Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια


…ΣΤΑ 53 ΕΒΓΑΛΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ

Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του, έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.

   Χαίρομαι που άσχετα με τα σκαριφήματά μου με μηδενική επίδραση στη θάλασσα της ποίησης και την αποτίμησή τους, όλα όσα νόμιζα ‘’σημερινά’’, δεν είναι παρά οι τραυματικές προβολές του ‘’χθες μου’’, στο σήμερα. Χαίρομαι που το 1970 που ήμουν στα δέκα μου και θυμάμαι πιο ανοιχτά, δεν θυμίζει καθόλου τις όμορφες μέρες που βιώνουμε για ενεστώτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε κοντά σαράντα χρόνια που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί• χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.
Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν• τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.
Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.
Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα• πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.
Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.
Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά• πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.
Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.
Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.
Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα• κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει• ποιος ζει ποιος πεθαίνει.
Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…
Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα• ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.
Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά• επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.
Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση• αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε• στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού• οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…
Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος• φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…
Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:
Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.
Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.
Γκρέμισες πολλά• μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.
Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.
Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο•
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά
Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε• ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου• όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα• κλάψε γοερά!

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος στη συλλογή «Για μια επέτειο» εκδόσεις ‘Ίκαρος’ 2013
photo©Στράτος Φουντούλης, «Aeroport de Zaventem, 2010»

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος είναι συγγραφέας. Άλλα έργα του: ‘Ο Σιμιγδαλένιος’ (11η εκδ. Εστία) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ (1η εκδ. Ίκαρος, 2η εκδ. Άγρα) ‘Ψέματα πάλι’ (Άγρα) ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ (Άγρα) ‘Οχιναιλέγοντας’ (Ίκαρος).

