Της Κυριακής: Iάκωβος Καμπανέλλης, Άσμα Ασμάτων

Ὄμορφη ποὺ εἶσαι, ἀγάπη μου! Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι!
Γλυκειὰ σὰν τοῦ περιστεριοῦ καὶ τρυφερὴ ἡ ματιά σου·
καμιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες δὲν παραβγαίνει μπρός σου.

Ἐσὺ ‘σαι κρινολούλουδο καὶ κεῖνες εἶναι ἀγκάθια,
ἴδια μὲ κόκκινη κλωστὴ τὰ κόκκινά σου χείλη.

Σὰ ρόδι ποὺ τὸ κόψανε στὴ μέση πίσω ἀπ᾿ τὸ πέπλο σου
μοῦ φαντάζει τὸ ροδομάγουλό σου.

Τὰ δυό σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκάδια,
ποὺ νὰ βοσκήσουν βγήκανε μὲς στ᾿ ἀνθισμένα κρίνα.

——————Φίλα με, μὲ ὅλα τὰ φιλιὰ ποὺ ἔχεις μὲς στὸ στόμα.
——————Μέθα με στῆς ἀγκάλης σου τὸ πιὸ γλυκὸ κρασί.

Καὶ τ᾿ ὄνομά σου, ἄρωμα, μύρο χυμένο κάτω.

Ὅλων τῶν μύρων τ᾿ ἄρωμα, κι ἡ εὐωδιὰ ἐσύ ‘σαι.

——————Ναί, πιὸ πολὺ κι ἀπ᾿ τὸ κρασὶ μεθῶ ὅταν μ᾿ ἀγγίζεις.
——————Νὰ σ᾿ ἀγαπᾶνε, ἄντρα μου, αὐτὸ μονάχα ἀξίζεις.

Ὄμορφη κι ἀψεγάδιαστη, εἶσαι ἀγαπημένη.

Μοῦ ῾χεις κλέψει τὴν καρδιὰ ἀγάπη μου, ἀδελφή μου.

Μ᾿ ἕνα σου βλέμμα μοναχά, μιὰ χάντρα στὸ λαιμό σου.

Μέλι κερήθρας στάζουνε τὰ δυὸ γλυκά σου χείλη.

Μέλι καὶ γάλα ἀργοκυλοῦν στὴ γλώσσα σου ἀπὸ κάτω.

Κῆπος κλειστός, ὁλάνθιστος εἶσαι ἀγαπημένη.

Πηγὴ μὲ γάργαρο νερό, παράδεισος ἀπὸ δροσιὲς τὸ κάθε σου αὐλάκι.

Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι ὁ νάρδος μὲ τὸν κρόκο
καὶ ρίζες τοῦ Λιβάνου ἀρωματικὲς καὶ σμύρνα κι ἀλόη
κι ὅποιο μύρο πεῖς σὲ σένα εὐωδιάζουν.

Σήκω, βοριά, ἔλα, νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ οἱ εὐωδιές μου.
Σήκω, βοριά, ἔλα νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ τ᾿ ἀρώματά μου.
Κι ἂς κατέβει ὁ ἄνδρας μου στὸν κῆπο πού ῾ν᾿ δικός του,
γιὰ νὰ γευτεῖ ὅποιον καρπὸ ἀπ᾿ τὰ κλαδιά μου θέλει.
***
Εικόνα©Στράτος Φουντούλης
 

Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές

 
 
I
Η Ω∆Η ΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Το «ξυράφι» που κοιµίζεις µες τα πόδια σου
Ευνουχίζει τα πιο άγρια αρσενικά
Κάθε βράδυ το τροχίζεις µε τα λόγια σου
Και κερδίζεις τη ζωή σου στα στενά
Γύρω απ’ τ’ «Εθνικό» η παράσταση ανεβαίνει
Μαύρη πόρνη η ∆υσδαιµόνα γυµνή βγαίνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές»

Έκτωρ Πανταζής: Σκυλοσόφου, τού (παραλογές)


α. Ετρουσκικό δέρμα κτέρισμα φωνής
τί είναι τούτη η αγιοτικιά
μʼ ένα πουκάμισο λευκό που φτερουγίζει
γύρω από την ομορφιά στις επάλξεις της θάλασσας

Θα περάσω γρήγορα μέσα από τα αυλάκια της λέξης
γρήγορα κολυμπώντας κατά δώ. Άρνηση που γευτήκαμε
ένα βράδυ καθώς κυμάτιζαν τα κυπαρίσσια
μνήμες αρχέγονες και λήθη. Στο δόξα πατρί της ποίησης.

