Θανάσης Θ. Νιάρχος, «Τζιβαέρι» -δύο αποσπάσματα–επιφυλλίδες

Εκδόσεις Οδός Πανός

Η αποδιοπομπαία Ομόνοια

Η μικρή συντροφιά των τριών υπαλλήλων – δύο άνδρες και μία γυναίκα – σε εμπορικά μαγαζιά των Εξαρχείων στεκόταν στη γωνιά ενός κάθετου προς την πλατεία δρόμου, οκτώ και τέταρτο ακριβώς το πρωί. Ακόμη και ο βιαστικός περαστικός θα άκουγε τη γυναίκα να λέει επί λέξει: «Είναι πια αφόρητη η κατάσταση. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά τις εννιά το βράδυ. Κάτω από την Ομόνοια έχουν γίνει γκέτο και αν πας προς τα εκεί, αλίμονό σου. Δεν τολμάς να πλησιάσεις». Εννοούσε σαφώς τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες.
Κατ’ αρχάς αδυνατεί να καταλάβει ακόμη και ένας κακοπροαίρετος τι έχει συμβεί και η Ομόνοια καθώς και οι γύρω της δρόμοι και περιοχές έχουν μεταβληθεί σε σημείο αναφοράς για κάθε μορφή βίας, κλεψιάς και εγκληματικότητας. Πώς συμβαίνει και έχει εξελιχθεί η Ομόνοια σε ένα είδος άτυπης καθημερινής συνάντησης από κλέφτες και εγκληματίες, χωρίς ωστόσο – δεν μπορεί να μη γινόταν γνωστό – να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί δηλαδή θα μεταβάλλανε σε σεσημασμένο έναν χώρο άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν – αφού διέπρατταν τις κλοπές και τα εγκλήματά τους – πουθενά αλλού παρά μόνο στον χώρο αυτό;
Κι αν γινόταν αυτό, πώς δικαιολογούνται – κοντά στον νου και η γνώση – δύο περιστατικά που επίσης δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς: ένας άνθρωπος που συμβαίνει πολύ συχνά να διασχίζει την Ομόνοια ακόμα και προχωρημένες ώρες της νύχτας να μην του έχει συμβεί ποτέ το παραμικρό ενώ όσοι καταγγέλλουν συνήθως την Ομόνοια «τους έχουνε πει», «κάτι ακούσανε, κάποιον να λέει», «ένας γνωστός τους κινδύνευσε και τους το ανακοίνωσε μόλις του συνέβη».
Δεν γίνεται να συκοφαντούμε συλλήβδην ανθρώπους που μας είναι άγνωστοι, τόσο ταλαιπωρημένους μάλιστα που δεν χρειάζονται τη δική μας συκοφαντία για να βουλιάξουν ακόμα περισσότερο. Θα ήταν αδύνατον να συμβαίνουν όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά στην Ομόνοια και γύρω από αυτήν και να συνεχίζουν να τη διασχίζουν μέρα και νύχτα «κανονικοί» άνθρωποι.
Σαφέστατα βρίθει από ανεπάγγελτους, άνεργους, άστεγους, λαμόγια της δεκάρας, ναρκομανείς που στέκονται ακόμη στα πόδια τους ή έχουν καταρρεύσει, όμως ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται ποτέ από έναν εξοντωμένο. Είναι άλλωστε παγκόσμιο φαινόμενο στις μεγάλες πλατείες όλων των πρωτευουσών να μαζεύεται το κοινωνικό και οικονομικό κυρίως «κατακάθι» προκειμένου να αρπάξει τη μικροευκαιρία για να επιβιώσει. Πού να πάει στην Ελλάδα, στην Εκάλη;
Μένει ωστόσο η απορία για τη γυναίκα, την υπάλληλο, που οκτώ και τέταρτο το πρωί επιχειρηματολογούσε για την εγκληματικότητα της Ομόνοιας. Πώς δεν της πέρασε της δύστυχης από το μυαλό ότι μια υπάλληλος που μιλάει και φοβάται με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η μεγαλοαστή της Φιλοθέης εξωθείται η ίδια σε ακόμη δυσχερέστερη «μοίρα» από τη σημερινή της;
Οτι μια υπάλληλος με κουτσουρεμένο τον πενιχρό μισθό της είναι πολύ πιο κοντά στον μετανάστη και τον λαθρομετανάστη ακόμη και ότι η αγαθότατη – το πιστεύουμε ειλικρινά – κυρία της Φιλοθέης συνιστά ως νοοτροπία για την ίδια την υπάλληλο πολύ μεγαλύτερη απειλή, σε σχέση με τον ημεδαπό κλεφτράκο ή τον εξαθλιωμένο αλλοδαπό;
Οταν μια υπάλληλος των Λιοσίων, του Κολωνού ή του Περάματος φοβάται με τον ίδιο τρόπο που φοβάται η μεγαλοαστή, το πολιτικό σύστημα μιας χώρας εμφανίζεται έτοιμο να χειραγωγηθεί από τις πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

