Γιώργος Ρωμανός, Κινέζικη ιστορία

Αρχείο 13/04/2013

Διήγημα
Τα δώρα του γάμου ήρθαν σε δυο εβένινα κιβώτια· τυλιγμένα με λεπτές χρυσοπλεγμένες ψάθες. Ίνα με την ίνα ξεχώριζε το ταπεινό λεπτό καλάμι από την αστραφτερή χρυσή κλωστή.
    Ο μεγάλος άρχοντας της ιερής πόλης Τσαγκ, πάντρευε την κόρη του.

Κατερίνα Σημηντήρα, δύο ποιήματα

 
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΤΖΑΜΙΑ

Δεν περιμένω σου λέω κανένα
κι εκείνος που ήταν εδώ έφυγε πίσω απ` τα τζάμια
χωρίς να απολογηθεί.
Έφυγε βιαστικά σαν ένας άγνωστος,
ανάμεσα στις πλάνες ενός τόσου σύντομου βίου.
Δεν περιμένω τίποτα
απ` τα χρόνια που σιγοπερπάτησα
στης προσμονής τους τυλιγμένους δρόμους.
Τα ξέγραψα.
Κι αυτά που χάθηκαν, χάθηκαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Σημηντήρα, δύο ποιήματα»

Θανάσης Πάνου, Η ψυχή της πόλης

Τα πάντα στο κόσμο είναι διατεταγμένα σε λογική σειρά ενώπιον του ομορφότερου φιλιού. Γεύση, είναι το μικρό όνομα του πρώτου ερωτικού φιλιού. Τρυφερό, οξύ, καυστικό, αλμυρό ή γλυκό, άτσαλο και ντροπαλό, χαράζει μόνιμα στη μνήμη την παρουσία του. Είναι η αιφνίδια λάμψη του σύμπαντος συσσωρευμένη σε δύο χείλη. Συγκλονίζει με την αίσθηση του χάους που αναδύει η πρώτη ταύτιση των εσωτερικών προβολών. Έχει τη δύναμη να κουρελιάζει την λογική και να αναγεννά επιθυμίες που εντυπώνουν στα τρίσβαθα των ερωτικών αισθήσεων την άυλη φλογερή του πάθους πραγματικότητα. Όταν είναι μουσικό φιλί, είναι κλειδί του πενταγράμμου με νότες ενεργειακές που συγκινούν και φορτίζουν όλες τις σκέψεις σε περιελίξεις εν χορώ. Στα χείλη συναπαντούνται και κατοικούν έμμουσα οι παιδικές καρδιές με όλα τα μυστικά της παιδικότητας. Με τον διπλασιασμό ή τις επαναλήψεις, ίπτανται επίγεια και καταδεικνύουν το πέρασμα προς το φως που απεκδύει όλα τα πάθη. Περιδινούμενα τα σώματα μες το φιλί περιγελούν τη γήινη βαρύτητα. Το πρώτο φιλί προσμετράτε μόνο του, ως αρχή και τέλος. Όσο ο χρόνος μας ταξιδεύει , συγκινεί με την απουσία του. Ως όν , άγριο ή οικόσιτο, φωνάζει τον αποχωρισμό. Ως κάτοικος του φυτικού βασιλείου, είναι ένα μοναδικό λουλούδι που ανθίζει και μαραίνεται διαφορετικά για τον κάθε άνθρωπο. Αν κηπουρός φιλιών δεν νοιώσεις, έρημος θα είναι ο βίος σου. Όσο για μένα , που τολμώ –ο γελωτοποιός- τα τοπία της ψυχής του πρώτου και ομορφότερου φιλιού να περιγράψω… Σε χώρο ασφυκτικό, ανάμεσα σε πόδια γιγάντων κάτω από ένα αποκριάτικο τραπέζι γεννήθηκε το πρώτο το φιλί, μαζί με την απαγορευμένη αρετή του. Μετά φορέσαμε ξανά τις μάσκες και αναδυθήκαμε από της ιεράς τράπεζας το χώρο. Στη συνέχεια η πορεία μου υπήρξε άμπωτις και πλημμυρίς ψιθύρων και κραυγών, συναθροίσεις χειλιών από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου, ώσπου κάποτε, στη μέση ηλικία, όταν η γεύση των χειλέων έγινε μόνιμα αλμυρή. Βούλιαξα στη θάλασσά τους και ναυαγός πιάστηκα από το σωτήριο το σανίδι, μα ήταν πτερύγιο καρχαρία και το υπόλοιπο ταξίδι μου η άγρια αιμορραγούσα η πορεία του, επωδός της άναρχης του έρωτα φυγής

