προηγούμενες συλλογές του, γλαφυρές εικόνες, αγάπη για τον άνθρωπο, ποιητική παράδοση μα και βαθιές κοινωνικές ανησυχίες οδηγούν την ποιητική του σε μια συνεχή παλινδρόμηση μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλιστικής απεικόνισης, μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ ζωής και θανάτου. «Με ερωτήματα για την αποκάλυψη/θα φτάσουμε ασκεπείς στους καθρέφτες κοιμητηρίων,/για να ακούσουμε τα κλάματα της βροχής…» (σ. 14). Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα συλλογή, ο χρόνος και κυρίως η παγωμένη ανάσα του θανάτου μοιάζει να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο, καθώς κινείται ανάμεσα στα ανθρώπινη, με μια μελαγχολική διάθεση. «Παρακολουθούμε φονικά που ορίζουν τη λάσπη και το δίκαιο/ της ματαιοδοξίας.» (σ. 20). Διακρίνεται η διάθεση να απολογηθεί για τον «στραβό» δρόμο που πήρε ανθρωπότητα, καθώς περιγράφει, ακόμα και με τεχνολογικούς όρους, τη συναισθηματική απογύμνωση, τον ευτελισμό του εφήμερου του βίου, την ευκολία με την οποία παραδόθηκε η προσωπική ελευθερία, αλλά και την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται πια η ύπαρξη, «Λύσαμε τα κεραμίδια από τη στέγη/και άρχισαν να βρέχονται τα όνειρά μας.» (σ. 13)
Ο ποιητής, ο Θεός ή οι Θεοί, οι ειδήσεις «Οι ειδήσεις μιλούν για τα σαπισμένα/είδη των ανθρώπων,/περιγράφουν τη βλάστηση στις άπνοιες των ανεμογεννητριών.» (σ. 31), οι τέσσερις εποχές και τα ελληνικά – ιστορικά τοπόσημα, δημιουργούν τις αντιθέσεις, όπου το χρώμα και το φως εναλλάσσονται σκηνοθετώντας το ποιητικό σύμπαν του Αντώνη Σκιαθά. «Ο αέρας κόπασε στον χαμό της χωνεμένης φύσης./Η θάλασσα κρύφτηκε στο πηγάδι της αυλής,/’όπως τα ρυζόχαρτα με τα παράνομα συνθήματα.» (σ. 13)
Η μνήμη του θανάτου, σαν τη μόνη βεβαιότητα, η οποία επιβεβαιώνει το θαύμα της ζωής, υποκρύπτεται πίσω από την επίφαση του τετελεσμένου, του αποχωρισμού και της απώλειας. Είναι το σύμβολο του Γολγοθά που οδηγεί στην Ανάσταση της ζωής, που καταργεί τον κάθε θάνατο, ψυχικό και σωματικό. «Στον δρόμο άτυχοι παραθεριστές/άλλοι ντυμένοι και άλλοι μισόγυμνοι./Άρχισε να νυχτώνει,/γεμίσαμε τους κουβάδες νερό,/τους κρεμάσαμε εκεί ψηλά/για να δροσίζεται το φεγγάρι./Από το ραδιόφωνο μας έδιναν/οδηγίες θανάτου/…Χωρίς το Όρος των Ελαιών, χωρίς τον Γολγοθά,/χωρίς το Μανιάκι…/η ζωή μας θα σέρνεται στους ίσκιους/της Μεγάλης Εβδομάδας.» (σ.17).
Ο ποιητής είναι για τον Αντώνη Σκιαθά εκείνος που θα συνάξει τα όνειρα, θα προσκαλέσει τους ανθρώπους. Οι Andre Breton, James Joys, Honore, de Balzac, Bukowski, μπορεί να γράφουν «για τα οράματα των άλλων/που ήθελαν τους ανθρώπους θλιμμένους.» ωστόσο, «Μόνο ο έρωτας θα υπάρχει παντοτινά στα ποιήματα…» (σ. 37) ενώ «Ο θηριοδαμαστής χρόνος αδιάφορος/…και για τις μυροφόρες/μέρες μας σέρνοντας μαζί τους λιακάδες του Γενάρη…» (σ. 39), θα τιμήσει τους πεσόντες. Αυτούς που ηρωικά υπερασπίστηκαν τη ζωή. Κι ανάμεσά τους ο γεωμέτρης, ο μοναχός και ο θνητός. Μα ο ποιητής είναι εκείνος που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη ζωή, αφού , όπως θα πει:
«Ο ποιητής
Η ματαιότητα έχει κάλλος και ο χρόνος έλεος για τους ηττημένους.» (σ. 44)._
*
©Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου
✳︎

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.