Κλασικά Κυριακής: Ἄρης Δικταῖος, “τῆς ἁμαρτίας τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας”


Η ΠΟΙΗΣΗ

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κλασικά Κυριακής: Ἄρης Δικταῖος, “τῆς ἁμαρτίας τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας”»

Larry Cool, Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι

 
Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι

Ὁ οὐρανὸς ἀντανακλᾶ ἀνάποδα τὴν πόλη
Τρελὴ ἡ Παναγία σαλαγεῖ τὰ φεγγάρια της
Ἀπ’ τὶς τρύπες π’ ἀφήνουν τὰ πέλματά της στὴν ἄσφαλτο,
Εἰσδύει ἀπόκοσμο φῶς.
-«Θέλω μιὰ κόρη ἀπὸ σένα,» μοῦ λέει
Γαμιόμαστε στὰ ὄρθια σὲ μιὰ οἰκοδομὴ
Μέσα στὴ διάφανη κοιλιά της,
Ἥλιοι κι ἀστέρες περιστρέφονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Larry Cool, Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’

Ήταν εκεί. Στο δεξί μέρος της ντουλάπας, πάνω στο πρώτο ράφι. Πάντα εκεί· από την πρώτη μέρα που της το είχε χαρίσει ο μπαμπάς. Όταν δεν κοιμόταν μαζί στο μαξιλάρι, ήταν εκεί. Το έβλεπε από το κρεβάτι της. Η ίδια ηλιαχτίδα το φώτιζε κάθε πρωί. Το αρκουδέλι. Καφετί. Γυαλιστερό. Με δυο μικρές μαύρες χάντρες που σε κοιτούσαν πεινασμένα. Τρυφερά. Χαϊδευτικό. Χνουδωτό. Μπορεί να ’ταν και σκίουρος· ίσως και κάστορας -σπάνιο· της είχανε μάθει όμως και γι’ αυτά- ρακούν, ασβός, πιθηκάκι. Εκείνη μέσα της το ’λεγε «αυτό». Το. Τοτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’»

Νανά Τσόγκα, Momentum –ποίηση

~~*~~
(Antonio Vivaldi : La Follia)

Momentum ~ η διάσωση 

Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω – σε ξένη κλίμακα –
έχει τεράστιο μεγαλώσει
λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια

χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.
Γυρίζει απότομα η μαμά να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους του Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
– αναπόδραστες – του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.
Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη του Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά του Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η “Σανέλ” της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ την στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά του αιώνα
πουλιά χρωματιστά – εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.

Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
– Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές του Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει – και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.
Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από την ράχη της Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ’ τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
– με γεύση κερασιού στην μνήμη
και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.

Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.

Momentum ~ η παραπομπή

Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
– ακόμη αφανή τ’ αστέρια.
Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
– το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.

Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία του πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη του Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν τα νοήματα σειρά
– αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο–Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος του ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.

Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.
Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία του έρωτα
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.
Λίγο τα νέφη πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
– ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
ω, θέρος των σωμάτων –
να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του
άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας
ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.


Momentum ~ η επικράτηση

Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ τη λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
– έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.
Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου – εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.
Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Σαγκάλ τα μούσμουλα φεγγάρια.

Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).
Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά – κόντρα στο ρεύμα.

Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.

*

© Νανά Τσόγκα τρίπτυχο από το βιβλίο ‘σημειΟμματα’, εκδόσεις Δωδώνη, 2010 
photo © Stratos Fountoulis, « Sur les rives de la Seine », Paris 2012

Γιώργος Κοζίας, «Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης» -ποίηση

 
ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ

-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,
με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.

Το τραπέζι προχωρά,
στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,
γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,
καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,
ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
με την ψυχή ανάποδα.

Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα
ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:
«Το όνομά μου Λεγεών…
Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»

*
Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό
ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,
διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:

Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν
βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους
όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.

Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,
φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,
ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.

Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,
λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…

*
ΤΑ ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους,
τρώνε τις πόρτες του σπιτιού,
τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα,
πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.

Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,
έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες
γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες,
κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.

Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια
εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα
καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:

-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!

*
ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ Α.Ε.
(Κωμειδύλλιο)

Στους δρόμους της πόλης εμφανίστηκε
ωραία, τολμηρή, ουράνια,
λεπτή μια ρέγκα Πολωνέζικη.
Πούλησε το βαρέλι της αγόρασε στολή
κάθεται στο καφενείο Άστυ,
στην μπυραρία των καταθλιπτικών πίνει αντισηπτικό.

Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης.
Οι νεόνυμφοι είχαν χάσει έναν γάμο,
ο βαπτισμένος την κηδεία,
ο τελώνης μετράει τα χρυσά του
κι οι καλεσμένοι -δούκες, βασιλιάδες,
παλλακίδες- εμπορεύονται
δαντέλες, δαχτυλίδια, βελούδα …

Η μαρκησία-Αυτόματο ουρλιάζει:
-Τράβηξε Δήμιε, την αγχόνη-αλεξικέραυνο!

Στο Πάνθεον των ηρώων, η ρέγκα-κυβερνήτης 
με γαλόνια σέρνει την Δόξα απ’ το λουρί.