[«Τα Νέα 1.6.2012»]

*

Ειδυλλιακότης και θηριωδία

Σαββατοκύριακο, σε νησί του Αργοσαρωνικού. Συγκεκριμένα βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 10, στο ειδυλλιακό λιμανάκι του νησιού, με τα αραγμένα – γύρω στα δέκα – μικρά και μεγάλα κότερα και τις ψαροταβέρνες με τα απλωμένα τραπεζάκια. Η μαγική ατμόσφαιρα της παραλίας, όπως την παραστέκει το λαμπυρίζον φόντο του νησιού, δεν αλλοιώνεται στο παραμικρό. Ακόμη και το πυκνό πλήθος που συνωστίζεται στην παραλία συμβάλλει ώστε η αναπόλησή της στο μέλλον να είναι ακόμη πιο νοσταλγική.
Για έναν θόρυβο πραγματικά ενοχλητικό που ακούγεται κάποια στιγμή δεν αργεί να ξεκαθαρίσει η αιτία του. Τρεις αλλοδαποί σέρνουν ένα καρότσι με ένα βαρύ φορτίο από άδεια μπουκάλια αναψυκτικών και μπίρας. Για την ακρίβεια ο ένας αλλοδαπός το σέρνει, οι άλλοι δύο είναι σχεδόν πεσμένοι πάνω στο φορτίο με τρόπο που τα ξεχειλισμένα κασάκια, καθώς δεν είναι δεμένα με σκοινί, να μη γλιστρήσουν δεξιά και αριστερά. Ο θόρυβος είναι πραγματικά ενοχλητικός γιατί η παραλία του νησιού είναι στρωμένη με πλάκες.
Ενας προσεκτικός παριστάμενος παρατηρώντας τους αλλοδαπούς θα πρόσεχε πως έχοντας συνείδηση της ενόχλησης που προκαλεί ο θόρυβος αλλά και η ιθαγένειά τους δεν σηκώνουν ούτε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια τους να κοιτάξουν τους γύρω τους. Σάμπως να πρόκειται για «μοίρα», την ώρα που οι άλλοι απολαμβάνουν οι ίδιοι όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να τους επιπλήττουν. Ή μάλλον να πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς που συμβαίνει να έχουν δουλειά και δεν τους ξυλοφορτώνουν σε κάποια σκοτεινή γωνιά.
Επειδή οι άνθρωποι όταν αισθάνονται πως απολαμβάνουν γίνονται σχολαστικοί, μίζεροι και άτεγκτοι ως προς το τι είναι σωστό, αλλά καθώς το ζήτημα δεν είναι πια ζωής και θανάτου αντιλαμβάνεται κανείς τη διάχυτη ενόχληση στο λιμανάκι του νησιού που ωστόσο παραμένει σιωπηλή. Οταν αίφνης πετάγεται ένας άνδρας γύρω στα εξήντα και έντονα εκνευρισμένος απευθύνεται στον δήμαρχο του νησιού που συμβαίνει να κάθεται σε ένα παρακείμενο τραπεζάκι, λέγοντάς του: «Δεν μπορείτε να επέμβετε εσείς, κ. δήμαρχε; Είναι δυνατόν να ακούμε τέτοιου είδους «μουσική» αυτή την ώρα;». Ο δήμαρχος, προς τιμήν του, χωρίς να ξέρει κανείς τι σκέφτηκε δεν του έδωσε καμιά σημασία.
Αν τον θόρυβο που έκανε το καρότσι είναι σίγουρο πως θα τον έχει ξεχάσει κανείς τα επόμενα δέκα λεπτά, τη συμπεριφορά του ενοχλημένου εξηντάρη ενδέχεται να τη θυμάται και ύστερα από χρόνια. Ακριβώς γιατί φανέρωνε, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό, δυο μεγάλες αιτίες της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Πρώτον, το να λογαριάζουμε την παρέμβαση της «εξουσίας» ως τη μόνη ικανή να μας κουλαντρίσει, όταν θα έπρεπε να υπολογίζουμε σε μιαν αλλαγή νοοτροπίας που θα έκανε την εξουσία σχεδόν διακοσμητική. Και, δεύτερον, την οποιαδήποτε αντίδρασή μας να επιδεινώνεται όταν έχει για μάρτυρά της και σύμμαχό της την οποιαδήποτε εξουσία.
Ας σκεφτούμε πόσοι θα εκδηλώνονταν ως φιλάνθρωποι, αν δεν έδιναν με τη φιλανθρωπία τους εξετάσεις σε ισχυρά πρόσωπα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι ο ενοχλημένος κύριος άνοιγε με την αντίδρασή του τον δρόμο ώστε να ακούγεται ως κάτι φυσικό η εξόντωση των αλλοδαπών. Μελαγχολεί όμως κανείς ακόμη περισσότερο όταν σκεφτεί πως η ενόχληση έγινε τρομακτική επειδή το καρότσι το έσερναν αλλοδαποί. Ετσι είναι. Οταν σε απειλεί ένας μεγαλόσχημος οικονομικός παράγοντας ή ένας πολιτικός του λες και ευχαριστώ. Οταν απλά σε ενοχλεί ένας ανήμπορος του παίρνεις, αν μπορείς, το κεφάλι.

