Νανά Τσόγκα, Τελευταία ευκαιρία: ουρανός

Όχι πως έχω να προτείνω
κάποια σωτήρια επανάληψη
– εξάλλου το οικείο έδαφος
είναι το ναρκοθετημένο.

Λες κι έχει ο άνεμος σκιά
και κρύβει παρελθόντα λάφυρα
– χάνει τόσον καιρό ο άνθρωπος
συνέχεια μιλώντας για την τύχη (του).

Ο άνεμος τού μίλησε.

Σού ανακατεύει το αεράκι τα μαλλιά
μόλις βγαίνεις στο κατώφλι
της καινούργιας μέρας
το πατρικό το χάδι σού θυμίζει
να μην σκιαχτείς, παιδί, στα ξένα μέρη
– της έγνοιας σου το σύννεφο
ανάμεσα στα φρύδια
μικρός φρουρός στη μέρα σου
από φτερά αγγέλου.

Όπου κι αν πας, θα σε ακολουθώ
σου ψιθυρίζει επίμονα ο αέρας
ακόμα κι αν ξεριζωθείς
και για αλλού κινήσεις
εγώ θα ’μαι μαζί σου σαν την αύρα
σαν τότε που έπαιζες
με της ανεμελιάς το ρίσκο
εν αγνοία σου – και όλο πίστωνες
το μέλλον με χαμόγελα.
Κι όταν μια νύχτα έρθεις και λυγίσεις
απ’ τα χτυπήματα της άγριας μοναξιάς
εκεί θα ’μαι κι εγώ με μαντηλάκι
της μνήμης πάλλευκο απ’ τις δαντέλες
της σμαραγδένιας ερωμένης θάλασσας
που στοίχειωσε τα όνειρα και ξύπνησε εφιάλτες
χάνοντας το γαλάζιο της στις ερημιές της Δύσης
εκεί που πήγε και μεγάλωσε μια ζωντανή σου λύπη.

Μα, μη λεκιάσεις το άσπρο της με δάκρυα του πόνου
αυτά κράτησέ τα να ποτίζεις τις δυο χούφτες χώμα
που έχεις φυλαγμένο στην πιο κρυφή
την πιο αποφασισμένη, εκείνη της καρδιάς σου
τη σφιγμένη τη γροθιά.

Σιγά σιγά θα μάθεις, είπε το αεράκι
γιατί παντρεύονται συχνά ο νόστος με το άλγος.

*
©Νανά Τσόγκα
φωτό©Στράτος Φουντούλης, «Η αυλή» 2012

Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Κ. Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του

Εκδόσεις Κίχλη
Από τις 21 Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κίχλη: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Κ.Π. Καβάφης: Η ποίηση και η ποιητική του» (δοκίμια). Στο εξώφυλλο σχέδιο του Αλέξανδρου Ίσαρη.
ΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ για τον Κ.Π. Καβάφη που συνθέτουν την ύλη του βιβλίου αποτελούν ευρεία επιλογή από δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα που έχει γράψει κατά τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, συστηματικός και αναγνωρισμένος ερευνητής του βίου και του έργου του Αλεξανδρινού ποιητή.
Βασιζόμενος στην εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, προσφέρει μια πανοραμική εικόνα τής μέχρι σήμερα ελληνικής και ξένης φιλολογικής έρευνας. Παρακολουθεί τα πρώτα φανερώματα του Καβάφη, τις δοκιμές και τις δοκιμασίες της κριτικής κατά την πραγμάτευση του έργου του, καθώς και τη σταδιακή πρόσληψη και καθιέρωση της καινοφανούς ποίησής του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Διερευνά, επιπλέον, τα βασικά θέματα της καβαφικής ποίησης και αναδεικνύει την αξία και τη διάρκειά της, παρακολουθώντας συγχρόνως την πολύχρονη διεθνή πορεία που έχει διανύσει το καβαφικό έργο ώς τις μέρες μας.
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, καθώς και βιβλιογραφίες των συγγραφέων και ποιητών: Γιώργου Σεφέρη, Γ.Κ. Κατσίμπαλη, Άγγελου Σικελιανού, Οδυσσέα Ελύτη, Ρόδη Ρούφου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Μανόλη Αναγνωστάκη, Νόρας Αναγνωστάκη, Τίμου Μαλάνου, Ζήσιμου Λορεντζάτου, Κ.Π. Καβάφη κ.ά. Επίσης έχουν εκδοθεί δέκα βιβλία του με φιλολογικά μελετήματα για πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα περί Καβάφη: «Κ.Π. Καβάφης. Σχέδια στο περιθώριο» (1988), «Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων» (1998), «Ο βίος και το έργο του Κ.Π. Καβάφη» (2002, σε συνεργασία με τη Μαρία Στασινοπούλου), «Βιβλιογραφία Κ.Π. Καβάφη. (2003), «Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα» (2003), «Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας. Καβάφης-Σεφέρης» (2006). Έχει επιμεληθεί τον τρίτο τόμο των Δοκιμών του Γ. Σεφέρη, καθώς και τους τόμους της αλληλογραφίας του ποιητή με τον Τίμο Μαλάνο και τον Γ.Κ. Κατσίμπαλη.