*
© Θανάσης Πάνου
photo©Philip Solovjov

Χ.Ε. Μαραβέλια, Ευπώλητα…

Η λίστα με τα ευπώλητα – Στα σκουπίδια!
Τα πλείστα των ευπώλητων σκουπίδια
Πληρώνετε ένα, δύο τζάμπα
(έτσι με τζ- καθώς που απεχθάνεται ο κυρ Ντίνος)
Βιβλία για το καλοκαίρι
Τις διακοπές (ρεύματος)
Τις Γιορτές
Τη Σαρακοστή
Ο γέρων Παφνούτιος για το Μνημόνιο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χ.Ε. Μαραβέλια, Ευπώλητα…»

Περιηγήσεις Ναυτίλου: Έριχ Αουερμπαχ, Μίμησις

Μίμησις

Έριχ Αουερμπαχ, εκδ. ΜΙΕΤ, μτφ. Λ. Αναγνώστου.

Η εικόνα της πραγματικότητας στη Δυτική λογοτεχνία
Η πραγματικότητα αρμενίζει
και ξεφεύγει τον οργισμένο νου,
που πάει να την περιορίσει
σ’ ένα δικό του πλαίσιο:
είναι σαν ψάρι που καταβροχθίζει
ό,τι ζωντανό βρει γύρω του
και στο τέλος καταπίνει
και τη θάλασσα όπου κολυμπά.

D.H. Lawrence
Στο έργο του «Μίμησις» ο Αουερμπαχ διατρέχει τρεις χιλιετίες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας προσπαθώντας να εντοπίσει στα μνημειώδη έργα της τα συμπτώματα του ρεαλισμού. Ποια είναι όμως για τον συγγραφέα τα καθοριστικά γνωρίσματα του ρεαλισμού, τα οποία αναπτύσσονται, για πρώτη φορά με πληρότητα, στο έργο του Σταντάλ και του Μπαλζάκ; Οι δυο Γάλλοι μυθιστοριογράφοι πραγματεύονται με σοβαρό τρόπο γεγονότα της καθημερινής πραγματικότητας από κάποιο χαμηλό κοινωνικό στρώμα και τα καθέκαστα δρώμενα τοποθετούνται με ακρίβεια και διεισδυτικότητα, σε μια ορισμένη εποχή της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή ακριβώς η λογοτεχνία του σύγχρονου ρεαλισμού βρίσκεται στους αντίποδες της παλαιότερης, η οποία είναι στατική, χωρίς ιστορικές αναφορές, σε υψηλό ύφος όσον αφορά στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις ή σε χαμηλό και κωμικό στις κατώτερες.

«Αν η σύγχρονη σοβαρή ρεαλιστική λογοτεχνία δεν μπορεί να παρουσιάσει τον άνθρωπο παρά μόνον ενταγμένο μέσα σε μια συγκεκριμένη,συνεχώς αναπτυσσόμενη,συνολική πραγματικότητα, πολιτική, κοινωνική και οικονομική, τότε ο Σταντάλ είναι ο θεμελιωτής της».
Κάθε κεφάλαιο πραγματεύεται μια εποχή. Στις σελίδες της ογκώδους αυτής μελέτης παρελαύνουν τα μεγαλύτερα ονόματα της λογοτεχνίας: Όμηρος, Δάντης, Βοκκάκιος, Ραμπελαί, Μονταίνιος, Σαίξπηρ, Θερβάντες, Μολιέρος και Ρακίνας, Βολταίρος και Σαιν-Σιμόν, Σίλλερ και Γκαίτε, Σταντάλ και Μπαλζάκ, Φλωμπέρ και Ζολά, Βιρτζίνια Γουλφ και Προυστ. Αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό κεφάλαιο είναι το εναρκτήριο: Η ουλή του Οδυσσέα, όπου αντιπαραβάλλεται η αφηγηματική απεικόνιση της πραγματικότητας στην Οδύσσεια και στη Γένεση, στα επεισόδια της αναγνώρισης του μεταμφιεσμένου Οδυσσέα από την Ευρύκλεια όταν αγγίζει την ουλή του και της προετοιμασίας του Αβραάμ για τη θυσία του Ισαάκ.

