Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια


…ΣΤΑ 53 ΕΒΓΑΛΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ

Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του, έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.

   Χαίρομαι που άσχετα με τα σκαριφήματά μου με μηδενική επίδραση στη θάλασσα της ποίησης και την αποτίμησή τους, όλα όσα νόμιζα ‘’σημερινά’’, δεν είναι παρά οι τραυματικές προβολές του ‘’χθες μου’’, στο σήμερα. Χαίρομαι που το 1970 που ήμουν στα δέκα μου και θυμάμαι πιο ανοιχτά, δεν θυμίζει καθόλου τις όμορφες μέρες που βιώνουμε για ενεστώτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια»

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Αρχείο 21/12/2013

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους»

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας
Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Τοπική Ιστορία – 2
Άργος, Δεκέμβριος, 2013.
148 σελίδες
ISBN 978-960-9650-05-2

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το σπουδαίο και μοναδικό βιβλίο του Κώστα Δάρμου, «Οι αρχαίοι ποταμοί της Αργολίδας» στο οποίο – για πρώτη φορά -καταγράφονται όλοι οι αρχαίοι ποταμοί της Αργολίδας.
Ο Κώστας Δάρμος, μετά από επίπονη και απολύτως τεκμηριωμένη έρευνα, με γλαφυρότητα και σαφήνεια μας ταξιδεύει στην αρχαία Αργολίδα, στους ποταμούς της και στους μύθους που συνδέονται με αυτούς.
Πιστέψαμε εξ’ αρχής ότι η έκδοση αυτή θα αποτελούσε ένα ακόμη σημαντικό απόκτημα της τοπικής ιστορίας και θα εμπλούτιζε την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία, η οποία αναφέρεται στο πολυτιμότερο για την επιβίωση του ανθρώπου στοιχείο, το νερό.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας»

Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013»
Εκδόσεις Πόλις

Γνωρίζαμε ότι τα χαλκευμένα (από την τσαρική Οχράνα) Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το δημοφιλέστερο αντισημιτικό κείμενο παγκοσμίως, έχει κυκλοφορήσει από διάφορους περιθωριακούς εκδότες στην Ελλάδα. Γνωρίζαμε επίσης ότι κύκλοι της ελληνικής Ακροδεξιάς το θεωρούν γνήσιο και το επικαλούνται συνεχώς. Εκείνο που δεν ξέραμε ήταν ότι η απήχησή του είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο πιστεύουμε. Όσο κι αν μοιάζει ανεξήγητο, είναι από τα πλέον πολυδιαβασμένα βιβλία στην Ελλάδα. Αυτό αποκαλύπτεται από τη συστηματική έρευνα στα ντοκουμέντα 90 ετών όπου ανατρέχει ο Δημήτρης Ψαρράς, ο οποίος έγραψε ένα πρωτότυπο βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφίας με ιδιαίτερη ιστορική και κοινωνική σημασία.
Τα Πρωτόκολλα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να «καταρρακωθεί» η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα της «παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας» ως υπεύθυνης για όλα μας τα δεινά δεν είναι δημοφιλής μόνο ανάμεσα στους εθνικιστικούς κύκλους αλλά και σε κάποιους αντίστοιχους της λεγόμενης «πατριωτικής Αριστεράς». Η ανάπτυξη του αντισημιτικού ρεύματος τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας είναι συνδεδεμένη με τα Πρωτόκολλα, που χρησιμοποιούνται για την εμπέδωση ποικίλων θεωριών συνωμοσίας. Στην περίοδο κρίσης που διερχόμαστε μάλιστα οι θεωρίες αυτές βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε λοιπόν όχι μόνο το διεθνές ιστορικό υπόβαθρο των Πρωτοκόλλων αλλά και τις απηχήσεις τους στην ελληνική κοινωνία που διέρχεται βαθιά κρίση, έτοιμη να δεχθεί κάθε ψέμα και κάθε παραλογισμό ως αιτία των δεινών της. Βέβαια, πίσω από τη διάδοση των Πρωτοκόλλων στην Ελλάδα υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όλοι τους κατονομάζονται ευθέως από τον Ψαρρά, με την ευθύτητα και την ακρίβεια που απαιτεί η ιστορική και δημοσιογραφική δεοντολογία.