[«Τα Νέα 25.6.2012»]

*

Copyright© Θανάσης Θ. Νιάρχος και εφημερίδα «Τα Νέα»

Πέτρος Μανταίος, Ευτυχείς οι υποκρετίνοι!

Χρονογράφημα 

Πού πάνε, ώρες ώρες, και ξετρυπώνουν ονόματα οι επιστήμονες! Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες λέει («Νέα» 30-31/3) βρήκαν το κλειδί της ευτυχίας, όχι στο χρήμα, το γάμο, τους φίλους και τα άλλα γνωστά συναφή που, κατά μία εκδοχή (καθότι, φιλοσοφικόν το ζήτημα!), κάνουν τη ζωή καλύτερη! Βρήκαν το κλειδί (ίσως και τη… μελωδία) της ευτυχίας σ’ ένα… ταπεινό πεπτίδιο, νευροδιαβιβαστή, που όσο απελευθερώνεται, αυξάνεται και προσφέρει ευφορία, ξένοιαστο μυαλό, ήσυχο ύπνο και όλα τα καλά του θεού… Αλλά όσο εγκλωβίζεται, μειώνεται και τότε πέφτεις στα μαύρα και βλέπεις στον ύπνο σου τον Στουρνάρα με τον Ντάισελμπλουμ να σου λένε, απριλιάτικα, τα κάλαντα…
Αυτό το πεπτίδιο, που σε επάρκεια κάνει το θάμα και σε ανεπάρκεια, το… αντίθαμα, ονομάζεται… υποκρετίνη. Και μετά, σου λέει, φταίει ο φονιάς… της γλώσσας, άμα στριφογυρίσεις το λογοπαίγνιο και παρετυμολογήσεις: υπο-κρετίνη και υπο-κρετίνος∙ ο υπο-βλάκας δηλαδή, ο κάτω του μέσου όρου βλακείας! Σ’ αυτό το σημείο, σ’ αυτή τη νοητική κατάσταση πρέπει να βρίσκεται κανείς, για να αντέχει τα βάσανα και τις πίκρες της ζωής, τις διάφορες, κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, τις ψυχολογικές εντάσεις και διαταραχές. Κι αν δεν βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση, του υπο-βλάκα, πρέπει να βρεθεί∙ να ανεβάσει την υπο-κρετίνη. Αυτό ερευνούν οι επιστήμονες. Διαφορετικά, όσο η υπο-κρετίνη μένει χαμηλά, τόσο ο άνθρωπος θα αισθάνεται δυστυχής, με κίνδυνο να πάθει κατάθλιψη!
Περίπου αυτά που μου έλεγε η μάνα μου. Αυτά που λένε οι μανάδες όλου του κόσμου, στα παιδιά τους, που μόλις χνουδίσουν πάνε γυρεύοντας για μπελάδες και πιστεύουν πως είναι αυτοί-που-θα-σώσουν-τον-κόσμο! «Το έξυπνο πουλί, αγόρι μου, πιάνεται απ’ τη μύτη! Γι’ αυτό, άφηνε και καμιά φορά στην άκρη το θυμό σου, και κάνε και λίγο το βλάκα!». Αν ήταν γραμματιζούμενη, ίσως έλεγε: «Κράτα ψηλά την υποκρετίνη!».