Γιάννης Γκέκας, Τριτογενές εκτόπλασμα

«Δε θ’ ανάψεις τα φωτάκια στο δέντρο;» ρώτησε η Αννούλα τη μητέρα της.
Η Κατερίνα δεν απάντησε, μόνο την κοίταξε και ξαναγύρισε στο πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο αναστενάζοντας.
Καθώς ο αναστεναγμός της φτερούγισε προς τον απέναντι τοίχο, η Κατερίνα άρχισε να θυμάται τα δικά της ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Πήγαινε ο πατέρας της στο βουνό για κυνήγι κι επέστρεφε με μπεκάτσες και έναν μικρό κέδρο υπό μάλης. Τον στόλιζαν την προπαραμονή των Χριστουγέννων και τον ξεστόλιζαν την επόμενη του Άη Γιάννη. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν παραπάνω γιατί ξεραινόταν και γέμιζε το σαλόνι βελόνες. Μετά δεν τον πετούσαν στα σκουπίδια αλλά τον έκοβαν για καυσόξυλα κι ευωδίαζε το σπίτι καθώς καίγονταν στην ξυλόσομπα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας πέθανε και έτσι οι μπεκάτσες αποδημούσαν χωρίς να κινδυνεύουν, οι κέδροι μεγάλωναν, η Κατερίνα παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αθήνα, ήρθε η Αννούλα και το πραγματικό δέντρο αντικαταστάθηκε από ένα πλαστικό.
Μέχρι και πέρυσι στόλιζε το σπίτι και όντως καταλάβαινες ότι πλησίαζαν Χριστούγεννα. Το σαλόνι μύριζε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτα, φωτάκια αναβόσβηναν στο μπαλκόνι, στολίδια και γιρλάντες πάνω στα τραπέζια και τις κουρτίνες, γκυ πάνω από την εξώπορτα και κουτιά με δώρα κάτω από το περίλαμπρο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Μέχρι που έγινε Αυτό.
Μέσα Ιουνίου πρέπει να ήταν, σιδέρωνε με ανοιχτή την τηλεόραση, όταν διέκοψαν το μεσημεριανό κουτσομπολίστικο για να μεταδώσουν έκτακτο δελτίο. Τα πρώτα κρούσματα, ανησυχία, αργότερα επεκτάθηκε το κακό, μετά η τηλεόραση σίγασε, όπως η ζωή τους.
Φόβος.
Έτρεχαν αντί να περπατάνε, την Αννούλα δεν την έστειλαν στο σχολείο, η Κατερίνα έβγαινε έξω προσέχοντας μην τη δει κανείς από αυτούς, έμπαινε στα ξεκλείδωτα σπίτια κι άρπαζε ό,τι έβρισκε και ο σύζυγός της, ο Πάνος επέστρεφε σπίτι με φαγώσιμα: Ήταν από τους πρώτους που χώθηκαν στο πάρκο και έσφαξαν τις πάπιες. Όταν εξαφανίστηκαν τα σκυλιά απ’ τους δρόμους, αναγκάστηκε να σφάξει τον Ριρίκο. Στη μικρή είπαν ότι πήγε ταξίδι και ότι θα επέστρεφε μετά από καιρό.
Η Αννούλα ζωγράφισε τον γάτο της με φωτοστέφανο.
Το βράδυ που έτρωγαν το Ριρίκο γιαχνί και είπε στους γονείς της: «Το κουνέλι είναι πεντανόστιμο».
Η Κατερίνα σκέφτηκε, κάποτε ξεπουπούλιαζα μπεκάτσες, τώρα έγδαρα τον γάτο της κόρης μου, κι έτρεξε στο σκοτεινό μπάνιο να ξεράσει.
Σύντομα θα γιόρταζαν τα πρώτα Χριστούγεννα μετά απ’ Αυτό.
Τα παράθυρά τους μονίμως κλειστά, αυτοκίνητα δεν περνούσαν, τα καλοριφέρ κλειστά, κιχ δεν ακουγόταν, μόνο κάποια μακρινά ουρλιαχτά. Δε μπορούσαν να στολίσουν το μπαλκόνι, θα τους έβλεπαν. Δε μπορούσαν να ψωνίσουν, θα τους έβλεπαν. Τα γειτονικά μικρομάγαζα κλειστά και λεηλατημένα. Αν έκαναν βόλτα, θα τους έβλεπαν. Δε θα πήγαιναν να δουν το καράβι στην πλατεία, είχαν μήνες να περάσουν από εκεί, ίσως και να μην υπήρχε φέτος καράβι.
Η Αννούλα, συνειδητοποιεί ότι η μητέρα της δε θα απαντήσει στην ερώτησή της για τα φωτάκια και πεισμώνει. Χτυπά το δεξί της πόδι πάνω στο γυμνό πάτωμα κλαίγοντας. Η μάνα της την αρπάζει απ’ τα μαλλιά, της αστράφτει ένα χαστούκι, της κλείνει το στόμα με τη χούφτα της ψιθυρίζοντας «σ’ αγαπώ μωρό μου, αλλά σκάσε γαμώ το κέρατό μου».
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πάνος. «Με τραυμάτισαν, Κατερίνα, δεν έχουμε χρόνο».
Εκείνη αφήνει τη μικρή, σηκώνει τη μπλούζα του, βλέπει ότι η πληγή είναι πιο κάτω από τον αγκώνα, σε λίγα λεπτά θα έχει μολυνθεί, θα κακοφορμίσει, φάρμακα δεν υπάρχουν, γιατροί δεν υπάρχουν, «αν στο έκοβα» τραυλίζει, παίρνει απ’ την κουζίνα τον μπαλτά, κοιτάζει τον άνθρωπό της βουρκωμένη, πρέπει να το κάνει, δεν πρέπει να σκεφτεί, αν δεν το κάνει θα πεθάνει, ίσως καλύτερα να πεθάνει, τι να την κάνει τέτοια ζωή, αλλά δεν μπορεί χωρίς αυτόν, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αλλά μάλλον όλες έχουν αποδημήσει, αποδημητικές οι ελπίδες, τις μπεκάτσες μην ξεχνάς. Σηκώνει τον μπαλτά.
Η Αννούλα βλέπει τη μάνα της να κλαίει και τον πατέρα της να σφαδάζει. Παίρνει το κομμένο χέρι, το τυλίγει στο σεντόνι, το βάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη Φάτνη.
©Γιάννης Γκέκας
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Afiche d’ Ancona, 2011»

Σωτήρης Παστάκας, Ένα Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Mια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό ένα παιδάκι που ήταν πολύ διαβαστερό: διάβαζε όλα όσα έπεφταν στα χέρια του, από βίους αγίων που μάζευε η μητέρα του έως τους «Άθλιους» του Ουγκώ που είχε ο πατέρας του, κι έπειτα από μόνος του μάζευε κι αντάλλασε με τους φίλους του όλα τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», το «Μικρό Ήρωα» κι αργότερα τη «Μάσκα». Διάβαζε, διάβαζε κρυμμένος κάτω από τις κουβέρτες το βράδυ με τον πρώτο φακό μπαταρίας που του είχαν κάνει δώρο κάποια Χριστούγεννα, το μεσημέρι με το λίβα κάτω από την κατάκαρπη ροδακινιά. Διάβαζε μετά τα βιβλία της αδελφής του, φοιτήτρια στην Αθήνα, που τα έκρυβε επιμελώς κάτω από ψεύτικα μπλε πανάρια: Καζαντζάκη και Καβάφη.