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε κοντά σαράντα χρόνια που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί• χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.
Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν• τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.
Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.
Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα• πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.
Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.
Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά• πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.
Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.
Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.
Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα• κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει• ποιος ζει ποιος πεθαίνει.
Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…
Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα• ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.
Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά• επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.
Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση• αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε• στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού• οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…
Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος• φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…
Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:
Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.
Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.
Γκρέμισες πολλά• μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.
Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.
Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο•
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά
Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε• ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου• όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα• κλάψε γοερά!

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος στη συλλογή «Για μια επέτειο» εκδόσεις ‘Ίκαρος’ 2013
photo©Στράτος Φουντούλης, «Aeroport de Zaventem, 2010»

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος είναι συγγραφέας. Άλλα έργα του: ‘Ο Σιμιγδαλένιος’ (11η εκδ. Εστία) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ (1η εκδ. Ίκαρος, 2η εκδ. Άγρα) ‘Ψέματα πάλι’ (Άγρα) ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ (Άγρα) ‘Οχιναιλέγοντας’ (Ίκαρος).

Γιάννης Γκέκας, Τριτογενές εκτόπλασμα

«Δε θ’ ανάψεις τα φωτάκια στο δέντρο;» ρώτησε η Αννούλα τη μητέρα της.
Η Κατερίνα δεν απάντησε, μόνο την κοίταξε και ξαναγύρισε στο πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο αναστενάζοντας.
Καθώς ο αναστεναγμός της φτερούγισε προς τον απέναντι τοίχο, η Κατερίνα άρχισε να θυμάται τα δικά της ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Πήγαινε ο πατέρας της στο βουνό για κυνήγι κι επέστρεφε με μπεκάτσες και έναν μικρό κέδρο υπό μάλης. Τον στόλιζαν την προπαραμονή των Χριστουγέννων και τον ξεστόλιζαν την επόμενη του Άη Γιάννη. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν παραπάνω γιατί ξεραινόταν και γέμιζε το σαλόνι βελόνες. Μετά δεν τον πετούσαν στα σκουπίδια αλλά τον έκοβαν για καυσόξυλα κι ευωδίαζε το σπίτι καθώς καίγονταν στην ξυλόσομπα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας πέθανε και έτσι οι μπεκάτσες αποδημούσαν χωρίς να κινδυνεύουν, οι κέδροι μεγάλωναν, η Κατερίνα παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αθήνα, ήρθε η Αννούλα και το πραγματικό δέντρο αντικαταστάθηκε από ένα πλαστικό.