β. Με τη βουκέντρα του ήλιου το σκοτάδι
πείθεται να παραδώσει στη μέρα
έκρηξη στερναριών καθώς μια αστραπή
νυστέρι σκίζει βαθιά το ατλάζι του ανέμου
πετράδι μουσικό η νύχτα γίνεται βινύλιο
φεγγάρι νύχι της μέρας τη διαβάζει
την παίζει κι αυτή είναι κύμα
κύμα μουσικό σε εκρηκτικό καμβά
σπιθιρίζουν τα σύμβολα και τα μάτια έρχονται
από το πουθενά να σε συναντήσουν
κρύωνες Αυτό δεν ήταν ήχος ήταν ένα στερεό φωνήεν
γιόρταζε την επέλαση του ωραίου ένας καλπασμός
από λέξεις συστρεφόμενες ήτανε το νυφικό σου φουστάνι
οξυδέρκεια, αυτό είναι το όνομά σου, το κάλεσμά σου
λαμπερό γρασίδι ψυχής τρέφει τα μάτια
πράσινο στέρνας σε φωτερό νυχτέρι
όσες ρυτίδες τόσοι στο φέγγος βρεγμένοι ήχοι

Έρωτας όπως βοριάς λιγώνει τα κλαδιά
τινάσσει τα φύλλα στα βουνίσια δέντρα
δεν ανέχεται το καλυμμένο,
γδύνει τα σώματα των εραστών
ρίχνοντας τα σε τσαλακωμένα κρεβάτια
με ανακατωμένα μαλλιά,
όπως αστραπή φλέγει το σύννεφο έτσι
σαν από αναμμένο σπίρτο
παίρνουν φωτιά τα κορμιά,
στην καρδιά στα σπλάχνα, τα αναφλέγει

γ. Οι ευαίσθητες χορδές τεντώνουν μά δε σπάνε
——————–συντρίβονται

Φυσώ το κόκαλο ,ο άνεμος ουρλιάζει
σείεται η ραχοκοκαλιά
οι σπόνδυλοι γίνονται κρόταλα

Χλωρή κορμοστασιά
η ομίχλη θυμάται το νερό
αυγό φτερό μάτι κοφτερό λεπίδι ακονισμένο
Φυσώ το κόκαλο ο άνεμος ουρλιάζει σαν τσακάλι
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί
Του αέρα φίδια όλη νύχτα σφύριζαν
Ξυπνάς οι πέτρες στο καλντερίμι λιώνουν σαν πάγος
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί

Ατσαλένια σφυρά διώχνουν τη θλίψη
Κοιμήθηκε το λαγκάδι, τα αγρίμια αιφνιδιάστηκαν
Φλογίζανε τα μάτια τους μια νύχτα υγρή
Σηκώνεσαι χύνεις νερό στο παγωμένο αγρίμι
Κόκαλο η νύχτα μ αυτό το ξερό χιόνι
Αν δανειστώ τα μάτια σου για μια στιγμή
ουρανό θά ʼναι βροχή γαλάζια;

δ. Ρόδια στο πάτωμα ρόζοι στο ξύλο
ο λόγος έδεσε όπως λουλούδι καρπό
τρώγεται με τη φλούδα
δεν χρειάζεται να θρηνήσουν οι παναγιές
με λίγη στάχτη το παλίμψηστο ήχησε
φωνή που ο κόσμος ταξιδεύει προς εσένα
σπιθίζει όπως όταν χτυπιούνται
——————–δυό βότσαλα
——————–και το κύμα αφρίζει
Στα κάτω δώματα σαγίζανε τα άλογά τους δεμένα στα θεμέλια
Ξαναβρίσκω το βίωμα κάτω από στοιβάδες
Μια αλλόκοτη μέρα ανοίγεται
στο τρομαγμένο σαν ελάφι βλέμμα
κι αναρωτιέσαι πού θα βρεί τόπο να χωρέσει τις καμπύλες της
Μπαίνεις στο χωριό κι είναι άλλο χωριό
Το ημερολόγιο άλλαξε. Οι ειδήσεις είναι σε άλλη γλώσσα
το στήθος γέμισε απότομα αέρα

