Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]

Αρχείο 02/04/2013

Σπήλαιο
 

Αναρίθμητα σινιάλα αστεριών έπεφταν στο διψασμένο μου σώμα
Οι οφθαλμοί μου αγόρευαν τη σιωπή
Απέραντοι κατάμαυροι ουρανοί με νεφέλες πορφυρές με σημάδευαν
Κάτω από το βάρος τους γονάτισα σκεφτικός
Ήμουν στιγμή.

Για χρόνια μέσα στο κλουβί της ύπαρξης σερνόμουνα
Κρούοντας το κώδωνα του κινδύνου
Όλοι οι ζωντανοί με μίσησαν
Βάλθηκαν να με κυνηγούν
Ήθελαν το κεφάλι μου, το φτιαγμένο από στάχτη
Πριν προλάβουν να με πιάσουν στα ασημένια τους χέρια
Εξανεμίστηκα
Έγινα θάνατος
Με μάτια τετράγωνα εκλιπαρούσαν για έλεος
Δεν ήξερα το νόημα αυτής της λέξης
Τους αφάνισα άπαντες.

***
Ο τρελός του χωριού
 

Περπάτησα ανάμεσα στα πτώματα με πόδια γυμνά
Όλα τους παιδιά
Σκοτωμένα με χαμόγελα στα χείλη
Ο Ήλιος άρρωστος, αχνόφεγγε από ψηλά
Απέναντί του, η άνασσα η Μήνη
Ξαφνικά σκοτείνιασε
Οι πλανήτες στάθηκαν ακίνητοι για λίγο
Η σιγή του σύμπαντος ήρθε στ’ αυτιά μου
Και με ξεκούφανε
Σήκωσα τα χέρια μου προς τον ουρανό
Αίμα έπεφτε απ’ τα σπλάχνα του
Έπιασα τη Σελήνη και την έσβησα για πάντα.

Η Γη έγινε γυάλινη
Ξεσκέπασα λίγο χώμα και την είδα να κυοφορεί
Τα νεκρά παιδιά άρχισαν να σηκώνονται από το σβέρκο
Σα μιαν αόρατη κλωστή να τα τραβά
Αιωρήθηκαν όλα τριγύρω μου, με βλέφαρα κλειστά
Ήμουν ο τρελός του χωριού.

***

©Στράτος Κ. (Abuno)
photo© Earl Hines