Μέχρι και πέρυσι στόλιζε το σπίτι και όντως καταλάβαινες ότι πλησίαζαν Χριστούγεννα. Το σαλόνι μύριζε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτα, φωτάκια αναβόσβηναν στο μπαλκόνι, στολίδια και γιρλάντες πάνω στα τραπέζια και τις κουρτίνες, γκυ πάνω από την εξώπορτα και κουτιά με δώρα κάτω από το περίλαμπρο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Μέχρι που έγινε Αυτό.
Μέσα Ιουνίου πρέπει να ήταν, σιδέρωνε με ανοιχτή την τηλεόραση, όταν διέκοψαν το μεσημεριανό κουτσομπολίστικο για να μεταδώσουν έκτακτο δελτίο. Τα πρώτα κρούσματα, ανησυχία, αργότερα επεκτάθηκε το κακό, μετά η τηλεόραση σίγασε, όπως η ζωή τους.
Φόβος.
Έτρεχαν αντί να περπατάνε, την Αννούλα δεν την έστειλαν στο σχολείο, η Κατερίνα έβγαινε έξω προσέχοντας μην τη δει κανείς από αυτούς, έμπαινε στα ξεκλείδωτα σπίτια κι άρπαζε ό,τι έβρισκε και ο σύζυγός της, ο Πάνος επέστρεφε σπίτι με φαγώσιμα: Ήταν από τους πρώτους που χώθηκαν στο πάρκο και έσφαξαν τις πάπιες. Όταν εξαφανίστηκαν τα σκυλιά απ’ τους δρόμους, αναγκάστηκε να σφάξει τον Ριρίκο. Στη μικρή είπαν ότι πήγε ταξίδι και ότι θα επέστρεφε μετά από καιρό.
Η Αννούλα ζωγράφισε τον γάτο της με φωτοστέφανο.
Το βράδυ που έτρωγαν το Ριρίκο γιαχνί και είπε στους γονείς της: «Το κουνέλι είναι πεντανόστιμο».
Η Κατερίνα σκέφτηκε, κάποτε ξεπουπούλιαζα μπεκάτσες, τώρα έγδαρα τον γάτο της κόρης μου, κι έτρεξε στο σκοτεινό μπάνιο να ξεράσει.
Σύντομα θα γιόρταζαν τα πρώτα Χριστούγεννα μετά απ’ Αυτό.
Τα παράθυρά τους μονίμως κλειστά, αυτοκίνητα δεν περνούσαν, τα καλοριφέρ κλειστά, κιχ δεν ακουγόταν, μόνο κάποια μακρινά ουρλιαχτά. Δε μπορούσαν να στολίσουν το μπαλκόνι, θα τους έβλεπαν. Δε μπορούσαν να ψωνίσουν, θα τους έβλεπαν. Τα γειτονικά μικρομάγαζα κλειστά και λεηλατημένα. Αν έκαναν βόλτα, θα τους έβλεπαν. Δε θα πήγαιναν να δουν το καράβι στην πλατεία, είχαν μήνες να περάσουν από εκεί, ίσως και να μην υπήρχε φέτος καράβι.
Η Αννούλα, συνειδητοποιεί ότι η μητέρα της δε θα απαντήσει στην ερώτησή της για τα φωτάκια και πεισμώνει. Χτυπά το δεξί της πόδι πάνω στο γυμνό πάτωμα κλαίγοντας. Η μάνα της την αρπάζει απ’ τα μαλλιά, της αστράφτει ένα χαστούκι, της κλείνει το στόμα με τη χούφτα της ψιθυρίζοντας «σ’ αγαπώ μωρό μου, αλλά σκάσε γαμώ το κέρατό μου».
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πάνος. «Με τραυμάτισαν, Κατερίνα, δεν έχουμε χρόνο».
Εκείνη αφήνει τη μικρή, σηκώνει τη μπλούζα του, βλέπει ότι η πληγή είναι πιο κάτω από τον αγκώνα, σε λίγα λεπτά θα έχει μολυνθεί, θα κακοφορμίσει, φάρμακα δεν υπάρχουν, γιατροί δεν υπάρχουν, «αν στο έκοβα» τραυλίζει, παίρνει απ’ την κουζίνα τον μπαλτά, κοιτάζει τον άνθρωπό της βουρκωμένη, πρέπει να το κάνει, δεν πρέπει να σκεφτεί, αν δεν το κάνει θα πεθάνει, ίσως καλύτερα να πεθάνει, τι να την κάνει τέτοια ζωή, αλλά δεν μπορεί χωρίς αυτόν, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αλλά μάλλον όλες έχουν αποδημήσει, αποδημητικές οι ελπίδες, τις μπεκάτσες μην ξεχνάς. Σηκώνει τον μπαλτά.
Η Αννούλα βλέπει τη μάνα της να κλαίει και τον πατέρα της να σφαδάζει. Παίρνει το κομμένο χέρι, το τυλίγει στο σεντόνι, το βάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη Φάτνη.
©Γιάννης Γκέκας
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Afiche d’ Ancona, 2011»