Σκάβει όλο και πιο μέσα
στο βασανισμένο τοπίο η μνήμη
——————–πηγάδι σπιτιού ερημωμένου
——————–ανεβάζει ο κουβάς
μυστικό νερό, πίνει σαν σκύλος η ζωή
δίψα στυφή με αιφνίδια ξανά χάνεται κατεβαίνει
κοιτά όλο και πιο μέσα. Κατάματα θάματα
Πώς να πιάνεις με μικρά εξαίφνης ζώα του δάσους
στο ξέφωτο χωρίς θηλιές μόνο με ξόρκι
Στη μικρή πατρίδα που άφησε όπως το κουνάβι δυό πόδια
στο δόκανο
χούϊ δεν αλλάζει ,έχει κάτι από τη φτιαξιά τρομαγμένου ζώου
Ολοκληρωμένες ενοράσεις, οι εικόνες κάνουν κύκλωμα εντός ψυχής
Το συναίσθημα παροχετεύεται ακαριαία.

ε. Κάτω από τους λόφους στις Λύπες
λιόφωτα λιόφυτα κυματίζουν ασήμι θάνατο
πετρωμένο φώς
πενθούν χίλια χρόνια την Κόρη
Ναυαγισμένες λάρνακες, στο χείλος των καμινιών
στις ασβεσταριές , χυτήρια της άγνοιας,
αναδύονται, φανερώνουν ψυχικά μας βάθη,
η μνήμη αλέθεται τη σκόνη των αιώνων

Ξαπλαρωμένες κολώνες, τις έγειρε ο χρόνος
τις έβαλλε να κοιμηθούν στο χορτάρι
δίπλα στα αρχαία μνήματα
θα ξαναστηθούν θα στεριώσουν με θάματα
τʼ αθάνατα

Ξύλινος σταυρός διασχίζει το τοπίο με τις πέτρες
μέχρι που συναντά το δάσος με τα ελάτια
μανιάζει η πράσινη θάλασσα των φύλλων
vox clamantis βουνίσιος άνεμος
ταΐζει τʼ αυτιά μου λέξεις εξαγνισμένες

Τώρα ,μπορώ να αρθώ ως το αναλόγιο
εκεί που οι λέξεις είναι ψαλμοί

Παραδίδω το ποίημα
λουσμένο τις ανταύγειες των σταροχώραφων
ψωμάκι.

ζ. Σαν να καρφώνεις αόρατες πρόκες
με αόρατο σφυρί

η λέξη σφυρί δεν είναι σφυρί
όσο κι αν σφυριά του αέρα
κοντεύουν να μου σπάσουν τις πόρτες

Περνάει ο χαροκόπος με το δρεπάνι ξυρίζοντας
σκοτεινό χορτάρι στο μάγουλο της γης

κάτω από την Εγνατία που μας διασχίζει σαν βουνά
ψηλά στον ελατότοπο
κρυμμένο αηδόνι
Αηδόνι, τρυπάς το σκοτάδι
χύνονται δροσιές αστέρια οι ήχοι σου
δάσος των σπλάχνων χρωματίζει τον αέρα
με το χωμάτινο των ίσκιων

Τώρα μιλάει η καπνιά κάτω απ τον ασβέστη
ό,τι ήταν κειμήλιο τώρα είναι ύπνος
Πού θα βρεί να πιεί νερό η διψασμένη μέρα;

η. ένα κούφιο μπρούτζινο χέρι
σ αγκαλιάζει ύλη σταθερή
μισοφέγγαρο νύκτιες ακτίνες
φωτίζουν την ακτή σου

ποτισμένα λυκόφως
στυγόνερα και χνώτα κέρβερου τοπία
Στους φράχτες από τριανταφυλλιές
που επιμελούνται οι γυναίκες της Παραμυθιάς
τα πράγματα είναι συγκεχυμένα
χύνω λίγη φύση στο ποτάμι
που αμέσως κυριεύει το δέλτα σου
οι λέξεις βρέχονται με αλατόνερο

Μεστώνουν τα γραμμένα της
ματάκια
ουρλιάζει φυσώντας τυλιμένη περγαμηνή
σαν ο άνεμος μέσα από τις πολεμίστρες.

*
©Έκτωρ Πανταζής
φωτο©Στράτος Φουντούλης, 2008

 

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, εγώ πίσω από τα τζάμια του παραθύρου μου, κοιτώντας εκατομμύρια επιθετικές νιφάδες χιονιού να μου ψιθυρίζουν «κάτσε μέσα, κάτσε μέσα» εντελώς διαφορετικές από εκείνες που αναθυμάμαι παιδί να μου χαμογελάνε και να μου γνέφουν «έλα έξω, έλα έξω να παίξουμε» στέλνω το μυαλό μου όπως ένα παιδί για θελήματα, να μου φέρει εικόνες που μου είναι γνώριμες. Που τις ξέρω και με ξέρουν. Κλείνω τα μάτια κι αναθυμάμαι.