Σάββας Μιχαήλ, Musica ex nihilo

ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Ένα σήμα συναγερμού αντηχεί σε όλο το βιβλίο από τις πρώτες σου σελίδες∙ ο συναγερμός που σήμανε ο Κάφκα και που αντηχεί στον κόσμο τούτο μέχρι τις ταραγμένες μέρες μας. Ένα σήμα που υψώνεται εκατό χρόνια τώρα μέσα από επαναστατικές εφόδους στον ουρανό και ζοφερές καθόδους στον Άδη, σαν ανήκουστη μουσική. Μουσική από τόπους εκμηδένισης, μουσική εκ του μηδενός, Musica ex Nihilo: το αίτημα μιας Δικαιοσύνης άνευ ορίων, άνευ όρων, πέρα από νόμους και κανονιστικά σχήματα.
   Το άκουσμα του ανήκουστου αναζητούν τα κείμενα του βιβλίου. Τη μουσική της σιγής στο έργο του Κάφκα που αντιμάχεται το σιωπηλό τραγούδι των Σειρήνων της καταστροφής. Τη φωνή των χωρίς φωνή στα ναζιστικά στρατόπεδα της εκμηδένισης αλλά και την παιδική χορωδία που τργουδάει την μπετοβενική Ωδή της Χαράς στο Άουσβιτς. Τη σκληρή σαν ατσάλι φωνή του Jean Améry να απαιτεί μια Δικαιοσύνη των Εκμηδενισμένων πέρα από το δίκαιο της ανταπόδοσης. Τον σιωπηλό θρήνο στις εικόνες του Maus, το κλασικό βιβλίο κόμικς του Art Spiegelman. Tο αίτημα της Ζωής, μιας Ζωής άλλης, στα εικαστικά έργα των ψυχικά πασχόντων της Συλλογής Prinzhorn και στη φωτογραφική τέχνη των απεξαρτημένων του 18 ΑΝΩ.
   Γιατί το αίτημα της Ζωής δεν διαχωρίζεται από το αίτημα της Δικαιοσύνης, ασυμβίβαστο απέναντι σε κάθε θάνατο. Μας το δείχνουν, εάν τους ακούσουμε, ποιητές σαν τον William Blake και τον Διονύσιο Σολωμό και στις μέρες μας ο Νίκος Καρούζος κι ο Έκτωρ Κακναβάτος.
   Περί τούτου πολλά θα μας μάθαινε ένας νέος, μη πλατωνικός διάλογος με τον Πλάτωνα και την Πολιτεία του αλλά κι η αδογμάτιστη νέα συνάντηση με τον Μάρξ και τον Τρότσκυ. Το ζητούμενο είναι η διείσδυση στη φύση της ίδιας της μεταβατικής εποχής μας κι η ανακάλυψη του ορίζοντα που κρύβει ο ζόφος, το πρόταγμα ενός Κόσμου που έρχεται. Την εποχή μας δείδε με διαύγεια προφητική, στις απαρχές της, ένας ποιητής σαν τον Κ.Π. Καβάφη. Τη λάμψη του κρυμμένου ορίζοντα μπορεί να τη δείξει η εικαστική ποιητική του φωτός του Stephen Aντωνάκου. Κι ο Κόσμος που έρχεται σαν τον Κόσμο Λαντομίρ του Μελλόντιου ποιητή της Οκτωβριανής Επανάστασης Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ θα σβήσει όλες τις σχέσεις εξουσίας ανθρώπου σε άνθρωπο δίνοντας όλη την εξουσία στον έναστρο ουρανό.
   Η Μουσική εκ του μηδενός λέει ότι θα νικήσει ο έσχατος εχθρός. Όπως λέει και το βιβλίο των Παροιμιών, η Δικαιοσύνη σώζει από το θάνατο.

*
Ο Σάββας Μιχαήλ (Σαμπετάι Μπεν. Μάτσας) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι. Γυναίκα του είναι η Κατερίνα Μάτσα.
Έχει ενεργό δράση στο χώρο της μαρξιστικής αριστεράς από τα χρόνια της Χούντας.
Πέρα από τα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά στην Ελλάδα και διεθνώς, εκδόθηκαν και τα βιβλία του: Περεστρόικα και Οικονομία (Αλλαγή, α΄ έκδοση 1987, β΄έκδοση 1988), Επανάσταση κι Αντεπανάσταση στην Κίνα (Πελεκάνος, 1989), Σολωμός και Χέγκελ (Λέων, 1991), Παλινόρθωση ή Επανάσταση; (Λέων, 1992), Πλους και κατάπλους του «Μεγάλου Ανατολικού» (Άγρα, 1996), Μορφές του Μεσσιανικού (Άγρα, 1999), Ο Τρότσκι ως φιλόσοφος (Λέων, 2001), Μορφές της Περιπλάνησης (Άγρα, 2004), Homo Poëticus (Αγρα, 2006) Γκόλεμ ή Περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων (Άγρα, 2010), Η φρίκη μιας παρωδίας – Τρεις ομιλίες για τη «Χρυσή Αυγή» (Άγρα, 2013)..
Έχει μεταφράσει για τις Εκδόσεις Άγρα βιβλία των Tariq Ali, Edward Said, Alain Badiou, Marx-Engels, Noam Chomsky.