ΠΟΙΗΤΙΚΗ τεύχος 12: ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

Πιστό στο Χριστουγεννιάτικο ραντεβού με τους αναγνώστες της μόλις κυκλοφόρησε το 12ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ, που περιλαμβάνει, όπως πάντα, πλούσια και άκρως ερεθιστική ύλη. Οι πιστοί αναγνώστες της ποίησης ας σπεύσουν λοιπόν! Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ τους περιμένει σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία.
 20-12-13
Στο κεντρικό αφιέρωμα παρουσιάζονται όψεις του έργου του κορυφαίου νομπελίστα ποιητή Seamus Heaney. O Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και ο Χάρης Βλαβιανός μεταφράζουν δύο εμβληματικά του δοκίμια, ενώ ο Ερωτόκριτος Μωραΐτης και ο Χάρης Βλαβιανός μεταφράζουν ποιήματά του από την τελευταία του συλλογή, «Ανθρώπινη αλυσίδα» καθώς και το γνωστό του ποίημα «Ο Σεφέρης στον κάτω κόσμο» – ποίημα στο οποίο ο Heaney συνομιλεί με τρόπο δραστικό αλλά και τρυφερό με τον δικό μας Έλληνα ποιητή.
Η ξένη ποίηση εκπροσωπείται στο ευρύτερο δυνατό φάσμα της. Από τα ποιήματα του κορυφαίου Πορτογάλου ποιητή Fernando Pessoa (η Μαρία Παπαδήμα μεταφράζει τα «ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος» – βασικό «ετερώνυμo» του Pessoa) και την κλασική σύνθεση, «Η παραλία του Ντόβερ», του μεγάλου Άγγλου ποιητή Mathew Arnold (μτφρ. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), φτάνουμε σε δύο άλλους σημαντικότατους ποιητές: στον Aimé Césaire, που σφράγισε με την τολμηρή, ανυπότακτη γραφή του την ποίηση της μετααποικιακής Αφρικής (η Ευγενία Γραμματικοπούλου μεταφράζει το έργο του, «Τη νεγροσύνη μη την κλαις»] και τον Vittorio Sereni, που θεωρείται ένας από τους πλέον αξιόλογους Ιταλούς μεταπολεμικούς ποιητές [ο Σωτήρης Παστάκας μεταφράζει ποιήματα από τη βραβευμένη του συλλογή «Η μνήμη σου μέσα μου»]. Επιπλέον, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ναταλία Κατσού μεταφράζουν ποιητικά κείμενα δύο κορυφαίων αγγλόφωνων ποιητών: του «καταραμένου» Αμερικανού James Wright και της Αγγλίδας Ruth Fainlight, της οποίας το έργο, «Σίβυλλες», που παρουσιάζεται, φανερώνει τη βαθιά της σχέση με την αρχαία ελληνική γραμματεία και μυθολογία. Τέλος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μεταφράζει ποιήματα του ελληνικής καταγωγής Στέφανου Παπαδόπουλου, την ποίηση του οποίου έχει επαινέσει επανειλημμένα ο Derek Walkott.
Στον χώρο του δοκιμίου, το 12ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ φιλοξενεί, στο κλείσιμο του έτους Καβάφη, δύο πολύ σημαντικά δοκίμια για την ποίηση του Αλεξανδρινού και την υποδοχή που επεφύλαξαν στο έργο του διάφοροι καβαφιστές αλλά και cavafistas. Τα υπογράφουν ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και ο Νάσος Βαγενάς. Ο γνωστός αμερικανός ποιητής Kenneth Goldsmith, συγγραφέας του πολυσυζητημένου έργου, «Uncreative Writing: Managing Language in a Digital Age», στο ανά χείρας δοκίμιο που τιτλοφορείται, «Στην ψηφιακή εποχή ονομάζεται ‘επαναστόχευση’», επιχειρεί να υπερασπιστεί, μέσα στο σημερινό ψηφιακό πλαίσιο, την πρωτοτυπία της «μη-πρωτότυπης» γραφής (μτφρ. Νίνα Μπούρη), ενώ ο Δημήτρης Μανούκας αναλύει σε βάθος το ποιητικό έργο της κορυφαίας Sarah Kane.
Τέλος, η πρόσφατη σοδειά της ελληνικής ποίησης αναδεικνύεται με την παρουσία δεκαοκτώ ποιητών, νέων ή καταξιωμένων: των Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Δήμητρας Χριστοδούλου, Γιώργου Βέη, Αλεξάνδρας Μπακονίκα, Αγγελικής Σιδηρά, Ευριπίδη Γαραντούδη, Χάρη Βλαβιανού, Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, Γιάννη Ζέρβα, Γιάννη Ευθυμιάδη, George le Nonce, Δ. Κανελλόπουλου, Γιώργου Κασαπίδη, Γαλάτειας Δημητρίου, Γλυκερίας Μπασδέκη, Ελευθερίας Τσίτσα, Πόλυ Μαμακάκη, και Μιχαήλ Μήτρα.
Το τεύχος συμπληρώνουν οι μόνιμες στήλες των et cetera και της Κριτικής, στις οποίες παρουσιάζονται και κρίνονται βιβλία ποίησης και σχολιάζονται ζητήματα σχετικά με την ποιητική τέχνη.