*
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι αστοί -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

*
CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»

Άκουσε τους μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σε πόλεμο εναντίων λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».

Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».

Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».

Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της…»
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.

Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς-Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».

*

© Γιώργος Κοζίας
φωτο © Στράτος Φουντούλης, Στοά του Βιβλίου, Αθήνα 2011.

*

Γιώργος Κοζίας 
41ος Παράλληλος 
εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Στιγμή, 2012

Σαράντα μία συν μία ποιητικές αφηγήσεις χαρτογραφούν τον έρωτα, την μοναξιά, την αναζήτηση της ευτυχίας, την απόλαυση για τη Δεύτερη Ζωή ή τη χαρά για την Πέμπτη Διάσταση.

Εικόνες-ποιήματα, μουσικές-ποιήματα καταθέτουν ιστορίες για αθώους, ταπεινούς, δειλούς, ενόχους που αγαπιούνται, λατρεύονται, προδίδονται και προδίδουν ανάμεσα από χίμαιρες και ευκαιρίες, από ήττες και λιτανείες:

Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία 
με τα κεριά όλων των προδομένων.

*

O ποιητής Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Ευθύνη», το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ζωολογικός κήπος», 1989, «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε», 1995, «Πεδίον ρίψεων», 2001, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», 2007, με σχέδια της Εύης Τσακνιά και «41ος Παράλληλος», επίσης με σχέδια της Εύης Τσακνιά, όλα από τις εκδόσεις «Στιγμή». Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα γαλλικά και τα ισπανικά. Ποίησή του έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο και έχει παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τον Ιανουάριο του 2009, με ερμηνευτές τη μετζοσοπράνο Αγγελική Καθαρίου και την πιανίστα Νέλλη Σεμιτέκολο.

Νίκος Βλαχάκης, ποίηση

 
Χορικό Β’
(της απόγνωσης)

Τα ναυάγια μου στο βυθό
κι οι κούρσαροί μου
παλικάρια αμούσκευτα
στου πελάγου την αύρα.

Πόση δόξα άδολη
στης ακτής το μυχό.
Εγώ που σε πόθησα
πόσο λάθος είχα! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βλαχάκης, ποίηση»

Μανώλης Μεσσήνης, «υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου» -ποίηση


“Αιρετικός” 

“εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου”————————————

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του

Αφήνει ανοίγματα στο τριμμένο του σακάκι,
εξόδους,
έτσι για να συγχωνεύεται με τους ανέμους –
αέναα ένδον της ύπαρξης,
άσαρκος ως αποφράς ημέρα

Η νύχτα του αποσβένει μέρες
υπολειμματικών περιττωμάτων

Τα κείμενά του αποδομιστικά,
ναρκοθετεί αμφιβολίες·
στρόβιλοι σε ζοφερά τοπία

Ανοιγοκλείνοντας παράθυρα,
κτυπώντας τα εκκωφαντικά
σαν κραυγή πριονισμένη,
με την υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου
ως κατανοήσιμη του λόγου ύλη,
ραπίζει διανοήματα που εξουσιάζουν
ως το ικρίωμα και ως τη σάρκα πέρα,
κάνοντας ματ στον βασιλιά
που αντιφάσκει

Και η σκιά,
στερημένη και αυτή από ελαφρυντικά,
στην αρπάγη του λόγου του σιωπά

***

Τούτοι οι δρόμοι

Τούτοι οι δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά
Έχουν μια κλίση προς το μη παρέκει
Πορεία ή παραμονή σε σκοτεινό κελί
Βρίθουν υπονοούμενα κι άλλες εικόνες συναφείς
Οι δρόμοι τούτοι είναι απροσπέλαστοι
και υποδοριεί ξοπίσω τους το τρίχωμα του ζώου
Ουλές βαθιές και μνήμες αδυσώπητες
εκεί που το σκοτάδι βαθμιαία επιβάλλεται ως νύχτα
Οι δρόμοι τούτοι μεταλλαγμένη σιωπή
Είναι η σιωπή που σαν λόγος διαλέγεται

***

Λιγοθρύλητα αισθήματα 

Αφού φυγομαχούν οι απαντήσεις,
αφού οι διαπιστώσεις αναβάλλουν,
αφού τα συνειδησιακά ικριώματα χαράσσουν
μια γραμμή καμπύλη ώς το τίποτα,
έλα να γευθούμε την οσμή του ανέλπιστου·

να έρθει ένα κύμα βίαιο,
ένα τετέλεσται των εξαχρειοτήτων,
μια λάγνα σάρωση μ’επιφωνήματα,
σαν μπαλταδιά στη μαύρη κωμωδία·

και μη σε στερεότυπες αρέσκεσαι κραυγές
για δήθεν σωτηρία, χωρίς να κινδυνεύεις
φτωχό πουλί που σου’ μαθαν σε κλουβί να επιβιώνεις

©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Στράτος Φουντούλης, «Wol. Shopping Center», Brussels, 2013

Μανώλης Μεσσήνης, “υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου” -ποίηση

Αρχείο 19/09/2013

“Αιρετικός” 

“εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου”

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανώλης Μεσσήνης, “υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου” -ποίηση»