Στον Όμηρο: «τόσο οι άνθρωποι όσο και τα πράγματα κινούνται ή βρίσκονται μέσα σε προσδιορισμένους χώρους, όλα έχουν σαφή όρια και φωτίζονται με την ίδια ένταση. Εξίσου σαφή και ρητά εκφρασμένα είναι και τα συναισθήματα και οι σκέψεις, που ακόμη και στη συγκίνηση διατηρούν τη σωστή τους τάξη».

Ενώ στη βιβλική εξιστόρηση:»Οι σκέψεις και τα συναισθήματα δεν εκφράζονται, υπονοούνται μόνον από τη σιωπή και τα αποσπασματικά λόγια. Η όλη αφήγηση, καθώς κατευθύνεται με την πιο υψηλή και αδιάπτωτη ένταση προς ένα στόχο, και έτσι είναι πολύ πιο ενιαία, παραμένει αινιγματική και μυστηριώδης».
Πολύ σοφά ο Άουερμπαχ αποφεύγει να εμπλακεί στην αναζήτηση του ορισμού του όρου «ρεαλισμός» καθώς όπως ο ίδιος παραδέχεται στον επίλογό του «δεν είναι σαφής ούτε μονοσήμαντος». Τέτοιοι όροι, πιστεύω, μόνο ποιητικά μπορούν να οριστούν: «Realism is a corruption of reality» έγραψε ο Wallace Stevens ενώ ο Harry Levin προσπαθώντας σε ένα δοκίμιό του να τον συλλάβει, κατέληξε στο ότι «ρεαλισμός είναι αυτή η προσπάθεια, αυτός ο ακατανίκητος πόθος της τέχνης να πλησιάσει την πραγματικότητα». Ωστόσο ο Άουερμπαχ, θυμίζοντας τον Γκέοργκ Λούκατς, αφήνει σαφώς να εννοηθεί στο έργο του ότι ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία είναι μια Αξία, ένας στόχος, τον οποίον οι δημιουργοί, προκειμένου να αξιολογηθούν θετικά, οφείλουν να πραγματώσουν. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να επικρίνει,έργα του μοντερνισμού, όπως αυτά της Βιρτζίνια Γουλφ και ιδιαίτερα του Τζόυς.
Ο Έριχ Άουερμπαχ ήταν καθηγητής στην έδρα ρομανικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Μαρβούργου όταν το 1935, ως «μη Άριος», έφυγε κυνηγημένος για να βρει καταφύγιο στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Εκεί από το 1942 έως το 1945, χωρίς δυνατότητα πρόσβασης σε ενημερωμένη βιβλιοθήκη και με ανύπαρκτα βοηθήματα, καταπιάστηκε με τη συγγραφή αυτού του, ομολογουμένως, τιτάνιου έργου. Τελειώνοντας, ωστόσο, την ανάγνωση δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ: Τι ήταν αυτό που τον ώθησε, εν μέσω πολέμου και διωγμών, στην επισφαλή και πολιτιστικά απομονωμένη πόλη της Ανατολής, να γράψει ένα βιβλίο για την εικόνα της πραγματικότητας στη Δυτική λογοτεχνία; Κι όμως, σε καιρούς που η πραγματικότητα στον πολιτισμένο Δυτικό κόσμο είναι τόσο αποτρόπαιη, που να σε κάνει να αμφιβάλλεις ακόμη και γι’ αυτήν την ίδια, ο Γερμανός καθηγητής στρέφεται στην Πραγματικότητα της Τέχνης και προτάσσει έναν ανθρωπισμό της λογοτεχνίας. Γιατί πέρα απ’ ο,τιδήποτε άλλο ο Άουερμπαχ είναι ένας ανθρωπιστής.
Ο συγγραφέας τελειώνοντας τη μελέτη του αναφέρει:
«Πρέπει να σημειώσω ότι η μελέτη γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Εδώ δεν υπάρχει καμιά βιβλιοθήκη επαρκώς εξοπλισμένη για ευρωπαϊκές μελέτες. Οι διεθνείς επικοινωνίες ήταν συχνά κομμένες…Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν περιέχει σημειώσεις. Και θα μπορούσα να πω ότι το βιβλίο μου οφείλει τη συγγραφή του στην έλλειψη μιας μεγάλης ειδικής βιβλιοθήκης. Αν είχα επιχειρήσει να ενημερωθώ για όσα έχουν γραφτεί πάνω σε τόσο πολλά αντικείμενα, μάλλον δεν θα έβρισκα πια καιρό να καταπιαστώ με το γράψιμο.
Με αυτές τις παρατηρήσεις ολοκλήρωσα όσα πίστευα ότι οφείλω ακόμη στον αναγνώστη. Αυτό που απομένει τώρα είναι να τον βρω. Μακάρι η μελέτη μου να φτάσει στους αναγνώστες της, τόσο στους παλαιότερους φίλους μου που επέζησαν όσο και σε όλους τους άλλους για τους οποίους προορίζεται, και να συμβάλει ώστε να σμίξουν πάλι εκείνοι που διατήρησαν ανέπαφη την αγάπη τους για τη δυτική ιστορία μας».
[Απρίλιος 1945]
Η «Μίμησις» είναι ένα βιβλίο σπάνιο, γραμμένο με απλότητα και «ταπεινότητα». Ανήκει σε μιαν άλλη εποχή. Είναι σαν τις αριστουργηματικές ταινίες του Όρσον Ουέλλες, που παρά τις ατέλειές τους, τις απολαμβάνεις , σαν κάτι που ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι ανήκει υφολογικά στο παρελθόν, είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο.
Σημειώσεις:Οι εικόνες είναι με τη σειρά: Σταντάλ, η ουλή του Οδυσσέα (σχέδιο του Gottlob Heyne), Τζόυς, Γουλφ, Άουερμπαχ, σχέδιο του Markus Vallazza από τον κύκλο Θεία Κωμωδία (Δάντης, Βιργίλιος, Φρόυντ,Νίτσε, Τζόυς & Μάρκους).
Τέλος, ως βιβλιόφιλος οφείλω να τονίσω ότι η έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης είναι χάρμα οφθαλμών.
***