[Η Εφημερίδα των Συντακτών]
photo©Henry Wessel, 1977

Βασίλης Λαλιώτης, Τα Φτωχά Παιδιά στην Προσωπόβιβλο

 6-4-13
Η μητέρα μου, μύρο το χώμα που την σκέπασε, όταν τύχαινε κι έρχονταν τα δώρα και τα ρούχα και κυρίως καμιά δερμάτινη μπάλα, δεν με άφηνε να την παίξω στη γειτονιά, για να μην προκαλούμε αυτούς που δεν έχουν, έλεγε… Φαίνεται πως από μια εποχή και μετά οι μητέρες έκαναν το αντίθετο. Ό,τι καινούριο και λουσάτο αποκτούσαν το έκαναν επίδειξη στους πιο φτωχούς, δεν εξηγείται αλλιώς. Και φαίνεται πως πλήγωσαν πολλούς φτωχούς με στερημένα παιδικά χρόνια. Πολλοί από αυτούς τους πρώην φτωχούς και ταπεινωμένους υπάρχουν και στο φέισμπουκ. Οι οποίοι βγάζουν κατά κάποιο τρόπο τα απωθημένα τους πληροφορώντας μας για το που πότε και με ποιούς έφαγαν μια μακαρονάδα και μου θυμίζουν πρωινά μεσημεριανά και βραδινά και πόλεις και ταξίδια, όπου αυτοί είναι κι εγώ δεν είμαι… Δεν ξέρω γιατί ακριβώς το κάνουν αυτοί οι πρώην φτωχοί με τα απωθημένα, ίσως για να ζηλέψω… Αλλά επειδή έχουμε γεννηθεί από διαφορετικές μητέρες, το μόνο που καταφέρνουν είναι να με κάνουν να τους λυπηθώ για την παιδική τους μιζέρια, για την φτώχεια που συνεχίζει να τους συνοδεύει, μεγάλους πια, σ’ ένα φαγητό, μια συναυλία, μια συνάντηση, τόσο λυπητεροί όσο κι όταν ήμουν παιδί κι έπαιζα με τη δερμάτινη μπάλα μόνος, ρίχνοντας σουτάκια στον τοίχο, κρύβοντας ότι είναι ολοκαίνουρια, όσο να φθαρεί και να την παρουσιάσω σαν μεταχειρισμένη και τότε και τώρα στα φτωχά παιδιά, που προς λύπη μου, μεγάλωσαν αλλά συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν πληγωμένα από την επίδειξη πλούτου ποιος ξέρει ποιού… Τραυματισμένα παιδιά που με τωρινές επιδείξεις προσπαθούν να υπερκεράσουν το γεγονός της βαθύτατης ανέχειας που συνεχίζει να δρα μέσα τους.
φωτο από το ιστολόγιό του

Μανώλης Μεσσήνης, «Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια» -Ποίηση

 
Δέηση

Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό και λαμπερό ήλιο
κι όμως, είδα
μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ’τα κλειστά παράθυρα,
μάτια να λαχταρούν ζωή,
μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου·

κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος
και το κορμί μου διάφανο σύνορο,
αδύνατο ν’αντέξει τ’ανθρώπινα που σείονται
Ποια μέτωπα να ξεπλύνω
και ποια στήθη να γυμνώσω;
Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω
και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;
Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω
στη συνείδηση της γης μου;

Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου
πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,
μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση

Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα’ναι αρχή,
σαν φτεροκόπημα πουλιού,
σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου

Μια έκρηξη
που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού
που να μπορεί ν’ανάβει τους κόρφους της γης και τ’ανοικτά της σκέλη
που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι

Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο
να με ξαναγεννήσει

***
Εδώ θα σταθώ

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου

Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά

Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές

Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες

Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές

Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν

Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

***
Αδιέξοδο

Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια
Φάρδυνα τον ουρανό και είναι άδειος

