22 χρόνια Στάχτες


Διψάω υπερβολικά. Το ρολόι δείχνει 5:00 πμ και το τρένο μου φεύγει στις 6:30. Η Αθήνα άδεια μέσα στον Αύγουστο και το ταξί δεν καθυστερεί καθόλου στους δρόμους. Έχω φτάσει πολύ νωρίς στο σταθμό. Τέτοια ώρα είναι κλειστά τα καφέ και οι φούρνοι. Δεν με ενδιαφέρει κάτι φαγώσιμο, αλλά για μια γουλιά εσπρέσσο, θα έδινα τα πάντα αυτήν την στιγμή. Δεν ξέρω γιατί έφυγα αξημέρωτα απ’ το σπίτι. Απλά δεν με χωρούσε ο τόπος. Μάζεψα σε μια βαλίτσα πέντε αλλαξιές, τον φορτιστή μου, μια οδοντόβουρτσα κι έτρεξα σαν κυνηγημένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Νικητίδου, Αχάραγα στον σταθμό»
[…σαν μια καρδιά σε κίνδυνο…]
Τον κοιτούσαν από το ράφι τους. Πάντα σκονισμένα, παλιά κιόλας από την ώρα της γέννησής τους. Με τίτλους και εξώφυλλα και ανάγλυφες μορφές και πολύχρωμους χαρακτήρες. Και οπισθόφυλλα που χωρούν σε μια στιγμιαία αγωνία τους τη σύνοψη μιας ολόκληρης ζωής. Τίποτε το συγκινητικό δεν έχουν τα βιβλία μες στο σκονισμένα ράφια, ίσως μια γοητεία, μια λεπτομέρεια κάπως γραφική. Οι ιστορίες τους, όμως, οι χαρακτήρες τους όμως, αυτοί διαθέτουν το δικό τους μαρτύριο, τη δική τους ζωή, δεκάδες θύελλες τους κατατρέχουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Βιβλιοδετείον»
Άφησα την πρόσοψη του μύλου μου να αλέθει τον σίτο σου τον ακριβό και χόρεψα με την πέτρα της τριβής. Περιμένοντας να βγει η σπίθα που θα ξεκάνει τον αφόρητο λογοκριτή μου.
Για να μη βλέπω πια άλλα έργα μασκαρεμένα. Παρά μόνο την ένταση του καρπού μας πριν γίνει άλεσμα, κάλεσμα, πάλεμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Στρέφης, Διαιώνιση»
Από τις Εκδόσεις Περισπωμένη
ΤΡΟΠΙΣΜΟΙ
Ας φθαρώ λίγο λίγο
στο φως
λύγισέ με αλλιώς.
Κι όπως χάνομαι
—προοδευτικά—
στην πάχνη
απόηχος του κόσμου
γίνε
ή στάχτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άννα Λιανού, Γράμμα από τα δάση ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»
Εργάκι με κανόνες συμπεριφοράς
σε γιορτινό τραπέζι
(Σκηνικό διαλυμένου τραπεζιού. Ποτήρια αναποδογυρισμένα, σπασμένα πιάτα, μια ριγμένη μποτίλια με κρασί, τσαλακωμένα τραπεζομάντιλα και οι καρέκλες αφημένες στη θέση τους, σαν να ‘χε συμβεί κάτι τρομερό που ανάγκασε τους καλεσμένους να σκορπίσουν ξαφνικά. Στη μια άκρη του τραπεζιού, στέκει ένας τύπος, μάλλον αστυνομικός. Ρεπούμπλικα χαμηλωμένη στο ύψος των ματιών, καμπαρντίνα με όρθιο το γιακά, γραβάτα κάπως λυμένη, γένια τριών και βάλε ημερών. Κάποιος τρέχει, κρατά ένα φωτιστικό σαν αυτό που χρησιμοποιούν στις ανακρίσεις και που σήμερα διαμορφώνει ένα γραφικό, σχεδόν κλασικό σκηνικό. Ο τύπος που εισβάλλει στη σκηνή ανάβει τα φώτα, ο μάλλον αστυνόμος σαλεύει, κοιτάζει ποιος μπήκε στη σάλα, του κάνει νόημα να πλησιάσει. Ο τύπος αφήνει τη λάμπα στο τραπέζι, ψάχνει την πρίζα, η λάμπα ανάβει, ο αστυνόμος χειροκροτεί και μονολογώντας, “έτσι μπράβο!”.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Πουλ, Πουλ»
Ο Ούβε στα Καλούδια
Έφτασε νύχτα. Πέρασε απ’ την Πούντα στο νησί και νοίκιασε δωμάτιο στα Καλούδια.
Τον είδα το πρωί. Μάλλον πρώτα τον άκουσα. Μες στην αιθρία του πρωινού ακούστηκε μια
κραυγή: ένα παρατεταμένο «Ααα!» που ερχότανε ψηλά απ’ το μπαλκόνι κι αμέσως ύστερα
ο Ούβε, κουτρουβαλώντας απ’ τις σκάλες, κατέβηκε στο δρόμο, μπρος στη θάλασσα.
Με σηκωμένα χέρια προς τον ουρανό και πρόσωπο που φεγγοβόλαγε από την έκσταση
πέρασε από μπροστά μου. Με κοίταξε για λίγο έκπληκτος κι αμέσως ύστερα, άρχισε πάλι
να φωνάζει: να βγάζει αυτή την άναρθρη κραυγή και τρέχοντας να φτάνει ως την άμμο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Χουλιαράς, Φυσούσε έν’ αεράκι απαλό…»
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.