αγριμολόγος: Flatus Vocis

Του Στράτου Φουντούλη

Ποιος ήταν ο Παντελάου, του οποίου στο μπαούλο υπάρχουν πολλές επιστολές και ένα προσχέδιο περιγραφής των ουρανίων και αστρικών του οράματος; (Ή μήπως οι επιστολές αυτές δεν γράφτηκαν ποτέ από αυτόν; ) Ποιος ήταν ο Πέρο Μποτάλιου, δημιουργός ενός φιλοσοφικού διηγήματος με τον τίτλο O Vencedor do Tempo που δημοσιεύτηκε πρόσφατα; Ποιος ήταν ο Σ. Πατσέκο, δημιουργός μιας μεγάλης ποιητικής σύνθεσης στα απόνερα της αυτόματης γραφής; Και ο Σήζαρ Σηκ; Και ο δόκτωρ Νάμπος; Και ο Φέρντιναντ Σούμαν; Κι ο Τζάκομπ Σατάν; Και ο Εράσμους; Και ο Μίστερ Ντέαρ; Ποια ήταν αυτά τα πρόσωπα με τα απίθανα ονόματα, όπως ο κύριος Καπ του Μοντάλε; Ατομικότητες που περιμένουν, στο σκοτάδι ενός μπαούλου, να βγουν στο φως για να ζήσουν, ή μήπως απλά ονόματα που σκάλωσαν για πάντα σε κάποιο σημειωματάριο, χαμένες υπογραφές, εκτοπλάσματα του πιο φανταστικού ληξιαρχείου της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα; (*)