   Εκείνο τρέχει πάνω κάτω, μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60.
    Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας. Μια μεγάλη σειρά ανθρώπων φαίνεται, σα να κάνει παρέλαση.
     Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ με το «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις, παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κάτουρο του.
   Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς ενώ μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
     Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , δυο τρεις ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά – σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
   Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού.   Σε διάφορα βολ πλανέ ξεπροβάλλουν, ο Γιώργος Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν (καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν) οι εικόνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
  Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κόσμος από κάτω, χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
   Σε μια άλλη μικρότερη εικόνα, η Δήμητρα Λιάνη ισιώνει τις ζαρτιέρες της κοιτώντας πίσω, πάνω από τον ώμο της.
  «Μνησθητί μου Κύριε, καλό κι ευλογημένο» είπα ανοίγοντας τα μάτια, νομίζοντας πως ήτανε όνειρο.

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Αρχείο 30/12/2013

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο»

Βασίλης Ζαρίφης, …για την απολογία μιας μηλόπιτας

 
Ανήμερα Χριστούγεννα, ξημερώματα, δύο κουραμπιέδες βρέθηκαν ξεροί και μισοφαγωμένοι μέσα σε μια λίμνη από ψίχουλα και ζάχαρη άχνη. Ποιος είχε διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα;
  Δύο μελομακάρονα κατέθεσαν πως την προηγούμενη άγια νύχτα τα είχαν ακούσει να καβγαδίζουν άγρια. «Άντε ρε μπακλαβά» το ένα, «Ίσα ρε κουρκουμπίνι» το άλλο. Οι υπόλοιποι κoυραμπιέδες όμως έριξαν την ευθύνη στην γλυκιά μηλόπιτα της διπλανής πιατέλας: «Αυτή η ξένη φταίει. Τι δουλειά έχει αυτή ανάμεσα στα γνήσια χριστουγεννιάτικα γλυκά; Την είχαμε πάρει χαμπάρι εμείς. Από την μια έδινε όρκους πίστης και αγάπης στο μεγάλο μελομακάρονο και από την άλλη έκανε τα γλυκά μήλα στο μικρό».
  Η γλυκιά μηλόπιτα άκουσε αμίλητη το κατηγορητήριο και απολογήθηκε: «Φαγώθηκαν ποιος θα με ξεζουμίσει. Θέλεις να φτιάξεις φαρμάκι; Ψέκασε ανθόνερο την κακία»

*
© Βασίλης Ζαρίφης
φωτογραφία: e-Συνταγόκοσμος

Νανά Τσόγκα, Τελευταία ευκαιρία: ουρανός

Όχι πως έχω να προτείνω
κάποια σωτήρια επανάληψη
– εξάλλου το οικείο έδαφος
είναι το ναρκοθετημένο.

Λες κι έχει ο άνεμος σκιά
και κρύβει παρελθόντα λάφυρα
– χάνει τόσον καιρό ο άνθρωπος
συνέχεια μιλώντας για την τύχη (του).

Ο άνεμος τού μίλησε.

Σού ανακατεύει το αεράκι τα μαλλιά
μόλις βγαίνεις στο κατώφλι
της καινούργιας μέρας
το πατρικό το χάδι σού θυμίζει
να μην σκιαχτείς, παιδί, στα ξένα μέρη
– της έγνοιας σου το σύννεφο
ανάμεσα στα φρύδια
μικρός φρουρός στη μέρα σου
από φτερά αγγέλου.

Όπου κι αν πας, θα σε ακολουθώ
σου ψιθυρίζει επίμονα ο αέρας
ακόμα κι αν ξεριζωθείς
και για αλλού κινήσεις
εγώ θα ’μαι μαζί σου σαν την αύρα
σαν τότε που έπαιζες
με της ανεμελιάς το ρίσκο
εν αγνοία σου – και όλο πίστωνες
το μέλλον με χαμόγελα.
Κι όταν μια νύχτα έρθεις και λυγίσεις
απ’ τα χτυπήματα της άγριας μοναξιάς
εκεί θα ’μαι κι εγώ με μαντηλάκι
της μνήμης πάλλευκο απ’ τις δαντέλες
της σμαραγδένιας ερωμένης θάλασσας
που στοίχειωσε τα όνειρα και ξύπνησε εφιάλτες
χάνοντας το γαλάζιο της στις ερημιές της Δύσης
εκεί που πήγε και μεγάλωσε μια ζωντανή σου λύπη.