Δημήτρης Χαντζόπουλος, Στο Τούνελ, σκίτσα 2010-2013

Εκδόσεις Άγρα
Οι πολιτικές γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου, δημοσιευμένες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ από το 2010 έως το 2013.
Είναι ένας αμείλικτος – και χωρίς κανένα καθωσπρεπισμό – σχολιασμός της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής της κρίσης, με το εξαίρετο και πολυσύνθετο σκίτσο ενός από τους σπουδαιότερους γελοιογράφους της Ελλάδας.
Ομιλία του Α. Πετρουλάκη από την παρουσίαση του βιβλίου(10/12/13, Βιβ/λείο IANOS)
Η γελοιογραφία είναι το πιο ανυπεράσπιστο είδος της δημοσιογραφίας. Γεννιέται εξ αρχής απογαλακτισμένη από τον δημιουργό της και υποχρεωτικά ενήλικη, προορισμένη να διαχειριστεί μόνη την τύχη της, με ό,τι εφόδια ήδη της έχουν δοθεί. Ο γελοιογράφος ποτέ δεν μπορεί να επανέλθει για να τη στηρίξει όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει κάθε άλλος στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορεί να πει «εννοούσα αυτό», «δεν είχα αυτήν την πρόθεση», «παρερμηνεύτηκε» κ.λπ.- πολύ περισσότερο δεν μπορεί να πει «είναι αστείο, δεν το βλέπεις;». Για αυτό οι δημιουργοί προσπαθούν να τη θωρακίσουν με όσο περισσότερη σαφήνεια επιτρέπει η σχολή και η αισθητική του καθενός, έτσι που η ιδέα να είναι εύληπτη κατά το δυνατόν, χωρίς περιττές συγχύσεις και αινίγματα, εκτός αν είναι στις προθέσεις τους.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα της γελοιογραφίας είναι να κερδίσει την πρώτη ανάγνωση, που συχνά είναι και η τελευταία, και να προλάβει στον λίγο χρόνο της να εξασφαλίσει την πιρουέτα του μυαλού του αναγνώστη, δηλαδή την έκπληξη, το γέλιο, το σάστισμα, το ξέφωτο στη σκέψη του. Σαν πρωινός αγώνας ταχύτητας της ματιάς, ένα είδος χάρτινου κεραυνοβόλου έρωτα που μισεί τις παρανοήσεις. Εκείνη τη στιγμή είναι που θέλει ο γελοιογράφος να παγιδεύσει, μετά ο χρόνος έρχεται με το μέρος του γιατί ο αναγνώστης πια καθηλώθηκε και τώρα είναι εκείνος που δεν θέλει να του ξεφύγει καμιά από τις λεπτομέρειες που συχνά απογειώνουν την καλή ιδέα.
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος ενδιαφέρεται για αυτό λιγότερο, ίσως και από όλους τους συναδέλφους του. Είναι ο πιο φιλελεύθερος γονιός των σκίτσων του, τα εμπιστεύεται να φύγουν από κοντά του και να περιπλανηθούν χωρίς καμιά περιττή αποσκευή, με ελάχιστες επενδύσεις και επεξηγήσεις, γεννημένα εξ αρχής για δύσκολους προορισμούς, για δύσβατα μονοπάτια σκέψης, δηλαδή για απαιτητικούς αναγνώστες. Πολλές φορές το σκίτσο του Χαντζόπουλου δεν απευθύνεται μόνο στον ευφυή και πληροφορημένο για την επικαιρότητα αναγνώστη αλλά και στον μορφωμένο, που γνωρίζει λογοτεχνία, θέατρο, σινεμά, εικαστική τέχνη, μουσική. Δεν συμβαίνει πάντα, δεν είναι εστέτ δημιουργός, αλλά δίνει την εντύπωση ότι κάποιες φορές δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια εμπνευσμένη αναγωγή που θα κάνει και κάποιους από τους φίλους της δουλειάς του να αναρωτηθούν τι λείπει από το δικό τους παζλ. Δεν είστε μόνο εσείς απαιτητικοί αναγνώστες, τους λέει, είμαι και εγώ απαιτητικός γελοιογράφος. Τις φορές εκείνες δεν ενδιαφέρεται για την κεραυνοβόλο πρώτη ματιά, θέλει να γλεντήσει το φλερτ.
Η γελοιογραφία ξεκινά το πρωινό της ταξίδι με προορισμό να σερφάρει σαν ιστιοσανίδα στο κύμα, στον αφρό της μέρας. Η επικαιρότητα είναι η ευχή και η κατάρα της. Όμως ο υπόγειος εαυτός του δημιουργού τη θέλει και τρικάταρτο που δεν θα βουλιάξει το βράδυ, θα μείνει στην επιφάνεια, θα απομακρυνθεί στα ανοιχτά και θα αρμενίσει στο πέλαγος του χρόνου. Εκεί η δουλειά μας συγγενεύει με την Τέχνη. Αυτός ο υπόγειος εαυτός του Δημήτρη Χαντζόπουλου φαίνεται να τον βασανίζει περισσότερο από άλλους. Κυρίως στη δεύτερη περίοδό του.
Γιατί, για να κάνουμε εδώ μια παρένθεση, ο Χαντζόπουλος κατέχει μία μοναδικότητα στη ελληνική γελοιογραφία. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του διανύουν μια λίγο πολύ ευθύγραμμη διαδρομή εξέλιξης και ωρίμανσης της δουλειάς τους, την οποία εμπλούτισαν βέβαια με νέα στοιχεία στην πορεία, που ενίσχυαν όμως την ταυτότητα και την αναγνωρισιμότητα του καθενός τους, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος έχει δύο εποχές. Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε στην κορυφή της ελληνικής γελοιογραφίας, και εκεί ο Δημήτρης τον εγκατέλειψε. Ήταν ένας κύκλος πιο χειροποίητος σχεδιαστικά, το πλάνο του ήταν πιο κοντινό και χωρίς φόντο, εστίαζε στα πρόσωπα και στην ακινησία τον σωμάτων, που τα κάρφωνε γερά στο έδαφος με υπερμεγέθη πέλματα σαν να μαγνήτιζαν τη στιγμή. Δηλαδή την επικαιρότητα.