Η ετερωνυμία του Πεσσόα, δηλαδή έγινε ένας «άλλος από τον εαυτόν του» όπως λέει ο Tabucchi που συνεχίζει λέγοντας ότι, δεν κινείται στον χώρο μιας καθαρής περιπλάνησης […] η προσποίηση του Πεσσόα είναι πάντα μια προσποίηση υπερβατική, είναι λόγος, αλλά με την έννοια του εν αρχή ην ο λόγος• κι αυτός ο λόγος σίγουρα δεν είναι το λογοτεχνικό «κείμενο». Η ετερωνυμία του –προσθέτω εγώ- αχρηστεύει την αυθεντία της υπογραφής κάτω από οποιοδήποτε κείμενο. Τι σημασία και βάρος μπορεί να κουβαλά ένα οποιοδήποτε όνομα μπρος στην ουσία του κειμένου, η χρήση οποιουδήποτε ψευδώνυμου είναι ζήτημα έλασσον, πρωτεύει πάντα, μα πάντα, το ίδιο το κείμενο, αυτό ταξιδεύει με σκαμπανεβάσματα μέσα στο χρόνο. Με «τον τρόπο του», του ανθρώπου με τα «χίλια πρόσωπα», ο Πεσσόα, και σε αυτό συμφωνώ με τον Tabucchi, απαιτεί αναγνώσεις ικανές να απορρίπτουν κάθε αλαζονική ερμηνεία, ενώ αντίθετα επιζητεί αναγνώσεις ικανές να τον ακολουθήσουν σε έναν υποθετικό χώρο επιβεβαιώνοντας τον Μπόρχες που κάποτε σε μια διάλεξη τόνισε ότι «Ένας άνθρωπος έλεγε μια ιστορία• την τραγουδούσε• και οι ακροατές του δεν τον έβλεπαν ως έναν άνθρωπο που επιχειρούσε δύο πράγματα, αλλά ως κάποιον που επιχειρούσε ένα πράγμα που είχε δύο όψεις, Ή ίσως να μην αισθανόταν ότι είχε δύο όψεις, αλλά το σκέφτονταν ολόκληρο ως ένα ουσιώδες πράγμα».(**)
Ο Μπόρχες αναφερόμενος στον Whistler συμπληρώνει: « Η Τέχνη συμβαίνει». «Δηλαδή, υπάρχει κάτι μυστηριώδες στην τέχνη. Θα ήθελα να διαβάσω τη φράση του με ένα νέο νόημα. Θα έλεγα: Η τέχνη συμβαίνει κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα». (***), και προσθέτω, Τέχνη δεν συμβαίνει μαθαίνοντας αποκλειστικά και μόνο το όνομα του δημιουργού.
Ο δικός μας Εμμανουήλ Ροΐδης στον καιρό του, χρησιμοποίησε ουκ ολίγα ψευδώνυμα, το γεγονός αυτό έχει μήπως άλλη σημασία πέραν του ότι δεν θα υπήρχε Τέχνη χωρίς το παιχνίδι του δημιουργού;
Εξ ου κι η μεγάλη πίκρα του έντυπου κατεστημένου λόγου σήμερα, ο κάθε πικραμένος ιστολόγος υιοθετώντας ένα ψευδώνυμο έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί (τι θράσος) –μέσω διαδικτύου- κείμενα ποιότητας (δωρεάν) με αποδέκτες μερικές χιλιάδες αναγνώστες.
Το παιχνίδι συνεχίζεται.

.
.

.

(*) Antonio Tabucchi «Η Νοσταλγία του Πιθανού», γραπτά για τον Πεσσόα. Εκδόσεις Άγρα.
(**) Χόρχε Λούις Μπόρχες «Η τέχνη του στίχου» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
(***) Στο οπισθόφυλλο του ιδίου βιβλίου.

*
© α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς

Απόστολος Θηβαίος, «Τις Νύχτες της Κυριακής και ποτέ άλλοτε»

Ισπανικές υδατογραφίες, κορίτσια της Μαδρίτης καμωμένα από χειροβομβίδες και σπαρμένα μέλη, ανθρώπινα, σπαρακτικά τα θεάματα του αιώνα μας. Και έπειτα η σύνοψη των εποχών, τα δράματα, οι ελπίδες και τα κρίματα, σκοτωμένα πλάι στα εμπορικά της οδού Μητροπόλεως με τους γωνιακούς έρωτες και τα ανθοπωλεία και οι αναρίθμητες ήπειροι σταματημένες σε χαμηλά τοιχία και καταστήματα εποχιακών. Ο ηλικιωμένος άνδρας διαδραματίζει μια σπουδαία θέση στην αστική σκηνογραφία, έτσι με το βιολί του, τότε μονόχειρας, σήμερα με πολύσπαστα, μεταλλικά πόδια και προσφυγικές ιστορίες που λέγονται μόνο στις φωσφορικές κουζίνες των ιπτάμενων σχεδίων της οδού Πατησίων και ακόμα περισσότερο, όπου σφύζει η ανθρώπινη βιολογία και τα βήματα των οδοιπόρων. Δεν παραθέτω παρά σκόρπιες, αυθόρμητες εικόνες καταστροφών. Και εξακολουθώ να αφιερώνομαι στην παρασκευή ανεμοστρόβιλων και σε άλλες εργασίες χαρακτήρος βιομηχανικού, καθώς κατώτεροι θεοί κραυγάζουν απελπισμένοι «Ορέστη, Ορέστη!» και γκρεμίζονται από τους υψηλούς εξώστες του μοτέλ Νέα Βικτωρία στην ομώνυμη πλατεία με τα σκόρπια, τα σκισμένα φτερά των αδικοχαμένων Τρώων.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Ο Μποστ και η γελοιογραφική γλώσσα του