Κραυγάζω, σαν τους τρελούς που ξαπλώνουν πάνω στην άσφαλτο
και ζητούν να φυτέψουν δέντρα μεσοστρατίς
Παραπατώ, σαν τους μεθυσμένους που ζητούν να γεμίσουν το κενό,
το τεράστιο καζάνι του χρόνου

Φοβάμαι την τοποθέτησή μου
σαν ένα κουρέλι πάνω στην παλάμη της γης

***

Copyright©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Gary Schneider, “John In Sixteen Parts”, 1997

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα»

 
ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια.
Ανατριχίλα!
Μπορεί και αναγούλα – ανάλογα τα κέφια του μάγειρα.
Ο χρόνος σαν κι εμάς είναι ναυλωμένος.
Δεν φαίνεται κάπου στεριά.
Ο χρόνος κι αυτός είναι σκλάβος εδώ.
Τα μάτια θυμούνται
τα βήματα θυμούνται
το πλήρωμα έχει ξεχάσει
δεν πρέπει να θυμάται.
Το βαπόρι περπατάει στο νερό
με τα πόδια του να πλατσουρίζουν
σαν μικρού παιδιού στις διακοπές.
Μικρή ζωή!
Πιο πολύ ζωή
έχουν τ’ απόβλητα του βαποριού.
Θυμίζουν ανθρώπους πάνω…

***
ΑΙΩΝΑΣ

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
ονομάστε το:
Πρώτη
Μοναδική
Παρουσία.

***
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

«Τι δουλειά κάνεις;»
«Πουλάω… παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω».
Σ’ ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολύ μικρή για μεζές
πολύ – πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, έφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
«Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι – οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες».
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο-
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι’ αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
«Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου».

***
ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΩΜΙΚΟ ΔΡΟΜΟ
στην Πελαγία Μπότση———————–

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιό πάτωμα; είναι δρόμος.
«Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή,
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής».
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δεν δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο
ίσως και να ’ναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου
– όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες,
βάζει στην πλοκή «τη δύναμη του καλού».
Προφυλακτικά πεταμένα,
τα πιο πολλά άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία, στο θάνατό τους:
Πεθαίνουν από ανακοπή.
Πετάς πάνω απ’ τους βρώμικους δρόμους,
έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια,
ακούς την πιο βαριά ροκιά σου:
Casta Diva… μάλλον το ’58,
κατεβαίνεις,
φτάνει η επίλεκτη καταστολή:
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη.
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος.
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει.
«Πόσοι μένουν σ’ αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή».
«Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο».

***
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα,
το πάει για ύπνο.
Ασβεστωμένη γειτονιά για τον Τρανταχτό.
Στην υγειά και στη μνήμη των αγριμιών που καλπάζουνε,
σε κήπους περιφραγμένους!
Τα παιδιά, οι έφηβοι, εκεί…
Σοβαροί όλοι, λίγο σφιγμένοι.
Ένας ξεμάκρυνε για ν’ αυνανιστεί στα χόρτα:
Η σπονδή του.
Από το ξενοδοχείο το τρανταχτό καμάρι
μίλησε στη μάνα του, παραπονέθηκε:
« Με βάζουν να τρώω όλο μου το πρωινό.
Χάνω τη μέρα, έτσι».
Μετά, η μητέρα των ακατέργαστων διαμαντιών
έκατσε στη θέση της μάνας του.
Όταν πάει ταξίδι αγαπημένος,
πονάει το φευγιό…
Δεν προσκυνήθηκε ποτέ από κάποιον.
Τον βλέπαν έτσι, «Τρανταχτέ» λέγαν.
Οι κοπέλες της γειτονιάς στη σειρά
βαμμένες σαν πουτάνες όλες και σιωπηλές.
Τόσος σεβασμός:
«Έτσι, δεν θα τον ερεθίζαμε ποτέ».
Μετά κατέβηκε ένα κόκκινο μπαλόνι και των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα
το κατάπιε.
Μετά απογειώθηκε. Μέσα της, πολύς αέρας βλέπεις.
Πετάει τώρα από πάνω μας.
Πάνω απ’ τη πλατεία μας. Όχι την εκκλησία.
Κρατάει κάτι.
Είναι και πολύ ψηλά για να δεις.
Ο καπετάνιος που ’ρθε καθυστερημένος, το βλέπει:
«Είναι λίγο δενδρολίβανο, ένα παντελόνι, ένα γιλεκάκι».
Μετά, ένας φαλακρός, μόνος μέσα στο σπίτι του
θα ρίξει μια στροφή ζεϊμπέκικο:
«του Μικρού»