Αν δεν διατηρούσε την ίδια χειρόγραφη γραμματοσειρά, την πιο φροντισμένη στο ελληνικό σκίτσο, ο βιαστικός αναγνώστης θα δυσκολευόταν να ταυτίσει την παλιά του δουλειά με τον Χαντζόπουλο της δεύτερης εποχής. Το πλάνο του μεγάλωσε και γέμισε, κάνει πολύ μεγαλύτερη χρήση συμβόλων και σκηνικών, τα σώματα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν, έγιναν σκιές και απέκτησαν υπαινικτική κίνηση, σκιές με εκπληκτική σχεδιαστική ακρίβεια έγιναν και τα αντικείμενα, χρησιμοποιεί τώρα πολύ περισσότερο το κομπιούτερ και χρώμα. Στυλιστικά μπήκε στη νέα εποχή πρώτος από τη γενιά του.
Νομίζω είναι αυτός ο υπόγειος γελοιογραφικός εαυτός του Χαντζόπουλου που σας έλεγα, που αφού απέδειξε τι μπορεί να κάνει στην πρώτη του περίοδο, τώρα θέλει να αναμετρηθεί με τον χρόνο. Θέλει να κάνει γελοιογραφία που αντέχει, που είναι κατά το δυνατόν απελευθερωμένη από τα δεσμά της επικαιρότητας. Τα πρόσωπα υποθέτεις ποια είναι, αυτός δεν σε βοηθά, τα διατηρεί στη σκιά γιατί στη νέα του περίοδο σατιρίζει περισσότερο αποπροσωποποιημένες συμπεριφορές ανθρωποτύπων και λιγότερο τον Σαμαρά και τον Τσίπρα. Οι διάλογοι τώρα είναι πιο απλωμένοι, με μικρότερη πυκνότητα από πριν και μεγαλύτερους εσωτερικούς χρόνους, λιγότερο γελοιογραφικοί, έτσι που να μπορούσαν να σταθούν και εκτός σκίτσου. Για αυτό τους έχει απελευθερώσει από τη φούσκα- όσο ασαφής έχει γίνει τώρα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών άλλο τόσο η σειρά που μιλούν. Το καθημερινό του εγχείρημα τώρα γίνεται νομίζω δυσκολότερο, κάποιες φορές περπατά σε τεντωμένο σκοινί, τις περισσότερες το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερο πλούτο και πυκνότητα από πριν. Και συχνότερα τώρα κερδίζει τη μάχη του χρόνου και κάνει γελοιογραφίες που θα μπορούσαν να γίνουν πίνακες ποπ αρτ.
Το βιβλίο του δεν είναι ούτε σκίτσα σαν χίλιες λέξεις, ούτε το καυστικό πενάκι και η διεισδυτική ματιά του γελοιογράφου, ούτε κανένα άλλο από τα παρόμοια γενικόλογα κλισέ που τα ακούμε εμείς οι γελοιογράφοι και σκεφτόμαστε «δεν κατάλαβες τίποτα». Γιατί γελοιογράφος δεν είναι ιδιότητα, είναι υπογραφή.
Το βιβλίο είναι Χαντζόπουλος. Δηλαδή ένας παράλληλος κόσμος που αντανακλά τον πραγματικό με τρόπο που κανείς άλλος δεν θα το κάνει. Τα σκίτσα που το απαρτίζουν θα μπορούσε να είναι και άλλα- ο Δημήτρης σε αυτό το διάστημα έκανε πέντε φορές τόσα. Ο ερανισμός είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή για τον κάθε γελοιογράφο. Διαλέγεις σκίτσα που έχουν ήδη φύγει από σένα και τώρα τα ξαναβλέπεις μετά την περιπλάνησή τους. Είναι ένας πειρασμός να περιλάβεις στο λεύκωμα περισσότερο αυτά που αγάπησαν άλλοι από αυτά που αγάπησες εσύ. Νομίζω ο Δημήτρης το έκανε αλλά είναι και αναπόφευκτο- δεν τα φτιάχνουμε για τον εαυτό μας. Επίσης νομίζω ότι επεκράτησε στη μάχη της επιλογής η δεύτερη περίοδός του, μια που στο διάστημα της τριετίας είναι που πραγματοποιήθηκε η στροφή του. Και αυτό ήταν αναμενόμενο αφού ένα βιβλίο θέλει να νικήσει τον χρόνο περισσότερο από ένα τετράστηλο.
Κοινό στις δύο περιόδους είναι το βιτριολικό, ενήλικο, σουρεαλιστικό χιούμορ του, λιγότερο αθώο και υπαινικτικό από άλλων συναδέλφων του. Γιατί έχει και αυτό το χαρακτηριστικό- δεν λειτουργεί σε περιβάλλον αθωότητας όπως συχνά κάνει η σάτιρα για να υπνωτίσει τον αποδέκτη της και να τον αιφνιδιάσει απροετοίμαστο. Ο Χαντζόπουλος είναι πιο σκληρός, είναι πιο ροκ, με εξ αρχής απαραίτητη τη γονική συναίνεση. Αλλά κανενός άλλου. Ούτε των τρεχόντων ρευμάτων και πλειοψηφιών, ούτε της λεγόμενης κοινής γνώμης, ούτε πολιτικών, ούτε εχθρών ούτε φίλων. Χωρίς άλλες απαραίτητες συναινέσεις περιφρουρεί τη δημιουργική του μοναχικότητά στο πιο μοναχικό, μετά του φαροφύλακα, επάγγελμα που υπάρχει.
*Πρόκειται για την παρουσίαση που έκανα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χαντζόπουλου «Στο Τούνελ».
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πάτρα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινούμενα σχέδια στο Emily Carr University of Art +Design στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται ως σκιτσογράφος στην εφημερίδα Τα Νέα.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: Αι Αγαπώσαι (1991), Άχ, και να ‘ξερες τι μου θύμισες(1991) και Εις Άγραν Ρεθύμνου (1999)