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΕΤΣΕΤΙΔΗ

Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου

Έκθεση «Cherchez να φάμ’! Ο Μποστ του Τύπου», Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς, 4 Απριλίου έως 19 Μαΐου, ώρες λειτουργίας: Πέμπτη, Κυριακή 10:00-18:00, Παρασκευή, Σάββατο 10:00-22:00, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κλειστά

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου είναι ο Τζέημς Τζόυς της ελληνικής γελοιογραφίας. Με την σατιρική του επίθεση στην μίζερη μικροαστική σοβαροφάνεια, η οποία ως πλημμυρίδα κατέκλυσε και κατακλύζει ακόμη μέχρι σήμερα την κοινωνία μας, ανέδειξε τον τεράστιο πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Άπαντα τα κείμενά του και οι γελοιογραφικές απεικονίσεις που τα συνοδεύουν υπάρχουν και λειτουργούν διαχρονικά, μέχρι τις ημέρες μας όπου οι «Πειναλέοντες» και οι «Ανεργίτσες» περισσεύουν, στηλιτεύοντας την κουφότητα της εξουσίας και την ματαιόδοξη στάση εκείνων οι οποίοι την διαχειρίζονται.
Η δική του ορθογραφία όχι μόνο δεν παραποίησε το εννοιολογικό υπόβαθρο της γλώσσας, αλλά της προσέδωσε βαθύτατα εκπληκτικής καθαρότητας σημασίες, αναδεικνύοντας την μεγάλη διαβρωτική δύναμη της λέξης και το ηφαιστειογενές χιουμοριστικό περιεχόμενο, το οποίο αίφνης εκτινάσσεται από την δήθεν αφελή και δήθεν ανορθόγραφη γραφή του.
«Ἤθελον να εροτήσω – διά νά σᾶς δοροδοκίσω – πόσον πρέπυ νά πλιρόσω – καί τί χρίματα να δόσω;»
Με άκρα αφέλεια, και με πληθυντική ευγένεια, όπως αρμόζει στην υποκριτική μιζέρια του κοινωνικού τοπίου, πλησιάζει ο ύποπτος μυστακοφόρος τον ποδοσφαιριστή της εποχής. Τίτλος του σκίτσου: Ο ΠΟΛΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΡΙΤΗΣ (κατά το όνομα της πρώτης κλίσεως: η μετριτή, της μετριτής!). Αναλογικώς, Ο ΠΟΛΩΝ θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε από τους πλείστους, οι οποίοι διαχειρίστηκαν θέσεις εξουσίας στις μέρες μας.
Δεν αντιστρατεύεται την γλωσσική καθαρότητα της ελληνικής, δεν είναι μαστροχαλαστής. Είναι μάστορας, γλωσσοπλάστης δημιουργός, ακριβολόγος υπονομευτής μιας εκφυλισμένης μικροαστικής νοοτροπίας η οποία καταδυναστεύει την ελληνική κοινωνία, από την τότε μεταπολεμική μέχρι και την σημερινή μεταπολιτευτική εποχή της κρίσεως.
Η γραφή του, η οποία συνοδεύει τα γελοιογραφικά σκίτσα του, προσδίδει πολλαπλώς σημαντικά νοήματα, πλήρη από το υψηλής ποιότητος καταλυτικό του χιούμορ. Και ας μην αμφισβητήσει κανείς ότι δεν ισχύει το 2013 το ρεφρέν εκείνο, το οποίο άδει η «μαμά Ελλάς» την δεκαετία του ’60:
«Κάπου ὑπάρχουν φαγητά,
Άλλοι τα μασάνε.
Κάπου ὑπάρχουν ἀσφαλῶς, μά δέν ξέρει ποῦ.
Κι’ ἔτσι σκαλίζει στά χαρτιά, στόν τενεκέ μέσ’ τ’ ἄστρα.
Κι’ εῖν’ ἰκανό, στ’ ὀρκίζομαι,
τό ὀρφανό, τό λυσσακό, νά φάη καμμιά γλάστρα».