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ »ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ» , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA

*
Copyright©Νίκος Κυριακίδης
Photo©Dorothea Lange, Thirteen Million Unemployed Fill the Cities in the Early Thirties, 1934

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

Αρχείο 05/04/2013

ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”»

Luis Aragon, Τα μάτια της Έλσας (Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου)

Luis Aragon, 1929

Τόσο βαθιά τα μάτια σου πού όταν έσκυψα μέσα τους να πιω
Είδα όλους τους ήλιους σ’ αυτά να καθρεφτίζονται
Όλους τους απελπισμένους να πέφτουν μέσα να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω
Στον ίσκιο των πουλιών θολός ωκεανός
Κι αλλάζουνε τα μάτια σου σαν γίνεται αίθριος ο καιρός
Πάν’ στων αγγέλων την ποδιά σμιλεύει το καλοκαίρι νέφη
Ποτέ δεν είναι ο ουρανός όσο πάνω απ’ τα στάχυα γαλανός
Μάταια διώχνουν οι άνεμοι τη θλίψη του γλαυκού
Πιο φωτεινά τα μάτια σου απ’ το γλαυκό
Σαν λάμπει μέσα τους ένα δάκρυ
Ο ουρανός μετά από βροχή τα μάτια σου ζηλεύει
Τόσο γαλάζιο το γυαλί είν’ μόνο όταν σπάσει
Μάνα με τους πόνους τους επτά, ω, νοτισμένο φως
Επτά ρομφαίες τρύπησαν το πρίσμα των χρωμάτων
Η μέρα είναι πιο σκληρή παρά όταν θρηνεί
Η μελανόστικτη ίριδα πιο γαλανή όταν πενθοφορεί
Όταν δυστυχούν τα μάτια σου διπλό ανοίγουν ρήγμα
Όπου αναπαράγεται το θαύμα των Μάγων των τριών
Όπως όταν αντίκρισαν με κείνο το καρδιοχτύπι
Της Παναγιάς το φόρεμα να κρέμεται στην κρύπτη
Ένα μονάχα στόμα θά ’φτανε για του Μαγιού τις λέξεις
Για όλα τα τραγούδια και όλους τους καημούς
Ένα κομμάτι απ’ το στερέωμα για εκατομμύρια αστέρια
Τα μάτια σου και τα δίδυμά τους μυστικά ήταν αρκετά γι’ αυτό
Ένα παιδί εκστατικό μπρος σε ωραίες εικόνες
Τα μάτια δεν ανοίγει τόσο διάπλατα
Δεν ξέρω εάν ψέματα λες όταν ανοίγουν τα δικά σου μάτια ‘
Θα’λεγες η βροχή ανοίγει αγριολούλουδα
Κρύβουνε τάχα αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Όπου τα έντομα αφήνουν τους έρωτες τους φλογερούς
Όπως ο ναύτης που στο πέλαγος Αύγουστο μήνα θνήσκει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ
Τράβηξα αυτό το ράδιο από πισσουρανίτη
Και έκαψα τα χέρια μου στην απαγορευμένη τη φωτιά
Ω, παράδεισέ μου εσύ εκατό φορές σ’ έχασα σε βρήκα
Το Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου και Ινδία
Κι ήρθ’ ένα βράδυ που το σύμπαν έγινε κομμάτια τρία
Πάνω σε υφάλους που τους έβαλαν φωτιά οι ναυαγοί
ΚΙ εγώ έβλεπα πάνω απ’ τη θάλασσα ν’ αστράφτουν
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια

*
© Μετάφρασης: Ιωάννα Αβραμίδου

Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]

Αρχείο 02/04/2013

Σπήλαιο
 

Αναρίθμητα σινιάλα αστεριών έπεφταν στο διψασμένο μου σώμα
Οι οφθαλμοί μου αγόρευαν τη σιωπή
Απέραντοι κατάμαυροι ουρανοί με νεφέλες πορφυρές με σημάδευαν
Κάτω από το βάρος τους γονάτισα σκεφτικός
Ήμουν στιγμή.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]»