Χάρη σε μια φιλόλογο που του διάβαζε τις εκθέσεις στην τάξη κι ήταν το χαϊδεμένο της παιδί, το διαβαστερό παιδάκι μας ο Βασιλάκης, άρχισε να της γράφει ποιήματα, στην ουσία ερωτικές εξομολογήσεις που δεν μπορούσε να της αφιερώσει δημόσια. Μετά η φιλόλογος παντρεύτηκε με στρατιωτικό και πέτυχε μετάθεση αφήνοντας το διαβαστερό παιδάκι το Βασιλάκη, στη μέση της χρονιάς.
   Εκείνα τα παλιά χρόνια ο Βασιλάκης μάζεψε τα τετράδια με τα ποιήματα που έγραφε για την αγαπημένη του καθηγήτρια και μετά τα Χριστούγεννα, αφού γέμισε την κοιλίτσα του με γεμιστή γαλοπούλα και χοιρινές μπριζόλες και κουραμπιέδες και μελομακάρονα, φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα τη μανούλα του, έσφιξε το χέρι του πατέρα του κι έφυγε να βρει την τύχη του στην Πρωτεύουσα. Όλη τη μέρα των Χριστουγέννων χιόνιζε ασταμάτητα. Το έλκηθρο ενός ξυλοκόπου κατάφερε να τον μεταφέρει μέχρι το Σιδηροδρομικό Σταθμό. Ο Βασιλάκης χουχούλιασε τα χεράκια του δίπλα στη μεγάλη μαντεμένια ξυλόσομπα στην αίθουσα αναμονής και περίμενε, περίμενε. Η αμαξοστοιχία είχε μεγάλη καθυστέρηση και περίμενε-περίμενε το Βασιλάκη τον πήρε ο ύπνος. Στον ύπνο τον επισκέφτηκαν πολλά πρόσωπα να του ευχηθούν τα Χρόνια Πολλά και να του τραγουδήσουν τα κάλαντα σε διάφορες γλώσσες. Πέρασαν οι αγαπημένοι του συγγραφείς ένας-ένας με τη σειρά και του έσφιξαν το χέρι: ο Ντοστογιέφσκι, ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Καμύ, ο Μπέκετ, ο Καραγάτσης, ο Χέμινγουεϊ. Πέρασαν εικόνες γραμμένες σε στίχους, ονειρεύτηκε τα ποιήματα που θα έγραφε μετά από τριάντα χρόνια στα πενήντα του.
   Βρέθηκε ξαφνικά στην Πρωτεύουσα και πήγε με λαχτάρα να συναντήσει κανα-δυό ζώντες λογοτέχνες που τους είχε γνωρίσει από τα περιοδικά που ήταν συνδρομήτρια η αγαπημένη του καθηγήτρια. Πριν φτάσει στο καθορισμένο τους ραντεβού ο Βασιλάκης πέρα από τα βήματά του πάνω στο χιόνι, άκουγε και τους κτύπους της καρδιάς του: φοβόταν μην τον πιάσουν αδιάβαστο, σαν το μαθητή που τρέμει πριν τις εξετάσεις, ο Βασιλάκης δεν άντεχε στην ιδέα πως δεν θα ήξερε να απαντήσει στις πιο απλές ερωτήσεις: «έχει η θάλασσα πρόβατα;», «είσαι με τον Κάλβο ή τον Σολωμό;», «ποιος είναι ο Πισινόπουλος;». Κοκκίνιζε στην ιδέα πως δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει τις κουβέντες τους αλλά από την άλλη δεν ανέβαλε τη συνάντησή του μαζί τους. Είχε αποφασίσει πως θα έμεινε σιωπηλός, θα άκουγε μονάχα τους καταξιωμένους λογοτέχνες που λάτρευε να μιλούν για τα υψηλά ιδεώδη της λογοτεχνίας και θα ρουφούσε την κάθε τους λέξη. Μέσα στο όνειρό του, αγαλλίαζε με τη σκέψη πως οι λογοτέχνες της Πρωτεύουσας θα του άνοιγαν νέους ορίζοντες στο περιορισμένο οπτικό πεδίο του, ένας φρέσκος άνεμος θα έπνεε μέσα από τα γεμάτα καπνούς καφενεία τους, νέα ποιήματα και νέοι άθλοι ανοίγονταν μπροστά του. Θα βρίσκονταν επιτέλους με ανθρώπους που αγαπούσαν την Τέχνη περισσότερο από αυτόν, κι ο Βασιλάκης μαζί τους θα μάθαινε να αγαπάει και να υπηρετεί ακόμα πιο πιστά την Τέχνη.
   Ονειρεύτηκε όμως λίγο πριν ξυπνήσει, πως η συνάντηση με τους αγαπημένους του λογοτέχνες, ήταν ένας εφιάλτης: αντί για Τέχνη οι λατρεμένοι του λογοτέχνες μιλούσαν μόνο χλευαστικά για τους ομότεχνούς τους. Ο Μέγας είχε βγει εκτός εαυτού γιατί η κόρη του είχε αρραβωνιαστεί κρυφά με έναν Τούρκο. Ο Δείνα συνήθιζε να πλατάγιζε τη γλώσσα του εκφέροντας τον ήχο «τσου» απροειδοποίητα εκεί που μιλούσε. Ο Άλφα έκανε τον κερατά εν γνώση του. Ο Βήτα αγόρασε πακέτο μηνυμάτων από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και πήρε πρώτος το Βραβείο Αναγνωστών. Ο Γάμα κληρώνεται πάντα σε όλες τις κληρώσεις της Εταιρείας Συγγραφέων για να διαβάσει ποιήματά του στο εξωτερικό. Πάνω εκεί ξύπνησε. Ήταν ακόμη δίπλα στη ξυλόσομπα. Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Μετά από μια βδομάδα που είχαν αποκατασταθεί πλέον οι συγκοινωνίες, χωρίς να έχει απομακρυνθεί από τη ξυλόσομπα. Όταν έφτασε στο χωριό του, κανένας δεν πίστεψε πως δεν είχε φτάσει μέχρι την Πρωτεύουσα, και επειδή ο Βασιλάκης επαναλάμβανε συνέχεια τα όνειρα που είδε εκείνες τις επτά ημέρες που κοιμόταν συνεχώς δίπλα στην ξυλόσομπα, πίστεψαν πως είχε πάει στην ξελογιάστρα την Πρωτεύουσα, και ήταν όλα αλήθεια.
   Έτυχε να τον ακούσω κι εγώ, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως ούτε εμένα κατάφερε να με πείσει πως όλα αυτά που ονειρεύτηκε κάποια χιονισμένα Χριστούγεννα, ήταν μόνο προϊόν ονειροφαντασίας. Τέλος πάντων, κατάφερα να του αποσπάσω ένα αυτόγραφο στο τελευταίο του βιβλίο, που όπως και τα προηγούμενα τα τύπωνε εκεί πάνω στο χωριό μόνος του, συνεχίζοντας να διαβάζει όλα όσα εξακολουθούσαν να πέφτουν στα χέρια του και να μη συναναστρέφεται με κανέναν. Απλώς ξαφνιάστηκα αργότερα όταν το άνοιξα: η ημερομηνία που έγραψε κάτω από την αφιέρωση ήταν εκατό χρόνια μπροστά. Έγραφε 19/12/2013.
(Κοινή ταυτόχρονη δημοσίευση με biblioteque.gr, intellectum.org, poiein.gr, staxtes.com, thraka-magazine.blogspot.com )