Παρά το γεγονός το οποίο, μόνο αυτό, ακούστηκε στη δική μας εποχή ότι «υπάρχουν λεφτά» και τούτο αποδείχθηκε ψεύδος, ίσως εμφιλοχωρεί και η τρομερή απειλή και το «υπάρχουν φαγητά» να αποδειχθεί φενάκη και αντικατοπτρισμός στην έρημο της απωλείας και της οικονομικής εξαθλίωσης στην οποία έχουμε οδηγηθεί.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου διαμορφώνει κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου τον δικό του «γλωσσολογικό κώδικα». Έτσι με ευφυείς αλλαγές στην τυπική ορθογράφηση και στον τονισμό των λέξεων, με ευρηματικές συνηχήσεις, με αναπάντεχες συνδηλώσεις, ακόμη και με παράθεση ξενόγλωσσων λέξεων πετυχαίνει εξόχως απολαυστικά και ταυτοχρόνως καυστικά γελοιογραφικά αποτελέσματα.
Πολλοί θεώρησαν τον κατά κόσμον Χρύσανθο Μποσταντζόγλου, τον ευφυή και ευρηματικόν Μποστ, συνεχιστή της εικονογραφικής εκδοχής, την οποία καλλιέργησε ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. Επειδή το θέμα μικρή σχέση έχει με το αντικείμενο του παρόντος σημειώματος, αφήνω ως εικασία την εξέταση της παραπάνω πρότασης.
Ο Μποστ πάντως, για πρώτη φορά βάζει στο στόμα των σκίτσων του φουσκίτσες με λόγια το καλοκαίρι του 1958 εικονογραφώντας τις Σταυροφορίες του Ν. Τσιφόρου στο περιοδικό Ο Ταχυδρόμος. Και, παραδόξως –αν εδώ δεν με απατά η μνήμη μου– τα λόγια αυτά είναι γαλλικά: «Ζέ βουζέμ τρέ μποκοῦ τούτ λά ζούρ – πούρ λαμούρ ίλ παρλέ λέ σαντούρ», άδει ο σταυροφόρος «Γάλλος τραγουδῶν γαλλιστί», και η καλή του ΑΡΝΤΑ απαντά: «αί μουά ὀσί». Υπογραφή: Bost.
Εν συνεχεία, με αύξουσα πρόοδο τα κείμενα στις γελοιογραφίες του θα μεγαλώνουν, η γλώσσα του, ο γλωσσικός του κώδικας, θα πλουτίζεται και, κάποτε, όταν πλέον το κείμενο θα περισσεύει θα το καταγράψει κυκλοτερώς στην περιφέρεια του σκίτσου του.
Και αυτή η υπονομευτική και χυμώδης γλώσσα του θα γίνει η εν εγρηγόρσει συνείδηση της προοδευτικής μερίδας των πολιτών αυτής της παντοειδώς ταλαιπωρημένης χώρας.
ΥΓ. Τον Μποστ είχα γνωρίσει από τα σκίτσα του στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν δημοσιεύονταν στο περιοδικό: Ελληνόπουλο – Ο θησαυρός των παιδιών. Έκτοτε συνέχισα να παρακολουθώ την πορεία του στα διάφορα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε. Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τον γνώρισα και προσωπικώς. Μεσούσης της δεκαετίας του ’80 πήρα την παρακάτω επιστολή:
«Ἀγαπητέ συνάδελφε Δ. Πετσετίδη. Εὐχαριστῶ γιά τόν κόπο πού ἔκανες νά φωτοτυπήσεις τά σκίτσα σου (πολλά ἀπ’ αὐτά τώρα πού τά ξαναβλέπω τά θυμᾶμαι). Πετυχημένες κι’ οἱ παρωδίες «Μποστ». Ἀλλά καλά κάνεις καί τά ἐγκατέλειψες, ὅπως κι’ ἐγώ. Μόνον ἐκ τοῦἐμπορίου ἡἄνεσις. Ἔγκαιρα ἀποτραβήχτηκες κι’ ἐσύ, ἀκολουθώντας τό παράδειγμά μου ἴσως. Πιστεύω ὅτι δέν κάναμε ἄσχημα.
Φιλικά
Μποστ
ΥΓ. Συγγνώμη γιά τήν καθυστέρηση. Δουλειές!»
 
*