Την ώρα που ο ουρανός ο γοργοπόδαρος σιμώνει
στη Δύση και όταν ήδη η μέρα μας πετά να πάει
σε ανθρώπους που την περιμένουν σαν εμάς κι εκείνοι,
κατάκοπη καλοσυνάτη γραία περπατάει
σε ξένη γη με γρήγορο βηματισμό: είναι μόνη
και βιάζεται να φτάσει εκεί, στο τέμπλο που θα μείνει·
και μόνη ως θά ’ναι μέσα στη γαλήνη
του τέλους της ημέρας, τη αληθεία
μπορεί να λάβει την παραμυθία
από μι’ ανάπαυση μικρή, όπου και θα λησμονήσει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Francesco Petrarca, Την ώρα που ο ουρανός ο γοργοπόδαρος σιμώνει ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής»
Ένα ανάγνωσμα, εξαιρετικής επιλογής από τις @Εκδόσεις Έναστρον. Ένα βιβλίο με κίνηση εσωτερική, όπου η τραγικότητα των χαρακτήρων μεταφέρεται ζωντανά κι αβίαστα στην αναγνωστική οθόνη, καταφέρνοντας κάτι που συναντάται όχι συχνά: τη δραματοποίηση της αναγνωστικής διαδικασίας. Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να επιβιώσει δραματουργικά, ως θεατρικός μονόλογος και όχι μόνον, καθώς κάθε αφήγηση-κεφάλαιο, αν και αποτελεί μέρος μιας συνολικής πλοκής, κλείνει αυλαία βαθιά υποσχόμενο.Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τεοντόρα Ντίμοβα, Οι Μητέρες ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»
Όσο πιο βαρύ είναι το φορτίο, όσο πιο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας, τόσο είναι πιο αληθινή πιο πραγματική. Σ΄αντιστάθμισμα, η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο ον να γίνεται πιο ελαφρύ απ΄τον άνεμο, να πετάει, ν΄απομακρύνεται από τη γη, απ΄το γήινο είναι, να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμιση αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς σημασία.
-Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να την συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές, ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες.
-Το να μην μπορείς να ζήσεις παρά μόνο μια ζωή, είναι σαν να μην τη ζεις καθόλου.
Ο χλωμός νεαρός άντρας χαλάρωσε προσεκτικά μέσα στη χαμηλή καρέκλα, και άφησε το κεφάλι του να κυλήσει στο πλάι, έτσι ώστε το δροσερό τσίτι ανακούφισε το μάγουλο και τον κρόταφο.
«Ω, αγαπητή,» είπε. «Ω, αγαπητή! Ω, αγαπητή! Ω!»
Το παρατηρητικό κορίτσι, καθισμένο ανάλαφρα και στητά στον καναπέ, χαμογέλασε λαμπερά προς αυτόν.
Στις αρχές Φεβρουαρίου η Γαλλική Ακαδημία, της οποίας η επιρροή μειώνεται, ανέτρεψε την παράδοση και τους κανόνες τεσσάρων αιώνων και εξέλεξε μέλος της τον Μάριο Βάργκας Λιόσα. Η καθολική εφημερίδα La Croix έγραψε ότι η εκλογή του «μπορεί να βοηθήσει την Ακαδημία να τερματίσει την απομόνωσή της». Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την ομιλία του νομπελίστα συγγραφέα κατά την τελετή υποδοχής του ως μέλους της Γαλλικής Ακαδημίας.
Θα ήθελα τώρα να επανέλθω στον Γκυστάβ Φλωμπέρ και στη γαλλική λογοτεχνία και να σας πω ότι ο ερημίτης του Κρουασέ[1] με βοήθησε να γίνω ο συγγραφέας που είμαι. Όταν, το 1959, πήγα στο Παρίσι, το ίδιο το βράδυ της άφιξής μου αγόρασα, όπως έχω πει, ένα αντίτυπο της Κυρίας Μποβαρύ στο βιβλιοπωλείο «La joie de lire» [«Η χαρά της ανάγνωσης»], που μου άρεσε διότι οι ιδιοκτήτες του ουδέποτε κατήγγειλαν τους κλέφτες των βιβλίων τους, πράγμα που εξηγεί γιατί στο τέλος χρεωκόπησαν. Θυμάμαι επίσης εκείνη τη βραδιά στο ξενοδοχείο Ουετέρ όπου έμενα, στο Καρτιέ Λατέν, και το ζευγάρι των Λα Κρουά, που έγιναν στη συνέχεια φίλοι μου, σαν ένα όνειρο από το οποίο δεν έχω ποτέ μου ξυπνήσει. Έκθαμβος μπροστά στην κομψότητα και την ακρίβεια της γραφής του Φλωμπέρ, τον διάβασα και τον ξαναδιάβασα εξ ολοκλήρου, απ’ άκρου εις άκρον· θέλω να πω ότι μελέτησα τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του καθώς και την αλληλογραφία του, ταξίδεψα ως το Κρουασέ και απέθεσα λουλούδια στον τάφο του θέλοντας έτσι να του εκφράσω τις ευχαριστίες μου για ό,τι έκανε για μένα και για το νεωτερικό μυθιστόρημα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mario Vargas Llosa, Για τον Γκυστάβ Φλωμπέρ»
«[…]Δεν μπορούσε να είναι πεθαμένος, γιατί καταλάβαινε πολύ καλά τα πάντα: τη ζωή που στριφογύριζα γύρω του μουρμουρίζοντας. Την ελαφριά μυρωδιά από τα ηλιοτρόπια που έμπαινε από το παράθυρο και ανακατευόταν με την άλλη «μυρωδιά». Αντιλαμβανόταν τέλεια την αργή ροή του νερού στην στέρνα. Το τζιτζίκι που είχε απομείνει στη γωνία και συνέχιζε το τραγούδι του νομίζοντας πως ακόμα ξημερώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Gabriel García Márquez, Τα πάντα διέψευδαν το θάνατό του»
Από τις εκδόσειςΜανδραγόρας ―επιμέλεια: Ιφιγένεια Σιαφάκα
✳︎
ΕΛΕΝΑ ΑΚΑΝΘΙΑΣ
[…] Αντιστοίχως, η Ελληνίδα γυναίκα, με το μικρότερο Μήλο του Αδάμ και την ανάλογη φωνή, παρ-ακολουθούσε την ανδρική ρωμαλεότητα, εμπραγματώνοντας γενναία, αλλά με έναν πιο απλό και εσωτερικό τρόπο, το ιδιοπρόσωπο ήθος και την ταυτότητά της, εξ ου και οι θαυμαστές έναλγες αυτοθυσίες της – π.χ. ο χορός του Ζαλόγγου και η αυτόβουλη κατακρήμνιση με τα παιδιά της. […]
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.