Ασημίνα Λαμπράκου, Ησιόνη – μια γυναίκα

Με το αριστερό της χέρι προσπαθούσε να πάρει λίγο ζεστό ζωμό από τη κατσαρόλα, αποφεύγοντας επιμελώς τους κόκκους του ρυζιού και με το δεξί συνέχιζε να χτυπά το αυγολέμονο στο βαθύ πιάτο.

Σουσού.
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους.

Σουσού τη φώναζε κι η μάνα της σαν ήθελε να καλοπιάσει τη διάθεσή της.
Και το κατάφερνε. Ίσως δεν ήταν μόνο το χαϊδευτικό, αλλά και το χάδι του χεριού της κι η φωνή της. Μπορεί και το βλέμμα που συνόδευε τον λόγο.
Μια γλύκα που ξεπήδαγε και απλωνόταν πάνω της δίχως να ζητά τίποτα παρά μόνο να δώσει. Αυτό την ξεθάρρευε. Ένοιωθε ασφαλής και συνένοχη στο παιχνίδι. Της άρεσε όχι μόνο γιατί την γλύκαινε αλλά και γιατί καταλάβαινε τους όρους.
Έριξε με προσοχή το ζεστό ζωμό στάλα – στάλα στο πιάτο με το αυγολέμονο χωρίς να σταματά να το χτυπά με το δεξί χέρι. Κατόπιν αναποδογύρισε το πιάτο στη κατσαρόλα. Ανακάτεψε ήσυχα με μια ξύλινη κουτάλα και πέρασε το σκεύος σε άλλο μάτι της κουζίνας. Έπιασε το τσαγερό και το τοποθέτησε στο ζεστό μέρος να πάρει τη κάψα, μη χαλάσει το υλικό.
Σουσού τη φώναζε κι ο πατέρας της.
Το δικό του βλέμμα όμως έκρυβε μια προσμονή που την ανησυχούσε. Σα να αποζητούσε από κείνη να γεμίσει κάτι που ούτε το ’βλεπε κι ούτε, περισσότερο, ήξερε το με τι και πώς να το γεμίσει. Τότε γαντζωνόταν στη γκρίνια της κι έφευγε. Όχι δηλαδή πως απομακρυνόταν από την οικία. Που τέτοια πράγματα τότε; Κι ούτε καν στο άλλο δωμάτιο. Όλο το σπίτι, ένα. Έτσι ήταν φτιαγμένο από τους μαστόρους. Όλα τα δωμάτια σε κυκλικό διάδρομο δίχως κέντρο ή μάλλον με κέντρο τον μεσαίο τοίχο. Υπήρχαν πόρτες μα πάντα έμεναν ανοικτές.
Έφευγε στον κόσμο της. Γινόταν ένα κουβαράκι όπως η κάμπια άμα την πειράξεις, καμπουριάζει κι αγκαλιάζει το κορμί της. Έτσι κι αυτή. Κι όταν πια συνερχόταν από αυτή τη κατάσταση, ένοιωθε συντριμμένη. Κουρασμένη. Κακόκεφη. Σαν άνθρωπος που δε στάθηκε ικανός να καταλάβει και να αποδώσει το πρέπον ή το ζητούμενο.
Έπλυνε τα χέρια και τα σφούγγισε στην άκρη της ποδιάς της. Έπειτα, άνοιξε τη σιδερώστρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 19 του μήνα κι εκείνη μόνο τότε βρήκε το χρόνο και τη διάθεση να το στολίσει. Δεν την πείραζε. Και στο πατρικό της εκείνα τα χρόνια έτσι το συνήθιζαν. Κοντά στη γιορτινή μέρα. Πρώτα οι δουλειές του χειμώνα κι έπειτα τα στολίσματα. Κάθε πράμα στο καιρό του…
Με το σιδέρωμα ζεστάθηκε κι έβγαλε το πάνω της φόρμας της. Όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, σκυμμένη πάνω στα ρούχα να στρώνει τις ραφές και να τις πατά προσεχτικά με το σίδερο, μην ανοίξουν, μη ξεχειλώσουν και χάσει το ίσιο του το ρούχο, τα στήθη της κουνιόντουσαν πέρα δώθε ακολουθώντας τη κίνηση του κορμού στη προσπάθειά του, ελεύθερα μέσα απ’ το μικρό μακό της.
Δυο παλάμες την ακινητοποίησαν, την πάγωσαν και την ερέθισαν. Ο άντρας της. Τσιτώθηκε. Δεν άντεχε το χάδι το απρόοπτο, το δίχως πριν να την ηρεμήσει, να την ησυχάσει, να την ταξιδέψει. Να την ξεχωρίσει από την αγωνία της πορείας των πραγμάτων. Αρνήθηκε. Δεν ανέχτηκε. Αντέδρασε.
Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της. Και τις σκέψεις της.
Σουσού δεν την φωνάζει ο άντρας της. Κι ούτε που θυμάται να του έχει πει τα σχετικά. Κι αυτού το βλέμμα δεν κρύβει προσμονή παρά φανερώνει στα ίσια τι προσδοκά. Ούτε και τούτο τη γλυτώνει από εκείνο το συναίσθημα του πνιγμού σαν καλείσαι να σηκώσεις κάτι που δεν ξέρεις τι είναι κι ούτε από που να το πιάσεις, πώς να το χειριστείς, να το κουμαντάρεις και να το τελειώσεις. Γιατί, τι στο καλό εννοεί ο καθένας, τι νόημα δίνει στην έννοια χαρά; Που να ξέρεις και με ποια υλικά να παραγεμίσεις τις στιγμές και το σύνολο για να προσφέρεις χαρά. Κι ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό πως επειδή είναι μέρες γιορτινές και μ’ αυτό τον τρόπο γιορτινές, γιατί, παραδέξου το, κι οι γιορτές έχουν το δικό τους ύφος και περιεχόμενο η καθεμιά, κι άλλα έχει ανάγκη η μια κι άλλα η άλλη, είναι πιο εύκολο να τις γεμίσεις με χαρά. Ποια τα υλικά και ποιες οι δόσεις; Και τ’ ανακάτεμα; Κι αυτό θέλει μαεστρία.
Από παιδί νοιώθει να μπερδεύεται και να προκύπτει ανίκανη σε τούτα τα μαγικά. Να περνά στο προσκήνιο και σαν ταχυδακτυλουργός και ικανός ιερουργός, να στήνει τα κατάλληλα σκηνικά με νοήματα που δεν αποδίδονται αλλά ζητείται εσύ να αντιληφθείς το περιεχόμενό που οι άλλοι τους δίνουν. Μπλοκάρει στους πρώτους ρόλους. Απομονώνεται.
Χριστούγεννα. Πλησιάζουν δηλαδή.
Θυμήθηκε μια αφιέρωση που είχε γράψει σε μια φίλη της πριν χρόνια: ζήσε τις μικρές σου στιγμές για να μην έχει η ευτυχία σου ανάγκη τις μεγάλες…
Έριξε μια ματιά στο δεντράκι που είχε στολίσει αξημέρωτα. Χάιδεψε με το βλέμμα της τα στολίδια και χαμογέλασε. Μάζεψε τα σιδερωμένα ρούχα και την σιδερώστρα. Έβαλε το σίδερο όρθιο να κρυώνει. Μπήκε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι οσμίστηκε το φαγητό που κρύωνε μέσα στην κατσαρόλα. Χαμογέλασε. Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της φτιάξει γιουβαρελάκια!
Έβγαλε την ποδιά. Πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της να τα σιάξει λίγο κι έπειτα το δάχτυλο στη σχισμή του στήθους της. Η κολόνια της δεν ήταν φρέσκια αλλά κρατούσε καλά ακόμα. Άνοιξε την πόρτα του σαλονιού. Χαμογέλασε…
*
©Ασημίνα Λαμπράκου -Δεκέμβρης, 2010
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Γυναίκα, Επίδαυρος 2008»

Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων

Εκδόσεις ΠόλιςΙστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που «τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα», εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα…

Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον «Επιτάφιο για ένα σκύλο» του Μπάιρον. δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων -σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου- παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.
Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και «καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή».


Έγραψαν για το βιβλίο:
Οι σκύλοι δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν και η απουσία ακριβώς αυτής της επίγνωσης αποτελεί το κλειδί για την είσοδό τους στο βασίλειο της αθανασίας. Το μοτίβο αυτό επανέρχεται ποικιλοτρόπως, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα, στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή που αποτελείται από 69 πολύ σύντομα (τρισέλιδα ή τετρασέλιδα) κείμενα στα οποία οι σκύλοι έχουν την τιμητική τους.

Σκύλοι όπως τους έχουμε ακούσει ή διαβάσει σε μύθους και παραμύθια, σκύλοι που παρά την ανωνυμία τους κατέκτησαν μια περίοπτη θέση στη λογοτεχνία (ας θυμηθούμε τον Τσέχοφ), σκύλοι που πρωταγωνίστησαν σε πίνακες, αφήνοντας για πάντα αποτυπωμένη τη στάση τους στο βλέμμα του θεατή, σκύλοι που απαθανατίστηκαν σε πολιτικές φωτογραφίες (ένα παράξενο φόντο σε μια γρήγορα λησμονημένη δημόσια σκηνή), σκύλοι που έγιναν σήμα φωνογραφικών εταιρειών (ποιος να ξεχάσει τη His Master’s Voice;), αλλά και σκύλοι που έδωσαν τη μορφή τους σε γλυπτά τα οποία για να δούμε αρκεί η τυχαία περιήγηση σ’ ένα αστικό πάρκο.

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου συνέχεια στο Βήμα

*

«[…]στα 69 μικρά αφηγήματα του τόμου παρακολουθούμε μια περιπτωσιολογία σαν και τον σκύλο που βλέπουμε δεμένο στον τροχό ενός κάρου στη Βιριδιάνα. «Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το Τείχος του Βερολίνου; Απάντηση: σε αντίθεση με τους Βερολινέζους που λίγο πολύ το ξέχασαν, οι σκύλοι βάδιζαν με βεβαιότητα σε μιαν αθέατη ευθεία, σαν να αναγνώριζαν ή να νοσταλγούσαν κάτι…». Από κείμενο σε κείμενο ο αναγνώστης –πέρα από τον αισθητισμό– συμφιλιώνεται με ένα σκυλίσιο σύμπαν που μοιάζει, θα έλεγε κανείς, με κείνο του ανθρώπου. Γράφει ο Μαυρουδής: «Ήταν δυνατόν ο σκύλος, την ώρα που πλησίαζε ένα σκουπιδοτενεκέ, να ζούσε κάτι ανάλογο με την ονειροπόληση ενός άνδρα που μυρίζει στον γυναικείο λαιμό ένα γαλλικό άρωμα; Ο άνθρωπος ανοίγει την εφημερίδα να πληροφορηθεί. Ο σκύλος μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς, για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού». Προφανώς ο Μαυρουδής δεν έχει καμιά αγάπη για τα αγριόσκυλα που μπορούν να ξεσκίσουν έναν άνθρωπο. Το αίσθημά του περιγράφει τον σκύλο που δεν μιλάει αλλά έχει τρόπο να υποβάλει κάποια συμπάθεια, αν όχι κατιτίς ανώτερο. […]

Κωστής Παπαγιώργης, συνέχεια: Lifo 19.12.2013

Scott Devon, ‘forge immiscible faiths so none may burn?’ -four poems

richard II

My crown is a half-tamed Python,
a sometimes friend,
which sacrifices skin to hide the scars.
My ermine robes are stunted waxen wings,
and my royal ring a white banded worm
that feeds on me until I am no more.

Alas, I am consumed by ruling, crushed
by the compass of my crown, true north is south
and so I drown.
But what if I, in this confusion, should walk
upon the surface of my sorrows, and watch
all rebels rust away. For are these not men
who would hold up a torch and say look it is
the sun, tis just as just. And all shivering
the subjects would agree
it seems that even truth must bend its knee.