Φωτογραφία © Στράτος Φουντούλης, Χριστούγεννα 2010

Τάμμυ Τσέκου, Γραμμή SOS

Η τηλεόραση ανοιχτή την κοιτούσε χωρίς να βλέπει. Ατέλειωτες διαφημίσεις με κορίτσια και αγόρια που θα σου ψιθυρίσουν ό,τι θες προς 0,45 το λεπτό. Το ρολόι έδειχνε τέσσερις παρά είκοσι το πρωί κι αυτός άυπνος πάλι.

   Έβγαλε το σημειωματάριο που έχωνε κάτω από το λερό μαξιλάρι του καναπέ, έψαξε τυφλά ανάμεσα στα ξεραμένα αποφάγια πάνω στο κοντινότερο σχεδιαστήριο, βρήκε ένα μολύβι. Προσπάθησε να γράψει κάτι – οτιδήποτε. Το χέρι του έμεινε να αιωρείται με το μηχανικό μολύβι στα τρεμάμενα δάχτυλά του. Τα κοίταξε τρομαγμένος και το άφησε να πέσει στο χαλί. Σχημάτισε το πρώτο νούμερο που είδε να φλασάρει στην οθόνη.
   «Γεια σου. Είμαι η Μόνικα. Πώς θέλεις να σε λέω;»
  Δευτερόλεπτα σιωπής. «Σταύρο. Δηλαδή… λέγε με καλύτερα Αλέξανδρο.»
  «Αλέξανδρε, θέλω να με ξεσκίσεις. Με όλους τους τρόπους. Εσύ;»
  «Πήρα γιατί έπρεπε να μιλήσω με κάποιον …»
  «Μίλα μου, Αλέξανδρε, μίλα μου βρώμικα…»
  «…είναι μέρες τώρα που δε νιώθω τίποτα…»
  «Θες να νιώσεις τα χείλια μου στο καυλί σου Αλέξανδρε; Θέλω να στον ρουφήξω, θέλω να…»
  «…ούτε χαρά, ούτε θυμό, ούτε λύπη – τίποτα απολύτως…»
  «Μαζί μου θα νιώσεις τα πάντα μωρό μου… έλα να καυλώσουμε μωρό μου… Θα σου πω όλες μου τις πουτανιές, τις πιο βρώμικες επιθυμ…»
  «…και δεν κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι καθόλου πια. Πάνε νύχτες που δεν έχω κοιμηθεί».
  «Ούτε εγώ θέλω να κοιμηθώ, Αλέξανδρε. Η νύχτα είναι δική μας. Κάνε με να περάσω την πιο καυτή νύχτα μαζί σου…»
  «…νιώθω το κεφάλι μου να καίει και δεν μπορώ να ελέγξω τη σκέψη μου…»
  «Σκέψου μόνο εμένα. Είμαι γυμνή και σε περιμένω με τα πόδια ανοιχτά…»
  «…με περιμένουν κάθε πρωί στο γραφείο κι εγώ είμαι σπίτι με μια σκισμένη μπλούζα, αξύριστος, άπλυτος, ξαπλωμένος σ’ έναν καναπέ που ξερνάει τον ιδρώτα μου. Και δε με νοιάζει τι θα συμβεί… δε με νοιάζει τίποτα πια…»
  «Σε θέλω αξύριστο, σε θέλω άπλυτο, μωρό μου…»
 «…μόνο, ώρες-ώρες, ψάχνω κάτι. Κάτι να με κάνει να βγω έξω, να πάρω αέρα. Μου λείπει ο αέρας… ναι, αυτό είναι. Μου λείπει ο αέρας. Πνίγομαι. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει…Νομίζω ότι τρελαίνομαι… Βοήθεια!»
  Η Μόνικα αναστέναξε βαριεστημένα κι έκλεισε το τηλέφωνο.
*
©Τάμμυ Τσέκου
Φωτογραφία αρχές 20ου αι.