Μα, μη λεκιάσεις το άσπρο της με δάκρυα του πόνου
αυτά κράτησέ τα να ποτίζεις τις δυο χούφτες χώμα
που έχεις φυλαγμένο στην πιο κρυφή
την πιο αποφασισμένη, εκείνη της καρδιάς σου
τη σφιγμένη τη γροθιά.

Σιγά σιγά θα μάθεις, είπε το αεράκι
γιατί παντρεύονται συχνά ο νόστος με το άλγος.

*
©Νανά Τσόγκα
φωτό©Στράτος Φουντούλης, «Η αυλή» 2012

Ασημίνα Λαμπράκου, Ησιόνη – μια γυναίκα

Με το αριστερό της χέρι προσπαθούσε να πάρει λίγο ζεστό ζωμό από τη κατσαρόλα, αποφεύγοντας επιμελώς τους κόκκους του ρυζιού και με το δεξί συνέχιζε να χτυπά το αυγολέμονο στο βαθύ πιάτο.

Σουσού.
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους.

Σουσού τη φώναζε κι η μάνα της σαν ήθελε να καλοπιάσει τη διάθεσή της.
Και το κατάφερνε. Ίσως δεν ήταν μόνο το χαϊδευτικό, αλλά και το χάδι του χεριού της κι η φωνή της. Μπορεί και το βλέμμα που συνόδευε τον λόγο.
Μια γλύκα που ξεπήδαγε και απλωνόταν πάνω της δίχως να ζητά τίποτα παρά μόνο να δώσει. Αυτό την ξεθάρρευε. Ένοιωθε ασφαλής και συνένοχη στο παιχνίδι. Της άρεσε όχι μόνο γιατί την γλύκαινε αλλά και γιατί καταλάβαινε τους όρους.
Έριξε με προσοχή το ζεστό ζωμό στάλα – στάλα στο πιάτο με το αυγολέμονο χωρίς να σταματά να το χτυπά με το δεξί χέρι. Κατόπιν αναποδογύρισε το πιάτο στη κατσαρόλα. Ανακάτεψε ήσυχα με μια ξύλινη κουτάλα και πέρασε το σκεύος σε άλλο μάτι της κουζίνας. Έπιασε το τσαγερό και το τοποθέτησε στο ζεστό μέρος να πάρει τη κάψα, μη χαλάσει το υλικό.
Σουσού τη φώναζε κι ο πατέρας της.
Το δικό του βλέμμα όμως έκρυβε μια προσμονή που την ανησυχούσε. Σα να αποζητούσε από κείνη να γεμίσει κάτι που ούτε το ’βλεπε κι ούτε, περισσότερο, ήξερε το με τι και πώς να το γεμίσει. Τότε γαντζωνόταν στη γκρίνια της κι έφευγε. Όχι δηλαδή πως απομακρυνόταν από την οικία. Που τέτοια πράγματα τότε; Κι ούτε καν στο άλλο δωμάτιο. Όλο το σπίτι, ένα. Έτσι ήταν φτιαγμένο από τους μαστόρους. Όλα τα δωμάτια σε κυκλικό διάδρομο δίχως κέντρο ή μάλλον με κέντρο τον μεσαίο τοίχο. Υπήρχαν πόρτες μα πάντα έμεναν ανοικτές.
Έφευγε στον κόσμο της. Γινόταν ένα κουβαράκι όπως η κάμπια άμα την πειράξεις, καμπουριάζει κι αγκαλιάζει το κορμί της. Έτσι κι αυτή. Κι όταν πια συνερχόταν από αυτή τη κατάσταση, ένοιωθε συντριμμένη. Κουρασμένη. Κακόκεφη. Σαν άνθρωπος που δε στάθηκε ικανός να καταλάβει και να αποδώσει το πρέπον ή το ζητούμενο.
Έπλυνε τα χέρια και τα σφούγγισε στην άκρη της ποδιάς της. Έπειτα, άνοιξε τη σιδερώστρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 19 του μήνα κι εκείνη μόνο τότε βρήκε το χρόνο και τη διάθεση να το στολίσει. Δεν την πείραζε. Και στο πατρικό της εκείνα τα χρόνια έτσι το συνήθιζαν. Κοντά στη γιορτινή μέρα. Πρώτα οι δουλειές του χειμώνα κι έπειτα τα στολίσματα. Κάθε πράμα στο καιρό του…