***

ambivalence

“to save our people we must sacrifice our people”
——————————————-G’Kar

I saw him today down in Circle Nine
found only decay in his hate he said
forgiveness is the highest form of faith

our souls unborn buddhas wanting freedom
from the dark he said so all life must die
I saw him today down in Circle Nine

yet I fear the matin light which you have
stoned blue with bruises he said hear my prayer
forgiveness is the highest form of faith

ascending a blind guide led me beyond
the dark asked me if the sun was rotten
I saw him today down in Circle Nine

and so the sun bled out and lost the sky
orphaned all to ineffectual fire
forgiveness is the highest form of faith

in the morning the sunrise smells of wings
and whip marks and blood and ambivalence
I saw him today down in Circle Nine
forgiveness is the highest form of faith

***

longinus

Go, bury the day, bless this blessed earth
with a sunken son, he like love itself,
undone. Then flood his sky with blood, give berth
to whip marks and marble and holy wealth.
All double night now for two suns are downed,
gone the one that burns and the one that’s prey,
a double dark’s where single lights are drowned,
and so I wish myself beside the day.
I gave him a coffin for his kingdom
and choirs of angel white worshipful worms .
But could I carve new, fish mistakes undone,
forge immiscible faiths so none may burn?
Dead men stay dead but stolen stories rise,
I saw him too late, his blood in my eyes.

***

sheol

When I died it was the opposite of drowning,
I poured fearful into some other bourn, il percorso 
inizia nel paradiso all’inferno, and felt my ending die.

I awoke upon the shores of Sheol, where the waiting
dream of what, Cielo? seconda morte? and I saw there Lilacs
out of the dead land, and Lotus flowers crowning the dead.

A land of outré hope, and pregnant pauses so ancient the
unborn have crows’ feet upon their faces. I saw
there a lapis path, by the leman, and upon the path a

man of clearest cyan waiting, his bones unpicked by
whispers, his mind a shantih shrine, and there on his
varada palm no lifeline scarred the skin.

On an eternal instinct I followed with gay
abandon, ogni speranza, voi che entrate.

***

the path

The T-Cell snow’s falling upon the path,
upon the pilgrims buried down inside their Cistercian
robes spread, as broken wings, around them.

They have seen, with one eye closed,
as if taking aim or fearful of seeing too deeply,
this land wet with drought, this land of ros crux,

this land of Ptolemaic love,
where the Satrap-Soter breeds scythes
for mobled souls. ‘O quam cito transit gloria mundi’,

quotes the last pilgrim in selfish prayer, but thinks,
or maybe hears, this land, this snow is Jolie Laide,
and begins to feel the father inside the cold,
inside the pain,
inside the grave.

*
©Scott Devon
photo©Stratos Fountoulis, 2008

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Καράκας 1954

Το θέαμα ήταν ένα θαύμα. Μια έδρα στο σώμα της Βενεζουέλας. Στα όρια των πόλεων. Εκείνη η κατασκευή που ποτέ δεν φαντάστηκες πως θα πραγματοποιηθεί στηριζόταν σε μια ακραία γωνία, μια πολύ οξεία γωνία. Ο κόσμος όλος έπειτα θα στηριζόταν στην πλατυτέρα επιφάνεια εκείνης της δημιουργίας. Κάπως έτσι Οδυσσέα αναδεικνύεται το δίκιο σου, όταν έλεγες πως η φαντασία αρμόζει, όχι ως φυγή από το πραγματικό, αλλά σαν προβολή στο μέλλον και σαν γενναία, μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες του παρόντος. Έτσι Οδυσσέα, μόνον έτσι μπορεί κάποτε να συντελεστεί το θαύμα.

   Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς σχεδιάζει το κοινοβούλιο της πόλεως Μπραζίλια, χαμηλό, πολύ χαμηλό, πλησιέστερο όσο ποτέ στους λαούς και τις επαναστάσεις. Ο αιρετικός, καθεδρικός ναός, με τ΄ακροδάχτυλα από χώμα και τσιμέντο, ογκώδη χέρια να στηρίζουν το λεπτό σταυρό. Μια αντένα, σημάδι της πίστης και του παραδείσου. Με τόσο θάρρος ο Νιεμάγερ, ολοζώντανος μες στο ιωβηλαίο του, αρνείται τη θεολογική του ανυποκοή και όλος ο ουρανός ως μες στα μάτια των πιστών. Μες στους βυθούς κρατιέται με θάρρος η ευλάβεια, μες στους βυθούς, δυο χιλιάδες λεύγες κάτω από τους τελευταίους καταρράκτες ένας Χριστός της Αβύσσου. Κάπως έτσι ονειρεύεται τα κτίρια κύμματα ο Νιεμάγερ, κάπως έτσι καθρεφτίζονται στα νερά οι ναοί και οι προσευχές. Εκείνος που ΄θαψε μαζί του ολόκληρη την ισπανική τέχνη, παραδέχθηκε τόσους αιώνες πριν τις αρχιτεκτονικές και τα οράματα πως τούτος ο κόσμος είναι φτιαγμένος από σκιά και φως. Ονειρεύτηκε τις θρυλικές κληματίδες, τις όψεις που ΄χουν κάτι από τα νερά. Έτσι γεννιούνται οι πιο ελεύθερες απ΄τις φόρμες, όπως οι πορείες κατά μήκος της Casa do Baile. Αυτές επιβεβαιώνουν έναν ρυθμό, έναν αισθητικό συγχρονισμό που μπορεί μόνο ως δυνατότητα να εκτιμηθεί.
   Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από εμπειρίες. Ομόκεντροι κύκλοι πέρα από το κέντρο της ιστορίας και τις πρώτες πόλεις του κόσμου. Ο κόσμος φτιαγμένος από εμπειρίες και φαντασίες και τίποτε και ποτέ δεν θ΄απομονωθεί. Έτσι αναδεικνύονται οι καμπύλες σαν αγκαλιές, σαν αγκαλιές γύρω από τον κόσμο μας. Ο Νιεμάγερ, Όσκαρ κατά κόσμον κρατά το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Και όταν τα κτίσματά του σηκώνονται σαν βρέφη στους δρόμους είναι πλοία που θα πλεύσουν προς το μέλλον, ακουμπώντας ευλαβικά στη φύση, τη λογική και τ΄όνειρο. Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς χαράζει υψικάμινους και βωμούς. Εκεί θ΄αφήσει ο τελευταίος άνθρωπος τον κόκκινο ανθό της ευχαριστίας, για την παγκόσμια σκηνογραφία, για το σεβασμό στην ιδέα του ανέμου και της διαχρονικότητας. Λιγότερο ανεδαφικός από τις προτάσεις των κάθετων πόλεων, όμως εξίσου ανισορροπητικός, προτείνοντας τις γεωμετρίες ενός νεοπλαστικισμού, διόλου διακοσμητικού. Ετούτες οι γεωμετρίες ανοίγουν τις προοπτικές, σηκώνονται με σεβασμό, κρατούν ορίζοντες, κρατούν τις κατατομές των θεών όπως ποτέ δεν αναδείχτηκαν, έξω και πέρα από τ΄ανθρώπινα. Κατώτερες απ΄εκείνα.
   Ο Νιεμάγερ καπνίζοντας αφήνει πίσω του την Μπραζίλια των εξερευνητών, τις ισλαμικές τεχνοτροπίες που τόσο τον γοήτευσαν. Πρόκειται για εκείνη τη διαρκή εμμονή του ονειρικού στη γραμμή, όπως ρίζα μες σε άνθρωπο. Επαναλαμβάνεται ένα χαμηλό γεγονός. Ετούτο είναι το Ισλάμ, ένα συμπλήρωμα της συναρπαστικής μας φύσης.Τα σπάταλα άκοσμα κτίσματα, δίχως Αφροδίτες, σίδερο και γυαλί και το σχήμα του ήχου ή τέτοια πράγματα αδιόρατα, μαθηματικά. Συγκρατημένη η πόλη, με την ηθική και το τοπίο της αποχαιρετά τον Όσκαρ Νιεμάγερ, μια μοναχική ταυτότητα, ένα όνομα γραμμένο στα υψωμένα σύμβολα.
   Σε κάθε τέχνη, λεν εκείνοι που γνωρίζουν είναι η αθωότητα μια διακριτική και διακεκριμένη ιδιότητα, ένα χάρισμα που δεν ερμηνεύεται και δεν αμφισβητείται. Ένα χάρισμα τέτοιο δεν συνιστά παρά μια αντίσταση αισθητική, μια μοναδικότητα, κτίρια νησιά στην καρδιά της βραζιλιάνικης πρωτεύουσας και αλλού.Η καταγωγή του Νιεμάγερ δεν διαθέτει κανένα χρώμα, η καταγωγή του συνθέτεται από την απλότητα του λευκού και απ΄τα οράματα που μόνο σε ορισμένα ύψη καθίστανται αντιληπτά. Όπως ένας Χριστός, τα σύμβολα της ισότητας και οι καθεδρικοί της τέχνης. Όπως εκείνη η κοσμική έδρα στο Καράκας, πάνω στους όγκους, ισορροπώντας στην κόψη της γης, χνάρια από γρανίτες και άλλες ασύλληπτες σκιαγραφήσεις. Οι κάθετες πόλεις του Ξενάκη ίσως ερείζουν μια θέση ανάμεσα σε τόσα θαύματα. Μια κοινή καταγωγή στη φόρμα μιας συνάρτησης.
   Δεν είναι η ζωντανή ποσότητα που γίνεται αντιληπτή στην αρχιτεκτονική του Όσκαρ Νιεμάγερ. Είναι ένας σκοπός υψηλότερος, κάτι σκληρότερο από χρόνο, αισθήσεις, σχεδόν θνητές που δεν θα μπορούσε κανείς να επισημάνει. Η Μπραζίλια συνιστά μια άλλη πρόταση, τόσο μακριά από τις οικείες περιπτώσεις του νεοκλασσικισμού. Τέτοιες προτάσεις καταθέτονται μόνον από βαρετές, αισθαντικές συγκινήσεις, εξαιρετικά συγκεκριμένες. Παραλαγές του βιομηχανικού σχεδιασμού, με μια αδικαιολόγητη επιμονή να συντηρηθεί η παράδοση. Η τελευταία αξίζει μονάχα όταν αποδίδει σε πρωτοπορίες, όταν διαφεύγει της φιλολογίας.
   Είναι η αρχιτεκτονική μιας ανθρώπινης ψυχής, ένα ηχόγραμμα και άλλες εξειδικεύσεις. Οι καμπύλες που αφήνει πίσω του θα΄ναι πάντα η ροή των ποταμών, οι ωκεανοί και το διεγερμένο σώμα ενός αγαπημένου κοριτσιού. Εκεί που ζούσαν κάποτε οι θεοί, ο Νιεμάγερ στήνει τα μνημεία του μέλλοντος. Καθώς οι καιροί θα περιπλέκονται, εμείς θα θυμόμαστε ευλαβικά τον Όσκαρ Νιεμάγερ που ακολουθεί με κυκλικές γραμμές τα σκοτεινά πλαίσια και την ανάδειξη ενός πλαισίου πολύ κοντύτερα στη φύση του αδιέξοδου. Η ελευθερία στην τέχνη είναι ανεδαφική, είναι το κούφιο των κυμμάτων στα υψηλότερα επίπεδα των εγκαταστάσεων του κτίσματος Copan. Ο Όσκαρ Νιεμάγερ κατάγεται από το γένος της κορινθιακής ακάνθου. Εξωθεί την τέχνη του στ΄άκρα. Κινείται κοντά στα σύνορα και συντελεί την έκπληξη.
   Έτσι ως πρώτη, ως πρωτόγονη σκέψη να εκτιμηθούν όλα αυτά, συνειρμική.
*
© Απόστολος Θηβαίος