Αφροδίτη Λυμπέρη, Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης -ποίηση

(ποιήματα από τη συλλογή)
Ηνίοχος

Μαστιγώνεις το άπιαστο
με πόθους από ερείπια.
Μοιράζεις μελανιές στις κόρες
που ορέγονται
τους αρρενωπούς σου αντίχειρες.
Με βασκανίες
διαλέγεις
εξιλαστήριο θήραμα.
Φετιχιστής του ομφαλού
κυκλώνεις το σύμπαν.

Σαδιστή
πότε θα στο πούνε;
Ανώφελο το κάλλος
αν δεν υπάρχει άλλος
αν δεν υπάρχει
να το ξορκίσει.

***
 
Επεισόδιο

Σέρνεις το σανδάλι στο μάρμαρο.
Αργά.
Κάθε σου βήμα χάδι στα μάγουλα των δούλων.
Με το χέρι σου σκάβεις μύθους
φυτεύεις τον χιτώνα σου.
Λιοστάσια πλέξαν στον αργαλειό
τις μπούκλες σου.
Κοιτάς τον χρησμό σου να σκηνοθετεί
κι εσύ γράφεις υπότιτλους
από μέλανα ζωμό.
Ταξιθέτης στους τυφλούς κίονες
ορίζεις τις μέρες σου
βγαίνοντας απ΄την ωραία πύλη.

***
 
Rec-vie-M

——————-Μοιάζω να’χω σώμα μέλισσας
———–με κίτρινο κάλυπτα τ’άσπρα μαλλιά
—————-τα γδαρμένα γόνατα με μαύρο
——–Κυνηγούσα τις απολαύσεις με μανία.
——Λάτρεψα την αναρρίχηση στους μίσχους
—————-σιχάθηκα τ’ανυπόμονα μπουμπούκια.
————–Δε με συγκίνησε ποτέ το μέλι.
—————–Άλλες γεννιούνται για μανάδες
—————–κι άλλες για φτερωτές μοιχαλίδες.
————–Ρουφώντας το κεντρί της μοναξιάς
—————δηλητηρίαζα ερωτικά τα μάτια
——που γλεντούσαν με αλκοολούχο μίσος.
—————-Και τώρα εγώ νεκρικά μυστηριώδης
———————-ανοίγω δειλά την μπαλκονόπορτα
——————-και πορεύομαι ξανά μετέωρη

c’est la vie
αυτό να γραφεί
στην τελευταία μου κηρήθρα.

Είπαν
πως κάποιος είχε πατήσει το rec στο μαγνητόφωνο
για να καταγράψει την Iεροτελεστία της Άνοιξης.
Μάταια.

Ένας μονόλογος κι ένα νανούρισμα
μόνο ακουγόταν για άγρια παιδιά
κι ευαίσθητα θηρία.
Τραγούδι από πληγωμένες κεραίες
και βραχυκυκλωμένα φτερά
που σέρνονται σε περαστικές ρόδες τυχαίων αμαξιών.

***

©Αφροδίτη Λυμπέρη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Het Overijsche Huisje» 2010

***


Αφροδίτη Λυμπέρη
Rec-vie-M ή η τέχνη της ρέμβης
Εκδόσεις Θράκα

Η Αφροδίτη Λυμπέρη γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Είναι τελειόφοιτη του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Παράλληλα,έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ποίησης του Ε.ΚΕ.ΒΙ. με τον Στρατή Πασχάλη και του Νεανικού Εργαστηρίου Ποίησης “Τάκη Σινόπουλου” με την Τασούλα Καραγεωργίου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά ποίησης.Πρόκειται για την πρώτη της ποιητική συλλογή.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το γράμμα της Ρηνούλας: Άγιε Νικόλαε, όχι σφήκες…


Αγαπητέ Άγιε Νικόλαε,

Είμαστε καλά το αυτό επιθυμούμε και διε σας. Με λένε Ρηνούλα και πάω στα νήπια. Δεν ξεύρω να γράφω ακόμη κι εγώ τρώω μία μπανάνα τώρα. Η καλή μου η γιαγιά η Ειρήνη, το γένος Ζώτου, γράφει το γράμμα που της λέω εγώ, γιατί μου είπε πως θα το γράψει, αφού φάω πρώτα το αυγό μου και είμαι όπως πρέπει καλό παιδί, χωρίς να κάνω φασαρία και χωρίς να λερώσω το φρούτρερ μου. Η γιαγιά θα το ρίξει και εις το κιβώτιο των γραμμάτων.