Με το σιδέρωμα ζεστάθηκε κι έβγαλε το πάνω της φόρμας της. Όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, σκυμμένη πάνω στα ρούχα να στρώνει τις ραφές και να τις πατά προσεχτικά με το σίδερο, μην ανοίξουν, μη ξεχειλώσουν και χάσει το ίσιο του το ρούχο, τα στήθη της κουνιόντουσαν πέρα δώθε ακολουθώντας τη κίνηση του κορμού στη προσπάθειά του, ελεύθερα μέσα απ’ το μικρό μακό της.
Δυο παλάμες την ακινητοποίησαν, την πάγωσαν και την ερέθισαν. Ο άντρας της. Τσιτώθηκε. Δεν άντεχε το χάδι το απρόοπτο, το δίχως πριν να την ηρεμήσει, να την ησυχάσει, να την ταξιδέψει. Να την ξεχωρίσει από την αγωνία της πορείας των πραγμάτων. Αρνήθηκε. Δεν ανέχτηκε. Αντέδρασε.
Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της. Και τις σκέψεις της.
Σουσού δεν την φωνάζει ο άντρας της. Κι ούτε που θυμάται να του έχει πει τα σχετικά. Κι αυτού το βλέμμα δεν κρύβει προσμονή παρά φανερώνει στα ίσια τι προσδοκά. Ούτε και τούτο τη γλυτώνει από εκείνο το συναίσθημα του πνιγμού σαν καλείσαι να σηκώσεις κάτι που δεν ξέρεις τι είναι κι ούτε από που να το πιάσεις, πώς να το χειριστείς, να το κουμαντάρεις και να το τελειώσεις. Γιατί, τι στο καλό εννοεί ο καθένας, τι νόημα δίνει στην έννοια χαρά; Που να ξέρεις και με ποια υλικά να παραγεμίσεις τις στιγμές και το σύνολο για να προσφέρεις χαρά. Κι ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό πως επειδή είναι μέρες γιορτινές και μ’ αυτό τον τρόπο γιορτινές, γιατί, παραδέξου το, κι οι γιορτές έχουν το δικό τους ύφος και περιεχόμενο η καθεμιά, κι άλλα έχει ανάγκη η μια κι άλλα η άλλη, είναι πιο εύκολο να τις γεμίσεις με χαρά. Ποια τα υλικά και ποιες οι δόσεις; Και τ’ ανακάτεμα; Κι αυτό θέλει μαεστρία.
Από παιδί νοιώθει να μπερδεύεται και να προκύπτει ανίκανη σε τούτα τα μαγικά. Να περνά στο προσκήνιο και σαν ταχυδακτυλουργός και ικανός ιερουργός, να στήνει τα κατάλληλα σκηνικά με νοήματα που δεν αποδίδονται αλλά ζητείται εσύ να αντιληφθείς το περιεχόμενό που οι άλλοι τους δίνουν. Μπλοκάρει στους πρώτους ρόλους. Απομονώνεται.
Χριστούγεννα. Πλησιάζουν δηλαδή.
Θυμήθηκε μια αφιέρωση που είχε γράψει σε μια φίλη της πριν χρόνια: ζήσε τις μικρές σου στιγμές για να μην έχει η ευτυχία σου ανάγκη τις μεγάλες…
Έριξε μια ματιά στο δεντράκι που είχε στολίσει αξημέρωτα. Χάιδεψε με το βλέμμα της τα στολίδια και χαμογέλασε. Μάζεψε τα σιδερωμένα ρούχα και την σιδερώστρα. Έβαλε το σίδερο όρθιο να κρυώνει. Μπήκε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι οσμίστηκε το φαγητό που κρύωνε μέσα στην κατσαρόλα. Χαμογέλασε. Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της φτιάξει γιουβαρελάκια!
Έβγαλε την ποδιά. Πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της να τα σιάξει λίγο κι έπειτα το δάχτυλο στη σχισμή του στήθους της. Η κολόνια της δεν ήταν φρέσκια αλλά κρατούσε καλά ακόμα. Άνοιξε την πόρτα του σαλονιού. Χαμογέλασε…
*
©Ασημίνα Λαμπράκου -Δεκέμβρης, 2010
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Γυναίκα, Επίδαυρος 2008»