Σωτήρης Παστάκας, Ένα Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Mια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό ένα παιδάκι που ήταν πολύ διαβαστερό: διάβαζε όλα όσα έπεφταν στα χέρια του, από βίους αγίων που μάζευε η μητέρα του έως τους «Άθλιους» του Ουγκώ που είχε ο πατέρας του, κι έπειτα από μόνος του μάζευε κι αντάλλασε με τους φίλους του όλα τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», το «Μικρό Ήρωα» κι αργότερα τη «Μάσκα». Διάβαζε, διάβαζε κρυμμένος κάτω από τις κουβέρτες το βράδυ με τον πρώτο φακό μπαταρίας που του είχαν κάνει δώρο κάποια Χριστούγεννα, το μεσημέρι με το λίβα κάτω από την κατάκαρπη ροδακινιά. Διάβαζε μετά τα βιβλία της αδελφής του, φοιτήτρια στην Αθήνα, που τα έκρυβε επιμελώς κάτω από ψεύτικα μπλε πανάρια: Καζαντζάκη και Καβάφη.

Χάρη σε μια φιλόλογο που του διάβαζε τις εκθέσεις στην τάξη κι ήταν το χαϊδεμένο της παιδί, το διαβαστερό παιδάκι μας ο Βασιλάκης, άρχισε να της γράφει ποιήματα, στην ουσία ερωτικές εξομολογήσεις που δεν μπορούσε να της αφιερώσει δημόσια. Μετά η φιλόλογος παντρεύτηκε με στρατιωτικό και πέτυχε μετάθεση αφήνοντας το διαβαστερό παιδάκι το Βασιλάκη, στη μέση της χρονιάς.
   Εκείνα τα παλιά χρόνια ο Βασιλάκης μάζεψε τα τετράδια με τα ποιήματα που έγραφε για την αγαπημένη του καθηγήτρια και μετά τα Χριστούγεννα, αφού γέμισε την κοιλίτσα του με γεμιστή γαλοπούλα και χοιρινές μπριζόλες και κουραμπιέδες και μελομακάρονα, φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα τη μανούλα του, έσφιξε το χέρι του πατέρα του κι έφυγε να βρει την τύχη του στην Πρωτεύουσα. Όλη τη μέρα των Χριστουγέννων χιόνιζε ασταμάτητα. Το έλκηθρο ενός ξυλοκόπου κατάφερε να τον μεταφέρει μέχρι το Σιδηροδρομικό Σταθμό. Ο Βασιλάκης χουχούλιασε τα χεράκια του δίπλα στη μεγάλη μαντεμένια ξυλόσομπα στην αίθουσα αναμονής και περίμενε, περίμενε. Η αμαξοστοιχία είχε μεγάλη καθυστέρηση και περίμενε-περίμενε το Βασιλάκη τον πήρε ο ύπνος. Στον ύπνο τον επισκέφτηκαν πολλά πρόσωπα να του ευχηθούν τα Χρόνια Πολλά και να του τραγουδήσουν τα κάλαντα σε διάφορες γλώσσες. Πέρασαν οι αγαπημένοι του συγγραφείς ένας-ένας με τη σειρά και του έσφιξαν το χέρι: ο Ντοστογιέφσκι, ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Καμύ, ο Μπέκετ, ο Καραγάτσης, ο Χέμινγουεϊ. Πέρασαν εικόνες γραμμένες σε στίχους, ονειρεύτηκε τα ποιήματα που θα έγραφε μετά από τριάντα χρόνια στα πενήντα του.
   Βρέθηκε ξαφνικά στην Πρωτεύουσα και πήγε με λαχτάρα να συναντήσει κανα-δυό ζώντες λογοτέχνες που τους είχε γνωρίσει από τα περιοδικά που ήταν συνδρομήτρια η αγαπημένη του καθηγήτρια. Πριν φτάσει στο καθορισμένο τους ραντεβού ο Βασιλάκης πέρα από τα βήματά του πάνω στο χιόνι, άκουγε και τους κτύπους της καρδιάς του: φοβόταν μην τον πιάσουν αδιάβαστο, σαν το μαθητή που τρέμει πριν τις εξετάσεις, ο Βασιλάκης δεν άντεχε στην ιδέα πως δεν θα ήξερε να απαντήσει στις πιο απλές ερωτήσεις: «έχει η θάλασσα πρόβατα;», «είσαι με τον Κάλβο ή τον Σολωμό;», «ποιος είναι ο Πισινόπουλος;». Κοκκίνιζε στην ιδέα πως δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει τις κουβέντες τους αλλά από την άλλη δεν ανέβαλε τη συνάντησή του μαζί τους. Είχε αποφασίσει πως θα έμεινε σιωπηλός, θα άκουγε μονάχα τους καταξιωμένους λογοτέχνες που λάτρευε να μιλούν για τα υψηλά ιδεώδη της λογοτεχνίας και θα ρουφούσε την κάθε τους λέξη. Μέσα στο όνειρό του, αγαλλίαζε με τη σκέψη πως οι λογοτέχνες της Πρωτεύουσας θα του άνοιγαν νέους ορίζοντες στο περιορισμένο οπτικό πεδίο του, ένας φρέσκος άνεμος θα έπνεε μέσα από τα γεμάτα καπνούς καφενεία τους, νέα ποιήματα και νέοι άθλοι ανοίγονταν μπροστά του. Θα βρίσκονταν επιτέλους με ανθρώπους που αγαπούσαν την Τέχνη περισσότερο από αυτόν, κι ο Βασιλάκης μαζί τους θα μάθαινε να αγαπάει και να υπηρετεί ακόμα πιο πιστά την Τέχνη.
   Ονειρεύτηκε όμως λίγο πριν ξυπνήσει, πως η συνάντηση με τους αγαπημένους του λογοτέχνες, ήταν ένας εφιάλτης: αντί για Τέχνη οι λατρεμένοι του λογοτέχνες μιλούσαν μόνο χλευαστικά για τους ομότεχνούς τους. Ο Μέγας είχε βγει εκτός εαυτού γιατί η κόρη του είχε αρραβωνιαστεί κρυφά με έναν Τούρκο. Ο Δείνα συνήθιζε να πλατάγιζε τη γλώσσα του εκφέροντας τον ήχο «τσου» απροειδοποίητα εκεί που μιλούσε. Ο Άλφα έκανε τον κερατά εν γνώση του. Ο Βήτα αγόρασε πακέτο μηνυμάτων από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και πήρε πρώτος το Βραβείο Αναγνωστών. Ο Γάμα κληρώνεται πάντα σε όλες τις κληρώσεις της Εταιρείας Συγγραφέων για να διαβάσει ποιήματά του στο εξωτερικό. Πάνω εκεί ξύπνησε. Ήταν ακόμη δίπλα στη ξυλόσομπα. Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Μετά από μια βδομάδα που είχαν αποκατασταθεί πλέον οι συγκοινωνίες, χωρίς να έχει απομακρυνθεί από τη ξυλόσομπα. Όταν έφτασε στο χωριό του, κανένας δεν πίστεψε πως δεν είχε φτάσει μέχρι την Πρωτεύουσα, και επειδή ο Βασιλάκης επαναλάμβανε συνέχεια τα όνειρα που είδε εκείνες τις επτά ημέρες που κοιμόταν συνεχώς δίπλα στην ξυλόσομπα, πίστεψαν πως είχε πάει στην ξελογιάστρα την Πρωτεύουσα, και ήταν όλα αλήθεια.
   Έτυχε να τον ακούσω κι εγώ, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως ούτε εμένα κατάφερε να με πείσει πως όλα αυτά που ονειρεύτηκε κάποια χιονισμένα Χριστούγεννα, ήταν μόνο προϊόν ονειροφαντασίας. Τέλος πάντων, κατάφερα να του αποσπάσω ένα αυτόγραφο στο τελευταίο του βιβλίο, που όπως και τα προηγούμενα τα τύπωνε εκεί πάνω στο χωριό μόνος του, συνεχίζοντας να διαβάζει όλα όσα εξακολουθούσαν να πέφτουν στα χέρια του και να μη συναναστρέφεται με κανέναν. Απλώς ξαφνιάστηκα αργότερα όταν το άνοιξα: η ημερομηνία που έγραψε κάτω από την αφιέρωση ήταν εκατό χρόνια μπροστά. Έγραφε 19/12/2013.
(Κοινή ταυτόχρονη δημοσίευση με biblioteque.gr, intellectum.org, poiein.gr, staxtes.com, thraka-magazine.blogspot.com )

Φωτογραφία © Στράτος Φουντούλης, Χριστούγεννα 2010