Είμεθα εγκαταστημένοι στις Βρυξέλλες οικογενειακώς από το σωτήριον έτος 1967 και καταγόμαστε από την Ήπειρο και προκάναμαν να δημιουργήσομεν περιουσία όταν φτάκαμαν με τις ευλογίες όλων των αγίων της Ορθοδοξίας, ελπίζω να μην σε ενοχλεί Άγιε Νικόλαε, που δεν εννοώ ακριβώς εσένα, διότι εμείς σε έχομεν άγιον των ναυτικών και ξεκαθαρισμένον, έχομεν τον Άγιο Βασίλη διά τα δώρα στα παιδιά, και εδώ μας έχεις μπερδέψει, στην Ελλάδα έχουνε τον Άγιο Βασίλη και όχι εσένα, αλλά φοράει τα ίδια ρούχα αυτός που δίνει δώρα, είναι σωστό όμως αυτό να έχεις τόσα ονόματα, είναι αλήθεια ότι είσαι ίδιος ή λες ψέματα; Και μοιάζεις και με τον Περ Νοέλ. Όμως εγώ ξέρω και ένα κορίτσι που το λένε Θάλεια και Ελπίδα και Αλεξάνδρα. Σε βαφτίσανε κι εσένα με τόσα ονόματα ή είναι κόλπο για να κάνεις κακές πράξεις ή για να φέρνεις πιο πολλά δώρα; Εμένα θα μου φέρεις και την Πρωτοχρονιά κι άλλο ή όχι, και τα Χριστούγεννα τι θα κάνεις; Από θαλασσινός μας βγήκες του χιονιού, Άγιε Νικόλαε, και ρωτούν τα παιδιά και δυσκολευόμαστε να απαντήσομεν, αλλά τι να κάμομεν, στα ξένα είμαστε, κι έτσι το έχουν εδώ οι καθολικοί, αλλά διατηρούμε και τις παραδόσεις και έχομεν περισσότερα έξοδα, φέρνουμε και την Πρωτοχρονιά τον Άγιο Βασίλη με αεροπλάνο από την Ελλάδα. Αλλά το παιδί αποστέλλεται εις νηπιαγωγείον βελγικόν, διότι εδώ θα μείνει και θα σπουδάσει και θα ζήσει και πρέπει να προσαρμοστεί στις συνήθειες του τόπου, διά τα τέκνα έχομεν φτιάξει θυσίες πολλάς, αλλά τα ψυχοσάββατα εμείς τα τηρούμε, και η γιαγιά και ο παππούς είχαν μπακάλικο με ελληνικά φαγητά.
Είμεθα Έλληνες του Βελγίου και διατηρούμε σχέσεις θερμές με την ομογένεια. Επισκεπτόμαστε τους συγγενείς εις την πατρίδα μία φορά το χρόνο και κάνουμε μπάνια στη θάλασσα που είναι γαλάζια, γιατί εδώ μία φορά που πήγαμε εις την Οστάνδη είναι πολύ γκρίζα, σαν λάσπη, σαν να έχουνε βάλει μέσα χώματα είναι η θάλασσα εδώ, ενώ στις φωτογραφίες έχει άλλο χρώμα, και εγώ ρώτησα αν είναι ψεύτικη η θάλασσα ή οι φωτογραφίες, κάποιος λέει ψέματα, γιατί δεν μπορεί το γαλάζιο να το λένε θάλασσα και αυτό εδώ θάλασσα πάλι, και χωρίς ήλιο, δεν έχει ήλιο εδώ, αλλά έχει μύδια εκεί και αέρα πάρα πάρα πολύ εκεί πέρα, αέρα, αέρα, τόσο που φοβήθηκα και κρατούσα γερά και τον μπαμπά και τη μαμά, και η γιαγιά έλεγε πως δεν έπρεπε να κάνουμε τέτοια ανοησία και να πάμε με μικρό παιδί εκεί πέρα να το πουντιάσουμε. Μια φορά έφαγα μύδια με φρίτες εκεί και μπόλικη μαγιονέζα και τα πλήρωσε ένας φίλος του μπαμπά, μας κέρασε ο Φίλιππος διά την ονομαστικήν του εορτήν, και εμένα μου αγόρασε κι ένα γλυκό με σοκολάτα βέλγικη που είχε μέσα και φράουλες και ακτινίδια και ένα πράμα που έκανε σαν μύλος γύρω γύρω και γύρναγε με τον αέρα μού αγόρασε. Αλλά λέρωσα τα ρούχα μου και με μάλωσε η γιαγιά.
Εις το πάρκον Ουίζιγκεν έχομεν ωραίον πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος με χορευτικά δημοτικά και λαϊκά και φρέσκα κρεατικά και άλλα είδη διατροφής και διακοσμήσεως, και εμένα με πάνε στο πάρκο εκεί και παίζω στο γρασίδι και στις κούνιες με τους φίλους μου και μου αρέσει και η λίμνη με τις πάπιες, αλλά δεν κάνει να τις ταΐζουμε, αν τις ταΐσουμε θα έρθει η πολίς να μας πάει φυλακή, γιατί λέει ότι μαζεύει μικρόβια στη λίμνη με τα ψωμιά κι έπειτα πεθαίνουν οι πάπιες και δεν κάνει να πεθαίνει κανένας έτσι. ΣΕΤΑΝΤΕΡΝΤΙ. Πρέπει να προσέχουμε τα πουλιά και όλα τα ζώα, γιατί αυτό είναι το σωστό όταν είσαι καλός άνθρωπος. Κι εγώ ήθελα να ρίξω λίγο ψωμάκι, αλλά μου είπαν ότι είχαν φάει οι πάπιες πολύ ωραίο φαγητό και δεν πεινούσαν έτσι κι αλλιώς. Και φοβήθηκα μήπως με πάνε και φυλακή και απλώς τις κοιτούσα και τους φώναζα παπιούλες, παπιούλες, κι αυτές έρχονταν δίπλα μου και παίζαμε, κι εγώ έτρεχα, και ήταν ωραία να πετάς όπως τα πουλάκια, είχα και ωραία μαλακά παπουτσάκια κόκκινα με ένα ελαφάκι, που μου τα έφερε η νονά μου η Πόπη.
Αλλά φέτος, εκεί που έπαιζα και φώναζα μ’ όλη τη δύναμή μου παπιούλες, για να έρθουν σε μένα και να μην πάνε στον Μπάμπη, που μου είχε βάλει το πόδι του και είχα πέσει κι εγώ τον μισούσα, έγινε κάτι το πολύ τρομερό, που δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί αυτός ο βλάκας γέλαγε και με έδειχνε με το δάχτυλό του κι έτρωγε σουβλάκι σαν μούργος. Δεν του μιλάω και ούτε θα του ξαναμιλήσω, είναι και άσχημος με μαύρα μάτια και με κάτι βούλες στα μάγουλα και με κόκκινα μαλλιά σαν τους δράκους. Απαίσιος, Χριστέ μου, απαίσιος. Τον μισώ, γιατί έγινε τρομερό, τρομερό πράγμα, και αυτός γελούσε και με κορόιδευε, Ρηνούλα πάνε τώρα οι παπιούλες χα χα χα είσαι βλαμμένη, και μετά όλες πήγαν κι έπαιζαν μαζί του. Κι εγώ ήθελα να του δώσω μια σφαλιάρα και δεν μπορούσα, γιατί έγινε το τρομερό. Με τσίμπησε μία πολύ μεγάλη και κακιά σφήκα σαν αεροπλάνο ξαφνικά και σ’ ένα λεπτό έγινε ένα μεγάλο βουνό στο μάγουλό μου κι έκλαιγα, γιατί πονούσα πολύ και νόμισα ότι θα μείνω έτσι για πάντα άσχημη, και, για να μην κλαίω, μου πήρανε από κάτι άλλους ανθρώπους που έρχονται από τη Γερμανία, για να πουλήσουν ωραία ελληνικά πράγματα σε αυτήν τη γιορτή, και μου πήραν μία ελληνική σημαία, γιατί ο Μπάμπης δεν είχε τέτοια, και του είπα, σαχλαμάρα, να φύγεις και δεν σου δίνω τη σημαία, είναι μόνο δική μου, και μου είπαν να του πω και ένα ποίημα που μου έχουν μάθει για την πατρίδα μας την Ελλάδα, και ο βλάκας ούτε αυτό το ήξερε, και μου είπαν ότι είμαι δεσποινίς με τα όλα μου και δεν έχω ανάγκη αυτόν τον Μπάμπη, διότι και σημαία έχω και ποίημα ξέρω, και είμαι σπουδαία Ελληνοπούλα γι’ αυτό, και μετά την έβαλα τη σημαία στο γρασίδι για πάπλωμα για την πλατούλα μου να μην κρυώσει, και η γιαγιά μου έλεγε ένα παραμύθι για μια σφήκα που πνίγηκε μέσα σ’ έναν γαλάζιο καταρράκτη, κι εγώ κοιμήθηκα πάνω εκεί και ονειρεύτηκα πως πετούσα σ’ έναν μπλε ουρανό χωρίς κακές σφήκες και από κάτω είχε θάλασσα και δελφίνια, και δεν είχαμε και αμμωνία και το παιδί υπέφερε, τι τραβήξαμε, αλλά ευτυχώς συνήλθε ύστερα από την επίσκεψη στο τοπικό νοσοκομείον. Ευτυχώς μπορέσαμε και το εκοιμίσαμε με παραμύθια.
Ζούμε σε ένα μεζόν, κάτω η γιαγιά και ο παππούς και πάνω, που έχει σκάλες εμείς, και σου το λέω Άγιε Νικόλαε, για να ξέρεις σε ποιον όροφο θα φέρεις τα δώρα. Έχει τρεις ορόφους, στο δεύτερο είμαι εγώ, μόλις ανεβαίνεις θα πας δεξιά, αλλά μην μπερδευτείς και μπεις στην τουαλέτα, στην δεύτερη πόρτα. Θα έχω αφήσει απέξω το κίτρινο φουστάνι με την δαντέλα και τη χτένα μου, γιατί πέρυσι μπερδεύτηκες, και βρήκα πράγματα άσχετα εκεί και μου είπαν ότι έγινε λάθος, διότι αυτά ήταν δώρα για κάποιους άλλους, και τα δικά μου τα βρήκα αλλού. Ανακαινίζαμε το μεζόν και υπήρξε αναστάτωσις τον περσινό χειμώνα, Άγιε Νικόλαε, αλλάξαμε το σύστημα της θερμάνσεως. Ο μπαμπάς και η μαμά είναι στη δουλειά τώρα. Η μαμά έχει μαγαζί με μπαχαρικά και ο μπαμπάς δουλεύει σ’ ένα μαγαζί που πουλάει μερσεντέδες. Δόξα σοι ο Θεός, καλά έχουν ταχτοποιηθεί τα παιδιά.
Έχουμε απ’ όλα, αλλά εγώ θέλω να μου φέρεις ένα μαγιό για το καλοκαίρι, γιατί το άλλο το έκανα όλο πίσσες, πάνω κάτω και το σουτιέν να είναι με ραντάκια που πάνε από τους ώμους έτσι και μετά έτσι και γυρνάνε από πίσω ξέρεις πώς έτσι λίγο πιο κει όχι ευθεία αλλά έτσι προς τα δω και το θέλω με ζωάκια, κι ένα σκουφί θέλω επίσης, σαν αυτό που είδα προχθές στη Σαμπλόν, ξέρεις αυτό που έχει και φούντα και για τα αυτιά κάτι πράματα σαν αρνάκια κι έχει επάνω κάτι αστεράκια και πολλά χρώματα και έχει και καλτσάκια μαζί με κάτι αστραφτερά γυαλάκια κόκκινα και ροζ. Θα το βρεις το μαγαζί; Μην πας στο άλλο δίπλα που έχει σκουφάκια χωρίς καλτσάκια. Κι ένα βιβλίο θέλω με αληθινή θάλασσα και ζώα, όχι όμως με σφήκες και κακούς.
Η γιαγιά δεν με αφήνει να πάω μαζί της τώρα να ρίξω το γράμμα στο κουτί, για να το πάρει ο ταχυδρόμος, που σου φέρνει τα γράμματα, γιατί έχω συναχάκι και λέει πως, όταν φέρεις τα δώρα, θα στενοχωρηθείς να είμαι αρρωστούλα. Θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς και μετά θα πάει αυτή να το ρίξει. Σε περιμένω, Άγιε Νικόλαε, και σ’ αγαπώ, διότι αγαπάς τα παιδιά και δεν είσαι σφήκα.
Δεν πιστεύω να κάνεις χαζομάρα και να πας στον Μπάμπη.
Ρηνούλα
Πάω στα νήπια κι έχω μαύρα μαλλιά, μην με μπερδέψεις με άλλη.

*
©Ιφιγένεια Σιαφάκα
Photo©creafamille.be 

Ανακοίνωση: Οι Στάχτες ζητούν συγγνώμη από τους αναγνώστες και την συγγραφέα Ιφιγένεια Σιαφάκα για την καθυστερημένη -κατά 2 μέρες- ανάρτηση του κειμένου, δυστυχώς αποκαλύπτεται ότι και οι Η/Υ έχουν τους δαίμονές τους.

Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο

είμαι το κορίτσι με τα κάστανα. Όχι με τα σπίρτα, με τα κάστανα. Κρατάω ένα χάρτινο χωνί στο χέρι και προχωρώ άσκοπα σε μια κεντρική λεωφόρο του Μανχάταν σέρνοντας τις δερμάτινες μπότες μου με τα τριμμένα τακούνια στα πεζοδρόμια. Κάνει κρύο. Κλωτσάω τις φτυμένες τσίχλες και τις διαλυμένες γόπες Κάμελ να φύγουν από το διάβα μου και καλπάζω ανάμεσα στο πλήθος. Μου αρέσουν οι βιτρίνες με τα χριστουγεννιάτικα ρούχα και όλα εκείνα τα ηλίθια αξεσουάρ της εορταστικής θαλπωρής των άλλων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο»